O Εκτοπισμός στην Κύπρο Οι Συνέπειες της Πολιτειακής και ... - PRIO

prio.no

O Εκτοπισμός στην Κύπρο Οι Συνέπειες της Πολιτειακής και ... - PRIO

O Εκτοπισμός στην Κύπρο

Οι Συνέπειες της Πολιτειακής

και της Στρατιωτικής Διαμάχης

Έκθεση 3

Το Νομικό Πλαίσιο στην

Κυπριακή Δημοκρατία

Νίκος Τριμικλινιώτης

Κορίνα Δημητρίου


Για τους συγγραφείς

Ο Νίκος Τριμικλινιώτης είναι διεπιστημονικός μελετητής στην Κοινωνιολογία και τη

Νομική. Από το 2008 είναι ανώτερος ερευνητικός σύμβουλος στο PRIO Cyprus Centre.

Επίσης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής και Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο

Λευκωσίας και επίτιμος ερευνητικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο του Cape Town

της Νοτίου Αφρικής. Έχει διεξαγάγει έρευνας σχετικά με θέματα όπως τα ανθρώπινα

δικαιώματα, οι διακρίσεις, η μετανάστευση, το κοινωνικό φύλο, η συμφιλίωση,

η εθνοτική σύγκρουση και ο ρατσισμός, καθώς επίσης τα συνταγματικά, εκπαιδευτικά

και εργατικά ζητήματα, και έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα σε βιβλία και περιοδικά.

Οι πλέον πρόσφατες εργασίες του είναι οι εξής: Beyond a divided Cyprus: A state

and society in transformation, που συνέγραψε και εξέδωσε με την Umut Bozkurt

(Palgrave MacMillan, 2012), και Η διαλεκτική του έθνους-κράτους και το καθεστώς

εξαίρεσης: Κοινωνιολογικές και συνταγματικές μελέτες για την ευρω-κυπριακή

συγκυρία και το εθνικό ζήτημα (Σαββάλας, Αθήνα 2010). Ηλεκτρονική διεύθυνση:

nicostrim@gmail.com.

Η Κορίνα Δημητρίου είναι νομικός εμπειρογνώμονας και ερευνήτρια σε πεδία όπως

τα θεμελιώδη δικαιώματα, ο ρατσισμός, οι διακρίσεις, η μετανάστευση, το άσυλο, το

εργατικό δίκαιο και η σωματεμπορία στην Κύπρο. Έχει πολυετή εμπειρία στη νομική

πρακτική και έρευνα, καθώς και συμμετοχή στην κοινωνία των πολιτών στον τομέα

των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από το 2007 είναι ο εθνικός εμπειρογνώμονας του

Ευρωπαϊκού Νομικού Δικτύου Εμπειρογνωμόνων στον Τομέα της Μη Διάκρισης.

Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα 2004-2010 ήταν ο νομικός εμπειρογνώμονας στο

πλαίσιο των συμβάσεων με τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και έχει

συγγράψει πολλές εκθέσεις σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα, άρθρα σε

επιστημονικές επιθεωρήσεις, καθώς και στον Τύπο. Προετοιμάζει ένα βιβλίο σχετικά με

τα θεμελιώδη δικαιώματα στην Κύπρο.


O ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΚΑΙ

ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚHΣ ΔΙΑΜAΧΗΣ

Έκθεση 3

Το Νομικο Πλαισιο

σΤηΝ κυΠριακη ΔημοκραΤια

Νίκος Τριμικλινιώτης

Κορίνα Δημητρίου


Peace Research Institute Oslo (PRIO)

Hausmanns gate 7

PO Box 9229 Oslo

NO-0134 OSLO, Norway

Τηλέφωνο +47 22 54 77 00

Τηλεομοιότυπο +47 22 54 77 01

Ηλ. διεύθυνση: info@prio.no

Ιστοσελίδα: www.prio.no

Το PRIO ενθαρρύνει τους ερευνητές του και τους ερευνητικούς του συνεργάτες να δημο -

σιεύουν τις εργασίες τους σε επιστημονικά περιοδικά και σε σειρές βιβλίων καθώς και σε

σειρά Εκθέσεων, Εργασιών και Πολιτικών Επισκοπήσεων του PRIO. Κατά την επιμέλεια των

δημοσιεύσεων αναλαμβάνουμε ένα στοιχειώδη ποιοτικό έλεγχο αλλά ως εκ τούτου το PRIO

δεν έχει άποψη σε πολιτικά θέματα. Ενθαρρύνουμε τους ερευνητές μας να λαμβάνουν ενεργό

μέρος σε δημόσιες συζητήσεις, με πλήρη ελευθερία της γνώμης. Η ευθύνη και η τιμή για τις

υποθέσεις, τις θεωρίες, τα ευρήματα και τις απόψεις που εκφράζονται στις εκδόσεις ανήκει

στους ίδιους τους συγγραφείς.

