O Εκτοπισμός στην Κύπρο Οι Συνέπειες της Πολιτειακής και ... - PRIO

prio.no

O Εκτοπισμός στην Κύπρο Οι Συνέπειες της Πολιτειακής και ... - PRIO

O Εκτοπισμός στην Κύπρο

Οι Συνέπειες της Πολιτειακής

και της Στρατιωτικής Διαμάχης

Έκθεση 2

Βιωματικές Ιστορίες:

Ελληνοκυπριακή Κοινότητα

Rebecca Bryant


Για την συγγραφέα

Η Rebecca Bryant (Ph.D., Πανεπιστήμιο του Σικάγο) είναι Βοηθός Ανώτερη

Ερευνήτρια του Πανεπιστημίου George Mason, Επισκέπτρια Αναπληρώτρια

Καθηγήτρια στο Middle East Technical University’s Cyprus Campus και συνεργάτιδα

του Ερευνητικού Κέντρου PRIO στην Κύπρο. Τον Σεπτέμβριο 2012 θα αναλάβει

καθήκοντα Ανώτερης Ερευνητικής Λειτουργού στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της

Οικονομικής Σχολής του Λονδίνου (London School of Economics). Είναι πολιτιστικός

ανθρωπολόγος και έχει διεξαγάγει εκτενή έρευνα στις δύο πλευρές της Πράσινης

Γραμμής και στην Τουρκία. Είναι συγγραφέας των βιβλίων Imagining the Modern: The

Cultures of Nationalism in Cyprus (London: I. B. Tauris, 2004) και The Past in Pieces:

Belonging in the New Cyprus (Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 2010).

Είναι συνεπιμελήτρια με τον Γιάννη Παπαδάκη, του τόμου Cyprus and the Politics of

Memory: History, Community, and Conflict (London, I.B. Tauris, 2012). Η τρέχουσα

έρευνά της αφορά την πολιτική και την κοινωνία της τουρκοκυπριακής κοινότητας,

από το 1963 μέχρι το 1974 και τη συγκριτική ανάλυση της καθημερινής ζωής, σε μηαναγνωρισμένα

κράτη.


O ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΚΑΙ

ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚHΣ ΔΙΑΜAΧΗΣ

Έκθεση 2

ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ:

H ΤΟYΡΚΟΚYΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Rebecca Bryant


Peace Research Institute Oslo (PRIO)

Hausmanns gate 7

PO Box 9229 Oslo

NO-0134 OSLO, Norway

Τηλέφωνο +47 22 54 77 00

Τηλεομοιότυπο +47 22 54 77 01

Ηλ. διεύθυνση: info@prio.no

Ιστοσελίδα: www.prio.no

Το PRIO ενθαρρύνει τους ερευνητές του και τους ερευνητικούς του συνεργάτες να δημοσιεύουν

τις εργασίες τους σε επιστημονικά περιοδικά και σε σειρές βιβλίων καθώς και σε

σειρά Εκθέσεων, Εργασιών και Πολιτικών Επισκοπήσεων του PRIO. Κατά την επιμέλεια των

δημοσιεύσεων αναλαμβάνουμε ένα στοιχειώδη ποιοτικό έλεγχο αλλά ως εκ τούτου το PRIO

δεν έχει άποψη σε πολιτικά θέματα. Ενθαρρύνουμε τους ερευνητές μας να λαμβάνουν ενεργό

μέρος σε δημόσιες συζητήσεις, με πλήρη ελευθερία γνώμης. Η ευθύνη και η τιμή για τις

υποθέσεις, τις θεωρίες, τα ευρήματα και τις απόψεις που εκφράζονται στις εκδόσεις ανήκει

στους ίδιους τους συγγραφείς.

Τα κείμενα που συγκεντρώθηκαν στην παρούσα έκδοση, συμπεριλαμβανόμενης της ορολογίας

που χρησιμοποιείται, είναι της αποκλειστικής ευθύνης του/ων συγγραφέα(ων) ή/και του

Κέντρου του Ινστιτούτου Έρευνας για την Ειρήνη του Όσλο (PRIO) ως ένας από τους δικαιούχους

του χρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγράμματος «Διάλογος για την

Οικοδόμηση Εμπιστοσύνης και τη Συμφιλίωση: Οι Κύπριοι αναζητούν Νέες Προσεγγίσεις στο

Περιουσιακό Ζήτημα». Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το περιεχόμενο της παρούσας έκδοσης

να αποδοθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Ε.Ε. δεν αναγνωρίζει την «Τουρκική Δημοκρατία

της Βορείου Κύπρου» παρά μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία, το Κράτος Μέλος της.

© Peace Research Institute Oslo (PRIO), 2012

Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Κανένα τμήμα της παρούσας έκδοσης δεν δύναται να αναπαραχθεί, να αποθηκευτεί

σε σύστημα ανάκτησης ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε μορφή ή με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικό,

μηχανικό φωτοτυπικό, εγγραφής ή άλλο, χωρίς την εκ των προτέρων γραπτή άδεια του/ων κατόχου/ων των

πνευματικών δικαιωμάτων.

Η εργασία αυτή συντάχθηκε, στο πρωτότυπό της, στην Αγγλική γλώσσα.

ISBN 978-82-7288-418-4

Παραγωγή και σχεδιασμός εξωφύλλου: Action Global Communications


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ........................................................................IV

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ ..........................................................................................................................................V

ΠΕΡΙΛΗΨΗ...........................................................................................................................................VII

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ .....................................................................................1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ...............................................................................................................................................3

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ .......................................................................5

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΥΝ ΤΙΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΤΟΠΙΣΜΟ.......................................17

1. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΓΕΝΕΩΝ .....................................................................................................17

2. ΧΡΟΝΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΥ.........................................................................................19

3. ΤΟΠΟΣ......................................................................................................................................20

4. ΦΥΛΟ........................................................................................................................................21

5. ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ..............................................................................................22

6. ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΩΝ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΩΝ .............................................................................................24

7. ΑΓΩΓΕΣ .....................................................................................................................................25

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ....................................................................................................................................27

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ........................................................................29

RAMADAN (47), ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΙΛΑΝΙ/GILAN ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ/GÜZELYURT.................................................30

KEMAL (88), ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΙΛΑΝΙ/GILAN ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ/GÜZELYURT ......................................................32

ŞAZİYE (50), ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ/GÜZELYURT ...................................................................35

SAMİ (59), ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΑΣΟΥ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ/GÜZELYURT ΜΕΣΩ ΛΕΥΚΑΣ ............................................39

ÖNCEL (51), ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΓΟΥΝΤΑ ΣΤΟ ΝΙΚΗΤΑ/GÜNEŞKÖY.................................................................44

SULTAN (71), ΑΠΟ ΤΟ ΔΑΛΙ ΣΤΟ ΑΡΓΑΚΙ/AKÇAY ΜΕΣΩ ΛΟΥΡΟΥΤΖΙΝΑΣ ΚΑΙ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ.........................48

AYHAN (63), ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ/GİRNE ΜΕΣΩ ΑΥΔΗΜΟΥ/DÜZKAYA ......................49

KIYMET (69), ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ/GİRNE .......................................................................53

ORHAN (51), ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΙ/TATLISU ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ/GİRNE..............................................................58

VEDIA (71) ΚΑΙ NAFİYE (59), ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΥΓΑ/ALEVKAYA

ΣΤΗ ΓΙΑΛΟΥΣΑ/YENİERENKÖY ΜΕΣΩ ΚΟΚΚΙΝΩΝ/ERENKÖY................................................................................61

ΕΠΙΛΟΓΟΣ .................................................................................................................................69


Σημείωση

Οι φωτογραφίες της έκθεσης προσφέρθηκαν από:

Φωτογραφία εξωφύλλου και φωτογραφίες 5,6,8,10,16,17,19 και 20 – τη συγγραφέα

Φωτογραφίες 1,2,3,4, και 7 – οικογενειακό αρχείο Özer Hatay

Φωτογραφίες 9,11,15 και 18 – Albert Vandellos

Φωτογραφία 12 – Şaziye Sağanak

Φωτογραφίες 13 και 14 – Sami Solyali

Τα ονομάτων των συνεντευξιαζόμενων έχουν αλλάξει εκτός εκείνων που συμ με -

τέχουν στο ντοκιμαντέρ του Ερευνητικού Κέντρου του Prio, στην Κύπρο.


V

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Ηέκθεση αυτή, βασίστηκε σε συνεντεύξεις, που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 2010

και του 2011, στην αφήγηση βιωματικών ιστοριών και τη συλλογή υλικού που προέκυψε

την τελευταία δεκαετία , μέσα από επίσημες και ανεπίσημες συνεντεύξεις και

συζητήσεις, με Τουρκοκύπριους αναφορικά με τον εκτοπισμό τους. Θα ήθελα πρωτίστως να

ευχαριστήσω τα άτομα που δεχτήκαν να συμμετάσχουν και όσα άτομα έδωσαν συνεντεύξεις

αλλά δεν κατέστη δυνατό να παρουσιαστούν οι ιστορίες τους στην παρούσα έκθεση. Τους

ευχαριστώ αφενός επειδή μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους και επέτρεψαν τη δημοσιοποίηση

τους και αφετέρου για τη γνώση που προσέφεραν για όσα οι Τουρκοκύπριοι αντιλαμβάνονται,

σήμερα, αναφορικά με τον εκτοπισμό τους. Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον Dr Sami

Solyali, ο οποίος προσέφερε γενναιόδωρα το χρόνο του και βοήθησε στον εντοπισμό ατόμων

που σήμερα διαμένουν στην Μόρφου. Τον Murat Yaman για την απομαγνητοφώνηση των

συνεντεύξεων. Τον Mete Hatay επειδή η εργασία του, χαρτογράφησης του εκτοπισμού, αποτέλεσε

εξαιρετική βοήθεια στη συγγραφή της εισαγωγής της παρούσας έκθεσης..


VII

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το τελευταίο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, κύματα εκτοπισμού στην Κύπρο

προκάλεσαν τον ξεριζωμό ολόκληρων χωριών, τη διακοπή της σχέσης μεταξύ του

ανθρώπου και της γης και την ανακατασκευή της κοινωνικής γεωγραφίας του νησιού.

Για περισσότερους από 215.000 Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους εκτοπισμένους, η μετακίνηση

από τα σπίτια τους και η επανεγκατάστασή τους σε κάποιο άλλο μέρος αποτέλεσε μόνιμο

προσωπικό τραύμα και, για πολλούς άλλους, πολιτική σκοπιμότητα. Κάποιοι από αυτούς

επιθυμούν να επιστρέψουν και άλλοι επιθυμούν να παραμείνουν εκεί που σήμερα βρίσκονται,

αρνούμενοι να εκτοπιστούν και πάλι. Οι επιθυμίες αυτές αντανακλούν τον πολιτικό λόγο και τα

μέσα επικοινωνίας, τα οποία διαμορφώνουν ταυτόχρονα τον τρόπο που οι εκτοπισμένοι αντιλαμβάνονται

το πολιτικό μέλλον αλλά και τη δική τους εμπειρία ξεριζωμού και απώλειας. Η

διαίρεση του νησιού, για σχεδόν τρεις δεκαετίες, οδήγησε τους Κύπριους και στις δυο πλευρές

της πράσινης γραμμής, να επικεντρώνονται αποκλειστικά στη δική τους οδύνη και απώλεια,

ανίκανοι να αντιληφθούν όσα βίωσε η άλλη κοινότητα.

Το πρόγραμμα του PRIO «Ο Εκτοπισμός στην Κύπρο: Οι συνέπειες της πολιτειακής και

στρατιωτικής διαμάχης» συγκέντρωσε βιωματικές ιστορίες Ελληνοκύπριων και Τουρκοκυπρίων

εκτοπισμένων. Με στόχο την κατανόηση του βιώματος του εκτοπισμού κάθε κοινότητας

καθώς και του τρόπου που διαμόρφωσε τις ζωές τους μέχρι σήμερα αλλά και τις προσδοκίες

τους για το μέλλον. Μέσα από μια σειρά εκ βαθέων συνεντεύξεις, ζητήσαμε από τους Κύπριους

εκτοπισμένους να μας αφηγηθούν τις συνθήκες και τον τρόπο διαφυγής τους, να περιγράψουν

όσα άφησαν πίσω και τη διαδικασία επανεγκατάστασης και προσαρμογής τους στη νέα ζωή.

Ζητήσαμε να περιγράψουν τον τρόπο που θεωρούν ότι αυτές οι έμπειρες διαμόρφωσαν τον

τρόπο ζωή τους και τη σημερινή αίσθηση του εαυτού και της ταυτότητάς τους κι όσα προσδοκούν

για τους ίδιους και τα παιδιά τους στο μέλλον.

Η εργασία αυτή συνοψίζει τα ευρήματα τριάντα συνεντεύξεων Τουρκοκύπριων εκτοπισμένων

από το νότο στη βόρια μεριά του νησιού. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται ο εκτοπισμός

των τουρκοκυπρίων μαζί με ένα σύντομο ιστορικό πλαίσιο και μια συνοπτική έκθεση των

παρα γόντων διαμόρφωσης του τρόπου σκέψης και αφήγησης του ξεριζωμού σήμερα. Στο

δεύτερο μέρος παρουσιάζονται δέκα βιωματικές ιστορίες προσφέροντας στον αναγνώστη μια

εσωτερική ματιά στην πληθώρα των εμπειριών εκτοπισμού και επανεγκατάστασης. Εκεί, προκύπτει

σαφώς η τραυματική εμπειρία κάθε ατόμου που αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι

του και οι διαφορετικές εμπειρίες επανεγκατάστασης, αναδόμησης και επανεκκίνησης της


VIII

Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

ζωής των εκτοπισμένων. Ταυτόχρονα είναι εμφανές ότι το άτομο περιορίζεται ανάλογα από

την σημασία που αποδίδει στην οικογένεια και τον αγώνα να διατηρηθεί ανέπαφη. Ως αποτέλεσμα

αυτών των εμπειριών, κι ενώ οι διαδρομές και οι τύποι του εκτοπισμού ποικίλουν, ορισμένοι

οραματισμοί για το μέλλον συγκλίνουν και παρουσιάζονται συνοπτικά στο τρίτο μέρος

της έκθεσης. Στο τελευταίο μέρος παρουσιάζεται πως οι Τουρκοκύπριοι βλέπουν το μέλλον με

ενδεχόμενο ένα δικό τους νέο εκτοπισμό μετά την επίτευξη μιας λύσης. Τα ευρήματα δεν είναι

οριστικά αλλά αρκετά ενδεικτικά επειδή προσφέρουν ικανές πληροφορίες για τον τρόπο που

τα πρόσφατα γεγονότα, όπως η άρση του περιορισμού μετακινήσεων στην πράσινη γραμμή

το 2003 και το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν το 2004, έχουν επηρεάσει τον τρόπο με τον

οποίο οι Τουρκοκύπριοι αντιμετωπίζουν τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις και το ενδεχόμενο

μιας συμφωνημένης λύσης για τη διαίρεση του νησιού.


1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Φωτογραφία 1: Παιδιά Τουρκοκυπρίων σε στρατόπεδο προσφύγων έξω από τη Λευκωσία, 1964.


3

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το 1975 και ένα χρόνο μετά τη διαίρεση της Κύπρου, σχεδόν το εξήντα τοις εκατό του

Τουρκοκυπριακού πληθυσμού είχε είτε εκτοπιστεί, είτε βρισκόταν υπό το καθεστώς

ενός μακροχρόνιου εκτοπισμού. Όσο αυτό αποτελεί την απλή διατύπωση μιας διαπίστωσης,

άλλο τόσο εμπεριέχει τις σύνθετες συνέπειες οι οποίες επηρέασαν την κοινωνική ζωή

της μικρής Τουρκοκυπριακής κοινότητας και το ενδεχόμενο οποιασδήποτε μελλοντικής διευθέτησης.

Και ενώ έχουν γραφτεί πολλά για τον εκτοπισμό των Ελληνοκυπρίων, το 1974, και τις

εμπειρίες των προσφύγων και των παιδιών τους στην προσφυγιά, 1 δεν έχει δημοσιευθεί καμιά

ακαδημαϊκή μελέτη μέχρι σήμερα που να εστιάζει ειδικά στον εκτοπισμό των Τουρκοκυπρίων

και τις εμπειρίες της επανεγκατάστασής τους. 2 Πολλοί συνεντευξιαζόμενοι Τουρκοκύπριοι,

στα πλαίσια του προγράμματος αυτού, εξέφρασαν την αίσθηση ότι ο δικός τους εκτοπισμός

έχει μπει στο περιθώριο και αγνοήθηκε. Επιπλέον, αυτό το κενό στη βιβλιογραφία, εξακολουθεί

να υπάρχει παρά το γεγονός ότι οποιαδήποτε συμφωνημένη λύση με στόχο την επανένωση

του νησιού συνεπάγεται ενδεχομένως περαιτέρω εκτοπισμό και προηγούμενη έγκρισή της μέσα

από ένα δημοψήφισμα από εκτοπισμένα άτομα. Είναι επομένως απαραίτητη η κατανόηση του

1 Ένας μη- αναλυτικός κατάλογος της εν λόγω βιβλιογραφίας θα ξεκινούσε με την ιστορία του Πέτρου Λοΐζου για τον

εκτοπισμό των κατοίκων του χωριού Αργάκι, The Heart Grown Bitter: A Chronicle of Cypriot War Refugees (Cambridge:

University of Cambridge Press, 1981), καθώς και με το επακόλουθο έργο του σχετικά με τις επιπτώσεις του μακροπρόθεσμου

εκτοπισμού στην υγεία, Iron in the Soul: Displacement, Livelihood, and Health in Cyprus (Oxford: Berghahn

Books, 2008). Άλλες πηγές περιλαμβάνουν το έργο του Roger Zetter για τους τρόπους με τους οποίους οι Ελληνοκύπριοι

επανεγκαταστάθηκαν έπειτα από τον εκτοπισμό τους και τη σχέση αυτής της επανεγκατάστασης με την αναπαραγωγή

της ταυτότητας του πρόσφυγα. Βλ. Roger Zetter, ‘Rehousing the Greek-Cypriot Refugees from 1974: Dependency,

Assimilation, Politicisation,’ στο Cyprus in Transition: 1960–1985, ed. J. T. A. Koumoulides (London: Trigraph, 1985), 106-

125; και ‘Reconceptualizing the Myth of Return: Continuity and Transition Amongst the Greek-Cypriot Refugees of

1974,’ Journal of Refugee Studies 12, no. 1 (1999): 1-22. Για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του τραύματος, βλ. Anna

M. Agathangelou και Kyle D. Killian, ‘In the Wake of 1974: Psychological Well Being and Post-Traumatic Stress in Greek

Cypriot Refugee Families,’ Cyprus Review 14, no. 2 (2002): 45 - 69. Άλλα έργα έχουν ασχοληθεί ειδικότερα με τη μνήμη

των χωριών που χάθηκαν και τη μετάδοση αυτής της μνήμης. Βλ. την αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή του Αντώνιου

Μαραθεύτη, ‘Δεν Ξεχνώ, I Do Not Forget: The Greek Cypriot Refugee Experience as Oral Narrative’ (Ph.D. thesis,

University of Texas at Austin, 1989), καθώς και την Τασούλα Χατζηγιάννη, The Making of a Refugee: Children Adopting

Refugee Identity in Cyprus (Westport, CT: Praeger, 2002). Η πρόσφατη διατριβή του Stefan Ege, ‘Re/producing Refugees

in the Republic of Cyprus: History and Memory between State, Family, and Society’ (M.A. thesis, University of Zurich,

2007) διερευνεί επίσης τις πρόσφατες αλλαγές μεταξύ των γενεών στις προσεγγίσεις για τη μνήμη.

2 Δύο μελέτες, (η μία από τη συγγραφέα), ανακαλούν τις εμπειρίες του εκτοπισμού συγκεκριμένων ομάδων Τουρκοκυπρίων

μέσα στο πλαίσιο συγκριτικής έρευνας. Βλ. Rebecca Bryant, The Past in Pieces: Belonging in the New Cyprus

(Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 2010) και Lisa Dikomitis, Cyprus and Its Places of Desire: Cultures of

Displacement Among Greek and Turkish Cypriot Refugees (London: I.B. Tauris, forthcoming 2012). Επιπλέον, το έργο

του Vamık Volkan Cyprus—War and Adaptation: A Psychoanalytic History of Two Ethnic Groups in Conflict

(Charlottesville: University of Virginia Press, 1979) προσφέρει μια Φωτογραφία των εμπειριών των Τουρκοκυπρίων που

επιχείρησαν να εγκατασταθούν σε ένα έδαφος εθνοκάθαρσης μετά το 1974.


4 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Τουρκοκυπριακού εκτοπισμού, έτσι ώστε να κατανοηθεί η σημερινή Τουρκοκυπριακή στάση

απέναντι σε μια ενδεχόμενη επανένωση.

Η συγγραφή της έκθεση στηρίχτηκε σε τριάντα εκτεταμένες συνεντεύξεις βιωματικών

ιστοριών που πραγματοποιήθηκαν το 2010 και το 2011. Η χρονική στιγμή κατά την οποία

πραγματοποιήθηκαν οι συνεντεύξεις είναι σημαντική, καθώς πολλοί συμμετέχοντες συσχέτισαν

άμεσα τις εμπειρίες από το παρελθόν τους με το όραμά τους για το μέλλον, στα πλαίσια

των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο περιγράφουν τις εμπειρίες

τους πλαισιώνεται επίσης από προβληματισμό σε σχέση με διάφορα γεγονότα: το άνοιγμα της

Πράσινης Γραμμής το 2003 και οι επισκέψεις τους στα πρώην σπίτια και χωριά τους, οι επισκέψεις

Ελληνοκυπρίων στα σπίτια τους στο Βορρά μετά από το άνοιγμα, η αποτυχία του δημοψηφίσματος

του 2004 απέναντι στο σχέδιο επανένωσης που τελούσε υπό την αιγίδα του ΟΗΕ

και η απογοήτευση, απέναντι σε αυτό που πολλοί το χρεώνουν ως αποτυχία της διεθνούς

κοινότητας, να αναγνωριστεί και να «ανταμειφθεί» η υποστήριξη που έδειξαν οι Τουρκοκύπριοι

στο σχέδιο επανένωσης. Οι τρέχουσες ανησυχίες πάντα διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο

θυμούνται οι άνθρωποι το παρελθόν και το πώς ερμηνεύουν τα γεγονότα του παρελθόντος

και το ίδιο συμβαίνει και στις εν λόγω συνεντεύξεις. Πράγματι, οι συνεντεύξεις βιωματικών

ιστοριών είναι σημαντικές όχι μόνο για τα όσα μπορούν να αποκαλύψουν από το παρελθόν,

αλλά και για το πώς οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να αναθεωρήσουν αυτό το παρελθόν, τώρα.

Στην κοινωνιολογική βιβλιογραφία για την Κύπρο, έχει παρατηρηθεί συχνά ότι ενώ οι

Ελληνοκύπριοι μετά το 1974 εντάσσονται σε μια πολιτική μνήμης σύμφωνα με την οποία το

παρόν θεωρείται προσωρινό, οι Τουρκοκύπριοι εντάσσονται σε μια πολιτική λήθης σύμφωνα

με την οποία το παρόν είναι μόνιμο. 3 Βεβαίως, επίσημες αφηγήσεις και από τις δύο πλευρές

του νησιού έχουν ενθαρρύνει τους δύο αυτούς διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης του

παρελθόντος. Ωστόσο, όχι μόνο οι ατομικές ιστορίες εκτοπισμού ταιριάζουν εν μέρει σε τέτοια

αφηγηματικά πλαίσια, αλλά μέσω αυτών μπορούμε επίσης να δούμε το πως έχουν αλλάξει οι

αντιλήψεις των αφηγητών για τον εκτοπισμό με την πάροδο του χρόνου και πώς τα άτομα

είχαν τη δυνατότητα να προβληματιστούν με αυτές τις αλλαγές. Τα όσα αποκαλύπτουν οι εν

λόγω ιστορίες, επομένως, δεν καταγράφονται ως μια απλή και πιο εμπλουτισμένη προσέγγιση

του παρελθόντος σε σύγκριση με όσα προσφέρει η επίσημη ρητορική, αλλά ρίχνει φως στους

τρόπους με τους οποίους οι κοινές αφηγήσεις μπορούν να ανασχηματιστούν ανάλογα την

χρονική μελλοντική στιγμή.

3 Σχετικά με τις χρήσεις του συνθήματος «Δεν ξεχνώ» ως μια Ελληνοκυπριακή πολιτική μνήμης, βλέπε τις προαναφερθείσες

μελέτες καθώς και τη Μιράντα Χρίστου, ‘A Double Imagination: Memory and Education in Cyprus,’ Journal of

Modern Greek Studies 24 (2006), 285-106 και Χρυστάλλα Υακίνθου, ‘The Quiet Deflation of Den Xehno? Changes in the

Greek Cypriot Communal Narrative on the Missing,’ The Cyprus Review 20, no. 1 (2008), 15-33. Για συγκριτικές προσεγγίσεις

στο θέμα της χρήσης του «θυμόμαστε» και «ξεχνάμε», βλ. Μαρία Χατζηπαύλου- Τριγιώργη, ‘Different

Relationships to the Land: Personal Narratives, Political Implications and Future Possibilities,’ in Cyprus and Its People:

Nation, Identity, and Experience in an Unimaginable Community, 1955–1997, ed. V. Calotychos, (Boulder, CO: Westview

Press, 1998), 251–76; Russell King και Sarah Ladbury, ‘The Cultural Construction of Political Reality: Greek and Turkish

Cyprus Since 1974,’ Anthropological Quarterly 55, no. 1 (1982): 1-16; Nurit Kliot and Yoel Mansfeld, ‘Resettling Displaced

People in North and South Cyprus: A Comparison,’ Journal of Refugee Studies 7, no. 4 (1994): 328-359; και Paul Sant

Cassia, Bodies of Evidence: Burial, Memory and the Recovery of Missing Persons in Cyprus (Oxford: Berghahn Books, 2005).


5

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΥ

ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟ-ΚΥΠΡΙΩΝ

Οι συνεντεύξεις της έκθεσης περιγράφουν τις ζωές και τις εμπειρίες των Τουρκοκυπρίων

εκτοπισμένων, από τη νότια πλευρά της Κύπρου σε διαφορετικά σημεία στο

βόρειο τμήμα του νησιού. Ενώ όλοι οι συμμετέχοντες προέρχονται από τη νότια

Κύπρο, πολλοί ήταν ήδη πρόσφυγες, στα νότια του νησιού, πριν από την επανεγκατάστασή

τους στα βόρεια. Ως αποτέλεσμα, σε πολλές από τις αφηγήσεις τους αναφέρονται όχι μόνο

στον εκτοπισμό τους μετά το 1974, αλλά και στο ξεριζωμό τους από τον τόπο καταγωγής τους.

Η παρούσα έκθεση δεν περιλαμβάνει τον τουρκοκυπριακό εκτοπισμό πριν το 1974, ο οποίος

αποτέλεσε το αντικείμενο μιας άλλης μελέτης από τη συγγραφέα. 4

Μισό αιώνα πριν, όταν ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, ο Τουρκοκυπριακός πληθυσμός

αποτελείτο από 106,000 άτομα, τα οποία διέμεναν διάσπαρτα σε όλο το νησί. Υπήρχαν 114

μικτές πόλεις και χωριά και 117 εξ ολοκλήρου τούρκικα χωριά. 5 Σε λιγότερο από μισό αιώνα,

ο αριθμός των μικτών χωριών στο νησί μειώθηκε από 346, το 1891 σε 252 το 1931 και σε 114

το 1960. 6 Το πρόγραμμα «Εσωτερικός Εκτοπισμός στην Κύπρο» του Ερευνητικού Κέντρου

Κύπρου PRIO και άλλες πηγές, φανερώνουν ότι ποικίλουν τα αίτια αυτής της ομογενοποίησης.

Ενώ ορισμένα χωριά βίωσαν τις συνέπειες της αστυφιλίας και της μετανάστευσης, κάποια άλλα

ομογενοποιήθηκαν εξαιτίας των διακοινοτικών εντάσεων που σε ορισμένες περιπτώσεις προ-

4 Bryant, The Past in Pieces

5 Για μια επισκόπηση των μικτών χωριών και της διαδικασίας διαχωρισμού, βλ. Ελένη Λύτρα και Χάρη Ψάλτη, Formerly

Mixed Villages in Cyprus: Representations of the Past, Present and Future (Nicosia: Association for Historical Dialogue

and Research, 2011).

6 Αυτό, σύμφωνα με τον Richard Patrick, ο οποίος υπολόγιζε ένα χωριό ως «μικτό» αν δέκα ή περισσότερα άτομα μιας

άλλης εθνικής ομάδας κατοικούσαν εκεί ή, στις περιπτώσεις μικρών χωριών κάτω των 100 κατοίκων, μια άλλη εθνική

ομάδα αποτελούσε τουλάχιστον το 10% του συνόλου. Βλ. Richard Patrick, Political Geography and the Cyprus Conflict:

1963-1971, ed. J. H. Bater and R. Preston (Waterloo: University of Waterloo, Department of Geography, Publication

Series No. 4, 1976), 12.


6 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

κλήθηκαν από αυξανόμενους εθνικιστικούς διχασμούς και σε άλλες από τοπικές διαφορές. 7

Μεγάλο μέρος της ομογενοποίησης κατά το πρώτο μισό του αιώνα, που δεν οφειλόταν στην

αστικοποίηση ή στην μετανάστευση, συνέβη όταν η μειοψηφία του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού

σε κάποιο χωριό μεταφερόταν σε περιοχές που θεωρούσε ασφαλέστερες, όπου υπήρχε

μεγαλύτερη συγκέντρωση Τουρκικού πληθυσμού. Υπήρχαν ανάλογες περιπτώσεις μετακινήσεων

Ελληνοκύπριων. Οι περιπτώσεις αυτές ήταν λιγότερες επειδή οι μειονοτικοί Ελληνικοί

πληθυσμοί στα χωριά ήταν λιγότερο συχνοί.

Η δεκαετία του ‘50, ωστόσο, αποτέλεσε σημείο καμπής και αποτέλεσε την πρώτη στιγμή

εκτοπισμού για αρκετές χιλιάδες Κυπρίους ως αποτέλεσμα των διακοινοτικών συγκρούσεων,

εντάσεων, πιέσεων ή απειλών. Με την έναρξη του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση

Κυπρίων Αγωνιστών) κατά της Βρετανικής αποικιακής κυριαρχίας το 1955, οι εντάσεις έφτασαν

τα χωριά, καθώς η τοπική οργάνωση και οι δραστηριότητες της ΕΟΚΑ παρακολουθούνταν

από τους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι δε συμμετείχαν στον αγώνα. Οι Τουρκοκύπριοι που έζησαν

την περίοδο αυτή, κατά κανόνα, την περιγράφουν ως τη στιγμή που οι διακοινοτικές σχέσεις

μειώθηκαν, συχνά με διακοπή της επικοινωνίας, καθώς και με απώλεια προσωπικών και

επαγγελματικών σχέσεων. Οι Τουρκοκύπριοι αναφέρουν ότι, σε τοπικό επίπεδο, μέλη της

ΕΟΚΑ συχνά ασκούσαν πίεση στους Ελληνοκύπριους να αγοράζουν προϊόντα μόνο από Ελληνοκύπριους

και να μην προσλαμβάνουν στις δουλειές τους Τουρκοκύπριους. Παρά το γεγονός

ότι η ΕΟΚΑ επίσημα δεν στρεφόταν εναντίον Τουρκοκυπρίων, σε τοπικό επίπεδο οι Τουρκοκύπριοι

αναφέρουν ότι συχνά ένιωθαν να απειλούνται. Οι εντάσεις μάλιστα αυξήθηκαν όταν

Τουρκοκύπριοι εντάχθηκαν στη Βρετανική βοηθητική δύναμη που είχε σκοπό να καταστείλει

την εξέγερση. 8 Οι δολοφονίες βοηθητικών αστυνομικών ερμηνεύονταν συχνά από τους

Τουρκοκύπριους σαν επίθεση σε αυτούς ως μέλη μιας εθνικής ομάδας παρά ως στελέχη της

Βρετανικής διοίκησης.

7 Εξηγήσεις γι’ αυτή την ομογενοποίηση μπορεί συχνά να βρεθούν σε αρχειακές πηγές, παρόλο που οι πηγές αυτές δεν

έχουν συνταχθεί με συνέπεια. Ένα παράδειγμα είναι το χωριό Ακανθού της επαρχίας Αμμοχώστου, το οποίο είχε ένα

μικρό Τουρκικό πληθυσμό στην αλλαγή του αιώνα. Το 1910, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Ακανθούς κατήγγειλαν

στην Βρετανική διοίκηση ότι ο ιμάμης τους είχε δεχθεί προσβολές και ότι το τζαμί τους είχε βεβηλωθεί και ότι επιθυμούσαν

να μετακινηθούν από το χωριό (Κρατικό Αρχείο, 1000/1910, Καταγγελία Τούρκων της Ακανθού για δίωξη από

τους Χριστιανούς συγχωριανούς τους, 31 Μάη 1910). Δέκα χρόνια αργότερα, ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων στο χωριό

μειώθηκε από 61 σε 21 και έπειτα εξαφανίστηκαν από το χωριό. Στο χωριό Τριμίκλινη της επαρχίας Λεμεσού, η δολοφονία

του ιμάμη του χωριού αμέσως μετά την άφιξη των Βρετανών προκάλεσε τη μετακίνηση των Κυπρίων Μουσουλμάνων

από το χωριό (βλ. Jack C. Goodwin, An historical toponymy of Cyprus [Nicosia: Jack C. Goodwin, 1978], 1607).

Επίσης, άτομα από την Καμπυλή της επαρχίας Κερύνειας, ισχυρίζο-νται ότι κάτοικοι των γειτονικών χωριών της Λάρνακας

της Λαπήθου, ήρθαν να ζήσουν στο χωριό τους μετά το 1911 εξαιτίας μιας διαφοράς που κατέληξε σε δολοφονία

(προσωπική συνέντευξη).

8 Η βοηθητική δύναμη αποτελούνταν από 1,700 Τουρκοκύπριους και 70 Ελληνοκύπριους, ενώ μια πρόσθετη εφεδρική

δύναμη 550 αξιωματικών αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από Τουρκοκύπριους. (Sumantra Bose, Contested Lands: India-

Palestine, Kashmir, Bosnia, Cyprus, and Sri Lanka [Cambridge, MA: Harvard University Press, 2007], 68).


Επισκόπηση του εκτοπισμού των Τουρκο-Κυπρίων

7

Οι Τουρκοκύπριοι, ήδη από το 1955, άρχισαν να κινητοποιούνται σε μικρές, ένοπλες ομάδες,

με αποκορύφωμα το σχηματισμό της παραστρατιωτικής TMT (Türk Mukavemet Teşkilatı:

Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης) στα τέλη του 1957. 9 Με τη βοήθεια μιας μικρής ομάδας

αγωνιστών που είχαν εκπαιδευτεί κρυφά στην Τουρκία, η ΤΜΤ γρήγορα δραστηριοποιήθηκε

σε όλο το νησί, δημιουργώντας μια αλυσίδα διοίκησης η οποία ενσωμάτωνε προϋπάρχουσες

τοπικές ένοπλες δυνάμεις και τις έθετε υπό τον έλεγχο επαρχιακών διοικητών. Η TMT συμμετείχε

επίσης σε ενδοεθνοτικές «εκκαθαρίσεις», απαιτώντας την παύση του εμπορίου με τους

Έλληνες και την τιμωρία αυτών που μιλούσαν Ελληνικά. Η εμφάνιση της ΤΜΤ, παράλληλα με τις

στοχοθετημένες και αμοιβαίες δολοφονίες, σύντομα επέφεραν την κορύφωση των εντάσεων.

Το 1958 εκτοπίστηκαν 1,900 Ελληνοκύπριοι από οκτώ περιοχές, κυρίως σε γειτονιές πόλεων

και σχεδόν 2,700 Τουρκοκύπριοι από 36 άλλες περιοχές. 10

Σχεδόν οι μισοί εκτοπισθέντες επέστρεψαν στα χωριά τους μετά την ίδρυση της Κυπριακής

Δημοκρατίας, το 1960. Ωστόσο, όταν ξεκίνησαν οι δικοινοτικές συγκρούσεις στα τέλη του

1963, όλα εκτός από δύο από αυτά τα χωριά εκτοπίσθηκαν εκ νέου. Επιπλέον, σχεδόν όλοι

εκείνοι που εκτοπίστηκαν το 1958 και που είχαν επιστρέψει στα χωριά τους, αργότερα εκτοπίστηκαν

από τα χωριά στα οποία είχαν καταφύγει. Συνοψίζοντας, σχεδόν όλοι οι Τουρκοκύπριοι

οι οποίοι ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, εκτοπίσθηκαν

το 1963 και ξανά το 1974, έγιναν δηλαδή πρόσφυγες τρεις φορές. Μέσα από τις βιωματικές

ιστορίες, οι οποίες τεκμηριώνουν τον εκτοπισμό αυτό, είναι σαφές ότι η συντριπτική πλειοψηφία

αυτών των ατόμων εγκατέλειψαν τα σπίτια τους παρά τη θέλησή τους λόγω διαπιστωμένων

απειλών ή πραγματικών περιστατικών βίας.

9 Πρόσφατα απομνημονεύματα και άλλες δημοσιεύσεις από πρώην μέλη της TMT τείνουν να δείχνουν ότι η οργάνωση

ένοπλων δυνάμεων μέσα στα χωριά ήταν συνηθισμένη κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αλλά δεν υπήρξε κάποια

αποτελεσματική οργάνωση- ομπρέλα μέχρι και την ίδρυση της TMT. Πολλές από αυτές τις ομάδες δεν είχαν τεθεί υπό

τον έλεγχο της ΤΜΤ μέχρι και που ο Rauf Denktaş και ο Burhan Nalbantoğlu διαπραγματευτήκαν τη συμμετοχή Τούρκων

αξιωματικών, οι οποίοι θα επέβλεπαν την οργάνωση και την εκπαιδευση μετά τον Αύγουστο του 1958. Βλέπε, για

παράδειγμα, Hasan Demirağ, Kıbrıs; Onlar ve Biz, 1571-1956 (Lefkoşa: Kıbrıs TMT Derneği Yayınları, 2003), 454-461;

Arslan Mengüç, Anılarda Erenköy (Istanbul: Bir-Mat Matbaacılık, 2005); και Mehmet Ali Tremeşeli, Ayios Spiridon’un

Çanları: Mehmet Ali Tremeşeli’nin Anıları, ετοιμάστηκε για έκδοση από R. Halluma (Nicosia: Galeri Kültür Yayınları, 2007);

10 Τα χωριά και οι γειτονιές από τις οποίες εκτοπίστηκαν Ελληνοκύπριοι είναι ο Άγιος Λουκάς και οι γειτονιές Selimiye

της Λευκωσίας, Λεύκη και Λουρουτζίνα στην επαρχία Λευκωσίας, Μαρόνα, Σουσκιού και Μανδριά στην επαρχία

Πάφου, Αλέκτορα στην επαρχία Λεμεσού και Κελιά και Μενόγια στην επαρχία Λάρνακας. Οι Τουρκοκύπριοι εκκένωσαν

τα ακόλουθα χωριά και γειτονιές και δεν επέστρεψαν: Büyük Καϊμακλί, Πάνω Λακατάμεια, Αναλιώνα, Καταλυόντα,

Αυλώνα, Ψημολόφου, Άσσια, Κοντέα, Λευκόνοικο, Περιστερώνα- Πηγή, Άγιο Σέργιο, Σπαθάρικο, Βασιλή, Μελάναγρα,

Αμαργέτη, Μωρόνερο, Μυρμηκοπή και Αναρίτα. Χωριά από τα οποία εκτοπίσθηκαν Τουρκοκύπριοι το 1958 και στα

οποία επέστρεψαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι: Κάτω Λακατάμεια,

Κάτω Δευτερά, Αρεδιού, Μόρφου, Δυο- Ποταμοί, Άγιος Επίκτητος, Αρναδί, Άγιος Θεόδωρος, Λυθράγκωμη, Κοιλάνεμος,

Αλεθρικό, Αγγλισίδες, Πισσούρι, Κρήτου Μαρόττου, Πραστιό, Λέμπα, Ακουρσός και Τίμα (Patrick 1976: 97-98). Επιπλεόν,

Τουρκοκύπριοι έχουν αποχωρήσει και από κάποιες γειτονιές της Λευκωσίας, ιδιαίτερα από τη γειτονιά Omeriye,

χωρίς να επιστρέψουν.


8 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Η κατάρρευση της συνταγματικής τάξης στα τέλη του 1963 οδήγησε σε αρκετούς μήνες

διακοινοτικής βίας σε όλο το νησί, κατά τους οποίους εκτιμάται ότι 500 Ελληνοκύπριοι, 1,200

Αρμένιοι και 25,000 Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν τα χωριά και τις γειτονιές τους. Συνολικά, οι

Τουρκοκύπριοι «εκκένωσαν πλήρως 72 μικτά και εγκατέλειψαν 24 Τουρκοκυπριακά χωριά.

Επιπλέον, εκκένωσαν μερικώς 8 μικτά χωριά». 11 Ο αριθμός των εκτοπισθέντων αποτελεί περίπου

το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού των Τουρκοκυπρίων, αν και ένας πολύ μεγαλύτερος

αριθμός έχει επηρεαστεί από την εν λόγω μετακίνηση, όπως τα άτομα που κατέφυγαν

στα νομιζόμενα ως ασφαλέστερα κέντρα συγκέντρωσης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού

και αυτοί που βρήκαν καταφύγιο σε συγγενείς και φίλους. Επίσης, στα κέντρα του Τουρκοκυπριακού

πληθυσμού σύντομα είχαν τοποθετηθεί οδοφράγματα και σακιά με άμμο και τα

χαρακώματα διαχώριζαν ακόμα περισσότερα χωριά που είχαν παραμείνει μικτά. Η εμφύλια

σύγκρουση που είχε ακολουθήσει, είχε ως αποτέλεσμα το 90 τοις εκατό του Τουρκοκυπριακού

πληθυσμού να βρεθεί εγκλωβισμένο σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ πολλοί από αυτούς

ήταν περικυκλωμένοι από τρεις στρατούς των Τουρκοκυπρίων, των Ηνωμένων Εθνών και των

Ελληνοκυπρίων. Σύμφωνα με τον πολιτικό γεωγράφο Richard Patrick, ο οποίος υπηρέτησε

στις Καναδικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και πραγματοποίησε συνεντεύξεις

με εκτοπισμένους Τουρκοκύπριους, περίπου 8000 Τουρκοκύπριοι παρέμειναν εκτός

εγκλωβισμού. Ωστόσο, ο Patrick αναφέρει ότι δεν παρέχονταν υπηρεσίες από την κυβέρνηση

της Κύπρου σε αυτά τα χωριά, καθώς αρνούνταν να υποταχθούν στην κυβέρνηση. 12

Ο ρόλος της Τουρκικής παραστρατιωτικής οργάνωσης ΤΜΤ σε αυτή τη μετακίνηση αποτελεί

συχνά θέμα διαφωνίας. Το 1958, βλέπουμε ότι η TMT βοήθησε στην επανεγκατάσταση

τουλάχιστον δύο χωριών από τα νότια του νησιού προς τα βόρεια, προφανώς στα πλαίσια μιας

προετοιμασίας ενός σχεδίου διχοτόμησης του νησιού. Επιπλέον, τα δύο υπό διερεύνηση

χωριά, Λέμπα/Çınarlı και Ακουρσός/Akarsu, δεν βρίσκονταν κοντά στη σημερινή διαχωριστική

γραμμή, έτσι η μετακίνησή τους στη Σκυλούρα/Yılmazköy και την Αφάνια/Gaziköy, στη δυτική

και ανατολική Μεσαορία αντίστοιχα, φαίνεται να υποδεικνύει μια προσπάθεια μετακίνησης

των Τουρκοκυπρίων στα βόρεια του νησιού. Ωστόσο, για την περίοδο 1963-4, επίσημες και

ανεπίσημες συνεντεύξεις της συγγραφέως με αρκετές εκατοντάδες εκτοπισμένους Τουρκοκύπριους

καθώς και άλλες ανεξάρτητες πηγές τεκμηρίωσης, υποδεικνύουν ότι η αποχώρηση

κατά τις πρώτες εβδομάδες ήταν σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις αυθόρμητη. Ο πολιτικός

γεωγράφος Richard Patrick, ο οποίος πραγματοποίησε συνεντεύξεις σε αυτές τις περιοχές

αμέσως μετά από αυτή τη μετακίνηση, συμπεραίνει ότι:

11 Patrick, Political Geography and the Cyprus Conflict, 75.

12 Ibid., σσ. 463-5.


Επισκόπηση του εκτοπισμού των Τουρκο-Κυπρίων

9

Οι έρευνες του συγγραφέα φανερώνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Τουρκοκύπριων

προσφύγων μετακινήθηκαν μόνο μετά τη δολοφονία, απαγωγή ή παρενόχληση

ορισμένων Τουρκοκυπρίων από Ελληνοκύπριους μέσα στο χωριό τους, τη συνοικία ή την

τοπική τους κοινότητα… Γενικά, οι Τουρκοκύπριοι πρόσφυγες μετακινήθηκαν μαζικά στα

πλησιέστερα χωριά ή συνοικίες τα οποία φρουρούνταν από τους Αγωνιστές. Στις περισσότερες

περιπτώσεις, οι πρόσφυγες έφευγαν από τα σπίτια τους αφήνοντας πίσω ρουχισμό,

έπιπλα και τρόφιμα. 13

Μετά από την πρώτη αυθόρμητη αποχώρηση, οργανώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν και

άλλες κινήσεις κατά τη διάρκεια των ανακωχών του Ιανουαρίου και Μαρτίου του 1964, συνήθως

από τις Βρετανικές δυνάμεις, αλλά προκλήθηκαν από άμεσες απειλές.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η TMT μπορεί να απέτρεψε τη μετέπειτα επιστροφή Τουρκοκυπρίων

σε κάποια χωριά, όπως στην περίπτωση συγκεκριμένων χωρικών από τη Πιτάργου της

Πάφου οι οποίοι είχαν καταφύγει στο χωριό Αξύλου και που η προσπάθειά τους να επιστρέψουν

στην Πιτάργου κατέληξε σε ένοπλη συμπλοκή με αποτέλεσμα τον τραυματισμό πολλών

ατόμων. 14 Για τους περισσότερους ανθρώπους, ωστόσο, η επιστροφή τους παρεμποδιζόταν

από τις ανησυχίες που έτρεφαν σχετικά με την ασφάλειά τους και, σε πολλές περιπτώσεις, από

την καταστροφή της περιουσίας τους. Ο Patrick σημειώνει, «Τα περισσότερα από τα εγκαταλελειμμένα

[Τουρκοκυπριακά] χωριά και συνοικίες λεηλατήθηκαν ή και ακόμα κάηκαν από

τους Ελληνοκύπριους». 15

Πράγματι, σε πολλές από τις συνεντεύξεις μας, οι Τουρκοκύπριοι ανέφεραν ότι τα σπίτια

τους είχαν λεηλατηθεί, υποστεί ζημιές ή ακόμα καεί ή καταστραφεί. Μια έκθεση του ΟΗΕ από

τις 20 Σεπτεμβρίου του 1964 ανακάλυψε από αεροφωτογραφίες ότι 977 Τουρκοκυπριακά

σπίτια είχαν καταστραφεί και ότι 2000 είχαν λεηλατηθεί ή είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές. 16

Αυτό δεν περιλαμβάνει, μόνο τη λεηλασία των σπιτιών, αλλά και των καλλιεργειών, των ζώων,

των γεωργικών μηχανημάτων καθώς και ζημιές που δεν γίνονται ορατές από αεροφωτογραφίες.

Οι Τουρκοκύπριοι συνήθως ερμήνευαν αυτές τις ενέργειες ως μια προσπάθεια παρεμπόδισης

της επιστροφής τους.

Όταν έφευγαν, οι περισσότεροι φαίνεται να υπέθεταν ότι ο εκτοπισμός τους θα διαρκούσε

μόνο μερικές μέρες ή εβδομάδες, μέχρι να τερματιστεί η άμεση βία. Για πολλούς, η λεηλασία

και η καταστροφή των σπιτιών τους είναι αυτό που στην πραγματικότητα εμπόδισε την επιστροφή

τους, καθώς δεν διέθεταν κανένα μέσο για ανοικοδόμηση. Τον Απρίλιο του 1969, για

παράδειγμα, η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων φαίνεται να έδωσε στον Πρόεδρο Μακάριο μια

13 Ibid., σ. 78.

14 Ibid., p. 99.

15 Ibid., βλ. επίσης Martin Packard, Getting It Wrong: Fragments from a Cyprus Diary 1964 (London: Author House, 2008).

16 Έγγραφο ΟΗΕ S/5950.


10 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

λίστα 23 χωριών στα οποία επιθυμούσαν να επιστρέψουν. Η Ελληνοκυπριακή ηγεσία απέρριψε

την επιστροφή στη Νεάπολη/ Yenişehir και την Ομορφίτα/Küçük Kaymaklı για στρατηγικούς

λόγους, εμποδίζοντας έτσι την επιστροφή σχεδόν 6,000 εκτοπισμένων. Επιπλέον, οι εκτοπισθέντες

απαίτησαν αποζημίωση για την καταστροφή των περιουσιών τους και την απώλεια

χρήσης από την Κυβέρνηση της Κύπρου, καθώς και για την ανοικοδόμηση των σπιτιών τους. 17

Η Κυπριακή Κυβέρνηση συμφώνησε στην ανοικοδόμηση των σπιτιών το 1970 με αποτέλεσμα

σχεδόν 2,000 Τουρκοκύπριοι επέστρεψαν σε 19 μικτά χωριά και 6 Τουρκοκυπριακά

χωριά, σχεδόν εφτά χρόνια μετά τον εκτοπισμό τους. 18 Οι υπόλοιποι περίπου 23,000 εκτοπισθέντες

δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν έτσι παρέμειναν εκτοπισμένοι μέχρι το 1974.

Ανάμεσα στα τέλη του 1963 και τον Ιούλιο του 1974, οι εκτοπισμένοι Τουρκοκύπριοι

ζούσαν κατά κανόνα στους θύλακες και, μέχρι το 1968, δεν είχαν καμία πρόσβαση στα σπίτια

και τις περιουσίες τους. Οι Τουρκοκύπριοι που ήταν δημόσιοι υπάλληλοι στην κυβέρνηση της

Κυπριακής Δημοκρατίας βοήθησαν στο να δημιουργηθεί εκ νέου εντός των θυλάκων μια

διοίκηση που έφερε πολλά από τα χαρακτηριστικά ενός «κράτους»: πλήρες, με νομοθεσία,

αστυνομία, κοινωνικές υπηρεσίες και ταχυδρομείο. Σχεδόν όλοι οι άντρες που ήταν σε θέση

να χειρίζονται όπλο έγιναν μαχητές στον Τουρκοκυπριακό αγώνα αντίστασης (mücahit, δλδ

αγωνιστές), συμπεριλαμβανομένων νεαρών αγοριών από δεκατεσσάρων ετών και αντρών

μέχρι εβδομήντα ετών. Πολλοί άντρες εκτοπίσθηκαν από τα χωριά τους και, ανήμποροι να

μεταβούν στις περιουσίες τους, γίνονταν επαγγελματίες αγωνιστές κατά τη διάρκεια αυτής της

περιόδου, λαμβάνοντας τακτικό μισθό μετά τη μετατροπή της TMT σε μόνιμο στρατό το 1965.

Από το Μάρτιο του 1968, με τη χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων, οι Τουρκοκύπριοι

ήταν πιο εύκολα σε θέση να βγουν από τους θύλακες και να έχουν πρόσβαση στα εδάφη τους,

έτσι κάποιοι ξεκίνησαν να καλλιεργούν ή να βρίσκουν εργασία εκτός των ορίων των θυλάκων.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ωστόσο, μόνο ένας μικρός αριθμός από αυτούς που εγκατέλειψαν

τα σπίτια τους το 1963-4 επέστρεψαν σε μόνιμη βάση στα χωριά τους κατά την περίοδο αυτή.

Παρά το γεγονός ότι οι Τουρκοκύπριοι ανέμεναν την παρέμβαση του Τούρκικου στρατού

για περισσότερο από μία δεκαετία, ο μέσος όρος των Τουρκοκυπρίων αιφνιδιάστηκε από τα

γεγονότα του Ιουλίου του 1974. Μία ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση είναι ο μεγάλος αριθμός

Τουρκοκυπρίων φοιτητών που σπούδαζαν στο εξωτερικό, οι οποίοι επισκέπτονταν το

νησί για τις καλοκαιρινές διακοπών τους και βρέθηκαν στη μέση των συμπλοκών. Ξεκινώντας

από τα τέλη της δεκαετίας του‘60, η Τουρκία είχε αρχίσει να προσφέρει αυξημένα μερίδια συμμετοχής

και υποτροφίες στους Κύπριους φοιτητές για τα Τουρκικά πανεπιστήμια, ειδικότερα

σε άντρες οι οποίοι είχαν υπηρετήσει ως αγωνιστές. Πολλές οικογένειες επέλεγαν να στείλουν

τους γιους και τις κόρες τους στην Τουρκία, όχι μόνο για να τους προσφέρουν την ευκαιρία να

17 ‘Onbinlerin Dönüşü,’ Savaş, 21 April 1969, p. 1.

18 Patrick, Political Geography and the Cyprus Conflict, σ. 75. Ο Patrick επισημαίνει επίσης, ωστόσο, ότι ο εκτοπισμός κατά

τη δεκαετία του ΄60 επιτάχυνε την τάση αστικοποίησης στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και ότι οι νέοι που είχαν μεγαλώσει

σε αστικές περιοχές δε θα ήθελαν να επιστρέψουν στα χωριά «εκτός αν η Τουρκοκυπριακή ηγεσία ήταν έτοιμη

να ασκήσει κάποιες μορφές πίεσης για την επιστροφή πολλών προσφύγων» (ibid., 336-7).


Επισκόπηση του εκτοπισμού των Τουρκο-Κυπρίων

11

λάβουν ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και για να τους κρατήσουν μακριά από ενδεχόμενο κίνδυνο.

Την εποχή εκείνη περίπου 1,200 νέοι σπούδαζαν εκτός του νησιού, οι περισσότεροι στην

Τουρκία. Και, λόγω εύκολης πρόσβασης, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν σε θέση να επιστρέψουν

στο νησί κατά τη διάρκεια των διακοπών. Ως αποτέλεσμα, πολλοί νέοι άνθρωποι, οι

οποίοι είχαν απομακρυνθεί εν μέρει για λόγους ασφαλείας, όταν ξεκίνησε το Ελληνικό πραξικόπημα

κατά του Προέδρου Μακαρίου στις 15 Ιουλίου, βρίσκονταν στο νησί. Οι νεαροί άντρες

κλήθηκαν να υπηρετήσουν στρατιωτική θητεία στον Τουρκοκυπριακό στρατό και πολλοί από

αυτούς αγωνίστηκαν όταν ξεκίνησε η παρέμβαση του Τούρκικου στρατού στις 20 Ιουλίου.

Ένα από τα πιο κοινά θέματα ήταν ο χωρισμός οικογενειών και οι προσπάθειές τους για

επανένωση στα βόρεια του νησιού. Στα νότια, άντρες και γυναίκες συχνά χωρίζονταν καθώς οι

άντρες συλλαμβάνονταν ως αιχμάλωτοι πολέμου και στη συνέχεια στέλλονταν στα βόρεια

μετά από ανταλλαγές αιχμαλώτων. Οι γυναίκες συνήθως έβρισκαν τον τρόπο να ακολουθήσουν

τους συζύγους τους και τις οικογένειές τους. Όχι μόνο οι οικογένειες χωρίζονταν και

σκορπίζονταν εξαιτίας του πολέμου, αλλά ήταν επίσης πολύ δύσκολο να μαθαίνουν νέα για

τα μέλη της οικογένειάς τους. Επιπλέον, ενώ πολλοί γονείς έστειλαν τα παιδιά τους εκεί που

θεώρησαν ότι είναι πιο ασφαλές μέρος, στο βορρά, συχνά οι ίδιοι παρέμεναν για να προστατεύσουν

τις περιουσίες τους βασιζόμενοι στο γεγονός ότι ταπαιδια τους θα επέστρεφαν όταν

ο κίνδυνος παρερχόταν. Η Συμφωνία της Βιέννης του Σεπτέμβρη του 1975 επέτρεψε την επανένωση

των οικογενειών, ενώ την ίδια στιγμή διευκόλυνε την μετακίνηση 10,000 Τουρκοκυπρίων,

οι οποίοι είχαν αρνηθεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Πολλοί από

αυτούς που είχαν μεταφερθεί με τη Συμφωνία της Βιέννης αναφέρουν ότι εξακολούθησαν να

πιστεύουν για πολλά χρόνια ότι θα επέστρεφαν κάποια στιγμή στα σπίτια τους.

Φωτογραφία 2: Τουρκοκύπριοι, μετά τη Συμφωνία Βιέννης, το 1975, καταφθάνουν στο βορά

με λεωφορεία τα οποία ονόμασαν «μεταφορά ελευθερίας» (özgürlük nakliyatı).


12 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Η άφιξη των Τουρκοκυπρίων στα βόρεια συνέπεσε με την αποχώρηση των Ελληνοκυπρίων

στα νότια και οι πρόσφυγες, απεγνωσμένοι για καταφύγιο, είτε εγκαταστάθηκαν, είτε κατέλαβαν

τα σπίτια των Ελληνοκυπρίων. Εκτός από τις 45,000 εκτοπισμένους Τουρκοκύπριους κατά

τη διάρκεια αυτής της περιόδου και τις 12,000 οι οποίοι ζούσαν από το 1963 υπό ανεπαρκείς

συνθήκες και συνθήκες συνωστισμού στα βόρεια, υπήρχαν επιπλέον 4,500 περίπου Τουρκοκύπριοι

από το βορρά οι οποίοι είχαν εκτοπισθεί το 1958 και/ή το 1963-4 που δεν μπορούσαν

να επιστρέψουν, συνήθως γιατί τα σπίτια τους είχαν καταστραφεί. 19 Ως αποτέλεσμα, υπήρχαν

περίπου 61,500 εκτοπισμένοι Τουρκοκύπριοι σε αναζήτηση κατάλληλης στέγασης κατά την

περίοδο μετά το 1974. Παρόλο που υπήρξε κάποια προσπάθεια από πλευράς της Τουρκοκυπριακής

διοίκησης να πραγματοποιήσει μια διευθέτηση μεταξύ των κοινοτήτων, η προσπάθεια

αυτή ήταν μόνο εν μέρει επιτυχής. Έτσι, ενώ σε πολλά χωριά εγκαταστάθηκαν μαζί, σε

ανάλογο αριθμό χωριών βρήκαν τις κοινότητές τους διασκορπισμένες.

Η διανομή των Ελληνοκυπριακών περιουσιών κατά τη διάρκεια της πρώιμης περιόδου

πραγματοποιήθηκε με κλήρωση, παρόλο που πολλοί άνθρωποι βρήκαν σπίτια τα οποία τους

άρεσαν και έκαναν κατάληψη. Σε κάθε οικογένεια που εγκαταστάθηκε σε αγροτική περιοχή

δόθηκε σπίτι και γεωργική γη, ενώ σε κάθε οικογένεια που εγκαταστάθηκε σε πόλη δόθηκε

σπίτι και κατάστημα ή γραφείο. 20 Το 1977 καθιερώθηκε ένα σύστημα βαθμών το οποίο επιχειρούσε

να μοιράσει τις περιουσίες στη βάση των περιουσιών που είχαν εγκαταλείψει οι

Τουρκοκύπριοι στα νότια. Το σύστημα, ωστόσο, όπως αναφέρεται, χαρακτηριζόταν από νεποτισμό,

ευνοιοκρατία και ποικίλες μορφές διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών

συμφερόντων. 21

19 Χωριά από τα οποία εκτοπίσθηκαν ήταν η Αγία Μαρίνα, Άγιος Βασίλειος, Δύο Ποταμοί, Καραβοστάσι, Μόρφου, Νέο

Χωριό/Minareliköy, Ορνίθι, Παλαίκυθρο, Πεντάγεια, Περιστερονάρι, Πρυοί, Σκυλούρα, Τράχωνα/Kızılbaş, Τύμπου στην

επαρχία Λευκωσίας˙ Άγιος Επίκτητος, Άγιος Ερμόλαος, Άγιος Γεώργιος, Χάρκεια, Διόριος, Κλεπίνη, Λάπηθος, Λιβερά,

Τράπεζα, Βασίλεια και Βαβυλάς και κάποια τμήματα του Καζάφανι στην επαρχία Κερύνειας˙ και Άγιος Σέργιος, Άγιος

Θεόδωρος, Αρνάδι, Άσσια, Περβόλια (Bahçalar), Κοιλάνεμο, Κοντέα, Λευκόνοικο, Μελάναγρα, Μονάγρα, Πηγή- Περιστερώνα,

Σπαθαρικό, Στύλλος, Συγγράσσης, Τρίκωμο, Βασιλή και Βιτσάδα στην επαρχία Αμμοχώστου. Κάποιοι επίσης

εκτοπίστηκαν από γειτονιές της Αμμοχώστου και της Λευκωσίας.

20 Παρόλο που το θέμα είναι εκτός του πεδίου της παρούσας έρευνας, θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι κατά τη

διάρκεια αυτής της περιόδου γύρω στους 25-30,000 Τούρκους υπηκόους έφτασαν στην Κύπρο, ως μέρος μιας υποβοηθούμενης

μετανάστευσης, και σε κάθε οικογένεια δόθηκε σπίτι και γεωργική γη. Δεδομένου ότι η κατανομή αυτή έγινε

με βάση τις οικογένειες, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι γύρω στα 5-6,000 σπίτια διανεμήθηκαν με αυτό τον τρόπο.

Επιπλέον, ο περί Ιθαγένειας Νόμος No. 3/1975 του TSFC, καθιστούσε τις οικογένειες των 498 Τούρκων στρατιωτών που

σκοτώθηκαν στον πόλεμο του 1974, καθώς και τους Τούρκους στρατιώτες που υπηρέτησαν στην Κύπρο μέχρι τις

18 Αυγούστου του 1974, κατάλληλους για παροχή ιθαγένειας. Ένας ορισμένος αριθμός βετεράνων του πολέμου του

1974 επέστρεψε στην Κύπρο και απέκτησε την ιθαγένεια στο πλαίσιο του εν λόγω νόμου, αν και θα πρέπει επίσης να

σημειωθεί ότι από τα 1200 υπάρχοντα ενεργά μέλη του Συνδέσμου Βετεράνων του Τούρκικου Στρατού, το 75% είναι

παντρεμένοι με Τουρκο-Κύπριες. Μπορεί να εκτιμηθεί, λοιπόν, ότι περίπου 500 επιπλέον περιουσίες πιθανόν να έχουν

διανεμηθεί στους Τούρκους βετεράνους, αν και πολλοί σε κάθε περίπτωση θα δικαιούνταν τις περιουσίες, μέσω των

συζύγων τους, στις περιπτώσεις που οι σύζυγοι ήταν εκτοπισθέντες. Βλ. Mete Hatay, Is the Turkish Cypriot Population

Shrinking? An Overview of the Ethno-Demography of Cyprus in the Light of the Preliminary Results of the 2006 Turkish-

Cypriot Census, PRIO Report 2/2007.

21 Για περισσότερες εθνογραφικές λεπτομέρειες, βλ. Julie Scott, ‘Property values: ownership, legitimacy and land markets

in northern Cyprus’ στο Property Relations: Renewing the Anthropological Tradition, ed. C. Hann (Cambridge: Cambridge

University Press, 1998), 142-159.