Τα κείμενα που συγκεντρώθηκαν στην παρούσα έκδοση, συμπεριλαμβανόμενης της ορολο -

γίας που χρησιμοποιείται, είναι της αποκλειστικής ευθύνης του/ων συγγραφέα(ων) ή/και του

Κέντρου του Ινστιτούτου Έρευνας για την Ειρήνη του Όσλο (PRIO) ως ένας από τους δικαιού -

χους του χρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγράμματος «Διάλογος για την

Οικοδόμηση Εμπιστοσύνης και τη Συμφιλίωση: Οι Κύπριοι αναζητούν Νέες Προσεγγίσεις στο

Περιουσιακό Ζήτημα». Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το περιεχόμενο της παρούσας έκδοσης

να αποδοθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Ε.Ε. δεν αναγνωρίζει την «Τουρκική Δημοκρατία

της Βορείου Κύπρου» παρά μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία, το Κράτος Μέλος της.

© Peace Research Institute Oslo (PRIO), 2012

Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Κανένα τμήμα της παρούσας έκδοσης δεν δύναται να αναπαραχθεί, να απο -

θη κευτεί σε σύστημα ανάκτησης ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε μορφή ή με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικό,

μηχανικό φωτοτυπικό, εγγραφής ή άλλο, χωρίς την εκ των προτέρων γραπτή άδεια του/ων κατόχου/ων των πνευμα -

τικών δικαιωμάτων.

Η εργασία αυτή συντάχθηκε, στο πρωτότυπό της, στην Αγγλική γλώσσα.

ISBN 978-82-7288-421-4

Ελαιογραφία στο εξώφυλλο: Δάφνη Mαυροβουνιώτη Τριμικλινιώτη και Μάριος Τριμικλινιώτης

Παραγωγή και σχεδιασμός εξωφύλλου: Action Global Communications


ΠεριεχΟμενα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ, ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΩΝ ..........................................................................V

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ .................................................................................................................VII

1. Ο ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ:

ΤΟ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ.................................................................................................................1

2. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ, ΠΡΟΝΟΙΕΣ & ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ................................3

2.1 ΤΑ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΕΣ ................................................................................4

2.2 ΘΕΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ..........................................................................................4

2.2.1 ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΕΣ- ΙΣΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΒΑΡΩΝ .........................................................................................4

2.2.2 ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΕΣ – ΣΤΕΓΑΣΗ ...............................................................................................................4

3. ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠEΙ ΤΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ

ΤΩΝ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ....................................................................9

3.1 Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ Ε.Ε. ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ.....................................4

3.1.1 Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ Ε.Ε. ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ: ΓΕΝΙΚΑ ...................................4

3.2 Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ (ΕΣΔΑ):

ΥΠΕΡΟΧΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ..................................................................................................13

3.2.1 Η ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ: ΤΟ ΕΔΑΔ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ...............................14

3.3 TΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ...........................................................................................24

3.3.1 ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ............................................................................................24

3.3.2 ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ .................................................................................................................................25

3.3.3 Ο ΠΕΡΙ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ (ΔΙΑΚΑΤΟΧΗ, ΕΓΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ) ΝΟΜΟΣ.......................26

3.3.4 ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ .............................................................................................................................26

3.3.5 ΤΟ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ..........................................................................................27

3.3.6 ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ .........................................................28

3.4 ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΝΟΤΟ .............................................................................................29

3.4.1 ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ...............................................................................................................29

3.4.2 ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΗΔΕΜΟΝΑ .................................................30

3.4.3 Η ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥ 2010....................................................33

3.4.4 Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΟΡΟΣΗΜΟ ΑΡΙΦ ΜΟΥΣΤΑΦΑ.....................................................................................34

3.4.5 ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΔΑΔ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ .......................................35

3.4.6 ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑ-2004 ΠΕΡΙΟΔΟ ............35

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ...........................................................................................................................................41

5. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ..................................................................................................................................................45


V

Πίνακας Νομικών Πηγών, συνθηκών και Νόμων

Διεθνείς συμβάσεις

n

n

n

n

n

n

Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών

Πρωτόκολλο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και των

Θεμελιωδών Ελευθεριών

Διεθνής Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων

Σύμβαση Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων

Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα

Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης

ή τιμωρίας.