Επισκόπηση του εκτοπισμού των Τουρκο-Κυπρίων

13

Επιδεχόταν, επίσης, διαφορετικές ερμηνείες ιδιαίτερα σε σχέση με την αξία της γης. Πράγματι,

το 1976 ένας δημοσιογράφος από την Τουρκία είχε παρατηρήσει ότι «μετά από αυτό το

εγχείρημα, το πιο πολυσυζητημένο θέμα ήταν η διανομή των σπιτιών και γης». Συνεχίζει

παρατηρώντας:

Σε συνεντεύξεις που είχα με μέσους ανθρώπους, έχω παρατηρήσει ότι οι καταγγελίες τους

για το θέμα αυτό έχουν αυξηθεί. Ανεξάρτητα με ποιον μιλάω, αναστενάζοντας λένε, «Αχ,

κύριε, είχα ένα σπίτι, καταστήματα, περιουσίες στο νότο». Έχω δει πολύ λίγους ανθρώπους

ικανοποιημένους με αυτά που πήραν… Η διοίκηση διεξήγαγε μια έρευνα με τους Τουρκοκύπριους

που ζουν τώρα στην περιοχή Μόρφου (Güzelyurt) με σκοπό να προσδιορίσουν

πόση γη είχαν αφήσει πίσω στο νότο. Όταν άρχισαν να αθροίζουν τα τετραγωνικά μέτρα

βασιζόμενοι στις απαντήσεις, τα μάτια των υπαλλήλων πετάχτηκαν από τα κεφάλια τους,

επειδή το σύνολο έφτανε μέχρι και 1,5 φορές τα τετραγωνικά μέτρα ολόκληρης της Κύπρου. 22

Αυτό που δείχνει η συγκεκριμένη παρατήρηση δεν είναι μόνο οι τρόποι με τους οποίους τα

άτομα μπορεί να έχουν υπερβάλει ως προς την αξία των χαμένων περιουσιών τους, αλλά και

τον κεντρικό ρόλο που έπαιξε η ιδιοκτησία στις εμπειρίες των εκτοπισμένων ατόμων.

Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι σε αυτά τα πρώτα χρόνια, ενώ οι Τουρκοκύπριοι

κατοικούσαν στα σπίτια και χρησιμοποιούσαν γη, δεν διέθεταν επίσημα έγγραφα, τα οποία

εγγυόντουσαν το δικαίωμά τους. Το 1982, ως απάντηση στην αβεβαιότητα, η κυβέρνηση εξέδιδε

αυτό που ονομάζεται kesin tasarruf, «οριστικό πιστοποιητικό κατοχής», μια πράξη που

μπορούσε να εγγυηθεί το δικαίωμα χρήσης σε όσους παρουσίαζαν τίτλους ιδιοκτησίας για

ισάξια γη στο νότο. Αυτές τις πράξεις, εγγυόντουσαν ότι θα μπορούσαν να μεταβιβάσουν την

περιουσία που κατείχαν στα παιδιά τους, παρόλο που μπορούσαν να πουλήσουν την περιουσία

αυτή, με περιορισμούς. Παρέδιδαν τα δικαιώματά τους για τις περιουσίες τους στο νότο

στην Τουρκοκυπριακή κυβέρνηση, η οποία μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κατέχει αυτές τις

πράξεις, σε αναμονή μιας συμφωνίας ανταλλαγής περιουσιών μετά από διαπραγμάτευση.

Εκτός από τους ονομαζόμενους «βαθμούς ανταλλαγής» (eşdeğer puanları), υπήρχαν διάφοροι

άλλοι τρόποι με τους οποίους μοιράστηκε η Ελληνοκυπριακή ιδιοκτησία στο βόρειο

τμήμα του νησιού μετά το 1974. Οι şehit aileleri, άτομα που είχαν χάσει αγαπημένα τους

πρόσωπα στη σύγκρουση, λάμβαναν ένα σπίτι και ένα μικρό ποσό ως μηνιαία αποζημίωση.

Επιπλέον, μετά το 1989 οι άνδρες που ήταν αγωνιστές κατά την περίοδο 1958-1974 λάμβαναν

βαθμούς που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση περιουσίας. Με το σύστημα

βαθμών, ήταν επίσης δυνατό να αγοραστούν, να πωληθούν, και να δοθούν βαθμοί, προκειμένου

να επιτευχθεί ένα σύνολο που θα επέτρεπε σε κάποιον να αποκτήσει την επιθυμητή

22 Engin Köklüçınar, Ağlayan ve Gülen Kıbrıs (Istanbul: Yedigün, 1976), 113-114.


14 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

περιουσία. Το 1993, ως ανταπόκριση στις πιέσεις από εκείνους που δεν είχαν μπορέσει να

βρουν το αντίστοιχο ποσό σε «βαθμούς ανταλλαγής», η κυβέρνηση άρχισε να διανέμει το

ονομαζόμενο yükümlü koçan, ένα είδος τίτλου ιδιοκτησίας που θα μπορούσε να αποκτηθεί

προσθέτοντας άλλα είδη βαθμών, όχι μόνο δηλαδή βαθμών ανταλλαγής, αλλά επίσης, για

παράδειγμα, και τους «βαθμούς αγωνιστή».

Ενώ υπήρχε συγκεκριμένη αγορά στις ανταλλαγές ακινήτων, η έλλειψη τίτλων ιδιοκτησίας

δεν σήμαινε μόνο ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες Ελληνοκυπριακές περιουσιες, αλλά και ότι

πολλοί Τουρκοκύπριοι βίωναν την αβεβαιότητα για το μέλλον λόγω της αναβολής διευθέτησης

του καθεστώτος χρήσης της περιουσίας που κατείχαν. Το γεγονός αυτό έτεινε να αποθαρρύνει

τις επενδύσεις για βελτίωση των περιουσιών αυτών, εκτός αν ήταν απαραίτητο. Ήταν

μόλις το 1995 όταν μια τροποποίηση του προηγούμενου νόμου περί κατοχής γης ανέβασε

το καθεστώς του «οριστικού πιστοποιητικού κατοχής» σε καθεστώς της «τίτλου ιδιοκτησίας

ακίνητης περιουσίας» (koçan). Από το σημείο αυτό και έπειτα, όλα τα «οριστικά πιστοποιητικά

κατοχής» έγιναν τίτλοι ιδιοκτησίας.

Πολλοί Τουρκοκύπριοι ήθελαν τους τίτλους ιδιοκτησίας, αλλά η έκδοση των τίτλων εκείνη

τη χρονική στιγμή πιθανόν να εξεταζόταν σε σχέση με την πιλοτική υπόθεση, η οποία βρισκόταν

στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αφορούσε την Ελληνοκύπρια

πρόσφυγα από την Κερύνεια, την Τιτίνα Λοϊζίδου, η οποία κατηγορούσε τον Τούρκικο στρατό

για παράνομη παρεμπόδιση της επιστροφής της στο σπίτι της και στέρηση της πρόσβασής της

σε περιουσίες της στο βόρειο τμήμα του νησιού. Το 1996, κέρδισε την υπόθεση, δημιουργώντας

ένα σημαντικό προηγούμενο οδήγησε τελικά σε περαιτέρω προσφυγές. Ωστόσο, παρά

την υπόθεση αυτή, η έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας κατά το προηγούμενο έτος, γκρέμισε την νέα

κτηματομεσιτική κερδοσκοπία στις Ελληνοκυπριακές περιουσίες, αρχής γενομένης από τα τέλη

του 1990 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Μια παγκόσμια έκρηξη στον τομέα των κτηματομεσιτικών,

καθώς και εικασίες ότι θα επιτυγχανόταν μια λύση στη διχοτόμηση του νησιού,

οδήγησε σε μια απότομη αύξηση στην ανάπτυξη αυτών των περιουσιών μετά τα τέλη του 2002.

Δύο σημεία καμπής στα πρόσφατα χρόνια φαίνεται να έχουν επηρεάσει σημαντικά τον

τρόπο με τον οποίο οι Τουρκοκύπριοι έβλεπαν τις Ελληνοκυπριακές περιουσίες τις οποίες

χρησιμοποιούσαν. Το πρώτο σημείο καμπής, ήταν η χαλάρωση των περιορισμών μετακίνησης

το 2003 και οι επισκέψεις των Τουρκοκυπρίων στα πρώην σπίτια τους και χωριά τους στο νότιο

τμήμα του νησιού, καθώς και των Ελληνοκυπρίων στα σπίτια τα οποία ζουν οι εκτοπισμένοι

Τουρκοκύπριοι σήμερα, στο βόρειο τμήμα του νησιού. Αυτό αναπτύσσεται πιο κάτω στους

παράγοντες διαμόρφωσης των αφηγήσεων του εκτοπισμού, αλλά ας σημειωθεί εδώ, ότι όλοι

εκτός από δύο ερωτηθέντες, ανέφεραν πως τα δικά τους σπίτια είχαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει

καταστραφεί και αυτό επηρέασε σαφώς την αίσθηση του ανήκειν σε εκείνο τον τόπο. Πολλοί

άνθρωποι αρνήθηκαν να επισκεφθούν ξανά τα χωριά τους, μετά από μία και μόνο επίσκεψη,

και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο πρόσφυγας από τη Μαλούντα:


Επισκόπηση του εκτοπισμού των Τουρκο-Κυπρίων

15

Σκεφτήκαμε πως, ήρθαμε εδώ και εγκατασταθήκαμε σε σπίτια Ελληνοκυπρίων, και τα

φροντίσαμε, δηλαδή, η κατάσταση των σπιτιών έχει βελτιωθεί, δεν έχει χειροτερέψει. Όλη

η οικογένεια μου και εγώ περιμέναμε πως οι Ελληνοκύπριοι θα φρόντιζαν τα σπίτια μας και

πως θα τα βρίσκαμε και πως θα έμεναν άνθρωποι σε αυτά. Αλλά όταν πήγαμε να δούμε το

σπίτι μας, πήραμε μια τεράστια απογοήτευση, όταν διαπιστώσαμε ότι είχε καταρρεύσει.

Ήταν μια ψυχρολουσία και μετά από αυτό δεν ήθελα καν να ξαναπάω στο χωριό μου.

Αυτό το συναίσθημα φαίνεται να είναι κοινό μεταξύ των Τουρκοκυπρίων μετά το άνοιγμα των

οδοφραγμάτων.

Το δεύτερο σημείο καμπής, ήταν η Ελληνοκυπριακή άρνηση στο δημοψήφισμα για το

Σχέδιο Ανάν, τον Απρίλιο του 2004, η ακόλουθη είσοδος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην

Ευρωπαϊκή Ένωση, ως κράτος-μέλος και η έκρηξη προσφυγών για το περιουσιακό. Σχεδόν

όλες οι αγωγές ήταν προσφυγές από Ελληνοκυπρίους σχετικά με τις περιουσίες τους στο

βορρά, κυρίως κατά των ξένων που τις εκμεταλλεύονται σήμερα. Οι αγωγές στο Ευρωπαϊκό

Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στρέφονταν κατά της Τουρκικής Δημοκρατίας, μέχρι

που το Δικαστήριο επέτρεψε τη δημιουργία μιας σταθερής Επιτροπής Αποζημιώσεων στο

βόρειο τμήμα του νησιού, για την εκδίκαση υποθέσεων ακινήτων στο νησί. 23 Ο επακόλουθος

συνδυασμός, της αβεβαιότητας λόγω της αναμονής στο θέμα των περιουσιών τους και η συνεχιζόμενη

αντιληπτή αποτυχία των διαπραγματεύσεων οδήγησε σε ανησυχίες για το μέλλον, σε

έναν σκεπτικισμό για τις προοπτικές μιας διευθέτησης μέσω διαπραγματεύσεων και συχνά σε

αντιφατικά μηνύματα σχετικά με το βαθμό στον οποίο είναι πρόθυμοι να συμβιβαστούν ώστε

να επιτευχθεί λύση.

Αυτό που πολλές φορές αναδεικνύουν οι συνεντεύξεις είναι ότι καθιερώνεται ένα σύστημα

και μια ζωή στο βόρειο τμήμα του νησιού, που για μερικούς έγινε αποδεκτό αμέσως, ενώ για

άλλους έγινε αποδεκτό σταδιακά, μετά το πέρασμα δεκαετιών. Ήταν ένα σύστημα που τους

ενσωμάτωνε και τους αντάμειβε μέσω της απώλειας- της απώλειας σπιτιών, της απώλειας αγαπημένων

προσώπων- αλλά την ίδια στιγμή θεσμοθετούσε την αβεβαιότητα, καθώς το σύστημα

καθιερώθηκε πάνω στην ιδέα ότι ορισμένες περιουσίες μπορεί τελικά να επιστραφούν. Αυτό

ίσχυε περισσότερο για ορισμένες περιοχές, κυρίως της Μόρφου/Güzelyurt, η οποία σήμερα

αποτελείται εξ ολοκλήρου από εκτοπισμένα άτομα και που συζητείται εδώ και καιρό, ότι είναι

μια περιοχή που δυνητικά θα ενσωματωθεί στο Ελληνοκυπριακό κράτος στην περίπτωση μιας

23 Για λεπτομέρειες για την προσφυγή σε ένδικες λύσεις και τις πρόσφατες εξελίξεις, δείτε Rhodri Williams και Ayla Gurel,

European Court of Human Rights and the Cyprus Property Issue: Charting a Way Forward, PRIO Cyprus Centre Paper

(Nicosia: PRIO Cyprus Centre, 2011) και Νίκος Σκουτάρης, ‘Building transitional justice mechanisms without a peace settlement:

A critical appraisal of the recent jurisprudence of the Strasbourg Court on the Cyprus issue,’ European Law

Review 35 (2010): 720-733. Για την ανάλυση των περιπτώσεων σε σχέση με τις διαπραγματευτικές θέσεις, δείτε Kudret

Özersay και Ayla Gurel, ‘Property and Human Rights in Cyprus: The European Court of Human Rights as a Platform of

Political Struggle,’ Middle Eastern Studies 44, no. 2 (2008), 291-321.


16 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

ομοσπονδιακής λύσης στο κυπριακό πρόβλημα. Ως αποτέλεσμα, οι ερωτηθέντες αναφέρουν

ότι πολλές οικογένειες που ζουν σήμερα στη Μόρφου/Güzelyurt έχουν αγοράσει πιο ασφαλή

σπίτια για τα παιδιά τους με τούρκικους τίτλους ιδιοκτησίας, ιδίως στη Λευκωσία και την

Κερύνεια, και έχουν θάψει ακόμα και τους νεκρούς τους σε τουρκικό νεκροταφείο στην

Λευκωσία. Οι επενδύσεις σε «επισφαλείς» περιοχές έχουν παραμείνει στάσιμες και, μέχρι

πρόσφατα, ακόμη και δημόσια έργα παραμένουν ανεπιτήρητα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια,

βλέπουμε μια στροφή στις στάσεις που σχετίζονται με τις πιθανές λύσεις για τη διχοτόμηση

του νησιού. Όλο και περισσότεροι Τουρκοκύπριοι έχουν αρχίσει να εκφράζουν την αντίθεσή

τους σε οποιοδήποτε σχέδιο που θα επιφέρει περαιτέρω εκτοπισμό. Ή όπως μια ηλικιωμένη

γυναίκα εξέφρασε, «υπήρξα πρόσφυγας τρεις φορές, και είμαι πολύ μεγάλη για να ξαναγίνω».


17

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΥΝ

ΤΙΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΤΟΠΙΣΜΟ

Kάθε ιστορία εκτοπισμού είναι μοναδική, αλλά διαπιστώθηκαν κοινοί και αναγνωρίσιμοι

κοινωνικοί και πολιτικοί παράγοντες στον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται

το δικό τους ξεριζωμό. Διότι ενώ κάθε εμπειρία απώλειας, πένθους και επαναπροσανατολισμού

είναι μοναδική, νοηματοδοτεί τα γεγονότα αυτά, μέσα από συγκεκριμένα πολιτιστικά

και ιστορικά πλαίσια. Επιπλέον, είναι πιθανό να δούμε μέσα από αυτές τις συνεντεύξεις, ότι τα

άτομα έχουν την τάση να εξάγουν συμπεράσματα μέσα από τις εμπειρίες τους, θεωρούν

δηλαδή ότι οδηγούν σε συγκεκριμένα καταληκτικά συμπεράσματα. Οι απόρροια των ιστοριών

αυτών, έτεινε να έχει συνοχή με συγκεκριμένα κοινά συμπεράσματα, τα οποία αναφέρονται

στο τέλος της έκθεσης. Ωστόσο, στο σημείο αυτό, θα αναφερθούμε εν συντομία σε ορισμένους

από τους παράγοντες που διαμορφώνουν τόσο τις αντιλήψεις όσο και τις αφηγήσεις για

τον εκτοπισμό.

1. Διαφορές Μεταξύ Γενεών

Οι συνεντεύξεις φανερώνουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των γενεών, ανάμεσα σε αυτούς

που πέρασαν τις παιδικές τους ηλικίες στο νότο και τους γονείς τους, οι οποίοι ήταν ενήλικες

όταν εκτοπίστηκαν. Τα άτομα που έχουν αναμνήσεις από τα σπίτια τους στο νότο, αλλά ήταν

παιδιά κατά τη συγκεκριμένη περίοδο είναι τώρα μεταξύ των ηλικιών 45 και 60 περίπου, ανάλογα

με την ημερομηνία του εκτοπισμού τους. Τα άτομα αυτά φαίνεται να νοσταλγούν συχνά

τα μέρη της παιδικής τους ηλικίας και, στην περίπτωση των ατόμων από μικτά χωριά, αυτό

περιλαμβάνει συχνά αναμνήσεις από Ελληνοκύπριους φίλους. Μερικοί από αυτούς επισκέπτονται

συχνά τα χωριά τους και έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν ή να αποκαταστήσουν

τις επαφές τους με τους Έλληνο-Κύπριους εκεί. Την ίδια στιγμή, το μόνο πρόσωπο που ανέφερε

ότι θα ήθελε να επιστρέψει στο χωριό του σε περίπτωση λύσης, προερχόταν από μια οικογένεια

που κατείχε μεγάλη έκταση γης σε ένα πρώην τουρκικό χωριό της επαρχίας Πάφου, όπου

οι τιμές της γης έχουν πρόσφατα αυξηθεί. Άλλοι λένε ότι οι επιχειρήσεις και οι επενδύσεις τους

βρίσκονται τώρα στο βορρά και δεν θα μπορούσαν να ξεκινήσουν από την αρχή στο νότιο.

Οι γονείς αυτής της γενιάς, οι οποίοι ήταν ενήλικες όταν εκτοπίστηκαν, είναι πλέον άνω των

65 ετών, αν εκτοπίστηκαν το 1974, ή άνω των 75 ετών, αν εκτοπίστηκαν το 1963-4. Η προοπτική

αυτής της γενιάς για τους τόπους από τους οποίους έφυγαν είναι πολύ πιο σύνθετη από εκείνη


18 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

των παιδιών τους. Όταν περιγράφουν τον εκτοπισμό τους, πολλοί από αυτούς εκδηλώνουν

την επιθυμία να παραμείνουν στα σπίτια τους που συνδέεται με την ανάγκη τους για προστασία

των παιδιών τους. Πολλοί από αυτούς είχαν Ελληνοκύπριους φίλους και εκφράζουν πικρία

για τα γεγονότα που τους απομάκρυναν. Διηγούνται περιστατικά που προφανώς τα παιδιά

τους δεν γνώριζαν, γεγονός που δηλώνει ότι προσπάθησαν να προστατέψουν τα παιδιά τους

από τη γνώση ορισμένων γεγονότων και εντάσεων. Ενώ ορισμένοι εξέφρασαν τη νοσταλγική

επιθυμία να επιστρέψουν στα σπίτια τους, όλοι είπαν ότι αυτό θα ήταν πλέον αδύνατο. Ένας

άνθρωπος από την περιοχή Σολέας, που πρόσφατα έγινε 89 ετών είπε «Είμαστε κουτσοί και

τυφλοί, εγώ και η σύζυγος μου. Ποιος θα μας φροντίσει;»

Η προσοχή στις γενεαλογικές διαφορές μας δείχνει ότι οι Τουρκοκυπριακές προσεγγίσεις

γι’ αυτά που άφησαν πίσω είναι πιο περίπλοκες από ένα απλό «ξεχνάω» ή «θυμάμαι». Ενώ η

πλέον μεσήλικη γενιά συχνά νοσταλγεί για μέρη που δύσκολα μπορούν να ανακαλέσουν στην

μνήμη τους, οι γονείς τους έχουν την τάση να «θυμούνται για να ξεχάσουν». Από την άλλη

πλευρά, η νεότερη γενιά των ατόμων κάτω των 35 ετών, τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων

αυτών, γνωρίζει μόνο το βορρά, ενώ οι περισσότεροι δείχνουν μικρότερο ενδιαφέρον για

το νότο. Πολλοί από τους γονείς τους, αναφέρουν πως, από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων

και έπειτα, απολαμβάνουν να επισκέπτονται τα πρώην χωριά τους, αλλά δυσκολεύονται να

πείσουν τα παιδιά τους να πάνε μαζί τους. Η νεολαία σήμερα δεν παρουσιάζει «μετα-μνήμη» ή

μεταξύ των γενεών μετάδοση της τραυματικής μνήμης, κάτι που είναι διαδεδομένο μεταξύ

των παιδιών των Ελλήνων-Κυπρίων εκτοπισμένων. 24

Φωτογραφία 3: Επανένωση οικογενειών στη βόρεια πλευρά του νησιού (1975).

24 Βλ. ειδικότερα: Hadjiyanni, The Making of a Refugee.


Οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις για τον εκτοπισμό

19

2. Η Χρονική Στιγμή του Εκτοπισμού

Υπάρχει μία σημαντική διαφορά στις εμπειρίες του εκτοπισμού μεταξύ αυτών που έγιναν πρόσφυγες

το 1958 ή/και το 1963 και αυτών που εκτοπίστηκαν μετά από τα γεγονότα του 1974.

Ενώ η δεύτερη ομάδα είχε παρακολουθήσει τον εκτοπισμό των άλλων, σε πολλές περιπτώσεις,

επειδή οι άλλοι (οι εκτοπισθέντες του 1958 ή/και του 1963) είχαν καταφύγει στις δικές του

πόλεις ή χωριά, βρέθηκαν απροετοίμαστοι κατά το ξεριζωμό τους, κατά τη διάρκεια και μετά

το 1974. Αντίθετα, τα άτομα που εκτοπίστηκαν το 1963 ήταν ακόμα πρόσφυγες το 1974, έτσι

έβλεπαν τη διχοτόμηση του νησιού και την επανεγκατάστασή τους στο βορρά ως λύση στο

θέμα της προσφυγιάς τους.

Παρά τη διαφορά αυτή, ωστόσο, ένας παράγοντας που ενώνει τις εμπειρίες ενός ποσοστού

ενενήντα τοις εκατό του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού και τις διαχωρίζει από εκείνες των

Ελληνοκυπρίων είναι η ζωή στους θύλακες κατά την περίοδο 1963-1974. Παρά το γεγονός ότι

πολλοί Τουρκοκύπριοι δεν είχαν εκτοπιστεί μέχρι το 1974, οι περισσότεροι ωστόσο περιγράφουν

μια ζωή μέσα στο φόβο και τον περιορισμό κατά τη διάρκεια της προηγούμενης

δεκαετίας. Το γεγονός αυτό τους ενώνει με τους Τουρκοκύπριους σε όλο το νησί, κατά τη

διάρκεια αυτής της περιόδου, που ανέφεραν ότι ζούσαν σε στενάχωρες συνθήκες και σε αυτό

που ονομάζεται «εν αναμονή της

βίας», κάτι που ένας από τους ερωτώμενους

περιέγραψε συνοπτικά λέγοντας,

«Ο φόβος γινόταν αντιληπτός

στους ανθρώπους με υπαινιγμούς και

υπονοούμενα». Αυτή η αναμονή βίας,

ωστόσο, προκαλούσε άγχος για μεγάλες

χρονικές περιόδους, αν και θα

πρέπει να σημειωθεί ότι μια πρόσφατη

ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι

το στρες ήταν υψηλότερο για τους

εκτοπισμένους παρά για τους μηεκτοπισμένους

στο σύνολό τους. 25

Φωτογραφία 4: Τουρκοκύπριοι

στην στρατιωτική βάση

Ακρωτηρίου περιμένοντας

να μεταφερθούν στα βόρεια

μέσω Τουρκίας.

25 Deniz Ergun, Mehmet Çakıcı, και Ebru Çakıcı, ‘Comparing Psychological Responses of Internally Displaced and Non-

Displaced Turkish Cypriots,’ Torture 18, no. 1 (2008): 20-28.


20 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

3. Ο τόπος

Οι τόποι από τους οποίους τα άτομα έχουν εκτοπίστηκαν διαμορφώνουν επίσης τις αντιλήψεις

τους για τον εκτοπισμό. Ενώ για κάποιους οι καλές σχέσεις που είχαν με τους Ελληνοκύπριους

γείτονές τους επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο θυμούνται τα χαμένα σπίτια τους, για πολλούς

άλλους ο τόπος παίζει κάποιο ρόλο κυρίως όσον αφορά την αγοραία αξία των χαμένων

περιουσιών τους. Για κάποιους πρόσφυγες, το πρόβλημα είναι η μη-συμφέρουσα σύγκρισης

αυτών που έχουν λάβει σε σχέση με αυτά που έχουν χάσει. Βλέπουν ότι η αξία των πρώην

σπιτιών τους έχει αυξηθεί στα νότια του νησιού, ακόμη περισσότερο όταν οι αξίες των ακινήτων

έχουν παραμείνει στάσιμες στο βορρά. Αυτό συχνά προκαλεί μια συγκεχυμένη δυσαρέσκεια

σχετικά με την κατανομή των Ελληνοκυπριακών περιουσιών μετά το 1974 και τις αλλαγές στην

αξία των ακινήτων στα βόρεια και τα νότια από την εποχή εκείνη. Οι συζητήσεις περί χαμένης

περιουσίας είναι συχνά αντιφατικές: Ενώ πολλοί άνθρωποι εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους

για τις περιουσίες που έλαβαν στο βορρά, παρόλ’ αυτά δεν επιθυμούν να μετακομίσουν και

πάλι προς τα νότια. Από την άλλη πλευρά, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναγνώριση της διαφοράς

των περιουσιακών αξιών μεταξύ βορρά και νότου μετριάζεται από την δυσαρέσκειά

τους για την παραμέληση ή την καταστροφή των πρώην σπιτιών τους. Σε άλλες περιπτώσεις,

η περιουσία που κάποτε ήταν πολύτιμη ή που πιστεύουν ότι θα πρέπει τώρα να είναι πολύτιμη,

έχει χάσει την αξία της λόγω της εγκατάλειψης, των ανακατατάξεων ή των διάφορων μορφών

απαλλοτρίωσης για δημόσια έργα.

Φωτογραφία 5: Χαλάσματα στο πρώην Τουρκοκυπριακό χωριό Σούσκιού, στην επαρχία Πάφου.

Φωτογραφία 6: Πόρτα στο πρώην, Τούρκικης πλειοψηφίας, μεικτό χωριό των Μαλιών, που τώρα απο τελείται

από Ελληνοκύπριους κατοίκους και από ένα μικρό αριθμό Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων από το βορρά.


Οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις για τον εκτοπισμό

21

4. Το φύλο

Οι αφηγήσεις των γυναικών για τη σύγκρουση τείνουν να διαφέρουν από αυτές των ανδρών,

τόσο σε συγκεκριμένες συναφείς εμπειρίες, όσο και το είδος της αφήγησης. Ένα από τα πιο

σημαντικά ευρήματα από προηγούμενες έρευνες της συγγραφέως, το οποίο επιβεβαιώθηκε

σε αυτές τις συνεντεύξεις, είναι ότι οι γυναίκες αποδίδουν το γεγονός ότι βίωσαν ασυνήθη

πίεση κατά τη διάρκεια της περιόδου 1963-1974 στην καθολική επιστράτευση των ανδρών

στον Τουρκοκυπριακό στρατό, την καθημερινή αναμονή που υπέμειναν οι γυναίκες καθώς οι

άνδρες φρουρούσαν το καθήκον και στους καθημερινούς αγώνες για επιβίωση στους οποίους

πολλές αναφέρονται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι ιστορίες των γυναικών τείνουν

να αποκαλύψουν λεπτομέρειες σχετικά με τους αγώνες που έδιναν οι εκτοπισμένες οικογένειες

για να φροντίσουν τα παιδιά τους, συμπεριλαμβανομένων των δυσκολιών εύρεσης προϊόντων

πρώτης ανάγκης όπως γάλα ή στέγη. Μια εκτοπισμένη γυναίκα στις αρχές του 1964, για παράδειγμα,

περιέγραψε πώς η οικογένειά της κατέφυγε πρώτα σε συγγενείς, έπειτα σε ένα ερειπωμένο

υπόστεγο αποθήκευσης, στη συνέχεια σε μια σκηνή της Ερυθράς Ημισέληνου και τελικά,

το 1970, σε κατοικίες της πρόνοιας που χτίστηκαν από την Τουρκοκυπριακή διοίκηση. Τόσο οι

εμπειρίες των γυναικών όσο και οι διηγήσεις τους, τείνουν να εστιάζουν στους αγώνες της

καθημερινότητας. 26

Επιπλέον, οι απώλειες των γυναικών και η αποζημίωση που τους δόθηκε ήταν διαφορετική

Φωτογραφία 7: Γυναίκες περιμένοντας τα αγαπημένα τους πρόσωπα στη βόρεια Κύπρο, 1975.

26 Για περισσότερα, στο τεύχος για το φύλο και τις αφηγήσεις μεταξύ Τουρκοκυπρίων, βλ. also Rebecca Bryant, ‘Writing

the Catastrophe: Nostalgia and Its Histories in Cyprus,’ Journal of Modern Greek Studies 26, no. 2 (2008), 399-422.


22 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Επιπλέον, οι απώλειες των γυναικών και η αποζημίωση που τους δόθηκε ήταν διαφορετική

από εκείνη των ανδρών. Κατά τα πρώτα χρόνια μετά το 1964, για παράδειγμα, «σύζυγοι των

μαρτύρων» λάμβαναν αποζημίωση μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν είχαν ξαναπαντρευτεί,

αν και ο συγκεκριμένος κανονισμός αργότερα άλλαξε. Όσο για τις εκτοπισμένες γυναίκες

έλαβαν στέγαση ως εξαρτώμενα πρόσωπα, ως μέλη οικογενειών, και όχι ως πρόσωπα που

εκπροσωπούν τις οικογένειές τους.

5. Ο πολιτικός προσανατολισμός και η συμμετοχή στην κοινωνία

των πολιτών

Το αριστερό κίνημα ολοένα επανεμφανίζεται στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα στα τέλη

της δεκαετίας του 1960, μετά τη βίαιη καταστολή της απαρχής μιας τέτοιας κίνησης κατά τη

δεκαετία του 1950. 27 Οι Τουρκοκύπριοι νέοι που φοιτούσαν σε πανεπιστήμια στην Τουρκία

εντάχθηκαν στο ολοένα κι αυξανόμενο αριστερό κίνημα της χώρας και έφεραν αυτές τις ιδέες

πίσω στην Κύπρο. Η αριστερή εναλλακτική λύση, ωστόσο, άρχισε να αποκτά επιρροή στην

Κύπρο στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν άρχισε να αναπτύσσεται στην κοινότητα μια

σημαντική τάση εναντίωσης στην επικρατούσα εθνικιστική πολιτική. Ως αποτέλεσμα, οι

εμπειρίες των ατόμων με αριστερές προτιμήσεις φαίνεται να διαφέρουν ελάχιστα από αυτές

των ατόμων διαφορετικών πολιτικών τάσεων, αν και οι αφηγήσεις εκείνων της πολιτικής αριστεράς

τείνουν να διαφέρουν ως προς την αναδρομική ερμηνεία των γεγονότων. Αφηγήσεις

των μελών της αριστεράς τείνουν εκ των υστέρων να δίνουν έμφαση στις κακουχίες που έχουν

περάσει και οι δύο κοινότητες και στην παρουσία φανατικών στοιχείων και στις δύο πλευρές.

Αφηγήσεις τους, επιπλέον, έχουν την τάση να αποδίδουν τη βία σε «εξτρεμιστές» παρά να γενικεύουν

υποδεικνύοντας τους «Ελληνοκύπριους» ενώ τονίζουν τα στοιχεία της συνεργασίας

που θυμούνται από το παρελθόν.

27 Τόσο η ΕΟΚΑ όσο και η ΤΜΤ ήταν αντικομουνιστικές και η ΤΜΤ ανακοίνωσε Μάιο του 1958 ότι θα τιμωρηθούν οι Τουρκοκύπριοι

οι οποίοι εμπλέκονταν σε κοινές πολιτικές δραστηριότητες με Ελληνο-Κυπρίους. Λίγο μετά από αυτό, μια

σειρά από δολοφονίες ή απόπειρες δολοφονιών τρομοκρατούσαν τους αριστερούς και κατέστρεψαν αποτελεσματικά

το Τουρκο-Κύπριακό αριστερό κίνημα (Ahmet An, Kibris Nereye Gidiyor? [Istanbul: Everest Yayınları, 2002], 131-135;

επίσης: Niyazi Kızılyürek, Doğmamış bir Devletin Tarihi: Birleşik Kıbrıs Cumhuriyeti [Istanbul: İletişim Yayınları, 2005], 37).


Οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις για τον εκτοπισμό

23

Φωτογραφία 8: Μία από τις πολλές διαδηλώσεις Τουρκοκυπρίων υπέρ του Σχεδίου Ανάν, το 2004.

Επιπλέον, αρχής γενομένης τη δεκαετία του 1990, ένας αυξανόμενος αριθμός Κυπρίων άρχισε

να συμμετέχει σε ένα νεοεκκολαπτόμενο κίνημα της κοινωνίας των πολιτών κατά μήκος της

Πράσινης Γραμμής. Το κίνημα αυτό περιλάμβανε τόσο υποβοηθούμενες δραστηριότητες,

όπως εργαστήρια εντός της ουδέτερης ζώνης και δικοινοτικές εκδηλώσεις για επαγγελματίες,

όσο και πρωτοβουλίες σε τοπικό επίπεδο, όπως η γυναικεία δικοινοτική οργάνωση Χέρια

πάνω από Συνόρα (Hands Across the Divide). 28

Ενώ πολλές από αυτές τις δραστηριότητες σταμάτησαν ή πήραν μια διαφορετική μορφή

μετά τη χαλάρωση των περιορισμών διακίνησης το 2003, σαφώς βοήθησαν στη δημιουργία

μιας βάσης για διακοινοτική αλληλεπίδραση και έχουν διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο

έβλεπαν, όσοι συμμετείχαν, τις προοπτικές για μια ενωμένη Κύπρο.

28 Περισσότερα για την κοινωνία των πολιτών σε σχέση με την οικοδόμιση ειρήνης στην Κύπρο, βλ. Benjamin J. Broome,

‘Reaching Across the Dividing Line: Building a Collective Vision for Peace in Cyprus,’ International Journal of Peace

Research 41, no.2 (2004), 191-209, και Μαρία Χατζηπαύλου-Τριγιώργη, ‘Unofficial Intercommunal Contacts and their

Contribution to Peace-Building in Conflict Societies: The Case of Cyprus. The Cyprus Review 5, no. 2 (1993): 68-87. Για

τα Χέρια Μεταξύ Συνόρων (Hands Across the Divide), βλ. Cynthia Cockburn, The Line: Women, Partition and the Gender

Order in Cyprus (London: Zed Books, 2004).


24 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

6. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων

Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που διαμόρφωσαν τις αφηγήσεις ήταν η χαλάρωση

των περιορισμών διέλευσης της Πράσινης Γραμμής, το 2003. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων

οδήγησε σε αξιοσημείωτες αλλαγές στις προσεγγίσεις του εκτοπισμού, τόσο λόγω

των επισκέψεων των Τουρκοκυπρίων στα χωριά τους όσο και εξαιτίας των επισκέψεων των

Ελληνοκυπρίων στις περιουσίες τους, εκεί όπου δηλαδή ζουν σήμερα Τουρκοκύπριοι.

Όπως προαναφέρθηκε, οι επίσημες αφηγήσεις των Ελληνοκυπρίων, όπως παρουσιάζονται

στην εκπαίδευση και στις ενώσεις προσφύγων, από το 1974 έδωσαν έμφαση στη διατήρηση

της μνήμης των χωριών και του δικαιώματος για επιστροφή. Η σύγκρουση με αυτή την

πολιτική της μνήμης, μετά από το άνοιγμα των συνόρων του 2003, οδήγησε σε αρκετές

αντιδράσεις από τους Τουρκοκύπριους. Ως πρώτη αντίδραση μπορεί να θεωρηθεί η«αναβίωση

της προσφυγοποίησης» από τους Τουρκοκύπριους, ή μια νέα νοσταλγία για τα πρώην χωριά

τους, η οποία δεν είχε εκφραστεί πριν από το 2003. Αυτό συχνά εκφραζόταν ως επιθυμία να

δείξουν ότι «είμαστε επίσης πρόσφυγες» και «έχουμε χάσει επίσης τις περιουσίες μας και

έχουμε υποφέρει».

Φωτογραφία 9: Τα μοναδικά απομεινάρια του Τουρκοκυπριακού χωριού

Άγιος Επιφάνειος στην επαρχία Λευκωσίας.


Οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις για τον εκτοπισμό

25

Μια πιο κοινή αντίδραση ήταν η απογοήτευση για το γεγονός ότι τα σπίτια και οι περιουσίες

τους είχαν καταστραφεί και, σε πολλές περιπτώσεις, η άρνηση να επισκεφθούν πάνω από μία

φορά τα πρώην σπίτια τους. Η αντίδραση αυτή συχνά εκφραζόταν σε σύγκριση με αυτό που

αντιλαμβάνονταν ως τη δική τους προσπάθεια να φροντίσουν τα σπίτια στα οποία ζούσαν.

Όπως το περιέγραψε ένας συμμετέχοντας από την Τούρκικη συνοικία της Λεμεσού,

Όταν πήγα δεν μπορούσα να βρω κανέναν που γνώριζα. Όλα τα σπίτια ήταν άδεια και έτοιμα

να γκρεμιστούν. Όταν είδα το δικό μου σπίτι δεν μπορούσα καν να χτυπήσω την πόρτα.

Ήταν σαν να μην ήταν η Λεμεσός, τουλάχιστον όχι η Λεμεσός μου. Η Τούρκικη γειτονιά ήταν

παραμελημένη. Δεν είχαν καν βάψει το σπίτι μας, έτσι όπως το είχαμε φροντίσει εμείς.

Είχε αρνηθεί να πάει να δει το σπίτι του για δεύτερη φορά και το φαινόμενο αυτό ήταν συχνό

στις περιγραφές που αφορούσαν την επιστροφή.

7. Οι αγωγές

Ένας τελευταίος σημαντικός παράγοντας που διαμορφώνει τις σύγχρονες αφηγήσεις για τον

εκτοπισμό είναι οι εξελίξεις στο θέμα της ιδιοκτησίας λόγω των μηνύσεων κατά την τελευταία

δεκαετία. Παρά το γεγονός ότι πολλοί Τουρκοκύπριοι έζησαν για σχεδόν τρεις δεκαετίες σε

μια κατάσταση αβεβαιότητας για το μέλλον των σπιτιών που κατείχαν, οι ηγέτες τους, τους

είχαν πληροφορήσει ότι επρόκειτο να δοθεί λύση στο θέμα της διαίρεσης της Κύπρου μέσω

των διαπραγματεύσεων. Κατά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι αγωγές για το θέμα της ιδιοκτησίας

που ήρθαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των

τοπικών δικαστηρίων, καθώς και η αντίληψη ότι το περιουσιακό ζήτημα όλο και περισσότερο

απέχει από το διακανονισμό, έχουν οδηγήσει πολλούς ανθρώπους να αναζητούν πιο ασφαλείς

προσωπικές λύσεις. Για κάποιους, αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επένδυση σε προ-1974

Τούρκικες περιουσίες, ιδιαίτερα στις περιοχές Λευκωσίας και Κερύνειας, ή την ανάπτυξη των

ακινήτων που κατέχουν αυτή τη στιγμή, ώστε να μπορέσουν να τα διεκδικήσουν μετά από μια

πιθανή λύση. Για πολλούς άλλους, ωστόσο, αυτό έχει οδηγήσει σε μια όλο και πιο απορριπτική

στάση απέναντι σε οποιαδήποτε πιθανή λύση που θα προέβλεπε εγκατάλειψη εδάφους, την

επιστροφή της υπό κατοχήν περιουσίας, ή εν γένει οποιαδήποτε άλλη επιλογή που συνεπάγεται

περαιτέρω εκτοπισμό. Αυτό φαίνεται καθαρά σε δεκαεπτά συνεντεύξεις βιωματικών ιστοριών

από τη Μόρφου/Güzelyurt: ενώ το 2004 όλοι εκτός από ένα άτομο που ερωτήθηκαν είχαν

ψηφίσει υπέρ του Σχεδίου Ανάν και, ως εκ τούτου, την ενσωμάτωση της Μόρφου/ Güzelyurt σε

Ελληνοκυπριακό έδαφος, πλέον είναι δύσπιστοι ότι ένα σχέδιο που θα επιφέρει τον εκτοπισμό

των Τουρκοκυπρίων από τη Μόρφου/Güzelyurt θα μπορούσε να περάσει στο δημοψήφισμα. 29

29 Ωστόσο ορισμένα άτομα, ειδικότερα αυτοί με αριστερό πολιτικό προσανατολισμό, λένε ότι δεν πρόκειται να αντιταχθούν

σε μια λύση στην οποία οι Ελληνοκύπριοι θα μπορούν να επιστρέψουν για να ζήσουν στη Μόρφου/ Güzelyurt

μαζί τους κάτω από ένα Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος.


26 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι οι Τουρκοκύπριοι όχι μόνο έχουν καταφύγει λιγότερο

σε ένδικα μέσα απ’ ότι οι Ελληνοκύπριοι, αλλά και η επίδραση των Ελληνο-Κυπριακών νομικών

υποθέσεων στη διαμόρφωση των αφηγήσεών τους φαίνεται να έχει μειωθεί από τότε που η

απόφαση για την υπόθεση Δημάδη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

έδωσε αξιοπιστία στην Επιτροπή Αποζημιώσεων στο βόρειο τμήμα του νησιού. Ενώ σε προηγούμενη

έρευνα της συγγραφέως οι αφηγήσεις για τον εκτοπισμό επίσης διαμορφώνονταν

συχνά στο πλαίσιο των Ελληνοκυπριακών αγωγών, 30 στην έρευνα για την παρούσα έκθεση οι

αγωγές σπάνια συζητήθηκαν άμεσα.

30 Βλ. ιδιαίτερα: ‘The Spoils of History’ στην Bryant, The Past in Pieces.


27

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Οι συνεντεύξεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκθεση έχουν επιλεγεί μεταξύ

τριάντα βιωματικών ιστοριών που έγιναν με τη συμμετοχή εκτοπισμένων που διαμένουν

στην Μόρφου, την Κερύνεια και την Γιαλούσα. Αυτά τα μέρη έχουν επιλεγεί

λόγω των περιοχών από τις οποίες αρχικά προέρχεται ο σημερινός τους πληθυσμός, αλλά και

επειδή πιθανότατα θα μπορούσαν να επηρεαστούν διαφορετικά από μια ομοσπονδιακή λύση.

Τα άτομα που κατοικούν τώρα στη Μόρφου αρχικά προέρχονται κυρίως από την Λεμεσό και

την Πάφο, και η περιοχή της Μόρφου εδώ και καιρό συζητείται ως μια περιοχή η οποία δυνητικά

θα ενσωματωθεί στο Ελληνοκυπριακό κράτος σε περίπτωση ομοσπονδιακής λύσης. Αυτό

συνεπάγεται ενδεχομένως την επιστροφή χιλιάδων Ελληνοκυπρίων στη Μόρφου και τη μετακίνηση

του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού της πόλης. Η Κερύνεια, μετά το 1974, έχει κατοικηθεί

κατά κύριο λόγο από άτομα προερχόμενα από τη Λεμεσό και ποτέ δεν έχει συζητηθεί ως μια

περιοχή που θα υποστεί εδαφική αναπροσαρμογή, παρόλο που θα υπόκειται στους όρους της

όποιας λύσης που θα αφορά το πρόβλημα της ιδιοκτησίας στο νησί. Τα άτομα που ζουν

σήμερα στην Γιαλούσα αρχικά προέρχονται από πέντε διαφορετικά χωριά γύρω από τα

Κόκκινα στην περιοχή Τηλλυρίας. Το χωριό Κόκκινα λειτουργεί σήμερα ως κατεχόμενος θύλακας

από τον Τουρκοκυπριακό στρατό και είναι αποκομμένο από τα βόρεια του νησιού,

παρόλο που έχει γίνει πρόσφατα συζήτηση για το ενδεχόμενο να επιτραπεί η επιστροφή των

κατοίκων στην περιοχή.

Επιπλέον, τα γενικότερα συμπεράσματα της έκθεσης βασίζονται σε έρευνα της συγγραφέως

για τον Τουρκοκυπριακό εκτοπισμό και την επίδραση του ανοίγματος της Πράσινης Γραμμής

στις αντιλήψεις για το παρελθόν και τον τόπο τους, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2003.

Αν και η παρούσα έκθεση αφορά τους Τουρκοκύπριους που εκτοπίστηκαν από το νότο στο

βορρά μετά από τις συγκρούσεις, η προηγούμενη δουλειά της συγγραφέως καταγράφει τον

Τουρκοκυπριακό εκτοπισμό μέσα στο βορρά και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άντληση

περισσότερων πληροφοριών για τον εκτοπισμό, αλλά και για τις επιδράσεις των νέων νομικών

μηχανισμών πάνω στις αντιλήψεις που αφορούν τον εκτοπισμό. 31 Ενώ η αντίστοιχη προς την

31 Bryant, The Past in Pieces.


28 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

παρούσα έκθεση, η οποία πραγματεύεται την μετακίνηση από το βορρά προς νότο, περιλαμβάνει

ιστορίες των Ελληνοκυπρίων που διεκδικούν ένδικες λύσεις για την απώλεια της περιουσίας

τους, 32 οι Τουρκοκυπριακές νομικές υποθέσεις θα αποτελέσουν τη βάση για μια ξεχωριστή

έκθεση η οποία θα αναλύει τα περίπλοκα εμπόδια τέτοιων ένδικων λύσεων.

Μέσω των βιωματικών ιστοριών, επομένως, μπορούμε να δούμε όχι μόνο το διαφορετικό

τρόπο με τον οποίο έχουν βιώσει διαφορετικές περιοχές και άτομα τη μετακίνηση, αλλά και το

πώς οι προτάσεις λύσεων που δίνονται στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις επηρεάζουν τους

τρόπους με τους οποίους οι Τουρκοκύπριοι σήμερα συσχετίζουν το παρελθόν με τα οράματά

τους για το μέλλον. Οι βιωματικές ιστορίες είναι σύνθετες και συχνά αντιφατικές, αλλά μας παρέχουν

σημαντικά εργαλεία για την κατανόηση του πώς το παρελθόν ανασκευάζεται στο παρόν.

32 Όλγα Δημητρίου, Life Stories of Displacement in Southern Cyprus (Nicosia: PRIO, 2011).


29

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Εικόvα 10: Εγκαταλελειμμένο σπίτι στη (βόρεια Λεuκωσία)


30 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Ramadan (47 ετών)- από το Κοιλάνι/Gilan στη Μόρφου/Güzelyurt

Ο Ramadan γεννήθηκε στα Πολεμίδια και φοίτησε στο δημοτικό σχολείο εκεί, αλλά έζησε στο

Κοιλάνι/Gilan τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Προέρχεται από μία οικογένεια με έξι παιδιά. Ο

πατέρας του ήταν αγρότης, είχε χωράφια με σιτάρι και κριθάρι, καθώς και αμπέλια και μηλιές.

Ο Ramadan μιλάει Ελληνικά και, στα πρώτα χρόνια της ζωής του, οι περισσότεροι από τους

φίλους του ήταν Έλληνες.

Θυμάμαι ότι μάθαινα και τις δύο γλώσσες ταυτόχρονα. Σίγουρα δε μιλούσαμε Ελληνικά

στο σπίτι, αλλά οι φίλοι μου ήταν Έλληνες και, μερικές φορές, όταν η μητέρα μου είχε δουλειά

με άφηνε σε μία Ελληνοκύπρια γειτόνισσα και φυσικά τότε μιλούσαμε Ελληνικά. Στο

χωριό υπήρχε μια συνεργατική μορφή ανατροφής των παιδιών, επειδή δεν υπήρχαν τα

νηπιαγωγεία όπως υπάρχουν σήμερα. Για παράδειγμα, η μητέρα μου θήλαζε δύο ή τρία

παιδιά Ελληνοκυπρίων, που σημαίνει ότι έχω «ομογάλακτους» (süt kardeşleri) οι οποίοι

είναι Ελληνοκύπριοι.

Το 1974 στο χωριό υπήρχε μια μικρή μειοψηφία, περίπου, μόνο 35 Τουρκοκυπρίων ανάμεσα

σε έναν πληθυσμό περίπου 1400 κατοίκων.

Το 1974 κάποιοι από τους φίλους μας, μας κλείδωσαν σε ένα δωμάτιο για να μας προστατέψουν

και κάποιοι άνθρωποι, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός αυτό, έκαναν κακό στα ζώα

και τα χωράφια μας. Το 1958 οι γονείς μου είχαν επίσης μετακινηθεί από το Κοιλάνι στο

Παραμάλι, ένα χωριό κοντά στη Λεμεσό. Αλλά ο πατέρας μου δεν μπορούσε να το ανεχθεί

και επέστρεψε μαζί με τη μητέρα μου. Κατέφυγαν, επίσης, στο χωριό Binatlı το 1963 και το

1974 για άλλη μια φορά έγιναν πρόσφυγες, αυτή τη φορά στη Μόρφου. Με άλλα λόγια, η

οικογένειά μου προσφυγοποιήθηκε τρεις φορές.

Το 1974, οι γονείς του, επέλεξαν να παραμείνουν στο χωριό και ο Ramadan παρέμεινε μαζί

τους ως το μικρότερο παιδί. Οι αδελφοί και οι αδελφές του, ωστόσο, κατάφεραν με διάφορους

τρόπους, κυρίως μέσω των αγγλικών βάσεων και, από εκεί, μέσω Τουρκίας, να διαφύγουν

προς τα βόρεια. Ο Ramadan πραγματοποίησε τελικά το ταξίδι, επειδή δεν υπήρχε ανοιχτό

σχολείο για να φοιτήσει. Μόνο τρία παιδιά Τουρκοκυπρίων είχαν παραμείνει στην περιοχή.

Είχε ήδη χάσει ένα χρόνο από το σχολείο μέχρι να κάνει το ταξίδι.

Η μητέρα και ο πατέρας μου παρέμειναν στο νότο και ήμουν μόνος μαζί τους, επειδή οι

αδελφοί και οι αδελφές μου είχαν φύγει αλλά εγώ δεν ήθελα να τους αφήσω. Το ταξίδι μου

στο βορρά ήταν μια περιπέτεια. Εκείνη την εποχή η εκμετάλλευση γινόταν σε μεγάλο

βαθμό, για εκατό κυπριακές λίρες ανά άτομο μπορούσαν να σε μεταφέρουν στα βόρεια…

Ήρθα στο βορρά με ένα μικρό λεωφορείο γεμάτο με 25 άτομα το ένα πάνω στο άλλο, μέσα

από παράδρομους. Ήταν ένα ταξίδι δυόμισι ωρών, αλλά μου φάνηκε σαν δυόμισι μήνες.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

31

Οι γονείς του ήρθαν αργότερα στα βόρεια με τη βοήθεια των Ηνωμένων Εθνών, μετά τη συμφωνία

της Βιέννης.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναφέρει, ζούσαν με την ελπίδα ότι θα επέστρεφαν στο

Κοιλάνι/ Gilan.

Μετά από κάθε διαπραγμάτευση είχαμε ελπίδες. Τελικά, αυτή η ελπίδα άρχισε να εξαφανίζεται,

αλλά την έχω ακόμα. Είμαι μεταξύ εκείνων που πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να

ζήσουμε μαζί. Ένα από τα παιδιά μου φοιτά στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και το άλλο φοιτά

στην Αγγλική Σχολή (Τhe English School). Εξακολουθούμε να έχουμε σχέσεις με τους

ανθρώπους από την άλλη πλευρά.

Έξι μήνες προτού ανοίξουν τα οδοφράγματα, ο Ramadan είχε πάει στα νότια για δουλειά και

είχε βρει στα γρήγορα ένα ταξί που τον πήγε από τα Πολεμίδια στο Κοιλάνι. Το 1974, ενώ

ακόμα ζούσαν στο χωριό, είχε βοηθήσει έναν πρόσφυγα από τη Βασίλια με το όνομα Αντρέας

να μετακομίσει στο δικό του σπίτι.

Όταν φτάσαμε στο σπίτι ήταν μεσημέρι, κοιμόταν και τον ξυπνήσαμε. Με ρώτησε από που

είμαι και όταν του είπα ότι είμαι από αυτό το χωριό, είπε ότι το 1974 υπήρχε ένα παιδί που

λεγόταν Ramadan. Ήμασταν πολύ συναισθηματικά φορτισμένοι, ο άνθρωπος ρωτούσε να

μάθει για ‘μένα και άρχισα να κλαίω. Εξακολουθούμε να έχουμε επαφή μέχρι και σήμερα,

όπως ακριβώς οι κανονικοί άνθρωποι. Εκείνη την ημέρα όταν πήγαμε στο χωριό, όλοι οι

κάτοικοι συγκεντρώθηκαν επειδή είχαμε έρθει, σαν να ήταν κάτι οργανωμένο. Ήταν μια

πραγματικά ενδιαφέρουσα μέρα. Και μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων έχω πάει πολλές

φορές, έχω γνωρίσει διαφορετικούς ανθρώπους, έχω έρθει σε επαφή με πρόσφυγες

από τη Μόρφου, έχουμε παίξει μαζί ποδοσφαιρικούς αγώνες, έχουμε κάνει πράγματα μαζί.

Αυτή τη στιγμή έχουμε βάλει τα πράγματα σε αναμονή, περιμένουμε τα αποτελέσματα των

διαπραγματεύσεων.

Πηγαίνει στο χωριό με κάθε ευκαιρία και, παρόλο που τα παιδιά του στην αρχή δεν έδειξαν

ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τώρα πλέον έχουν συνδεθεί περισσότερο με το χωριό.

Έχω ένα ιδιαίτερο δεσμό με το χωριό μου. Μπορείς να το ονομάσεις εθνικισμό ή σωβινισμό

για το χωριό, υπάρχει όμως κάτι στον αέρα και το νερό… για παράδειγμα, δεν υπάρχει

υγρασία. Είναι σε μεγάλο υψόμετρο και είτε είναι καλοκαίρι είτε χειμώνας υπάρχει ρεύμα,

κρύο νερό, αμπέλια, πράσινο. Είναι ένα όμορφο, ευχάριστο μέρος. Αν με ρωτήσεις πού θα

προτιμούσα να ζήσω, θα έλεγα στο Κοιλάνι/Gilan, είναι ένα μεγάλο χωριό, αυθεντικό,

φτιαγμένο με κίτρινες πέτρες, έχουμε φίλους εκεί. Για παράδειγμα, τα Σαββατοκύριακα ο

πληθυσμός φτάνει τα 1000 άτομα, επειδή όλοι επιστρέφουν στο χωριό και μου αρέσει αυτό.


32 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Παρά τις ελπίδες και «το σωβινισμό για το χωριό» προς το παρόν δεν σκέφτεται την επιστροφή

και δεν πιστεύει ότι οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του θα επέστρεφε. Πιστεύει,

ωστόσο, ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι δυνατό στο μέλλον. Αμφιταλαντεύεται επίσης

ως προς το τι πρέπει να γίνει για την περιοχή Μόρφου, παρατηρώντας ότι αρκετά προσφυγικά

σπίτια έχουν χτιστεί μέσα και γύρω από τη γη τους στα Πολεμίδια λέγοντας ότι «οι άνθρωποι

δεν πρέπει να αναγκαστούν να γίνουν πρόσφυγες για τέταρτη φορά».

Έχω κάνει όλες μου τις επενδύσεις σε αυτή την περιοχή. Έχω ένα κατάστημα και ένα αρτοποιείο

στη Μόρφου/Güzelyurt και, μετά από 37 χρόνια, έχουμε πλέον αποδεκτεί ότι αυτό

είναι το σπίτι μας. Και υπάρχουν επίσης όλοι οι κοινωνικοί δεσμοί, όλες μου οι θείες και οι

συγγενείς μου είναι εδώ, όλοι οι συγγενείς μου πέθαναν και θάφτηκαν εδώ.

Kemal (88 ετών)- από το Κοιλάνι/Gilan στη Μόρφου/Güzelyurt

Ο Kemal είναι ο πατέρας του Ramadan και η οικογένειά του ήταν μία από τους μεγαλύτερους

ιδιοκτήτες γης στο χωριό Κοιλάνι. Θυμάται ότι το χωριό ήταν παραγωγικό και ότι γενικά είχαν

καλές σχέσεις με τους Ελληνοκύπριους γείτονές τους. Παρ’ όλα αυτά, το 1958, οι περισσότεροι

Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν το χωριό, όταν ο μεγαλύτερος αδελφός και ξάδελφος του

Kemal δολοφονήθηκαν από μέλη της ΕΟΚΑ. Μέχρι τότε, ο Κεμάλ ήταν ήδη παντρεμένος για

περισσότερο από μια δεκαετία και είχε κάνει επενδύσεις στο χωριό που, όπως λέει, που δεν

μπορούσε να αφήσει πίσω. Παρά το γεγονός ότι είχαν φύγει για μια σύντομη χρονική περίοδο,

επέστρεψαν. Μόνο ορισμένα μέλη της οικογένειάς του παρέμειναν, συγκεντρωμένοι σε μια

γειτονιά του χωριού.

Ο πρώτος τους σοβαρός εκτοπισμός έγινε το 1963, μετά την έναρξη των δικοινοτικών

συγκρούσεων.

Οι Ελληνοκύπριοι άρχισαν να μας βασανίζουν. Στο χωριό ο μπακάλης, ο οδηγός, όλοι ήταν

Ελληνοκύπριοι, έτσι ψωνίζαμε από αυτούς, χρησιμοποιούσαμε τα αυτοκίνητά τους για να

μεταφέρουμε τα προϊόντα μας στην αγορά. Δηλαδή, επωφελούνταν από τα κέρδη μας.

Όταν ξεκίνησαν τα προβλήματα το 1963, είχαν αρχίσει να μη μας θέλουν, δεν μας ανέχονταν

πια και άρχισαν να μας βασανίζουν. Για ένα μήνα δεν πωλούσαν τίποτα σε μας,

έπαιρναν τα προϊόντα μας… Αυτοί ήταν οι Ελληνοκύπριοι του Κοιλανιού. Δε μας έδιναν

φαγητό και ενημερώσαμε τα Ηνωμένα Έθνη, ώστε να μας δώσουν κάποιες μερίδες, αλλά

μας εμπόδισαν από το να τις παραλάβουμε, λέγοντας ότι επρόκειτο να αρχίσουν να μας

δίνουν τροφή, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε… Πραγματικά υποφέραμε κατά τη διάρκεια

αυτών των ετών. Δεν μας επέτρεπαν να πάμε στα καφενεία, μας απέκλειαν από παντού.

Γι’ αυτό το 1963 έπρεπε να φύγουμε για τα Πολεμίδια.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

33

Έμειναν για περίπου ένα χρόνο στα Πολεμίδια, αλλά ο Kemal λέει ότι επειδή ήταν πλούσιοι

γαιοκτήμονες, δεν τους δόθηκαν επαρκή μερίδια. Αποφάσισαν έπειτα να επιστρέψουν στο

Κοιλάνι, αλλά ούτε το σπίτι τους, ούτε τα χωράφια και οι κήποι τους ήταν έτσι όπως τα είχαν

αφήσει. Οι συγχωριανοί τους είχαν πάρει τις καλλιέργειές τους, τα ζώα τους και τα γεωργικά

μηχανήματα και το σπίτι τους είχε καταστραφεί.

Φωτογραφία 11: Το τέμενος στην τουρκική γειτονιά στο χωριό Κοιλάνι.


34 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Παρ’ όλα αυτά, επισκεύασαν το σπίτι τους και παρέμειναν στο χωριό για τα επόμενα δέκα

χρόνια. Στις 20 Ιουλίου του 1974, ο Kemal αναφέρει ότι εκείνοι εργάζονταν και κοιμούνταν στα

περιβόλια τους έξω από το χωριό. Ξαφνικά, οι Ελληνοκύπριοι συγχωριανοί τους ήρθαν και

τους ανακοίνωσαν ότι θα τους έπαιρναν πίσω στο χωριό. Λέει ότι εξαναγκάστηκαν να μείνουν

σε ένα Ελληνοκυπριακό σπίτι για αρκετές ημέρες, με το φόβο ότι οι Τούρκοι στρατιώτες θα

έρχονταν. Η ερμηνεία του γι’ αυτό το γεγονός είναι ότι τους είχαν χρησιμοποιήσει για να δείξουν

στον Τούρκικο στρατό ότι οι χωρικοί τους είχαν προστατέψει.

Λέει ότι κατάφεραν να παραμείνουν στο χωριό μέχρι το 1975, αλλά κατά το συγκεκριμένο

έτος δέχθηκαν πίεση για να φύγουν.

Το 1974 άρχισαν να μας βασανίζουν. Για παράδειγμα, είχαμε μαζέψει τα μήλα μας και είχαν

έρθει και τα πήραν μέσα από τα χέρια μας. Επειδή είχαμε περιουσία, κρατηθήκαμε όσο

μπορούσαμε, δεν θέλαμε να φύγουμε, αλλά τελικά φοβηθήκαμε για τη ζωή μας και αναγκαστήκαμε

να φύγουμε.

Παρά το γεγονός ότι τα πρόσωπα που τους ασκούσαν πίεση ήταν συγχωριανοί τους, αναφέρει

ότι αυτά τα άτομα ήταν κυρίως η νεολαία. Όταν μεταφέρθηκαν στα βόρεια το 1974, άφησαν

πίσω τους δύο σπίτια, τα ζώα τους και όλα τα υπάρχοντά τους. Ταξίδευαν με ένα καραβάνι

λεωφορείων του ΟΗΕ που μετέφερε αυτούς που είχαν μείνει πίσω στα γύρω χωριά, όπως τα

Μαλιά και τη Συλίκου. Οι πρώτοι δύο γιοι του είχαν συλληφθεί ως κρατούμενοι τον Ιούλιο του

1974 και αργότερα αποτέλεσαν μέρος της ανταλλαγής κρατουμένων. Ως εκ τούτου, είχαν ήδη

εγκατασταθεί στο βορρά μέχρι να φτάσουν ο Kemal και η σύζυγός του.

Όταν έφθασαν στο βορρά δεν είχαν τίποτα αλλά, επιπλέον, είχαν δυσκολία στο να λάβουν

επαρκή αποζημίωση, λόγω της μεγάλης περιουσίας που άφησαν πίσω τους στο νότο.

Ήρθαμε εδώ και η διοίκηση μας έδωσε πέντε λίρες και προσπαθήσαμε να τα βγάλουμε

πέρα με αυτά. Ήμουν ένας επιχειρηματίας εκεί και εδώ ήμουν χωρίς δουλειά. Είπα στη

γυναίκα μου, δεν πρόκειται να πάμε πίσω, δεν έχουμε μισθό, οπότε ας ανοίξουμε ένα αρτοποιείο.

Μπορούμε να φτιάχνουμε παξιμάδι/peksimet και να το πουλάμε και να προσπαθήσουμε

να ζήσουμε με αυτά. Πραγματικά είχαμε περάσει δύσκολα, φτιάχναμε

κουλούρια/çörek και παξιμάδια/peksimet, και γυρνούσα με το ποδήλατο πουλώντας τα για

λίγα σεντ. Οι ζωές μας πέρασαν έτσι.

Τους δόθηκε ένα μισοτελειωμένο σπίτι και ένας κήπος, αλλά ο κήπος ήταν απεριποίητος και

ξηρός. Τους πήρε πολλά χρόνια για να κάνουν τον κήπο παραγωγικό. Λέει ότι η ζωή τους από

τότε που πήγαν στο βορρά ήταν πολύ δύσκολη, αλλά υπήρξαν τυχεροί που τα παιδιά τους

είναι πλέον σε θέση να τους βοηθήσουν.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

35

Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, ο Kemal άρχισε να επισκέπτεται τους φίλους του που

παρέμειναν στο Κοιλάνι.

Όταν πήγαμε, μας υποδέχθηκαν με τυμπανοκρουσίες σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Σε

κάθε περίπτωση, οι γηραιότεροι άνθρωποι ήταν καλοί, τα πηγαίναμε καλά μαζί τους.

Τρώγαμε και πίναμε μαζί. Επίσης, ήρθαν από ‘δω και μας βρήκαν. Όταν ήρθαν, ανέμεναν

να μας βρουν να ζούμε σε πολύ κακές συνθήκες, αλλά όταν ήρθαν είδαν ότι κάτι τέτοιο

δεν ίσχυε.

Εξακολουθούν να κατέχουν τους τίτλους ιδιοκτησίας μεγάλου μέρους της περιουσίας τους

στο Κοιλάνι/Gilan, ενώ η σύζυγός του Kemal έχει επίσης τίτλους ιδιοκτησίας για την περιουσία

της στα Πολεμίδια.

Η περιουσία μας έχει απλά παραμείνει εκεί και περιμένουμε να δούμε αν θα υπάρξει λύση.

Τότε ίσως συμβεί κάτι. Η καλύτερη λύση για εμάς είναι ένα είδος ανταλλαγής. Οι περιουσίες

μας εκεί πέρα είναι πολύτιμες, αλλά πλεόν δεν μπορούμε να πάμε να ζήσουμε εκεί. Έτσι κι

αλλιώς, δε θα μπορούσαμε να ζήσουμε εκεί, γιατί όλη τη νύχτα θα στεκόμασταν δίπλα από

το παράθυρο περιμένοντας να δούμε αν κάποιος ερχόταν να μας σκοτώσει… Αλλά ούτως

ή άλλως, σε αυτό το σημείο, όπου βρίσκονται τα παιδιά μας, εκεί θα ζήσουμε. Τώρα πια δεν

μπορούμε να φτιάξουμε ένα νέο κόσμο για μας…

Şaziye (50 ετών)- από την πόλη της Πάφου στη Μόρφου/Güzelyurt

ΗŞaziye μεγάλωσε στο Μούταλο, στην Τούρκικη συνοικία της πόλης της Πάφου, σε μια εποχή

που η γειτονιά ήταν ένας κλειστός θύλακας. Λέει ότι η Πάφος της παιδικής της ηλικίας ήταν μια

από εκείνες τις συνοικίες που φρόντιζαν ο ένας τον άλλον και οι δεσμοί φιλίας ήταν ισχυροί. Η

ίδια περιγράφει ως ευτυχισμένη την παιδική της ηλικία, την οποία πέρασε εξ ολοκλήρου εντός

των ορίων των θυλάκων.

Ήταν μια υπέροχη πόλη. Δεν ήταν ανοιχτή. Όλοι ήξεραν ο ένας τον άλλον και ήταν ένα

μέρος όπου η φιλία και η συγγένεια ήταν πολύ σημαντικά. Ήταν σαν μια οικογένεια. Ήταν

μικρή, αλλά σαν μια οικογένεια. Το θυμάμαι σαν ένα μικρό μέρος, όπου όλοι γνώριζαν ο

ένας τον άλλον και ο καθένας τα πήγαινε καλά με τον άλλον.

Αναφέρει ότι σαν παιδί δεν γνώρισε κανένα Ελληνοκύπριο και γνώριζε μόνο για τους Ελληνοκύπριους

από το σχολείο.


36 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Φωτογραφία 12: Η Şaziye παιδί στην Πάφο,

λίγο πριν τον εκτοπισμό της.

Ήταν το τέταρτο από έξι παιδιά και ο πατέρας της είχε πεθάνει μετά τη γέννηση του έκτου. Το

1967 στην ηλικία των τριάντα εννέα η μητέρα της έγινε χήρα. Η Şaziye θυμάται το πραξικόπημα

και τις μάχες με τους Ελληνοκύπριους για τις οποίες άκουγαν ως παιδιά. Μάλιστα, όπως

λέει, ήθελε να υπάρξει ένας πόλεμος.

Ήμουν παιδί. Συνήθιζα να βλέπω ταινίες πολέμου και θυμάμαι να λέω: «Ελπίζω να γίνει

πόλεμος και να μπορούμε να τον δούμε». Δε θυμάμαι τον πόλεμο [τις συγκρούσεις του

1963-4]. Έπειτα αρχίσαμε να ακούμε πυροβολισμούς και είπα, «Όχι, δε θέλω πόλεμο!»


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

37

Μόλις τρεις ημέρες μετά την έναρξη της εισβολής, αναφέρει ότι οι Τουρκοκύπριες γυναίκες

συνελήφθησαν και κλειδώθηκαν σε ένα καφενείο. Έμειναν εκεί για αρκετές ημέρες προτού

επιστρέψουν στα σπίτια τους, αλλά ήταν στην ουσία κρατούμενες στη γειτονιά για αρκετούς

μήνες. Αν και ήταν κρατούμενοι, θυμάται ότι μέσα σε μια εβδομάδα υπήρξε μια ξαφνική επίθεση

από τις Ελληνοκυπριακές δυνάμεις που άφησε πίσω της αρκετούς νεκρούς. 33 Ανάμεσα

σε αυτούς ήταν ο ενοικιαστής τους και, όπως λέει, σκοτώθηκε μαζί με το σκύλο του τον οποίο

αγαπούσε. Αναφέρει, επίσης, ότι ήταν παρούσα στη βιαστική ταφή του.

Ήμασταν μικροί και ήμασταν περίεργοι για το τί συνέβαινε. Ήμασταν εκεί όταν τον έθαψαν.

Το πρόσωπό του ήταν αγνώριστο. Τον έθαψαν μαζί με το σκύλο του.

Θυμάται επίσης ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα τουρκικά αεροπλάνα πετούσαν

μερικές φορές πάνω από την Πάφο και μετέφεραν σε ανοιχτούς χώρους τις γυναίκες και τα

παιδιά που κρατούνταν ως αιχμάλωτοι εκεί, ώστε να αποτρέψουν τα αεροπλάνα από το να

βομβαρδίζουν. Μόλις έφευγαν τα αεροπλάνα, τους έστελναν πίσω στα σπίτια τους.

Η μητέρα της ήταν άρρωστη εκείνο το διάστημα και οι δυνάμεις του ΟΗΕ προσφέρθηκαν

να τη μεταφέρουν στα βόρεια. Ένα από τα μεγαλύτερα αδέλφια της Şaziye υπηρετούσε στον

Τουρκοκυπριακό στρατό, ενώ ένα άλλο σπούδαζε στην Τουρκία αλλά, εν αγνοία της μητέρας

του, είχε έρθει πίσω στο νησί αμέσως πριν από το πραξικόπημα και την εισβολή. Είχε πάει

πρώτα να επισκεφθεί κάποιους συγγενείς στη Λεμεσό και απ’ εκεί τον πήραν αιχμάλωτο.

Κρατήθηκε για τρεις μήνες σε ένα γήπεδο στη Λεμεσό το οποίο χρησιμοποιείτο ως στρατόπεδο

αιχμαλώτων πολέμου και από εκεί τον έστειλαν προς τα βόρεια. Η μεγαλύτερη αδελφή

της Şaziye επέμενε ότι η μητέρα τους θα έπρεπε να δεχθεί την προσφορά που της έγινε να

μεταφερθεί στα βόρεια και έτσι έφυγε παίρνοντας και ένα παιδί μαζί της. ΗŞaziye έμεινε πίσω

με την αδελφή της που ήταν τότε παντρεμένη και το μικρότερο αδερφό της, ο οποίος ήταν

μόλις έξι χρονών.

Η Şaziye παρέμεινε ουσιαστικά κρατούμενη για ένα σχεδόν χρόνο, αλλά σταδιακά οι φίλοι

και γείτονές της άρχισαν να βρίσκουν τρόπους να διαφεύγουν στα βόρεια.

Αρχίσαμε να ακούμε ότι οι άνθρωποι έφευγαν. Κάποιοι πήγαιναν πέρα από τα βουνά,

μερικοί προσποιούνταν ότι είναι άρρωστοι ώστε να τους παραλάβει η Ερυθρά Ημισέληνος.

Δεν ήταν μέρος της συμφωνίας, ήταν απλά άνθρωποι που προσπαθούσαν να πάνε βόρεια.

33 Παρόλο που ηŞaziye λέει ότι ο αριθμός των νεκρών ήταν έντεκα, άλλες πηγές δηλώνουν έξι. Επιπλέον, φαίνεται να

υπάρχει κάποια σύγχυση σχετικά με το γεγονός της εισόδου ενός Ελληνο-Κύπριου στο θύλακα για σκοπούς λεηλασίας

και αργότερα επίθεσης τον Αύγουστο του 1974, που άφησε πίσω έξι νεκρούς. Βλ. Murad Hüsnü Özad, Baf ve Mücadele

Yılları (Lefkoşa: Akdeniz Haber Ajansı Yayınları, 2002), 138, για λεπτομέρειες. Το βιβλίο παρέχει επίσης μια καθημερινή

περιγραφή των προσώπων που στέλνονταν προς τα βόρεια.


38 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Η μητέρα της ανυπομονούσε να επανενωθεί με τα παιδιά της και έτσι πλήρωσε εκατό λίρες

ανά άτομο για να φέρει το γιο και την κόρη της στα βόρεια. Ταξίδευαν σε μια ομάδα 120 πεζών

διασχίζοντας τα βουνά, από την Πάφο.

Υπήρχαν μικρά παιδιά- τεσσάρων ετών. Υπήρχαν πολύ ηλικιωμένοι άνθρωποι. Βιώσαμε

κάποιες πολύ τρομακτικές στιγμές. Περπατούσαμε κατά τη διάρκεια της νύχτας και κρυβόμασταν

κατά τη διάρκεια της ημέρας. Υπήρχε ένα παιδί δύο ετών που έκλαιγε και έβαζαν

καπάκια στο στόμα του προσπαθώντας να κρύψουν τις κραυγές του. Για τρεις μέρες και

νύχτες, δεν είχαμε τίποτα να φάμε. Ό,τι είχαμε φέρει μαζί μας, το ψωμί και το τυρί και τέτοια,

τα είχαμε πετάξει, λόγω της εξάντλησης. Δεν μπορούσαμε να τα μεταφέρουμε. Οι περισσότεροι

άνθρωποι έκαναν το ίδιο. Αφήσαμε μόνο μερικά κομμάτια ρούχα και έπειτα τα

πετάξαμε και αυτά. Επειδή πηγαίναμε σε απόκρημνα βουνά και δεν είμαστε συνηθισμένοι

σε αυτό. Μερικοί φίλοι μου από το σχολείο ήρθαν επίσης μαζί μας. Ήρθαμε όλοι κοντά…

Θυμάμαι ότι υπήρχε μια μητέρα που ήταν σε αυτήν την πλευρά και ήθελε το παιδί της.

Το παιδί ήταν μόλις τεσσάρων χρονών και το είχαν ξεχάσει στο βουνό. Δεν ξέρω τι συνέβη

σε εκείνο το παιδί.

Έφτασαν στη Λεύκα και ο οδηγός τους είπε ότι όταν θα τους έλεγε να τρέξουν, αυτοί θα

έπρεπε να τρέξουν όσο γρήγορα μπορούσαν προς τα οδοφράγματα. Έτρεξαν γρήγορα προς

τα τούρκικα οδοφράγματα παρόλο που, όπως αναφέρει, οι Ελληνο- Κύπριοι στρατιώτες τους

έβλεπαν και δεν έκαναν καμία προσπάθεια να παρέμβουν.

Δύο από τους αδελφούς της περίμεναν εκεί για να την συναντήσουν. Ήταν η εποχή του

πορτοκαλιού και τους έδωσαν πορτοκάλια για να φάνε τα οποία έβλαψαν το στομάχι τους,

αφού είχαν μείνει πεινασμένοι για τόσες πολλές ημέρες. Η μητέρα της μέχρι τότε είχε βρει σπίτι

στη Μόρφου/Güzelyurt και οι αδελφοί της την πήγαν εκεί. Ο νεότερος αδελφός της, ο οποίος

ήταν μόλις έξι, είχε εξαντληθεί από το περπάτημα τόσων ημερών χωρίς ύπνο. Αμέσως κατέρρευσε

σε ένα κρεβάτι και η μητέρα τους, αναφέρει, στεκόταν μπροστά του και φώναζε, «Δεν

είσαι νεκρός, είσαι; Σήκω, άσε με να σε δω!»

ΗŞaziye λέει ότι παρόλο που ήθελε να πάει στο βορρά, είχε αρχίσει να της λείπει το σπίτι

της στην Πάφο μόλις έφτασε. Επιπλέον, υπέφερε για πολλά χρόνια από τις συνέπειες των

εμπειριών της. Βρισκόταν στην αρχή του τρίτου έτους του γυμνασίου και είχε προβλήματα

προσαρμογής.

Ήταν λες και είχαν σβηστεί από τον εγκέφαλό μου. Από το να είμαι καλή στο σχολείο, κατέληξα

ακόμη και να μην θέλω να πάω σχολείο. Ο πόλεμος είχε πραγματικά μια έντονη επίδραση

στο μυαλό μας. Δεν ήμουν συνηθισμένη να μην είμαι καλή μαθήτρια στο σχολείο,

αλλά φυσικά δεν είχα πάει στο σχολείο για κάποιο χρονικό διάστημα… Πάντα σκέφτεσαι


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

39

το παρελθόν. Όταν πας για ύπνο, θα βλέπεις πάντα τα όπλα, θα βλέπεις πάντα τον πόλεμο.

Διήρκεσε τρία ή τέσσερα χρόνια. Ήμουν πάντα με το φόβο. Κάθε φορά που άκουγα έναν

ήχο, σκεφτόμουν ότι ήταν πυροβολισμός.

Όταν έγινε δεκαοχτώ, έφυγε για την Αγγλία και παρέμεινε εκεί από το 1979 μέχρι το 2006.

Είχαν έρθει για διακοπές στην Κύπρο το 2003, όταν άκουσε ότι τα οδοφράγματα είχαν ανοίξει.

Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν το σπίτι μου. Πήγαμε, και ένιωσα τόσο

περίεργα. Χαρά και θλίψη ταυτόχρονα. Ήταν λες και δεν είχα δει ποτέ άλλο σπίτι. Δεν υπάρχει

τίποτα σαν το σπίτι ενός ατόμου… Πήγαμε μέσα. Ένας γέρος και μια γρια γυναίκα

ζούσαν εκεί. Είπαν ότι για όλα έφταιγε ο Denktaş. Δεν είπαμε τίποτα, γιατί δεν πήγαμε εκεί

ως πολιτικοί… Εν πάσει περίπτώσει, είχαμε πολλά προβλήματα εκείνη την ημέρα. Αλλά οι

ιδιοκτήτες του σπιτιού συμπεριφέρθηκαν αξιοπρεπώς… Το σπίτι ήταν πολύ διαφορετικό.

Ήταν λες και οι δρόμοι είχαν μεγαλώσει, αλλά τα σπίτια είχαν συρρικνωθεί. Έμοιαζε τόσο

μικρό και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ζούσαμε εκεί μέσα τότε. Ο κήπος μου φάνηκε

τόσο μικρός και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς είχαμε ζήσει εκεί.

Αυτή και ο σύζυγός της επέστρεψαν μόνιμα στο νησί το 2006 μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες

στο εξωτερικό. Τα παιδιά τους ήρθαν μαζί τους με την πρόθεση να εγκατασταθούν στην

Κύπρο. Υποστηρίζουν τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις, αλλά όταν ρωτήθηκε για τις δικές της

προθέσεις, ηŞaziye ήταν σαφής.

Να επιστρέψω για χάρη του σπιτιού δεν έχει νόημα. Κανείς δε θα επέστρεφε μόνο για ένα

σπίτι… Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν μαζί. Μετά

από τόσα που έχουν συμβεί, δεν βλέπω πώς οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν μαζί. Όλα

αυτά άφησαν ένα κακό σημάδι και αυτό δεν μπορούμε να το αντιστρέψουμε. Δύο χωριστά

κρατίδια, αλλά ένα ομοσπονδιακό κράτος - αυτό θέλουμε.

Sami (59 ετών)- από τη Φλάσου στη Μόρφου μέσω Λεύκας

Ο Sami είναι οδοντίατρος και σήμερα ζει στη Μόρφου/Güzelyurt. Κατάγεται αρχικά από το

χωριό Φλάσου που βρίσκεται στην περιοχή Σολέας στους πρόποδες του Τροόδους. Επειδή η

Φλάσου ήταν μικτό χωριό, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του έχοντας πολλές σχέσεις με

Ελληνο-Κυπρίους. Υπήρχαν Ελληνοκυπριακά σπίτια κοντά στο δικό τους και ο πατέρας του

είχε πολλούς Ελληνοκύπριους φίλους και γνωστούς.

Κυρίως έπαιζα με παιδιά Τουρκοκυπρίων. Υπήρχε ένας Ελληνο-Κύπριος στην ηλικία μου με

το όνομα Λάμπρος, με τον οποίο έπαιζα. Επειδή παίζαμε μαζί, είχα μάθει να μιλάω Ελληνικά.

Στο χωριό μας υπήρχε ένα ποταμάκι και το καλοκαίρι τα παιδιά, Ελληνοκύπριοι και


40 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Τουρκοκύπριοι, από τα γύρω χωριά πήγαιναν εκεί για να κολυμπήσουν. Επίσης συνήθιζα

να φορτώνω τα πράγματα, που οι γονείς μου είχαν καλλιεργήσει και ήθελαν να πουλήσουν,

σε ένα γαϊδουράκι και πήγαινα από σπίτι σε σπίτι για να τα πουλήσω. Ο πατέρας μου έπαιζε

πάντα χαρτιά στο καφενείο με τους Ελληνοκύπριους και πήγαινα και ‘γω εκεί. Με άλλα

λόγια, δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ «Ελλήνων-Τούρκων» και σε θρησκευτικές ημέρες

και αργίες, για παράδειγμα το Πάσχα, όταν έφτιαχναν φλαούνα/pilavuna έδιναν και σε μας

και άλλες φορές όταν εμείς φτιάχναμε κουλούρι/çörek δίναμε σ’ αυτούς.

Φωτογραφία 13: Ο πατέρας του Sami, Salahi, με τους Ελληνοκύπριους φίλους του.

Ο Salahi είναι ο δεύτερος από αριστερά.

Αυτός ο τρόπος ζωής διακόπηκε δύο φορές, όταν έφυγαν από το χωριό το 1958 και μετά

ξανά το 1963. Το 1958, η οικογένειά του αισθάνθηκε να απειλείται από Ελληνο- Κύπριους

εξτρεμιστές των γύρω χωριών και διέφυγαν πεζοί στη Λεύκα. Εκεί έζησε σε συνθήκες συνωστισμού

στις οικίες της εταιρείας των ορυχείων Λεύκας, μαζί με έως και τριάντα άλλα άτομα

που διέμεναν σε ένα μικρό σπίτι. Επέστρεψαν στην Φλάσου το 1960 μετά την ίδρυση της

Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά έφυγαν και πάλι το 1963, όταν μετά που πραγματοποιήθηκαν

κάποια βίαια επεισόδια στα γύρω χωριά αισθάνθηκαν ότι απειλούνταν. Κατέφυγαν και πάλι

στη Λεύκα και αυτή τη φορά το σπίτι τους λεηλατήθηκε και καταστράφηκε. Αυτό, λέει, γκρέμισε

τις πιθανότητές τους να επιστρέψουν στο χωριό, παρά τα προβλήματα προσαρμογής

που βίωναν στη Λεύκα.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

41

Είναι όπως όταν ξεριζώνεις ένα δέντρο από εκεί που είναι ριζωμένο και έπειτα το φυτεύεις

αλλού και μέχρι να μεγαλώσει νέες ρίζες βιώνει ένα πρόβλημα προσαρμογής. Υπήρχαν

ορισμένες διαφορές μεταξύ της ζωής μας στο χωριό όταν ήμουν μικρός και των νέων

τόπων όπου εγκατασταθήκαμε. Έτσι, η προσαρμογή μου πήρε κάποιο χρόνο. Επίσης, το να

είμαστε πρόσφυγες σήμαινε ότι μας αντιμετώπιζαν ως δεύτερης κατηγορίας ανθρώπους.

Εκείνη την εποχή, τα εμπάργκο που μας έβαζαν οι Ελληνοκύπριοι, μας έκαναν τη ζωή

δύσκολη. Από τη μια πλευρά, υπήρχαν οικονομικά προβλήματα, από την άλλη πλευρά

υπήρχε πρόβλημα στο να εξασφαλίσουμε τρόφιμα. Παίρναμε ψωμί, γάλα και άλλα τρόφιμα

με κουπόνια από τον ΟΗΕ. Η διανομή γινόταν σύμφωνα με τον αριθμό των παιδιών

κάθε οικογένειας.

Φωτογραφία 14: Οικογενειακό πικνίκ στη Σολέα, κοντά στο χωριό Φλάσου,

μετά τη χαλάρωση των περιορισμών μετακίνησης το 1968. Ο Sami βρίσκεται στα δεξιά.

Η οικογένεια παρέμεινε στη Λεύκα για τα επόμενα δέκα χρόνια. Ο πατέρας του πήγε να εργαστεί

στα ορυχεία και ο Sami ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του εκεί.

Στο τελευταίο έτος του λυκείου, το 1969, ο Sami έγινε mücahit, Τουρκοκύπριος πολεμιστής/

στρατιώτης, και συνέχισε μέχρι ένα χρόνο μετά από την αποφοίτησή του. Εκείνη την εποχή, η

τουρκική κυβέρνηση έδινε πανεπιστημιακές υποτροφίες σε νεαρούς Τουρκοκύπριους άνδρες

που είχαν ολοκληρώσει δύο χρόνια στρατιωτικής θητείας. Περιγράφει πώς, στο τελευταίο έτος

του λυκείου, πήγαινε στο σχολείο κατά τη διάρκεια της ημέρας και τη νύχτα αναλάμβανε

καθήκοντα φύλακα, συνήθως παίρνοντας τα σχολικά βιβλία μαζί του. Έφυγε για να σπουδάσει

ιατρική στη Σμύρνη/Izmir το 1971 και επέστρεψε μετά από τις εξετάσεις μόλις μια-δυο μέρες

πριν από το πραξικόπημα του 1974.


42 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Φτάσαμε στην Κύπρο και, δύο ημέρες αργότερα, στις 15 Ιουλίου έγινε το πραξικόπημα.

Μας επιστράτευσαν αμέσως και ζήσαμε κάποιες δύσκολες στιγμές μέχρι την επέμβαση της

Τουρκίας στις 20 Ιουλίου. Κυρίως επειδή η Λεύκα ήταν τόσο μακριά από τα πάντα, μέχρι τη

δεύτερη επέμβαση τον Αύγουστο, ήμασταν κάτω από τον Ελληνοκυπριακό έλεγχο. Εκείνη

την εποχή, οι Ελληνοκύπριοι που υποχωρούσαν έπαιρναν μαζί τους πάρα πολλούς Τουρκοκύπριους

στρατιώτες ως κρατούμενους. Κράτησα κάποια χρήματα μαζί μου σε περίπτωση

που έρχονταν για μένα, αλλά έφυγαν τόσο γρήγορα που δεν πέρασαν από κάθε

σπίτι. Έτσι δεν με πήραν αιχμάλωτο, αλλά ήμασταν σε συνθήκες αιχμαλωσίας για ένα μήνα

στη Λεύκα. Μετά το τέλος της επέμβασης, επέστρεψα στο πανεπιστήμιο τον Σεπτέμβριο.

Όταν επέστρεψε στην Κύπρο, στην οικογένειά του είχε ήδη δοθεί ένα σπίτι στο Πραστιό κοντά

στη Μόρφου, και ξεκίνησε την οδοντιατρική πρακτική του στη Μόρφου, κοντά στην οικογένειά

του.

Ακόμη και πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, κατάφερε να επισκεφτεί τη

Φλάσου μία φορά. Μετά το άνοιγμα, το επισκέπτεται τακτικά και λέει ότι αισθάνεται ακόμα

δεσμούς με το χωριό.

Έζησα εκεί μόνο μέχρι την ηλικία των έντεκα και αυτό διακόπηκε. Παρόλ’ αυτά, σήμερα

όταν πηγαίνω στο χωριό, είμαι ακόμα συγκινημένος από τις αναμνήσεις «εκεί έκανα αυτό,

εδώ έκανα εκείνο». Για παράδειγμα, όταν ένας φίλος οδοντίατρος με πήγε στο χωριό μου

35-40 χρόνια αργότερα και σταθήκαμε μπροστά από το κατεστραμμένο σπίτι μου, τα μάτια

μου γέμισαν δάκρυα, ήμουν πολύ συγκινημένος, και όλη η παιδική μου ηλικία πέρασε

μπροστά από τα μάτια μου σαν ταινία. Θυμήθηκα το δέντρο στο οποίο συνήθιζα να σκαρφαλώνω,

το μέρος όπου έπεσα, το γαϊδούρι που συνήθιζα να καβαλικεύω, ακόμη και το

σημάδι στο πόδι μου. Ο Ελληνοκύπριος συνάδελφος ο οποίος με πήγε εκεί, είχε καταλάβει

πολύ καλά πώς ένιωσα, επειδή είναι κι αυτός πρόσφυγας από τη Μόρφου.

Η θλίψη και η μελαγχολία που ένιωσα είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Παρόλο που δεν έχω

πλέον σπίτι και χωράφια, εξακολουθώ να πηγαίνω στο χωριό μου. Μερικές φορές ο πατέρας

μου θέλει να πάει να δει τους ανθρώπους που ξέρει εκεί.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

43

Φωτογραφία 15: Τα ερείπια από το σπίτι των παιδικών χρόνων του Sami στο χωριό Φλάσου.

Παρά τους δεσμούς αυτούς, όμως, λέει ότι η επιστροφή δεν είναι πλέον δυνατή. Η ζωή του

είναι πλέον στη Μόρφου, στο βορρά, και η αποκατάσταση του ιδίου στα νότια τόσο επαγγελματικά

όσο και κοινωνικά θα ήταν πολύ δύσκολη. Όταν ρωτήθηκε για το ζήτημα της εδαφικής

προσαρμογής και το ενδεχόμενο η Μόρφου να ενσωματωθεί στο Ελληνοκυπριακό κράτος,

εκείνος εκφράζει αμφιβολίες.

Περισσότερο από το αν θα πρέπει να δοθεί πίσω ή όχι, το πραγματικό ζήτημα είναι ο ξεριζωμός

των ανθρώπων και ο εξαναγκασμός τους να πάνε να ζήσουν κάπου αλλού. Εμείς

εκτοπιστήκαμε τρεις φορές, το 1958, το 1963, και το 1974. Αυτή η περιοχή ανέκαθεν συζητιέται

ως μια περιοχή που θα μπορούσε να δοθεί πίσω. Για παράδειγμα, στο σχέδιο Ανάν

θα ήταν. Ακόμα περισσότερο από το αν θα πρέπει να δοθεί πίσω, το πραγματικό ζήτημα

είναι ότι οι άνθρωποι συνεχώς ξεριζώνονται και αναγκάζονται να πάνε κάπου αλλού.

Μπορείτε να φανταστείτε, όλες σας οι επενδύσεις, το σπίτι σας, η εργασία σας να είναι εδώ

και ξαφνικά να σας ξεριζώσουν και να σας πάρουν κάπου που να είναι αβέβαια; Εβδομήντα

τοις εκατό των ανθρώπων εδώ ψήφισαν ναι στο σχέδιο Ανάν, ακριβώς έτσι ώστε η

αβεβαιότητα αυτή να επιλυθεί, αλλά όταν η άλλη πλευρά είπε όχι, βέβαια δημιούργησε


44 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

απογοήτευση, θυμό και φόβο. Οι άνθρωποι δεν σκέφτονται πια με τον τρόπο που σκέφτονταν

τότε, κατά την περίοδο του Σχεδίου Ανάν. Δεν μπορούν τόσο εύκολα να πουν ότι πρέπει

να δοθεί πίσω, επειδή δεν μπορούν να δουν τι έχουν μπροστά τους. Ένα άτομο όταν

φεύγει από ένα μέρος, θέλει να πάει κάπου καλύτερα, δε θα θέλει να πάει κάπου που θα

είναι σε χειρότερη κατάσταση.

Την ίδια στιγμή, ο Sami υποστήριξε το Σχέδιο Ανάν και είναι θερμός υποστηρικτής της ομοσπονδιακής

λύσης.

Öncel (51 ετών)- από τη Μακούντα στον Νικήτα/Güneşköy

ΟÖncel πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο χωριό Μακούντα, στην επαρχία Πάφου βόρεια της

Πόλης της Χρυσοχούς. Προέρχεται από μια μεγάλη οικογένεια με έντεκα παιδιά, τρία κορίτσια

και οκτώ αγόρια, η οποία κατείχε αρκετές εκατοντάδες σκάλες/ dönüms γης γύρω από το

χωριό. Με τα έσοδα από τη γη τους, μπόρεσαν να σπουδάσουν οκτώ από τα έντεκα παιδιά στο

πανεπιστήμιο. Η Μακούντα ήταν ένα εξ ολοκλήρου Τουρκοκυπριακό χωριό σε μια περιοχή

με πολλά μικρά Τουρκοκυπριακά χωριά και δύο μεγαλύτερα Ελληνοκυπριακά χωριά, την

Αργάκα και την Κυνούσα.

Είχαμε πολύ καλές σχέσεις με το χωριό Αργάκα. Ποτέ δεν μας είδαν ως εχθρούς, ούτε μας

συμπεριφέρονταν διαφορετικά. Η Κυνούσα ήταν πιο σοβινιστική, εκεί υπήρχε μια ομάδα

Ελλήνων εθνικιστών, αλλά η Αργάκα ως μεγαλύτερη, προέβαλε εμπόδια στο να μας συμβεί

οτιδήποτε. Δηλαδή, δεν θυμάμαι κανένα σοβαρό πρόβλημα μεταξύ του 1963 και του 1974.

Μάλιστα, πιστεύει ότι, παρά τα σοβαρά περιστατικά βίας στη γειτονική Πόλη της Χρυσοχούς

τα οποία, οφείλονταν στους Ελληνοκύπριους της Αργάκας το ότι τα γεγονότα αυτά δεν τους

επηρέασαν.

[Η βία στην Πόλη] ήταν σοβαρή, αλλά στην πραγματικότητα δε μας επηρέασε. Το γεγονός

ότι οι χωρικοί από την Αργάκα δεν συμπεριφέρονταν με σοβινιστικό τρόπο, πραγματικά

επηρέασε τα πράγματα. Θυμάμαι μια φορά τρεις ή πέντε Ελληνοκύπριοι προσπάθησαν να

έρθουν στο χωριό και ο πατέρας μου που ήταν αγωνιστής [mücahit], έριξε μερικές βολές

εναντίον τους στην είσοδο του χωριού. Έφυγαν και δεν ήρθαν ξανά. Αλλά το πιο ενδιαφέρον

είναι ότι ο θείος μου εργαζόταν τότε στο ορυχείο του Λιμνίτη και μια μέρα είδε ότι έλειπε

ο δείκτης από το χέρι ενός Ελληνοκύπριου που πήγε να εργαστεί εκεί. Όταν τον ρώτησε τι

είχε συμβεί, εκείνος απάντησε ότι ήταν ένα αναμνηστικό από τη Μακούντα.

Αποδείχθηκε ότι αυτός ο Ελληνοκύπριος ήταν ένας από εκείνους που προσπάθησαν να

εισέλθουν στο χωριό και ένας από τους πυροβολισμούς του πατέρα μου είχε χτυπήσει το

δάχτυλό του.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

45

Εκτός από τέτοια μικρά περιστατικά, οÖncel λέει ότι η Μακούντα δεν επηρεάστηκε άμεσα από τις

συγκρούσεις μέχρι το 1974, όταν κάποιοι Τουρκοκύπριοι αγωνιστές από την Πόλη που φοβούνταν

ότι θα τους αιχμαλώτιζαν οι Ελληνοκύπριοι, βρήκαν καταφύγιο στο χωριό. Κάθε οικογένεια, λέει,

έκρυψε τουλάχιστον έναν αγωνιστή, ενώ η οικογένειά του πήρε τρεις. Μετά την παύση της άμεσης

βίας, οι αγωνιστές επέστρεψαν στην Πόλη και τελικά στάλθηκαν στα βόρεια μετά τη Συμφωνία της

Βιέννης, του 1975.

Η οικογένεια του Öncel προσπάθησε δύο φορές να περάσει προς τα βόρεια, ταξιδεύοντας με

τα πόδια μαζί με άλλους σε ομάδες των 100-150 ατόμων. Και τις δύο φορές, έφταναν μέχρι την

Τυλληριά/Yeşilırmak προτού να τους σταματήσει η Ελληνοκυπριακή Αστυνομία που τους ανάγκαζε

να επιστρέψουν πίσω στην Μακούντα. Όταν ο πατέρας του τραυματίστηκε στο χέρι σε ένα αγροτικό

ατύχημα, οδηγήθηκε στα βόρεια από τις δυνάμεις του ΟΗΕ. Το ίδιο έγινε και με τα μεγαλύτερα

αδέλφια του Öncel, οι οποίοι σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο στην Τουρκία, όταν ξεκίνησε η μάχη

το 1974. Για να συνεχίσουν τις σπουδές τους, τα Ηνωμένα Έθνη τους έφερε στα βόρεια. Μέχρι τη

στιγμή που οÖncel είχε φτάσει με τη μητέρα του και την υπόλοιπη οικογένειά του στα βόρεια,

στον πατέρα και τα μεγαλύτερα αδέλφια του είχε ήδη δοθεί ένα σπίτι και έτσι εγκαταστάθηκαν

στο Νικήτα/Güneşköy.

Ήρθαμε με τη βοήθεια των Ηνωμένων Εθνών. Ήρθαν φορτηγά και πήραμε μαζί μας ό,τι

μπορούσαμε να κουβαλήσουμε. Θυμάμαι ξεκάθαρα ότι αφήσαμε τις αγελάδες μας σε

έναν πολύ στενό φίλο του πατέρα μου, με το όνομα Ανδρέας [ψευδώνυμο] που ζούσε

στην Αργάκα. Όταν φεύγαμε, υποθέσαμε ότι θα επιστρέφαμε σε λίγους μήνες και ο θείος

Ανδρέας μας είπε ότι όταν θα επιστρέφαμε θα μας παρέδιδε τις αγελάδες, μαζί με οποιαδήποτε

μοσχάρια που θα είχαν γεννηθεί μέχρι τότε. Επιβιβαστήκαμε στα λεωφορεία και

ήρθαμε με τα φορτηγά μέσα από τον παλιό δρόμο του Αεροδρομίου Λευκωσίας στα

βόρεια… Είχαμε την εντύπωση ότι όπως και με τον εκτοπισμό του 1957 και του 1963,

όταν τα πράγματα θα ηρεμούσαν, ο καθένας θα πήγαινε σπίτι του. Και φυσικά, μπορεί να

σκεφτόμασταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, επειδή κανένας μέχρι τότε δεν είχε εκτοπιστεί από

το χωριό μας.

Λέει ότι κατάφεραν να πάρουν μαζί τους μόνο μερικά προσωπικά τους αντικείμενα, όπως φωτογραφίες

και κάποια βιβλία. Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003, βρήκαν μερικά από τα υπάρχοντά

τους κάτω από τα ερείπια του σπιτιού τους. Μάλιστα, λέει, το άνοιγμα των οδοφραγμάτων

ήταν μια απογοητευτική και συγκλονιστική εμπειρία, αφού δεν περίμεναν ότι το σπίτι τους θα είχε

καταστραφεί.


46 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Σκεφτόμασταν, ήρθαμε εδώ και εγκατασταθήκαμε σε σπίτια Ελληνοκυπρίων και τα φροντίσαμε.

Δηλαδή, η κατάσταση των σπιτιών έχει βελτιωθεί και όχι χειροτερέψει. Όλη μου η

οικογένεια και εγώ αναμέναμε ότι οι Ελληνοκύπριοι θα φρόντιζαν τα σπίτια μας. Ότι θα

υπήρχαν και ότι θα έμεναν μέσα άνθρωποι. Αλλά, όταν περάσαμε από την άλλη πλευρά για

να πάμε να δούμε το σπίτι μας, νιώσαμε τεράστια απογοήτευση όταν διαπιστώσαμε ότι

είχε καταρρεύσει από την εγκατάλειψη… Ήταν σαν ένα κρύο ντους και μετά από αυτό δεν

ήθελα να πάω ξανά στο χωριό μου. Πηγαίνω προς τα νότια συχνά, έχω λίγους φίλους και

εργάζομαι σε διάφορα προγράμματα εκεί, ένα από αυτά είναι ακόμα σε εξέλιξη και είμαι ο

διαχειριστής του, αλλά δε με ελκύει το χωριό πια. Είναι ένα εντελώς διαφορετικό συναίσθημα

και πιθανόν ο λόγος που δε θέλω να πάω είναι γιατί ξέρω ότι θα με αναστατώσει. Ο τόπος

στον οποίο πέρασα τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής μου, είναι σήμερα ένας

σωρός από χώμα που θα μπορούσε να χωρέσει στο πίσω μέρος ενός φορτηγού. Πάω στην

Αργάκα, επισκέπτομαι έναν παιδικό μου φίλο ο οποίος διαθέτει μια υπεραγορά στο δρόμο

για την Πόλη, αλλά στο μέρος που βρισκόταν το σπίτι μου κάποτε πήγα μόνο μια φορά και

από τότε δεν έχω πάει ξανά.

Ταυτόχρονα, σημειώνει ότι ο ίδιος και η οικογένειά του ποτέ δεν έχουν πλήρως «εγκατασταθεί»

στο βορρά, καθώς πάντα ανέμεναν ότι θα επέστρεφαν στο χωριό τους.

Όταν φτάσαμε, ο πατέρας μου, τα τέσσερα μου αδέλφια, και η μεγαλύτερη αδελφή μου

ήταν ήδη εδώ. Υπήρχε ένα σπίτι, αλλά ήταν σαν να μην ήταν το σπίτι μας. Μέχρι να φτάσουμε,

το σπίτι ήταν ήδη επιπλωμένο και καθαρό. Αλλά η ιδέα ότι θα επιστρέφαμε, ότι

ήμασταν εδώ μόνο προσωρινά, ήταν διαδεδομένη σε όλα τα μέλη της οικογένειάς μου

και εξακολουθεί να είναι. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, περιμένουμε να συμφωνηθεί

μια λύση, ώστε να μπορούμε να πάμε στη Μαγούντα. Αναμένουμε μια λύση που θα μας

επιτρέψει να πάμε πίσω και να διεκδικήσουμε πίσω τις περιουσίες μας στο νότο. Με άλλα

λόγια, κατά την περίοδο μετά το 1974 δεν είχαμε ποτέ την ψυχολογία ότι έχουμε εγκατασταθεί

εδώ.

Λέει ότι, ενώ η οικογένειά του πάντα επιθυμούσε να επιστρέψει, ο αριθμός των ατόμων από τη

Μακούντα που επιθυμούν να επιστρέψουν έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Αυτό, το αποδίδει εν

μέρει στο γεγονός ότι η Μαγούντα έχει πρόσφατα ανακηρυχθεί τουριστική περιοχή και η αξία της

έχει αυξηθεί σημαντικά. Την ίδια στιγμή, το χωριό όπου ζουν σήμερα θα είχε ενσωματωθεί στο

Ελληνοκυπριακό κράτος σύμφωνα με το Σχέδιο Ανάν, που σημαίνει ότι τα άτομα αυτά που ζουν

σήμερα στα σπίτια των Ελληνοκυπρίων στο χωριό είτε θα μεταφέρονταν στο Καπούτι ή θα τους

επιτρεπόταν να επιστρέψουν στα χωριά τους. Όπως αναφέρει, θα ήθελε να επιστρέψει για να μπορέσει

να συνειδητοποίησει την αξία της έκτασης των τετρακοσίων σκαλών/dönüms της οικογένειάς

του, αν και αναγνωρίζει ότι αυτό δεν ισχύει για τη νεότερη γενιά.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

47

Αυτοί που είναι στην ηλικία μας, οι οποίοι έχουν ζήσει στην Μακούντα, βρίσκονται σε ηλικία

συνταξιοδότησης. Αν το θέλω, μπορώ να αποσυρθώ και να περάσω τη συνταξιοδότηση

μου εκεί, όπου υπάρχει καθαρός αέρας και φύση, αλλά από την άλλη πλευρά τα παιδιά

λένε, «Μπαμπά, θα μας αφήσεις;” Δεν έχουν κανένα δεσμό με τον τόπο, δεν είναι τόσο πρόθυμοι

να πάνε. Η μητέρα μου, για παράδειγμα, πέρασε σαράντα χρόνια της ζωής της εκεί,

και θέλει να πάμε πίσω ακόμα περισσότερο από ό,τι εγώ. Πέρασε σαράντα χρόνια με τον

πατέρα μου εκεί και μόλις οκτώ χρόνια μαζί του εδώ, έτσι σαφώς η επιθυμία να επιστρέψει

εξαρτάται από αυτά που έχει βιώσει.

Φωτογραφία 16: Πρώην Τουρκοκυπριακό χωριό στην περιοχή της Πάφου

που χρησιμοποιείται σήμερα σαν χώρος φύλαξης ζώων.


48 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Sultan (71 ετών) από το Δάλι στο Αργάκι/Akçay μέσω

Λουρουτζίνας και Λευκωσίας

Το 1963, η Sultan ήταν παντρεμένη και ζούσε με το σύζυγό της στο Δάλι. Το Δάλι είχε ένα μεγάλο

Τουρκοκυπριακό πληθυσμό και, όπως λέει, έφυγε από το χωριό για την Ποταμιά/Dereliköy

όταν αισθάνθηκαν ότι απειλούνταν. Εκείνη τη χρονιά, είχαν μια μεγάλη σοδειά πατάτας,

αλλά μετά η έναρξη της δικοινοτικής βίας το εγχείρημα της πώλησης της σοδειάς τους έγινε

επικίνδυνο. Ο σύζυγός της αποφάσισε να πάει στη Λευκωσία με την ελπίδα της εξεύρεσης

αγοραστή, αλλά τον σταμάτησαν κοντά στη Λουρουτζίνα με δύο φίλους του και συνελήφθησαν

από την Ελληνοκυπριακή Αστυνομία.

Πέρασαν τρεις ημέρες, πέρασαν πέντε μέρες, δεν ερχόταν κανείς και κανείς δε μας έφερνε

νέα. Εκείνο το διάστημα, ο κουνιάδος μου εργαζόταν στην Τούρκικη Πρεσβεία. Μετά από

είκοσι ημέρες κάποιος ήρθε και χτυπούσε το παράθυρο λέγοντας ότι με ήθελαν επειγόντως

στο τηλέφωνο. Πήγα στην πλατεία του χωριού και ήταν ο κουνιάδος μου στο τηλέφωνο.

«Νύφη, έχουν αφήσει ελεύθερο τον αδελφό μου και είναι μαζί μου αυτή τη στιγμή», είπε,

και του έδωσε το τηλέφωνο και μιλήσαμε. Εκείνο το απόγευμα επέστρεψε στο χωριό.

Όπως λέει, τους έβαλαν φυλακή, αλλά μετά κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε λόγος να τους κρατήσουν.

Ο υπεύθυνος λοχίας της αστυνομίας διέταξε να αφεθούν ελεύθεροι. Αφού επέστρεψε

ο σύζυγός της, όμως, παρέμεινε μόνο μια νύχτα στο χωριό.

Τότε, το μεγαλύτερο παιδί μου ήταν πολύ μικρό, μόλις έξι μηνών. Είπαν ότι υπήρξαν

συγκρού σεις στο χωριό Arpalık [Άγιος Σωζόμενος] και την επόμενη μέρα έπρεπε να

φύγουμε για τη Λουρουτζίνα, η οποία ήταν τρία χιλιόμετρα μακριά. Εκείνο το διάστημα

είχα μια νεώτερη αδελφή που σπούδαζε στην Άγκυρα και είχε έρθει για διακοπές. Η αδελφή

μου και εγώ πήραμε το μωρό και περπάτησαμε μέχρι τη Λουρουτζίνα. Ο σύζυγός μου μας

ακολουθούσε, επειδή μετέφερε τα ηλικιωμένα άτομα. Μας είχαν πει ότι οι νέοι θα έμεναν

στο χωριό, αλλά οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες και τα παιδιά θα πήγαιναν στη Λουρουτζίνα/

Akıncılar… Σύντομα οι κάτοικοι της Dereliköy [Ποταμιάς] εγκατέλειψαν, επίσης, το χωριό

τους για τη Λουρουτζίνα/Akıncılar. Αφού ήμασταν στη Λουρουτζίνα για λίγες ημέρες,

μάθαμε ότι είχαν επιτεθεί στα χωριά Iskele και Arpalık, έτσι ο σύζυγός μου είπε έπρεπε να

καταφύγουμε στη Λευκωσία. Υπήρχαν Τούρκοι στρατιώτες στη Λευκωσία, έτσι, είπε, αν έπεφτε

και η Λευκωσία αυτό θα σήμαινε ότι δε θα είχαν αφήσει κανένα Τούρκο στην Κύπρο.

Η Sultan λέει ότι πήγαν στη Λευκωσία, όπου εκεί η οικογένεια διασκορπίστηκε. Νοίκιασαν ένα

σπίτι από μια Αρμένια γυναίκα, αλλά το σπίτι ήταν εντελώς άδειο και δεν είχαν κανένα τρόπο

να το επιπλώσουν. Αφού παρέμειναν εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα, επέστρεψαν στο

χωριό τους και ξεκίνησαν να καλλιεργούν τα χωράφια τους κοντά στην Ποταμιά. Εκείνη τη

χρονιά, όπως λέει, φύτεψαν πατάτες, βαμβάκι, και πεντακόσιες σκάλες/dönüms σιτάρι. Αλλά


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

49

για μια φορά ακόμη άρχισαν τα προβλήματα και αναγκάστηκαν να φύγουν και πάλι για τη

Λουρουτζίνα, αφήνοντας πίσω πεντακόσιες σκάλες από σιτάρι και το τρακτέρ τους.

Ο σύζυγός μου αρρώστησε από το φόβο. Αυτός ο άνθρωπος ο οποίος δεν είχε ποτέ

φοβηθεί, κατάφεραν να τον συλλάβουν και να τον εκφοβίσουν τόσο πολύ που αρρώστησε.

Για αρκετά χρόνια εξακολουθήσαμε να μετακινούμαστε, μέχρι το 1974 που εγκαταστάθηκαμε

τελικά στο Αργάκι (Akcay). Βρήκαμε ένα μέρος που ήταν Τουρκοκυπριακή ιδιοκτησία

και το νοικιάσαμε, και ο σύζυγός μου άρχισε να αγοράζει και να πωλεί σιτάρι, κριθάρι

και αλεύρι.

Αν και η οικογένειά της έχει ακόμη αρκετές εκατοντάδες σκάλες γης μέσα και γύρω από το

Δάλι, λέει ότι δεν έχουν σκοπό να επιστρέψουν και ότι έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στο

Αργάκι/Akcay.

Ayhan (63 ετών)- από τη Γεροσκήπου

στην Κερύνεια/Girne μέσω Αυδήμου/Düzkaya

Ο Ayhan είναι ωρολογοποιός και ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας.

Ο πατέρας του ήταν πλανώδιος πωλητής παπλωμάτων, ενώ η μητέρα του καθάριζε

σπίτια και έπλενε ρούχα. Μόνο το μεσαίο παιδί, ένα αγόρι, κατάφερε να τελειώσει το σχολείο,

ενώ τα άλλα αγόρια έμαθαν τέχνες. Η Γεροσκήπου, όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια, την

εποχή εκείνη ήταν ένα μικτό χωριό με περίπου 3000 Ελληνο-Κύπριους κατοίκους και μια

μικρή Τουρκοκυπριακή μειονότητα 150 κατοίκων περίπου. Το 1962, πριν ξεκινήσουν οι

δικοινοτικές συγκρούσεις στο υπόλοιπο νησί, ένα περιστατικό στο χωριό προκάλεσε εντάσεις

μεταξύ των κοινοτήτων. Κατ’ αρχήν άρχισαν να κοιμούνται στο σπίτι ενός γείτονα, το

οποίο θεωρούσαν ασφαλέστερο, ενώ τα μεγαλύτερα αδέλφια του φύλαγαν το σπίτι τη νύχτα.

Όπως λέει, στην αρχή δεν κατάλαβε γιατί τα αδέρφια του φύλαγαν το σπίτι, έως ότου ένα

βράδυ είδε μια ομάδα Ελληνοκυπρίων να περιφέρεται στη γειτονιά με όπλα και ξύλα. Τα

αδέρφια του είχαν δημιουργήσει μια ασπίδα πίσω από την οποία παρακολουθούσαν τη

γειτονιά και θυμάται ότι ένα βράδυ η μητέρα του τον οδήγησε στην οροφή του σπιτιού,

Η μητέρα μού έδειξε το αστέρι και το μισοφέγγαρο στον ουρανό, όπως ακριβώς και στην

[τούρκικη] σημαία. Δεν είμαι ιδιαίτερα εθνικιστής, αλλά το εξηγώ γιατί με επηρέασε. Λίγο

καιρό αργότερα η μητέρα μου μάς ανακοίνωσε ότι το επόμενο πρωί θα μετακομίζαμε στο

σπίτι της αδελφής μου στην Αυδήμου (Evdim) και μας είπε να ετοιμαστούμε. Ρώτησα τη

μητέρα μου γιατί πηγαίναμε εκεί εφόσον είχαμε δικό μας σπίτι και μου είπε ότι αυτό ήταν

απαραίτητο. Έτσι, ετοιμαστήκαμε, και εφόσον εκείνες τις ημέρες δεν είχαμε και πολλά

υπάρχοντα, πήραμε μόνο ένα τραπέζι, καρέκλες και δύο κρεβάτια. Θυμάμαι ότι υπήρχε

ένα λεωφορείο επενδυμένο με ξύλο και είχαμε δέσει επάνω την ντουλάπα μου.


50 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Έμεναν με την αδελφή του στην Αυδήμου, όταν οι δικοινοτικές συγκρούσεις άρχισαν το

1963. Ο κουνιάδος του εργαζόταν στην αγγλική βάση στη Δεκέλεια και επειδή ήταν πλέον

δύσκολο για εκείνον να πηγαίνει στη δουλειά του, αποφάσισαν να μετακομίσουν στη Λεμεσό,

όπου ζούσε ο μεγαλύτερος αδελφός του Ayhan.

Ο Ayhan κατάφερε να τελειώσει μόνο το Δημοτικό, αλλά είχε ανέκαθεν ένα ενδιαφέρον

για τη μουσική. Όταν ήταν δεκαπέντε, άρχισε να παίζει ντραμς σε ένα ποπ μουσικό συγκρότημα

και έπαιζαν μουσική σε μπαρ στη Λεμεσό, σε μερικά από τα οποία σύχναζαν οι στρατιώτες

του ΟΗΕ. Την ίδια στιγμή, άρχισε να μαθαίνει το επάγγελμά του πλάι στον άνθρωπο

που θα γινόταν αργότερα πεθερός του. Επιπλέον, υπηρέτησε ως mücahit για τέσσερα

χρόνια, και μετά τη διάλυση του πρώτου του μουσικού συγκροτήματος, δημιούργησε ένα

άλλο συγκρότημα, με τον ίδιο αρχηγό. Το συγκρότημα είχε άμεση επιτυχία και έγινε ένα από

τα πιο δημοφιλή συγκροτήματα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Παντρεύτηκε το 1972 και ξεκίνησε να εργάζεται με τον πεθερό του ως ωρολογοποιός. Η

ζωή του συνεχίστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο μέχρι το 1974, όπως αναφέρει. Μέχρι τότε, είχε

ήδη τελειώσει τη στρατιωτική του θητεία, αλλά κλήθηκε πίσω στις 15 Ιουλίου. Παρέμειναν για

περίπου δέκα ημέρες στην κοίτη ενός ποταμού, όπου όπως λέει δεν χρησιμοποίησαν τα όπλα

τους, αλλά οι ίδιοι ήταν συνεχώς σε κίνδυνο να πληγούν από όλμους. Όταν τελικά τους είπαν

να παραδοθούν, τους δόθηκε εντολή να πετάξουν τα όπλα τους και να πάνε στο νοσοκομείο.

Εκεί, βρήκε τη μητέρα και τις αδελφές του.

Περίπου στις 8 η ώρα ήρθαν οι Ελληνοκύπριοι στρατιώτες, ήταν φοβισμένοι, μας μάζεψαν

και μας οδήγησαν σε ένα σχολείο. Την επόμενη μέρα άφησαν τις γυναίκες, τα παιδιά και

τους ηλικιωμένους να φύγουν. Υπήρχε ένας δρόμος που ονομαζόταν Παράκαμψη (By-Pass)

και μας οδήγησαν προς εκείνη την κατεύθυνση. Καθώς περπατούσα, δίπλα μου ήταν ένας

άνθρωπος με το παρατσούκλι Topçu (Πυροβολητής) ο οποίος έβγαλε τις στρατιωτικές

μπότες του και άρχισε να περπατάει με γυμνά πόδια στην άσφαλτο. Εκείνη τη στιγμή, είχαν

μαζευτεί κάποιοι Ελληνοκύπριοι που είχαν έρθει να μας δουν που περνούσαμε και μία

Ελληνο-Κύπρια γυναίκα έβγαλε τις παντόφλες της και τις έριξε προς εκείνον και αυτός τις

φόρεσε. Με άλλα λόγια, υπάρχουν πραγματικά καλοί άνθρωποι μεταξύ των Ελληνοκυπρίων.

Μας πήγαν σε ένα γήπεδο και μας είπαν, «θα πεθάνετε, είστε Τούρκικα σκυλιά» αλλά

πραγματικά δεν με ένοιαζε στην κατάσταση που βρισκόμουν. Πήγαμε σε ένα γήπεδο που

ήταν περιτριγυρισμένο με συρματοπλέγματα και, μαζί με τους κρατούμενους που έφεραν

από τη Λεύκα, ήμασταν 700 άτομα. Την επόμενη μέρα ήρθε μια μπουλντόζα και άρχισε

να σκάβει ένα λάκκο και τότε φοβηθήκαμε ότι επρόκειτο να μας σκοτώσουν και να μας

θάψουν εκεί, αλλά στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι έσκαβαν μια τουαλέτα. Την επόμενη

μέρα ήρθαν με ένα βυτιοφόρο και έφεραν νερό και την τρίτη ημέρα ήρθε ένα φορτηγό

με σταφύλια.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

51

Μετά από μια εβδομάδα, όπως περιγράφει, τους οδήγησαν σε ένα σχολείο, όπου τους χώρισαν

σε ομάδες. Ήταν αιχμάλωτος πολέμου για εκατό ημέρες και έπειτα τον μετέφεραν στο

Λήδρα Πάλας, στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων. Ωστόσο, μέχρι τότε ολόκληρη η οικογένειά

του, συμπεριλαμβανομένης και της συζύγου του, εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη

Λεμεσό. Η σύζυγός του κατάφερε να μεταβεί στα βόρεια με τη βοήθεια του Βρετανού διευθυντή

της βάσης της Επισκοπής, όπου δούλευε. Ο διευθυντής της έδωσε ένα χαρτί που έλεγε

ότι θα έπρεπε να πάει στην Δεκέλεια για να λάβει μέρος σε εξετάσεις και, μόλις μπήκε στη

βάση, πέρασε βόρεια. Οι αδελφές του πήγαν αργότερα καταβάλλοντας εκατό λίρες η κάθε

μία για να μεταβούν λαθραία στα βόρεια από ένα Ελληνο-Κύπριο οδηγό λεωφορείου.

Αν και το κατάστημα ρολογιών που είχαν στη Λεμεσό είχε βανδαλιστεί και λεηλατηθεί, ο

πεθερός του Ayhan κατάφερε να διασώσει μερικά αγαθά και να τα μεταφέρει κρυφά προς τα

βόρεια αρκετούς μήνες αργότερα με τη βοήθεια ενός Ελληνο-Κύπριου αστυνομικού. Τους

δόθηκε ένα σπίτι, το οποίο όπως λέει είχε μόνο ένα ψυγείο μέσα, το οποίο επισκεύασαν στη

συνέχεια. Αργότερα του δόθηκε το κατάστημα όπου εργάζεται ακόμα.

Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων επισκέφτηκε τη Γεροσκήπου, αλλά τα σπίτια τους

βρέθηκαν ερειπωμένα.

Το σπίτι μας στη Γεροσκήπου είχε γκρεμιστεί. Είχε δύο ξεχωριστά μέρη. Το ένα μέρος του

ήταν μακρύ και ήταν κατασκευασμένο από πέτρα… το τμήμα αυτό είχε πέσει κάτω. Υπήρχε

ένα μέρος που η μητέρα μου είχε κατασκευάσει από τούβλο, ώστε να μπορεί ο αδελφός

μου να διαβάζει πιο άνετα και αυτό ήταν ακόμα όρθιο. Εκεί μένει μία ηλικιωμένη γυναίκα,

αλλά δεν πήγα να χτυπήσω την πόρτα.

Παρόλο που θα ήθελε μια ομοσπονδιακή λύση, είναι της γνώμης ότι η Ελληνοκυπριακή

κοινωνία δεν έχει αλλάξει αρκετά…

Για παράδειγμα, όταν δημιουργήθηκε η πλατφόρμα «Αυτή χώρα είναι δική μας» (This

Country Is Ours), την υποστήριξα. Σκέφτηκα, οι δύο πλευρές υπέφεραν, έχασαν τις περιουσίες

τους, έχουν χάσει αγαπημένα τους πρόσωπα και τώρα, μετά από αυτό, είμαστε πλέον πιο

έξυπνοι. Αλλά αργότερα είδα ότι τόσο οι Ελληνοκύπριοι που γνώριζα πριν από το 1974 όσο

και αυτοί που συνάντησα μετά το άνοιγμα, πάντα σε βλέπουν σαν Τούρκο και λένε πράγματα

που είναι απαράδεκτα. Για παράδειγμα, ρωτούν, «Τι κάνουν οι Τούρκοι στρατιώτες

εδώ; Γιατί οι άνθρωποι έφυγαν απ’ εδώ;» Λες και δεν ξέρουν. «Όταν φύγει ο στρατός θα επιστρέψετε

στα σπίτια σας», λένε. Όταν λέω ότι δεν έχω σπίτι πια, λένε ότι θα μας χτίσουν ένα.

Εντάξει, αλλά ήρθα εδώ όταν ήμουν 25 ετών και τώρα είμαι 63. Πέρασα το μεγαλύτερο

μέρος της ζωής μου σε αυτήν την πλευρά παρά στην άλλη. Δεν μπορώ να επιστρέψω και

σε καμία περίπτωση ο οργανισμός μου δε θα άντεχε να επιστρέψει και να ξεκινήσει και πάλι

από την αρχή. Θέλω μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, όπως ο και ο ΟΗΕ την έχει αποδεχθεί.

Δεν χρειάζεται να ζήσουμε μαζί. Ας ζήσουμε χώρια και να τα πηγαίνουμε καλά.


52 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Φωτογραφία 17: Καμένα δέντρα εκεί όπου υπήρχε κάποτε το Τουρκοκυπριακό

χωριό Finike και που σήμερα είναι φράγμα.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

53

Kıymet (69 ετών)- από τη Λεμεσό στην Κερύνεια/Girne

ΗKıymet αρχικά προέρχεται από την Τουρκοκυπριακή συνοικία της Λεμεσού, όπου έζησε με

την οικογένειά της μέχρι που έφυγε για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης

το 1960. Φοιτούσε στο γυμνάσιο στη Λεμεσό στα τέλη της δεκαετίας του 1950 όταν,

όπως λέει, ο διαχωρισμός των Ελληνοκυπριακών και των Τουρκοκυπριακών συνοικιών έγινε

πιο εμφανής. «Δεν υπήρχε κάποια σαφής διαχωριστική γραμμή», αναφέρει, «αλλά κάθε φορά

που συνέβαινε κάτι, ο καθένας πήγαινε στη δική του πλευρά». Το οικογενειακό της σπίτι ήταν

ακριβώς στα σύνορα των Τουρκοκυπριακών και των Ελληνοκυπριακών συνοικιών της πόλης.

Η γειτονιά τους είχε γίνει καταφύγιο για τους Τουρκοκύπριους που έφευγαν από τα γύρω

χωριά και περιοχές έξω από την πόλη.

Μιλάει για την ανησυχία που αισθάνθηκε γύρω της όταν ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία,

περίπου την εποχή που έφυγε από την Κύπρο για το πανεπιστήμιο στην Κωνσταντινούπολη.

Στην πραγματικότητα, μεταξύ των Τούρκων κανείς δεν πίστευε στο μέλλον της Δημοκρατίας.

Δεν πίστευαν ότι οι Ελληνοκύπριοι ήταν αξιόπιστοι, αλλά και πάλι περιμέναμε ότι θα άντεχε

μέχρι και δέκα χρόνια, κανείς δεν περίμενε ότι θα διαρκούσε μόνο δύο ή τρία χρόνια. Το

μόνο πράγμα που εμπιστευόμασταν ήταν οι 650 Τούρκοι στρατιώτες- σκεφτόμασταν ότι

αν συνέβαινε κάτι ο τουρκικός στρατός θα μας έσωζε. Θυμάμαι ότι η γιαγιά και ο παππούς

μου από την πλευρά της μητέρας μου χάρηκαν πολύ όταν ιδρύθηκε η Δημοκρατία, επειδή

όπως έλεγαν δε θα συνέβαινε η διχοτόμηση με αυτόν τον τρόπο, θα παρέμεναν όλοι στα

σπίτια τους. Οι παππούδες μου ζούσαν στο Κοιλάνι (Gilan) και κρύβονταν μέσα στα βουνά

με τον φόβο ότι θα τους σκότωναν. Τελικά εγκαταστάθηκαν στα Πολεμίδια.

Το 1963-4, όταν ξεκίνησαν οι δικοινοτικές συγκρούσεις στην Κύπρο, εκείνη βρισκόταν στο

τελευταίο έτος του πανεπιστημίου. Κατά την περίοδο εκείνη, δεν μπορούσε να μάθει νέα από

την οικογένειά της επειδή οι επικοινωνίες μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας είχαν κοπεί και, οποιαδήποτε

είδηση λάμβανε, ερχόταν μέσω των συγγενών της από την Αγγλία. Επιπλέον, δεν

επιτρεπόταν στους Τουρκοκύπριους να εισέλθουν στο νησί, αν και στα τέλη του 1964 είχε

ακούσει ότι στις γυναίκες επιτρεπόταν να επιστρέψουν. Είχε μόλις αποφοιτήσει και ήταν

αρραβωνιασμένη με έναν Τουρκο-Κύπριο που επίσης σπούδαζε στην Τουρκία, αλλά αποφάσισε

να επιστρέψει στην Κύπρο για να είναι με την οικογένειά της.

Χάρηκα πολύ όταν είδα την οικογένειά μου, για έξι μήνες δεν είχα καθόλου νέα τους. Όταν

τους είδα, είχαν όλοι χάσει βάρος, έδειχναν χάλια. Το σπίτι μας ήταν στην Ελληνοκυπριακή

συνοικία, αλλά η οικογένειά μου φοβόταν και έτσι μετακόμισαν στη γειτονιά Arnavut στην

Τούρκικη πλευρά, όπου είχαν νοικιάσει ένα σπίτι με τον αδελφό μου και έμεναν εκεί.


54 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Είχε σπουδάσει δασκάλα και σύντομα την ενημέρωσαν ότι την είχαν διορίσει σε ένα σχολείο

στην Πάφο. Εκείνη την εποχή, τα Τουρκοκυπριακά σχολεία ήταν ήδη κλειστά για σχεδόν ένα

χρόνο και, για να καλύψουν τα κενά, επιχείρησαν να διδάξουν την ύλη δύο χρόνων σε ένα.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα της ήταν ότι, όταν έφτασε στην Πάφο, δεν μπορούσε πια

να επιστρέψει στην Λεμεσό.

Η οικογένειά μου ήταν στη Λεμεσό και ο αρραβωνιαστικός μου στην Τουρκία. Στην πραγματικότητα,

υπήρχαν Τούρκικα ταξί μεταξύ Λεμεσού και Πάφου, αλλά δεν υπήρχε καμία

εγγύηση ότι αν έπαιρνες ένα ταξί, θα κατάφερνες να φτάσεις στη Λεμεσό.

Μετά από λίγο καιρό ο αρραβωνιαστικός της την έπεισε ότι η κατάσταση στην Κύπρο δεν

επρόκειτο να βελτιωθεί και ότι θα έπρεπε να επιστρέψει στην Τουρκία, ώστε να μπορούν να

παντρευτούν. Πήρε τη νεώτερη αδελφή της μαζί της και πήγαν πρώτα με πλοίο στη Βηρυτό

και στη συνέχεια με το αεροπλάνο στα Άδανα. Ο αρραβωνιαστικός της είχε αποφοιτήσει από

τη νομική σχολή, αλλά ως Κύπριος δεν μπορούσε να ασκήσει δικηγορία στην Τουρκία, έτσι

ξεκίνησε να εργάζεται σε μια φαρμακευτική εταιρία και τον έστειλαν στο Ντιγιαρμπακιρ

(Diyarbakır). Πέρασαν τα επόμενα χρόνια στο Ντιγιαρμπακίρ και την Άγκυρα, αποκτώντας το

πρώτο τους παιδί εκεί, προτού να επιστρέψουν στο νησί το 1968.

Κατά την περίοδο 1964-1968, οι γονείς και η οικογένειά της είχαν μετακομίσει από το σπίτι

τους στα σύνορα της Ελληνοκυπριακής συνοικίας και νοίκιαζαν ένα σπίτι στην Τούρκικη

συνοικία. Τελικά, μετακόμισαν σε ένα άλλο σπίτι κάτω από το σταθμό των δυνάμεων του

ΟΗΕ. Όταν επέστρεψε στο νησί με το σύζυγό της το 1968, εκείνος άρχισε να εργάζεται ως

δικηγόρος, και έχτισαν ένα σπίτι στη γειτονιά Çiftlik έξω από την πόλη. Το 1974 ζούσαν σε

αυτό το σπίτι, όταν το πραξικόπημα τους ανάγκασε να βρουν καταφύγιο στους συγγενείς

τους στην Τούρκικη γειτονιά,

Ο γιος μου ήταν έξι ετών και μου είπε: «Μαμά, εύχομαι να έρθουν οι Τούρκοι στρατιώτες

να δούμε τον πόλεμο». Εμείς λέγαμε, ελπίζουμε να υπάρξει συμφωνία και να μην έρθει ο

Τούρκικος στρατός. Την επόμενη μέρα είπαν ότι Τούρκοι στρατιώτες είχαν σκορπιστεί

παντού στο νησί και, επειδή το σπίτι της μητέρας μου ήταν ασφαλές, σαράντα γυναίκες

περιμέναμε εκεί- περιμέναμε όλη μέρα- αλλά ο Τούρκικος στρατός δεν ήρθε [στη Λεμεσό].

Εκείνο το βράδυ έγινε μια ανακοίνωση ότι όλοι θα έπρεπε να συγκεντρωθούμε στον κήπο

του νοσοκομείου, θα παραδινόμασταν. Πήγαμε όλοι εκεί, ο καιρός ήταν πολύ ζεστός, όλα

ήταν μαύρα, υπήρχαν καμένα αυτοκίνητα παντού. Ο γιος μου είπε εκείνη τη στιγμή: «Εγώ

φταίω», και άρχισε να κλαίει γιατί είχε πει ότι το ήθελε να συμβεί ο πόλεμος. Τον φίλησα και

τον κρατούσα για να μην κλαίει.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

55

Την επόμενη μέρα οι γυναίκες αφέθηκαν ελεύθερες, αλλά όλους τους άνδρες άνω των δεκαέξι

ετών τους κράτησαν ως αιχμαλώτους. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, όλες οι γυναίκες της

γειτονιάς κατέφυγαν στο σπίτι τους (της Kıymet), εφόσον πλέον οι άντρες είχαν συλληφθεί.

Πίστευαν ότι ήταν ασφαλέστερο λόγω των στρατιωτών του ΟΗΕ. Καθίσαμε κάτω όλες

κλαίγοντας για λίγο, μέχρι που τελικά συνειδητοποίησα ότι πεινούσα και κατά πάσα πιθανότητα

το ίδιο και οι υπόλοιπες. Υπήρχαν μακαρόνια στο σπίτι, είχαμε αγοράσει πολλά

σκεφτόμενοι ότι ίσως συμβεί πόλεμος. Ήμασταν εκεί σαράντα-μία γυναίκες και σκεφτόμουν

πώς να μαγειρεψω τόσα πολλά μακαρόνια για τόσους ανθρώπους και τότε η λεκάνη πλυσίματος

της μητέρας μού ήρθε στο μυαλό. Μαγειρέψαμε τα μακαρόνια εκεί, τα καλύψαμε

με τριμμένο hellim και το σερβίραμε σε όλους. Όλοι έμειναν πολύ ευχαριστημένοι, έκλαιγαν,

προσευχήθηκαν. Όλη τη νύχτα ήμασταν σε κατάσταση συναγερμού και με βάρδιες φρουρούσαμε

το σπίτι, γιατί φοβόμασταν το βιασμό. Μείναμε έτσι μέχρι τη δεύτερη επέμβαση,

δηλαδή μέχρι τις 15 Αυγούστου [σχεδόν ένα μήνα] και μετά, ορισμένοι από αυτούς των

οποίων τα σπίτια ήταν κοντά άρχισαν να πηγαίνουν εκεί κατά τη διάρκεια της ημέρας

και να επιστρέφουν το βράδυ. Ήταν πολύ δύσκολο, το να πηγαίνουμε στην τουαλέτα, το

μπάνιο, ήταν πρόβλημα. Μετά τις 15 Αυγούστου οι Ελληνοκύπριοι άρχισαν να φεύγουν και

η Λεμεσός γέμισε με πρόσφυγες. Τριγυρνούσαν στους δρόμους… μάλιστα, έρχονταν και

μας ρωτούσαν, «έχετε μια κουβέρτα;», «έχετε πιάτα και ποτήρια για πούλημα;» Μια μέρα

ήρθαν και μου είπαν ότι οι Έλληνο-Κύπριοι είχαν μπει στο σπίτι μου και πήραν τα πάντα. Το

είπα στους στρατιώτες του ΟΗΕ και μου είπαν να το αναφέρω στην αστυνομία, αλλά η

αστυνομία ήταν Ελληνοκυπριακή, οπότε πώς θα μπορούσα να αποταθώ σ’ αυτούς; Είπα,

καλύτερα να πάρουν τα υπάρχοντά μας παρά τη ζωή μας και έτσι δεν το σκεφτόμουν πια.

Όμως, μία εβδομάδα αργότερα, ήρθαν και μου είπαν ότι κάποιος είχε μετακομίσει στο

σπίτι μας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το είχα σκεφτεί, αλλά οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες

έρχονταν και μετακόμιζαν στα άδεια Τούρκικα σπίτια.

Είχαν έναν Ελληνο-Κύπριο ενοικιαστή ο οποίος κατάφερε να τους βοηθήσει να αποκαταστήσουν

τις ζημιές στο σπίτι τους και να το ενοικιάσουν σε κάποιον αξιόπιστο. Ο καινούριος

ενοικιαστής τούς έδωσε 120 κυπριακές λίρες σε ενοίκια τα οποία, όπως είπε ηKıymet, τα

χρειάζονταν απεγνωσμένα, δεδομένου ότι δεν είχαν εισόδημα.


56 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Φωτογραφία 18: Η Τούρκικη συνοικία της Λεμεσού σήμερα.

Στο μεταξύ, ο σύζυγός της και όλοι οι άνδρες της οικογένειάς της παρέμεναν φυλακισμένοι

σε ένα στάδιο και τους επισκέπτονταν δύο φορές την εβδομάδα, παίρνοντάς τους τρόφιμα

και άλλα είδη πρώτης ανάγκης.

[Ο σύζυγός μου] ήταν φυλακισμένος για 96 ημέρες. Ο Ελληνο-Κύπριος ενοικιαστής μας με

πήγε εκεί αρκετές φορές για να τον δω. Όταν με είδε, είπε: «Μας ρωτούν πού θέλουμε να

μας πάνε, τί να πω;» «Να πας εκεί όπου θα πάνε όλοι.» είπα. Μου είπε: «Όλοι θέλουν να

πάνε στη Λευκωσία, όλοι πάνε προς τα βόρεια.» «Τότε να πας και ‘συ.» του είπα. Ήθελε να

μάθει τι θα συμβεί σε μας. Του είπα ότι θα βρίσκαμε έναν τρόπο να πάμε προς τα βόρεια.

Έτσι, πήγε στο βορρά… σχεδόν όλοι οι άνδρες αυτό έκαναν. Οι μόνοι που είχαν μείνει στη

Λεμεσό ήταν οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι. Μετά από λίγο καιρό, μάθαμε ότι οι γυναίκες

άρχισαν να βρίσκουν τρόπους να περάσουν στα βόρεια. Εκείνο το διάστημα, οι οδηγοί

ταξί έπαιρναν τους Τούρκους στο βορρά με μία ή δύο λίρες, αλλά σύντομα το έμαθε η

Ελληνοκυπριακή αστυνομία και άρχισε τα μπλόκα γιατί ήθελαν να κρατήσουν τους

Τούρκους στο νότο.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

57

Η ίδια περιγράφει πώς εκείνη την εποχή οι άνθρωποι έβρισκαν τρόπους να μεταβούν στα

βόρεια μέσα σε καρότσι από σανό και φορτηγά γεμάτα με σκουπίδια και τούβλα. Εκείνη δεν

ήθελε να περάσει με αυτόν τον τρόπο και θεώρησε ότι στάθηκε τυχερή όταν ένας οδηγός

λεωφορείου που γνώριζε ο σύζυγός της ήρθε και της είπε ότι σκόπευε να στείλει τα παιδιά

του απέναντι και ότι αυτή θα πήγαινε μαζί τους. Εκείνη την εποχή, είχε ένα εξάχρονο αγόρι

και ένα μωρό κοριτσάκι και μάζεψε μόνο όσα υπάρχοντά τους μπορούσε να μεταφέρει.

Πλήρωσε 120 Κύπριακές λίρες για να μεταφερθεί με ένα μικρό αυτοκίνητο, το οποίο κατέληξε

να μεταφέρει έντεκα επιβάτες. Πέρασαν από πίσω δρόμους και τελικά κατάφεραν να

φτάσουν στην οδό Λήδρας και πέρασαν στη Λευκωσία, εκεί όπου ο οδηγός τους πίστευε ότι

ήταν το ασφαλέστερο σημείο διέλευσης.

Καθώς προσπαθούσαμε να κατέβουμε από το αυτοκίνητο, υπήρχε πολύς θόρυβος, και

ξαφνικά ακούσαμε μια φωνή να λέει: «Ποιος είναι εκεί;» Όταν άκουσαμε τη φωνή όλοι

φωνάξαμε την ίδια στιγμή, «Είμαστε εδώ!». Ήρθαν όλοι τρέχοντας, βγήκαμε από το αυτοκίνητο,

μας έκαναν ερωτήσεις και δεν μπορούσαμε να απαντήσουμε από το κλάμα.

Δεν μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους πολλά αντικείμενα, αλλά η μητέρα της έφερε τελικά

κάποιες φωτογραφίες. Είχαν αφήσει επίσης τρεις βαλίτσες με βιβλία, διπλώματα και φωτογραφικά

άλμπουμ στον Ελληνο-Κύπριο ενοικιαστή τους, ο οποίος τα μετέφερε στις Αγγλικές

βάσεις. Ο νεότερος αδελφός της αργότερα έφτασε με παρόμοιο τρόπο, με ένα αυτοκίνητο

που πήγε μέσα από πίσω δρόμους, μέσα από τα βουνά, ενώ η μικρότερη αδελφή της, ήρθε

με ένα Τουρκο-Κύπριο οδηγό. Η μητέρα της, από την άλλη πλευρά, ήρθε σε μια μικρή βάρκα

με κουπιά που έκανε το ταξίδι μέσα σε κυματώδη θάλασσα από τη Λεμεσό προς τη βάση της

Δεκέλειας. Τελικά, νοίκιασαν ένα σπίτι στην Κερύνεια/Girne και ο σύζυγός της άρχισε και πάλι

να εργάζεται ως δικηγόρος. Αλλά, όπως λέει, οι επιπτώσεις του πολέμου την συντρόφευαν για

μεγάλο χρονικό διάστημα.

Δεν μπορούσα να ξεπεράσω τις ψυχολογικές επιπτώσεις του πολέμου για μεγάλο χρονικό

διάστημα. Στα όνειρά μου, εξακολουθούσα να βλέπω τα Ελληνο- Κυπριακά πολεμικά να

έρχονται να μας βομβαρδίσουν και να μην μπορώ να ξεφύγω, επειδή υπήρχαν βουνά πίσω

μας. Είχα άδεια οδήγησης, αλλά δεν μπορούσα να οδηγήσω. Για δέκα χρόνια δεν μπορούσα

να μπω σε αεροπλάνο. Φοβόμουν τα πάντα.

Γύρω στο 1990, έχτισαν ένα μεγάλο σπίτι στους λόφους έξω από την Κερύνεια και ζουν εκεί

έκτοτε. Ακόμη και τότε, ωστόσο, εκείνη εξακολουθούσε να πιστεύει ότι μπορεί και να επέστρεφαν

στην Λεμεσό


58 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Όταν ήρθαμε εδώ, σκεφτόμουν συνέχεια ότι μια μέρα θα επιστρέφαμε στην Λεμεσό και θα

μπορούσαμε να ζήσουμε εκεί. Αλλά όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003 και πήγαμε

εκεί, κατάλαβα ότι δεν ήταν μόνο θέμα γης, αυτό που έκανε το μέρος εκείνο που ήταν, ήταν

οι άνθρωποι. Όταν πήγα δεν μπορούσα να βρω κανέναν που ήξερα. Όλα τα σπίτια ήταν

άδεια και έτοιμα να πέσουν. Όταν είδα το δικό μου σπίτι, δεν μπορούσα καν να χτυπήσω

την πόρτα. Ήταν σαν να μην ήταν η Λεμεσός, τουλάχιστον όχι η Λεμεσός μου. Η τούρκικη

γειτονιά ήταν όλη παραμελημένη. Δεν είχαν καν βάψει το σπίτι μας, έτσι όπως το είχαμε

φροντίσει εμείς… Οι φίλοι μου όλοι είναι εδώ, το σπίτι μου είναι εδώ, σε αυτό το σημείο η

Λεμεσός δε σημαίνει τίποτα για μένα… Φυσικά είναι μια πικρή κατάσταση, το να είσαι

εκτοπισμένος είναι φρικτό. Ήρθαμε με τη δική μας θέληση, αλλά επειδή φοβόμασταν για

τη ζωή μας. Προσεύχομαι τα παιδιά μας να μην το ζήσουν αυτό, επειδή το να είσαι πρόσφυγας

είναι δύσκολο.

Orhan (51 ετών)- από το Μαρί/Tatlısu στην Κερύνεια/Girne

Ο Orhan προέρχεται από ένα μεγάλο παραθαλάσσιο χωριό κοντά στη Λεμεσό το οποίο ήταν

εξ ολοκλήρου Τουρκοκυπριακό πριν από το 1974. Ο πατέρας του εργαζόταν με μια εταιρεία

απεντομώσεων που δούλευε για τις Αγγλικές βάσεις στο Ακρωτήρι. Παρότι το χωριό του δεν

εκτοπίστηκε το 1963-4, δέχθηκαν πρόσφυγες από τα γειτονικά χωριά Μαρώνι και Καλαβασό

και αργότερα από την Τόχνη/Taşkent. Επειδή πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε Τουρκοκυπριακό

χωριό που ήταν επίσης μέρος του θύλακα της Κοφίνου/Geçitkale, δεν είχε ευκαιρίες

να γνωρίσει Ελληνοκύπριους. Ωστόσο ο παππούς του, ο οποίος είχε εργαστεί στα ορυχεία,

και ο πατέρας του, που εργάστηκε για τις Αγγλικές βάσεις μιλούσαν και οι δύο Ελληνικά και

είχαν Ελληνοκύπριους φίλους.

Ο πατέρας μου ήξερε ελληνικά. Αν είχαμε μείνει εκεί και εξακολουθούσα να μένω εκεί και

ξεκινούσα να εργάζομαι με Ελληνοκύπριους, θα είχαμε μάθει και ‘μεις… αλλά ήταν πολύ

δύσκολο να μάθεις πριν από την ηλικία των δεκατεσσάρων ή δεκαπέντε. Ο πατέρας μου

ήξερε γιατί εργάστηκε στις Αγγλικές βάσεις και ο παππούς μου ήξερε ούτως ή άλλως.

Μάλιστα, έβγαιναν έξω για φαγητό και για ποτό με τους Ελληνοκύπριους. Ήταν μετά τα

γεγονότα του 1958 όταν η κατάσταση αυτή ξεκίνησε.

Ήταν δεκατεσσάρων ετών το 1974, όταν δέχθηκαν πολλούς πρόσφυγες από τα γύρω χωριά,

ειδικά από την Τόχνη/Taşkent. Οι Τουρκοκύπριοι αγωνιστές στην αρχή βγήκαν στις περιχαρακώσεις

γύρω από το χωριό, αλλά μέσα σε δύο μέρες οι δυνάμεις του ΟΗΕ ήρθαν στο χωριό

και τους είπαν να παραδοθούν. Μερικοί νεαροί άνδρες αρνήθηκαν και διέφυγαν στα βουνά,

αν και επέστρεψαν όταν η ηρεμία είχε αποκατασταθεί. Μέσα σε λίγες μέρες όλοι οι άνδρες

άνω των δεκαέξι αιχμαλωτίστηκαν από τις Ελληνοκυπριακές δυνάμεις και στάλθηκαν σε ένα


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

59

στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Λεμεσό. Αργότερα, έγιναν μέρος ανταλλαγής στο βορρά, όπου

οι οικογένειες τους πήγαν και τους συνάντησαν αργότερα. Ο Orhan σχολιάζει σχετικά με την

αποστολή των κρατουμένων στα βόρεια,

Στην πραγματικότητα, αν δεν έπαιρναν κρατούμενους, θα συνέχιζε ο καθένας τη ζωή του,

θα πήγαιναν στα χωράφια τους, θα φρόντιζαν τα ζώα τους. Πιστεύω ότι αν δεν είχε συμβεί

αυτή η επιχείρηση με τους κρατουμένους και στις δύο πλευρές, δεν επρόκειτο να συμβεί η

διαίρεση στην Κύπρο. Μετά [την ανταλλαγή αιχμαλώτων] έγιναν έτσι τα πράγματα.

Αν και ο αδελφός του ήταν αιχμάλωτος, ο πατέρας του ήταν στην Αγγλική βάση εκείνη την

περίοδο και έτσι παρέμεινε εκεί. Έστειλε αργότερα ένα αυτοκίνητο και τους έφερε στο Ακρωτήρι,

όπου έμειναν σε ένα προσφυγικό καταυλισμό που είχε στηθεί στη βάση. Αργότερα,

μετέβησαν αεροπορικώς στα Άδανα, όπου παρέμειναν για δεκαπέντε ημέρες προτού

επιστρέψουν στην Κύπρο, αυτή τη φορά με πλοίο με προορισμό τα βόρεια.

Οι πρόσφυγες από το Μαρί/Tatlısu εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Ακανθού, αλλά θεώρησαν

ότι ήταν πολύ μακριά από πιθανές πηγές εισοδήματος.

Μας έστειλαν στην Ακανθού και πήγαμε, αλλά δεν μείναμε. Την περίοδο εκείνη υπήρχαν

κενά σπίτια, αλλά δεν μείναμε. Στη συνέχεια πήγαμε στον Καραβά και μείναμε εκεί για λίγο.

Στην αρχή, όταν φτάσαμε εκεί, ένιωθες μια ψυχρότητα, με την οικογένεια από τη μια πλευρά

και όλοι να είναι διάσπαρτοι. Μετά, ακούσαμε ότι επρόκειτο να αφήσουν ανθρώπους

να εγκατασταθούν στο Μπέλλαπαϊς, έτσι πήγαμε εκεί. Τουλάχιστον υπήρχαν περισσότερα

χωριά δικά μας εκεί. Μέχρι τη στιγμή που οι περισσότεροι άνθρωποι από το Μαρί είχαν

φτάσει, οι Ελληνοκύπριοι είχαν φύγει, αλλά όταν φτάσαμε εμείς, είχαμε βρει Ελληνο-

Κυπρίους ακόμα εκεί… Υπήρχαν τέσσερις ή πέντε οικογένειες, αλλά σταδιακά είχαν φύγει.

Αν και ανέθεσαν τα σπίτια με κλήρο για να μοιράσουν την υπόλοιπη περιουσία, όπως λέει,

θέσπισαν μια επιτροπή που αξιολογούσε πόση περιουσία είχαν αφήσει πίσω οι πρόσφυγες

στο νότο,

Εκείνη την εποχή μερικοί από τους ηλικιωμένους άνδρες του χωριού [από το Μαρί, τώρα

στο Μπέλλαπαϊς] που ηγούνταν, δημιούργησαν μια επιτροπή και ένα από τα μέλη της

εν λόγω επιτροπής ήταν και ο παππούς μου, που δεν γνώριζε καν πώς να γράφει ή να

διαβάζει. Ένας δημόσιος υπάλληλος ερχόταν και, για παράδειγμα, ρωτούσε για την αξία

των χωραφιών του Orhan και εάν η Επιτροπή αποφάσιζε ότι είχαν αξία έπαιρνε, ας πούμε,

300 πόντους.


60 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Είναι της γνώμης ότι το σύστημα που θεσπίστηκε τότε ήταν υπέρ κυρίως εκείνων που ήταν

εκπαιδευμένοι στο πώς να το εκμεταλλευτούν, καθώς και εκείνων που είχαν παιδιά σε ηλικία

γάμου που είχαν τις προϋποθέσεις να έχουν ένα σπίτι δικό τους.

Αν και τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα, αποδίδει τη δική του προσαρμογή στην ηλικία του:

Είχαμε δυσκολίες τα πρώτα χρόνια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα τα παιδιά προσαρμόζονται

πιο γρήγορα, επειδή πηγαίνουν στο σχολείο, μαθαίνουν ένα νέο περιβάλλον, κάνουν

φίλους. Ήταν πολύ πιο δύσκολο για τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Για παράδειγμα, ένας

άνδρας που ήταν γεωργός και ήταν συνηθισμένος να ξυπνάει στις πέντε κάθε πρωί και να

πηγαίνει στα χωράφια του και έρχεται εδώ στο Μπέλλαπαϊς, αυτός τι θα έπρεπε να κάνει;

Για αυτούς τους ανθρώπους ήταν πραγματικά δύσκολο.

Πριν το 1974, το χωριό είχε πληθυσμό περίπου χίλιων ατόμων, αλλά τώρα είναι άδειο, εκτός

από μια χούφτα Ελληνο-Κύπριων προσφύγων. Έχει πάει στο χωριό μόνο μια-δυο φορές από

το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, επειδή δεν έχε μείνει τίποτα εκεί για εκείνον.

Έχουμε δει το χωριό μας, δεν έχει μείνει τίποτα εκεί. Τα σπίτια είναι όλα κατεστραμμένα.

Είναι ένα χάος. Είναι σαν μια μεγάλη καταστροφή… Ακόμη και με την μονάδα παραγωγής

ενέργειας, αν πας σε οποιοδήποτε άλλο χωριό της περιοχής αυτής, είναι όλα πολύ ωραία,

είναι περιποιημένα, αλλά επειδή το χωριό μας ήταν Τούρκικο είναι ένα ερείπιο, απλά κατεστραμμένο.

Λέει ότι αυτό είναι δύσκολο να εξηγηθεί στους Ελληνο-Κυπρίους που έχει συναντήσει. Οι

ιδιοκτήτες του σπιτιού όπου ζει η μητέρα του πήγαν αρκετές φορές να το επισκεφθούν και ο

ίδιος αναφέρει ότι διαφώνησαν πάνω σε αυτό με τη μητέρα του.

Έρχονται μερικές φορές και λένε, ο καθένας πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι του. Ωραία,

αλλά δεν έχουμε κανένα σπίτι πλεόν εκεί, οπότε πού υποτίθεται ότι θα πρέπει να πάμε;

…Είπαν στη μητέρα μου, «Γιατί δεν πας στο χωριό σου, γιατί είσαι εδώ;». Είπαν το ίδιο

πράγμα και σε ‘μένα. Για παράδειγμα, πήγα με τον γιο μου στην Ελληνοκυπριακή πλευρά

και πήραμε ένα ταξί και ο οδηγός με ρώτησε από που είμαι. Είπα ότι είμαι από το Μαρί.

Είπε «Γιατί δεν ζείτε στο Μαρί, γιατί ζείτε στο Μπέλλαπαϊς;» Είπα, «Ο γιος μου είναι από το

Μπέλλαπαϊς. Πώς να πάω να ζήσω εκεί;» ούτως ή άλλως δε θυμάμαι καλά το μέρος εκεί

τώρα. Νομίζω ότι σε δύο ή τρεις γενιές όλα θα ξεχαστούν, επειδή η νέα γενιά δεν ξέρει

τίποτα για το νότο. Ο γιος και η κόρη μου, για παράδειγμα, δεν ξέρουν τίποτα.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

61

Τονίζει, επίσης, ότι σε αυτό το σημείο το ενδεχόμενο της επιστροφής δεν υπάρχει για τον ίδιο

ή την οικογένειά του. Και παρόλο που ο ίδιος υποστηρίζει μια λύση μέσω διαπραγματεύσεων,

τονίζει ότι θα πρέπει να είναι τέτοια που να μην εκτοπίζει τους ανθρώπους για ακόμα μία φορά.

Έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν δώσετε χρήματα στα μέλη της οικογένειάς μου τώρα, δεν πρόκειται

να πάνε πίσω. Ο καθένας θα μείνει εκεί που βρίσκονται και τα παιδιά του και αν τα

παιδιά δεν θέλουν να πάνε πίσω, γιατί να πας εσύ; … Σε αυτό το σημείο, αν πρόκειται να

υπάρξει μια λύση στο περιουσιακό, θα πρέπει να ξεχάσουμε ποιος πήρε αυτό και ποιος

πήρε εκείνο. Επειδή έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια, θα πρέπει να βρεθεί μια

λύση που να αφήσει τους ανθρώπους εκεί που βρίσκονται τώρα… Σε κάθε περίπτωση,

υπάρχουν άνθρωποι που έχουν γίνει πρόσφυγες πολλές φορές και ίσως τώρα να έχουν

συνηθίσει τη ζωή τους εδώ… Δεν μπορείς να τους ξεριζώσεις πάλι και να τους αναγκάσεις

να ξεκινήσουν από την αρχή. Αν τα πράγματα παραμείνουν ως έχουν σήμερα, νομίζω ότι

μπορεί να υπάρξει μια λύση.

Vedia (71 ετών) και Nafiye (59 ετών)- από Αλεύγα/Alevkaya

στη Γιαλούσα/Yenierenköy μέσω Κοκκίνων/Erenköy

Η Vedia και η Nafiye είναι αδερφές και προέρχονται από μια οικογένεια με επτά παιδιά και

κατάγονται αρχικά από το απομακρυσμένο Τουρκοκυπριακό χωριουδάκι της Αλεύγας/

Alevkaya στην περιοχή Τηλλυριάς/Dillirga. Μερικοί άνδρες από το χωριό είχαν ταξιδέψει στη

Λεύκα για να εργαστούν στα ορυχεία ενώ η οικογένειά τους ζούσε από τα κοπάδια κατσικιών

που είχαν και τις αμυγδαλιές, τις μηλιές και τις συκιές τους. Και οι δύο αδελφές θυμούνται το

χωριό ως ειρηνικό και τις ζωές τους εκεί απλές. Ολόκληρο το χωριό ήταν Ελληνόφωνο, αν και

η Vedia θυμάται τη στιγμή που άρχισαν να μιλούν Τούρκικα,

Θυμάμαι όταν άρχισα να πηγαίνω στο σχολείο, είχαμε έναν δάσκαλο που πάντα μας μιλούσε

Ελληνικά. Πήγα στο σχολείο για τρία χρόνια, παίρναμε νερό στον δάσκαλο, κάναμε τα

θελήματά του και δεν είχαμε μάθει τίποτα. Τον τέταρτο χρόνο ήρθε ένας νέος δάσκαλος

και αυτός μας απαγόρευσε να μιλάμε Ελληνικά. Η μητέρα μας δεν ήξερε Τούρκικα, ο

πατέρας όμως ήξερε. Επειδή μας απαγορευόταν να μιλάμε Ελληνικά, προσπαθούσαμε να

ψιθυρίζουμε τις Τούρκικες λέξεις στη μητέρα μας. Καταλάβαινε, αλλά ποτέ δεν μιλούσε.

Είχα μια νεώτερη αδελφή, η μικρότερη, που ήξερε μόνο τούρκικα. Πάντα μιλούσαμε

Τούρκικα μαζί της. Καταλάβαινε Ελληνικά, αλλά δεν τα μιλούσε. Κι η μητέρα μας καταλάβαινε

Τούρκικα, αλλά δεν τα μιλούσε.


62 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Η Vedia θυμάται ξεκάθαρα όταν ξεκίνησαν οι εντάσεις με τα γύρω χωριά. Ήταν νεαρή κοπέλα

όταν ξεκίνησε η εξέγερση της ΕΟΚΑ, αλλά θυμάται ότι φοβόταν να πάρει τα ζώα τους για βοσκή.

Επιπλέον, λέει, οι Βρετανοί στρατιώτες τους απαγόρευσαν να βόσκουν τα ζώα τους στα βουνά

πιστεύοντας ότι μπορεί να προμήθευαν με τρόφιμα ή όπλα τους αντάρτες της ΕΟΚΑ.

Όλα ξεκίνησαν αργά. Πρώτα η ΕΟΚΑ πυροβόλησε μερικούς δικούς μας ανθρώπους στη

Λεύκα. Ήταν άντρες που εργάζονταν στα ορυχεία και ενώ πήγαιναν εκεί με το αυτοκίνητο,

η ΕΟΚΑ σταμάτησε το αυτοκίνητο και τους πυροβόλησε. Δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή

τους και ένας ή δύο τραυματίστηκαν. Μετά από αυτό άρχισε πραγματικά. Το γεγονός αυτό

συνέβη το 1957, πριν αρχίσει ο πόλεμος. Έως τότε τα πράγματα σιγόβραζαν. Δεν είχαμε

κανένα όπλο τότε, εκτός από ένα τουφέκι κυνηγιού. Κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών

γιορτών, οι άνδρες πήγαιναν στο τζαμί και εμείς οι γυναίκες περιμέναμε έξω με μπουκάλια

και πέτρες σε περίπτωση που γινόταν επίθεση. Τα πράγματα ήταν έτσι για δύο ή τρία

χρόνια και στη συνέχεια οι άνθρωποί μας άρχισαν να προσπαθούν να προμηθευτούν

όπλα. 34 Πήγαμε στα χωράφια μας μια μέρα και είδαμε δύο ή τρεις Ελληνοκύπριους με

όπλα. Τότε, ήμασταν πραγματικά φοβισμένοι. Οι δικοί μας σιγά-σιγά άρχισαν να προετοιμάζονται

και το ίδιο έκαναν και οι δικοί τους και σιγά-σιγά, άρχισε ο πόλεμος.

Η Vedia παντρεύτηκε στο τέλος της εφηβείας της και μέχρι τις αρχές του 1964 είχε δύο μικρά

παιδιά. Αυτό που θυμάται καθαρά είναι η αρχή της ονομαζόμενης Μάχης της Τηλλυρίας, στα

Ελληνικά, και στα Τούρκικα Μάχη της Erenköy. Η ίδια και η αδελφή της πάντα αναφέρονται

σε αυτήν ως «πόλεμο» (savaş). Βέβαια, η περιοχή αυτή ήταν η μόνη κατά την περίοδο που

δέχθηκε επίθεση με βαρύ πυροβολικό και βομβαρδισμούς από πολεμικά πλοία και αεροπλάνα.

Ο πόλεμος είχε ξεκινήσει σε αυτό το σημείο, και δεν είχαμε καμιά σπηλιά, πουθενά για να

κρυφτούμε, ήμασταν στην κορυφή ενός βουνού. Μια διαταγή ήρθε από την Τυλληρία/

Erenköy ότι θα έπρεπε να υποχωρήσουμε, το δάσος είχε αρχίσει να καίγεται και η περιοχή

γύρω από μας θα καιγόταν… Οι άνδρες ήταν στα βουνά και εμείς, οι γυναίκες και τα παιδιά,

δεν είχαμε δει κανένα άντρα. Αρχίσαμε να διαφεύγουμε από το βουνό, μέσα από τις κοίτες

34 Το 1958, το κοντινό χωριό Κόκκινα/Erenköy αποτέλεσε το κυριότερο προγεφύρωμα για λαθρεμπόριο όπλων από την

Τουρκία στο νησί. Οι δραστηριότητες λαθρεμπορίας συνεχίστηκαν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και, με το

ξέσπασμα της βίας μεταξύ των κοινοτήτων στα τέλη του 1963, τα Κόκκινα/Erenköy και τα γύρω χωριά δέχτηκαν επιθέσεις

από τις Ελληνοκυπριακές δυνάμεις. Επιπλέον, το καλοκαίρι του 1964 περίπου 550 νέοι Τουρκο-Κύπριοι άνδρες που

σπούδαζαν τότε στην Τουρκία και στο εξωτερικό, ταξίδεψαν μέσω θάλασσας από την Τουρκία και κατέβηκαν στα Κόκκινα/Erenköy.

Στις αρχές Αυγούστου, ξέσπασε μια μάχη κατά την οποία οι Τουρκο-Κυπριακές δυνάμεις ωθήθηκαν πίσω

στα Κόκκινα/Erenköy και οι χωρικοί από τα γύρω χωριά βρήκαν καταφύγιο εκεί. Ακολούθησε η Τούρκικη στρατιωτική

επέμβαση του 1964, όταν Τούρκικα μαχητικά βομβάρδισαν Ελληνο-Κυπριακούς στόχους και χωριά. Μετά από αυτή τη

μάχη, όσοι είχαν καταφύγει στα Κόκκινα/Erenköy είχαν ουσιαστικά παγιδευτεί εκεί για την επόμενη δεκαετία.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

63

των ποταμών και μέσα από θάμνους και αγκάθια. Είχα γεννήσει μόλις 17 ημέρες νωρίτερα.

Κουβαλούσα το μωρό και είχα άλλο ένα που θα έκλεινε τα δύο χρόνια σε μερικές μέρες.

Είπα [στη μικρότερη αδελφή], «πάρε το μωρό, δεν μπορώ». Δεν μπορούσα να περπατήσω,

ήμουν άρρωστη. Δεν ξέρω πόσοι άλλοι ήταν σαν κι εμένα. Ήμασταν δύο ή τρεις γυναίκες

που μόλις είχαμε γεννήσει και μία ήταν έγκυος. Και πώς πετούσαν οι σφαίρες!

Η Nafiye συμπληρώνει,

Δε θα πιστέψετε πώς οι σφαίρες και οι όλμοι πετούσαν γύρω από τα κεφάλια μας! Δεν ξέρω

πώς κατεβήκαμε το βουνό! Κι έκλαιγε (η αδελφή μου) πίσω μου και είχα δέσει το μωρό

στην πλάτη μου. Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς τα καταφέραμε. Ήμουν απλά ένα

παιδί και μετέφερα ένα μωρό.

Σύμφωνα με τη Vedia, πήγαν πρώτα στο τζαμί και από εκεί τους οδήγησαν σε μια μεγάλη

σπηλιά, όπου είχαν είχαν κρυφτεί κι άλλα άτομα τα οποία είχαν φύγει από τα γύρω χωριά.

Κοιμόμασταν στην άμμο, πεινασμένοι και διψασμένοι. Δεν είχα πάρει μαζί μου ούτε μια

πάνα για τα παιδιά. Γιατί νομίζαμε ότι επρόκειτο να επιστρέψουμε, δεν πήραμε τίποτα!

Περιγράφουν το πώς οι γονείς τους παρέμειναν στο χωριό σκέπτόμενοι ότι τα παιδιά θα

επέστρεφαν την επόμενη μέρα. Η Nafiye αναφέρει ότι έκλαιγε και ήθελε τη μητέρα της, καθώς

ήταν παρά μόνο ένα παιδί εκείνη την εποχή. Στο τέλος, οι δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών

έφεραν τους γονείς τους στον Πύργο και κατάφεραν να φτάσουν στα Κόκκινα/ Erenköy. Μετά

από τρεις μέρες διαμονής στο σπήλαιο, όπως λέει η Vedia, τα παιδιά της λιμοκτονούσαν. Την

τέταρτη ημέρα, υπήρξε μια διακοπή στις μάχες και τα κατάφεραν να φτάσουν στο σπίτι ενός

συγγενή, όπου έφαγαν και λούστηκαν. Όταν ανακυρήχθηκε ανακωχή, οι γονείς τους βρήκαν

τρόπο να πάνε στα Κόκκινα/ Erenköy και άρχισαν να ψάχνουν κάποιο είδος καταφυγίου,

Ο ξάδελφός μου, μου είπε να μείνουμε μαζί τους, αλλά ήμασταν είκοσι άτομα. Ο πατέρας

μου πήγε και βρήκε ένα σπίτι που ήταν έτοιμο να καταρρεύσει. Η σκεπή είχε πέσει μέσα˙

και μείναμε μέσα σ’ αυτό. Ήμασταν δεκαπέντε άτομα και κοιμόμασταν όλοι μαζί στο

έδαφος. Αργότερα, έδωσαν στον καθένα μας από μια κουβέρτα και, επειδή ήταν καλοκαίρι,

τις είχαμε απλώσει στο έδαφος και κοιμηθήκαμε σ’ αυτές.

Περιγράφουν τη ζωή τους για τα επόμενα χρόνια, χαρακτηρίζοντάς τη γεμάτη από έναν

αγώνα για εξασφάλιση των βασικών αναγκών. Η Nafiye λέει ότι μάζευαν αποξηραμένα φύκια

και γέμιζαν σακιά για να φτιάξουν κρεβάτια με αυτά. Γέμισαν ψείρες και ψύλλους και έπλεναν


64 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

τις κουβέρτες ακατάπαυστα. Για περίπου ένα χρόνο, ήταν κάτω από μια αυστηρή πολιορκία

και στα πρόθυρα της λιμοκτονίας, παλεύοντας να επιβιώσουν με τα περιορισμένα μέσα τους.

Η Nafiye λέει,

Έδιναν ένα μικρό ψωμί για κάθε τέσσερα άτομα. Μια μικρή φέτα ψωμί, λίγες ελιές. Κόβαμε

τις ελιές σε μικρά κομμάτια.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, όλοι οι άνδρες που βρίσκονταν σε στραγεύσιμη ηλικία

ήταν στα βουνά και, όπως λένε, δεν τους είχαν δει για σχεδόν ένα χρόνο.

Για ένα χρόνο δεν είδαμε τους άνδρες μας καθόλου. Τους βλέπαμε από μακριά στα χαρακώματα,

πηγαίναμε εκεί, τους μιλούσαμε και μετά τρέχαμε μακριά. Για έναν ολόκληρο

χρόνο δεν ήρθαν πίσω να δουν τα παιδιά τους. Έκαναν μπάνιο με κρύο νερό στα βουνά.

Φωτογραφία 19: Θυμίαμα και λουλούδια σε τάφο στα Κόκκινα/Erenköy

κατά τη διάρκεια της ετήσιας τελετής

για την επέτειο της μάχης του Αυγούστου του 1964.


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

65

Κατά την περίοδο αυτή, οι γυναίκες πάλευαν να βρουν επαρκή στέγη. Το 1965, η Ερυθρά

Ημισέληνος τους έφερε σκηνές και ζούσαν μέσα σε αυτές για τρία ή τέσσερα χρόνια. Μια

φορά, μεγάλα κομμάτια ξύλου είχαν ξεβραστεί στην ακτή και αναμειγνύοντάς τα με λάσπη

κατασκεύασαμε πρόχειρα σπίτια. Η Vedia λέει,

Αργότερα, δεν ξέρω πόσα χρόνια μετά, τρία ή τέσσερα χρόνια αργότερα, έχτισαν τα σπίτια

για τους πρόσφυγες και έδωσαν μισό σε ’μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι έμειναν στις

σπηλιές για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Είχαν τη σκηνή τους, αλλά χρησιμοποιούσαν επίσης

και το σπήλαιο.

Το πρώτο έτος αυτής της κατάστασης, αντάλλαζαν επίσης τις προμήθειές τους με τους φοιτητές

οι οποίοι ήταν επίσης παγιδευμένοι εκεί. Ωστόσο, το φθινόπωρο του 1965 οι φοιτητές

είχαν φυγαδευτεί, αφήνοντας αυτούς που ήταν παγιδευμένοι στο χωριό να φροντίσουν μόνοι

τους τον εαυτό τους.

Μετά το 1968, μπορούσαν να φύγουν από το θύλακα σε περιορισμένη κλίμακα και μερικοί

άρχισαν να πηγαίνουν στη Λεύκα και αλλού για δουλειά. Το 1970, όταν χτίστηκαν σπίτια για

τους πρόσφυγες, άρχισαν να ξαναχτίζουν τη ζωή τους, αν και δεν είχαν ακόμη πρόσβαση στα

σπίτια και τις περιουσίες τους.

Φτιάξαμε τα προσφυγικά μας σπίτια, βάλαμε μέσα κρεβάτια, είχα ένα ψυγείο που είχα αγοράσει

μόλις τρεις ημέρες πριν. Αγόρασα εκείνο το ψυγείο, ήταν καινούριο και, τρεις μέρες

αργότερα, ο πόλεμος άρχισε ξανά. Έπεφταν βόμβες και όλμοι και το σπίτι μας κάηκε, έγινε

στάχτη. Υπήρχαν επτά σπίτια δίπλα-δίπλα. Το παιδί μου κοιμόταν, τον τύλιξα σε μια κουβέρτα

και έτρεξα προς το σπήλαιο και όταν κοίταξα πίσω, δεν είχε μείνει τίποτα.

Στην ηλικία των δεκατριών, η Nafiye έγινε mücahide, γυναίκα αγωνίστρια, και εργάστηκε ως

χειρίστρια ασυρμάτου, μεταδίδοντας μηνύματα μεταξύ των αγωνιστών στο θύλακα και της

κεντρικής διοίκησης. Συνέχισε να εργάζεται ως χειρίστρια ασυρμάτου για περισσότερο από

εννέα χρόνια, ενώ στο μεταξύ παντρεύτηκε και έκανε παιδιά. Ενώ η Vedia φρόντιζε τα παιδιά

της, παράλληλα πήγαινε στη δουλειά της στα στρατιωτικά επιτελεία.

Κατά τη διάρκεια του 1974, παρόλο που ο θύλακας είχε πάρει διαταγή να παραδωθεί, οι

χωρικοί αρνήθηκαν. Οι γυναίκες είχαν παγιδευτεί και πάλι στο χωριό και φοβούνταν ότι θα

λαμβάνονταν αιχμάλωτες. Η Nafiye λέει,

Μας είπαν ότι επρόκειτο να παραδοθούμε, ότι έρχονταν οι Ελληνοκύπριοι. Είπαμε, «Τότε

δώστε μας ένα όπλο να πυροβολήσουμε τον εαυτό μας!» Όλοι μας ξέραμε πώς να πυροβολούμε,

πώς να χρησιμοποιήσουμε ένα όπλο. Αντί αυτού, πήραν ό,τι είχαμε, αφού ήξεραν

ότι επρόκειτο να αυτό- πυροβοληθούμε! Ήταν ένας γέρος, ο οποίος είχε ένα τουφέκι κυνηγιού.

«Μη φοβάστε», είπε, «Θα έρθω και θα σας πυροβολήσω όλους.» Μας ορκίστηκε.


66 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Ήμασταν τέσσερα κορίτσια.«Θα σας πυροβολήσω και στη συνέχεια θα αυτό- πυροβοληθώ.

Μη φοβάστε, δεν θα σας αφήσω στους Ελληνοκύπριους». Και κάποιες φορές βγαίναμε

έξω, η τουαλέτα ήταν έξω, και μέσα στο σκοτάδι ο γέρος έδειχνε το τσιγάρο του, σαν να

έλεγε: «Μην φοβάσαι, είμαι εδώ».

Η Nafiye αναφέρει ότι ήταν τόσο φοβισμένη απέναντι στο ενδεχόμενο να την έπαιρναν

κρατούμενη, που θα προσφερόταν να παραδώσει μηνύματα σε επικίνδυνα μέρη, επειδή

ήθελε να την πυροβολήσουν. Η Vedia προσθέτει αποφασιστικά, «Υπερασπιστήκαμε τους

εαυτούς μας, υπερασπιστήκαμε τη χώρα μας και υπερασπιστήκαμε την τιμή μας» (Hem

kendi kendimizi koruduk, hem de vatanımızı hem namusumuzu).

Λόγω της άρνησης των κατοίκων του χωριού να παραδοθούν, τα Κόκκινα/Erenköy,

απομονώθηκαν και πάλι για τα επόμενα δύο χρόνια, μέχρι που η Τουρκοκυπριακή διοίκηση

τους διέταξε να παραδώσουν τα όπλα τους και να τους μεταφέρουν με πλοίο μακριά

από αυτό που είχε γίνει τότε ένας Τουρκοκυπριακός θύλακας. Εγκαταστάθηκαν τελικά στο

χωριό Γιαλούσα, το οποίο μετονομάστηκε σε Yenierenköy ή Νέα Κόκκινα. Η Nafiye λέει ότι

από την εποχή εκείνη, σκέφτονται πολύ λίγο αυτά που άφησαν πίσω,

Εκεί, τέσσερα ή πέντε χωριά είχαν καταφύγει σε ένα μικρό χωριό, και απλά σκεφτείτε, ήμασταν

εκεί για δέκα χρόνια. Ήμασταν σε εκείνον το μικρό τόπο. Φυσικά και μας άρεσε όταν

ήρθαμε εδώ και που ήμασταν πλέον ελεύθεροι. Δεν είχαμε ένα πραγματικό σπίτι εκεί. Δεν

ήταν όπως είναι τώρα. Ήταν Ελληνο- Κυπριακή περιουσία, αλλά ήταν έτοιμη να πέσει κάτω.

Ήταν έτοιμα να καταρρεύσουν. Υπήρχαν μόνο πέντε ή έξι σπίτια που ήταν αξιοπρεπή όταν

φτάσαμε. Αλλά με τον καιρό τα επισκευάσαμε, τα κάναμε βιώσιμα.

Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, πήγαν πίσω να δουν το χωριό τους, αλλά δεν

είχε μείνει τίποτα. Όπως αναφέρουν, τα σπίτια τους είχαν κτιστεί από πέτρα, αλλά ακόμα

και οι πέτρες είχαν εξαφανιστεί. Τίποτα δεν είχε απομείνει από τα πολλά δέντρα που θυμούνταν

από την παιδική ηλικία τους. Όταν ρωτήθηκαν αν θα το σκέφτονταν να επιστρέψουν

και οι δύο απάντησαν, «Όχι, ποτέ! Δεν έχουμε πια χωριό».

Λένε ότι δέχθηκαν επισκέψεις από τους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες των σπιτιών τους,

αλλά η Nafiye παραπονιέται ότι πλέον δεν επισκέπτονται τα ίδια σπίτια που είχαν αφήσει

πίσω τους.

Έρχονται και λένε, αυτό ήταν δικό μου, αυτό ήταν έτσι, εκείνο ήταν αλλιώς. Επιπλέον, υπερβάλλουν,

λες και το άφησαν σε αυτή την κατάσταση! Λες και ήταν έτσι πριν. Κάναμε τα

πάντα! Εμείς το επισκευάσαμε! Σας το ορκίζομαι, όταν έβρεχε, βγαίναμε έξω γιατί φοβόμασταν

ότι οροφή θα κατέρρεε επάνω μας!


Mέρος Δεύτερο: Βιωματικές Ιστορίες

67

Όταν ζητήθηκαν οι απόψεις τους για μια πολιτική λύση και οι δύο είπαν ότι θα πρέπει να

υπάρξει μια δικοινοτική, διζωνική κατάσταση, αλλά η ερμηνεία που δίνουν σ’ αυτό είναι να

ζει ο καθένας στην πλευρά του. Η Vedia λέει,

Ελπίζω ότι θα μείνουν σε εκείνη την πλευρά και ότι θα μείνουμε εμείς σε αυτήν. Είναι καλύτερα

έτσι. Ας μην αναμειχθούμε πολύ, διαφορετικά δε θα τα πάμε καλά. Θέλουμε δύο

ζώνες και δύο κράτη.

Φωτογραφία 20: Μια κατσίκα ανάμεσα στα ερείπια στο ένα από τα δύο κτίρια

που υπάρχουν ακόμα στην Αλεύγα.


69

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Oι ιστορίες που περιλαμβάνονται στην έκθεση είναι αντιπροσωπευτικές των εμπειριών

και του φάσματος των πολιτικών απόψεων και προσανατολισμών. Οι συμμετέχοντες

μπορούσαν ελεύθερα να εκφραστούν με δικά τους λόγια και να παρουσιάσουν όσο

το δυνατόν ακριβέστερα τις ελπίδες τους για το πολιτικό μέλλον του νησιού. Μερικοί πιστεύουν

σε ένα μέλλον όπου η Ελληνοκυπριακή και Τουρκοκυπριακή κοινότητα θα είναι πιο κοντά,

ενώ οι περισσότεροι εκφράζουν την επιθυμία μιας διζωνικής ομοσπονδιακής λύσης όπου οι

δύο κοινότητες θα είναι απλά «καλοί γείτονες». Ενώ όλοι εξέφρασαν ένα δεσμό με τα πρώην

σπίτια τους, σχεδόν όλοι ανέφεραν ότι με την πάροδο του χρόνου η επιστροφή δεν είναι επιθυμητή

και θεωρούν ότι είναι πλέον έως και αδύνατη. Επιπρόσθετα, κάποια γεγονότα της

τελευταίας δεκαετίας, έχουν διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι Τουρκοκύπριοι σήμερα

μιλούν για τα πρώην σπίτια και χωριά τους, αλλά και για τον εκτοπισμό. Έτσι, μπορούμε να

επισημάνουμε ορισμένα κοινά στοιχεία που προκύπτουν από τις ιστορίες, που είναι σημαντικά

σε σχέση με τις τρέχουσες προσεγγίσεις των Τουρκοκυπρίων για το πολιτικό μέλλον.

1. Η αβεβαιότητα μετά το Σχέδιο Ανάν

Σαφώς το πιο σημαντικό γεγονός που διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο οι Τουρκοκύπριοι

σήμερα σκέφτονται το παρελθόν τους σε σχέση με το μέλλον, ήταν η χαλάρωση των

περιορισμών μετακίνησης το 2003 και ακολούθως, μόλις ένα χρόνο αργότερα, η Ελληνοκυπριακή

απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Για σχεδόν όλους τους συμμετέχοντες, η επιστροφή

στις γειτονιές και τα χωριά τους, τούς ξάφνιασε και τους απογοήτευσε. Ακόμη και στις

περιπτώσεις στις οποίες τα σπίτια ήταν άθικτα, είπαν ότι «τίποτα δεν ήταν το ίδιο» και «αυτός

δεν είναι ο τόπος που θυμάμαι». Οι περισσότεροι βίωσαν τον πόνο όταν συνάντησαν τα

ερειπωμένα πλέον σπιτιών τους, την καταστροφή ή το κτίσιμο άλλων κτιρίων ή δημόσιων

υποδομών στη θέση τους. Μια αντίδραση ήταν να μην ξαναεπισκεφτούν το νότο. Άλλη

αντίδραση ήταν να συνεχίσουν να πηγαίνουν νότια, αλλά όχι στο σπίτι ή στο χωριό τους.

Από τους συμμετέχοντες, μόνο δύο πρόσωπα έχουν καλές αναμνήσεις από τα παιδικά

τους χρόνια με τους Ελληνοκύπριους και είναι σήμερα πολιτικά ενεργοί σε κινήματα επανένωσης

και εξακολουθούν να πηγαίνουν στα χωριά τους, παρόλο που τα σπίτια τους

έχουν καταστραφεί. Για τους περισσότερους, ωστόσο, η επίσκεψη στα σπίτια τους μετά

από το άνοιγμα, φαίνεται να έχει διευκολύνει το κλείσιμο και της τελευταίας πόρτας που

οδηγούσε στο παρελθόν.


70 Βιωματικές Ιστορίες Εκτοπισμού Τουρκο-Κυπρίων

Εξίσου σημαντική ήταν η Ελληνοκυπριακή απόρριψη στο σχέδιο επανένωσης το 2004 με

τη διαμεσολάβηση του ΟΗΕ. Ενώ για κάποιους που συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα για

την επανένωση η Ελληνοκυπριακή απόρριψη αποτέλεσε σοκ, για πολλούς άλλους το σοκ

ήρθε αργότερα, όταν κατάλαβαν ότι η δική τους υποστήριξη για το σχέδιο δε θα «ανταμειβόταν»

από τη διεθνή κοινότητα και ότι δε θα απαλλάσσονταν από την αβεβαιότητα

να ζουν σε ένα μη-αναγνωρισμένο κράτος. «Belirsizlik», η αβεβαιότητα, είναι η πρωταρχική

τους ανησυχία, καθώς καταστεί δύσκολο να προγραμματίζουν τη ζωή τους και να επενδύουν

στο μέλλον τους. Όπως ένας συμμετέχοντας είπε χαρακτηριστικά, «οι γονείς μας

προσπάθησαν να κάνουν τη ζωή μας καλύτερη και δεν μπόρεσαν. Εμείς προσπαθήσαμε

να κάνουμε τη ζωή των παιδιών μας καλύτερη και δεν μπορέσαμε. Γιατί πάντα είμαστε

αυτοί που τιμωρούνται;» Η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το πολιτικό τους καθεστώς,

καθώς και μια διαδεδομένη πεποίθηση μετά το δημοψήφισμα του 2004 ότι «οι

Ελληνοκύπριοι δε μας θέλουν», έκανε πολλούς ανθρώπους πλέον να επιθυμούν απλά μια

λύση στην αβεβαιότητα της κατάστασής τους, είτε πρόκειται για ομοσπονδιακή ή μια

άλλη επιλογή.

Την ίδια στιγμή, η αίσθηση ότι η δική τους προθυμία για συμβιβασμό το 2004 απορρίφθηκε,

έχει οδηγήσει πολλά άτομα να έχουν λιγότερη συμβιβαστική διάθεση. Είναι σημαντικό,

ότι και οι δεκαεπτά συμμετέχοντες από τη Μόρφου είπαν ότι πίστευαν πως θα

ήταν καλύτερα για τη Μόρφου να παρέμενε μέσα στο Τουρκοκυπριακό κράτος και ότι

οποιοδήποτε άλλο σχέδιο πιθανότατα να μην περνούσε στο δημοψήφισμα. Και παρόλο

που οι κομματικές προτιμήσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στο πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας

το παρελθόν αλλά και το μέλλον, ακόμα και αυτοί που έχουν αριστερές προτιμήσεις και

που τείνουν να έχουν πιο τακτική επαφή με τους Ελληνοκύπριους σήμερα, εκφράζουν την

ανησυχία ότι μιας μεγάλης κλίμακας Τουρκοκυπριακός εκτοπισμός θα ήταν εξαιρετικά

δύσκολος και ότι οποιαδήποτε μετακίνηση θα πρέπει να είναι η ελάχιστη δυνατή, με ένα

σαφές σχέδιο για την επανεγκατάσταση των κοινοτήτων και τη διευκόλυνση της κοινωνικοοικονομικής

τους αποκατάστασης.

2. Η σημασία της διζωνικής/δικοινοτικής ομοσπονδίας

Είναι σαφές από αυτές τις συνεντεύξεις ότι η συνηθέστερη ερμηνεία της διζωνικής, δικοινοτικής

ομοσπονδίας, είναι μια χαλαρή ερμηνεία, στην οποία δύο εθνικά οριζόμενα

κράτη συνυπάρχουν κάτω από μια ομοσπονδιακή ομπρέλα. Αυτό εκφράζεται από τους

συμμετέχοντες ως «δύο κρατη και ένα ομοσπονδιακό κράτος» ή «θα μείνουν σε εκείνη

την πλευρά και εμείς θα μείνουμε σε αυτή». Αυτό συμπίπτει με τη γενική απροθυμία των

συμμετεχόντων να ξεριζωθούν και πάλι ή να αποδεχτούν μια λύση που θα ξεριζώσει τους

Τουρκοκύπριους από τους τόπους όπου έζησαν για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Ακόμη

και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του Σχεδίου Ανάν, μπορεί πλέον να λένε, όπως είπε ένας

από τους συμμετέχοντές μας: «οι άνθρωποι δεν πρέπει να αναγκαστούν να γίνουν πρόσφυγες

για τέταρτη φορά».


Επίλογος

71

3. Η διαφορά μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας

Η προηγούμενη πρόταση παρουσιάζει επίσης μια διαφορά, που μπορεί να σημειωθεί σε

αυτές τις συνεντεύξεις, ανάμεσα σε εκείνο που είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν ως λύση

για τον εαυτό τους και εκείνου που θεωρούν κατάλληλη λύση στο θέμα της διχοτόμησης

του νησιού. Ενώ ένας αριθμός συμμετεχόντων δήλωσαν ότι πιστεύουν πως οι Τουρκοκύπριοι

και οι Ελληνοκύπριοι θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί, και ενώ κάποιοι ήταν πρόθυμοι

να επιστρέψουν, είτε οι Ελληνοκύπριοι στα σπίτια τους είτε οι Τουρκοκύπριοι στο νότο,

επιχείρησαν επίσης να εκφράσουν αυτό που πιστεύουν ότι είναι το γενικό αίσθημα της

κοινότητας, το οποίο εξέφρασαν ως επιθυμία να μην δημιουργηθούν ξανά πρόσφυγες.

Αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις εκφραζόταν ως φόβος για τους γονείς τους, οι οποίοι

είναι πλέον ηλικιωμένοι για να βιώσουν έναν ακόμα εκτοπισμό. Σε άλλες περιπτώσεις,

αυτό εκφραζόταν μέσα από τις επιθυμίες των παιδιών τους, που δεν γνωρίζουν πολλά

από το νότο και έχουν φτιάξει τη ζωή τους στο βορρά. Με άλλα λόγια, οι γενεαλογικές

διαφορές που εμφανίζονται στις αφηγήσεις του εκτοπισμού, μπορούν παρόλα αυτά να

ξεπεραστούν όταν εκφράζονται σκέψεις για μια λύση που θα ήταν καλύτερη για τις οικογένειες

και τις κοινότητες.

Σε όλες αυτές τις βιωματικές ιστορίες, οι συμμετέχοντες δεν αφηγούνται μόνο τις εμπειρίες της

ζωής τους, αλλά τις συσχετίζουν με το ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Συνοψίζοντας,

μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτές τις συνεντεύξεις ότι οι Τουρκοκύπριοι σήμερα επιθυμούν

να παραμείνουν ως κοινότητα μέσα σε ένα Τουρκοκυπριακό κράτος, στην περίπτωση

μιας ομοσπονδιακή λύσης. Για ορισμένες κοινότητες, ωστόσο, αυτό θα συνεπάγεται περαιτέρω

εκτοπισμό, εφόσον οι περιοχές όπου ζουν τώρα μπορεί να αποτελέσουν μέρος της εδαφικής

αναπροσαρμογής. Προς το παρόν, η ιδέα του περαιτέρω εκτοπισμού αντιμετωπίζεται με

άρνηση. Ωστόσο, μία ακόμη πιο σημαντική και βασική ανησυχία είναι η «αβεβαιότητα», κάτι

που πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν όχι μόνο ως αβεβαιότητα για τον εαυτό τους, αλλά και

για τα παιδιά τους. Μια λύση που δυνητικά θα θεωρηθεί πως ξεκαθαρίζει το θέμα της αβεβαιότητας

και που διασφαλίζει μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους, πιθανόν να οδηγήσει τους

ανθρώπους να επιλέξουν το καλό της κοινότητας έναντι των ατομικών τους επιθυμιών.


Για παραγγελία αυτής της έκθεσης απευθυνθείτε:

PRIO Cyprus Centre

T.Θ. 25157, 1307 Λευκωσία, Κύπρος

Tηλ: +357 22 456555/4

priocypruscentre@cytanet.com.cy


Κατά τον τελευταίο μισό αιώνα, η Κύπρος έχει περάσει πολλά κύματα εκτοπισμού τα οποία

ξερίζωσαν χωριά, διέκοψαν τους δεσμούς των ατόμων με τον τόπο και ανασχημάτισαν την

κοινωνική γεωγραφία του νησιού. Για περισσότερους από 215,000 Κύπριους που εκτοπίστηκαν,

η εγκατάλειψη της εστίας και η εγκατάσταση σε άλλα μέρη, αποτελούν ένα διαρκές προσωπικό

τραύμα και για πολλούς έναν πολιτικό σκοπό. Πολλοί έχουν την επιθυμία της επιστροφής, ενώ

άλλοι επιμένουν να παραμείνουν εκεί που βρίσκονται σήμερα, αρνούμενοι να επανεκτοπιστούν.

Η επιθυμία αυτή αντανακλάται στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και τη πολιτική ρητορική και

διαμορφώνει τον τρόπο που πολλοί εκτοπισμένοι Κύπριοι αντιλαμβάνονται όχι μόνο το πολιτικό

μέλλον αλλά και την προσωπική εμπειρία του εκτοπισμού και του ξεριζωμού. Επιπλέον, η

διαίρεση του νησιού διαμόρφωσε για τρεις δεκαετίες τον τρόπο που οι Κύπριοι και στις δυο

πλευρές δίνουν έμφαση στη δική τους οδύνη και απώλεια, χωρίς να είναι σε θέση να δουν όσα

βίωσε η άλλη κοινότητα.

Το πρόγραμμα του PRIO «Ο Εκτοπισμός στην Κύπρο: Συνέπειες από την Πολιτική και

Στρατιωτική Διαμάχη» παρουσιάζει τις ιστορίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων

εκτοπισμένων. Σκοπός είναι να κατανοηθεί τι βίωσαν τα μέλη της άλλης κοινότητας και πως

οι εμπειρίες τους διαμόρφωσαν τις ζωές τους και τις προσδοκίες τους για το μέλλον. Η Έκθεση

αυτή συνοψίζει τα ευρήματα 30 βιωματικών ιστοριών Τουρκοκύπριων εκτοπισμένων

από το νότιο τμήμα του νησιού στο βόρειο. Το Πρώτο μέρος αποτελεί εισαγωγή στον

Τουρκοκυπριακό εκτοπισμό, με μια σύντομη ιστορική αναδρομή και σύνοψη των

παραγόντων που διαμορφώνουν τον τρόπο σκέψης των Τουρκοκυπρίων για τον ξεριζωμό

σήμερα. Το Δεύτερο μέρος παρουσιάζει τις συνόψεις δέκα βιωματικών ιστοριών, για να

μπορέσει ο αναγνώστης να αντιληφθεί τη διαφορετικότητα των εμπειριών του εκτοπισμού

και της μετεγκατάστασης. Και ενώ παρουσιάζονται οι ποικίλες διαδρομές του εκτοπισμού

και της μετεγκατάστασης, αναδεικνύονται επίσης συγκλίνουσες θεωρήσεις για το μέλλον, ως

αποτέλεσμα αυτής της εμπειρίας, οι οποίες και συνοψίζονται στο Τρίτο μέρος. Στην

καταληκτική ενότητα, η Έκθεση παρουσιάζει τους τρόπους με τους οποίους οι Τουρκοκύπριοι

εκτοπισμένοι φαντάζονται το μέλλον, συμπεριλαμβανομένου ενός πιθανού νέου εκτοπισμού,

στην περίπτωση εξεύρεσης λύσης μετά από διαπραγμάτευση.

Για παραγγελία αυτής της έκθεσης απευθυνθείτε:

PRIO Cyprus Centre

T.Θ. 25157, 1307 Λευκωσία, Κύπρος

Tηλ: +357 22 456555/4

priocypruscentre@cytanet.com.cy

Η έκθεση βρίσκεται διαθέσιμη σε ηλεκτρονική μορφή στην τοποθεσία:

www.prio-cyprus-displacement.net

ISBN: 978-82-7288-418-4

Η έκθεση χρηματοδοτήθηκε απο

την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μέρος του

προγράμματος που υλοποίησε το

PRIO, "Διάλογος για την Οικοδόμηση

Εμπιστοσύνης και τη Συμφιλίωση".

More magazines by this user
Similar magazines