Νομοθεσία της Ε.Ε. (συνθήκες, κανονισμοί,

οδηγίες και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου)

συνθήκες της Ε.Ε.

n Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ενοποιημένη απόδοση)

n Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

οδηγίες της Ε.Ε.

n Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής

της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής

n Οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση

γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία

αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

n Apostolides v Orams C-420/07

n Costa v ENEL [1964] ECR 585

n NV Algemene Transporten Expeditie Onderneming van Gend en Loos v Nederlandse

Administratis der Belastingen [1963] Case 26/62 ECR 1

n Case 29/69 Stauder [1969] ECR 419

αποφάσεις του ΕΔαΔ

n Akdivar & Others v Turkey, Αίτηση Αρ. 21893/93

n Ibrahim Aziz v Cyprus, Αίτηση Αρ. 25781/94, Στρασβούργο, 10 Μαΐου 2001.

n Demades v Turkey, Αίτηση Αρ. 16219/90

n Demopoulos v Turkey, Αίτηση Αρ. 46113/99, 3843/02, 13751/02, 13466/03,

14163/04, 10200/04, 19993/04, 21819/04


VI

Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

n Kazali et al v. Cyprus, Αίτηση Αρ. 49247/08

n Loizidou v Turkey, Αίτηση Αρ. 15318/89

n Lordos and Others v. Turkey, Αίτηση Αρ. 15973/90

n Eugenia Michaelideou Developments and Mike Tymvios v Turkey, Αίτηση Αρ. 16163/90

n Nezire Ahmet Adnan Sofi V Cyprus, Αίτηση Αρ. 18163/04

n Xenides–Arestis v Turkey, Αίτηση Αρ. 46347/99

Το σύνταγμα της κυπριακής Δημοκρατίας

Νόμοι της κυπριακής Δημοκρατίας

n Ο Περί Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Ν.127(I)/2006

n Ο Περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

(κυρωτικός) Νόμος, 38/62

n Ο Περί Κτήσης ακίνητης ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμος, Κεφ. 109

n Ο Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμος, Κεφ. 189

n Ο Περί απονομής της δικαιοσύνης (ποικίλες διατάξεις) Νόμος, Ν.33/1964

n Ο Περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμος, Ν. 52/1980

n Ο περί καταπολέμησης των φυλετικών και ορισμένων άλλων μορφών διακρίσεων

(Επίτροπος) Νόμος, Ν.42(1)/ 2004

n Ο Περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149

n Ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6

n Ο Περί Φορολογίας των Κληρονομιών Νόμος, Κεφ. 319

n Ο Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμος, No. 9/65

n Ο Περί Φόρου Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμος, Κεφ. 322

n Ο Περί Φορολογίας Ακίνητης (Αστικής) Ιδιοκτησίας Νόμος, Ν. 89/1962

n Ο Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Κατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224

n Ο Περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παρόντες και Άλλα Πρόσωπα

Νόμος, N. 46(I)/2005

n Ο Περί n Επικύρωσης Διαθηκών (Επανασφράγιση) Νόμος, Κεφ. 192

n Ο Περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ. 232

n Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα)

(Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος, Ν.139/1991

n Ο Περί Μεταβίβασης Γαιών Τροποποιητικός Νόμος, Κεφ. 228

n Ο Περί Επιτρόπων (TRUSTEES) Νόμος, Κεφ. 193

n Ο Περί Ενοικιοστασίου Νόμος, Ν. 23/1983

n Ο Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, Κεφ. 195


Πίνακας Νομικών Πηγών, Συνθηκών και Νόμων

VII

αποφάσεις ανωτάτου Δικαστηρίου της κύπρου

n Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Mustafa Ibrahim κ.α., Ποινικές Εφέσεις

Αρ. 2729, 2734, 2735 (10.11.1964), (1964) CLR 165

n Mehmet Ahmet v Δημοκρατίας, αρ. 277/2006 (13.01.2009)

n Zehra Kemal Ahmet και Nuray Kemal Ahmet v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του

Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, Αρ. 1011/2004

(08.06.2007)

n Ijlal Ahmet Zeki Mustafa άλλως Ijlal Zeki άλλως Ijlal Mustafa v Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω του Υπουργού Εσωτερικών ως Προϊσταμένου του Διευθυντή Τμήματος

Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και του Υπουργού Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του

ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, Αρ. 688/2009 (09.06.2011)

n Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan v Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου

αντιπροσώπου του Χαραλάμπου Χ. Ζόππου, Αρ. 303/2006 (11.09.2008)

n Αλή Κιαμίλ, Δικαιούχος της κληρονομιάς του Κιαμίλ Αλή Ριζά ή άλλως Κιαμίλ Αλή Ριζά

Καραμάνο ή άλλως Ιλχάν Αλή Ριζά, με την ιδιότητα του υπαλλήλου της Διεύθυνσης

Διαχείρισης Κληρονομιών Μόρφου v. Υπουργού Εσωτερικών, υπό την ιδιότητα του

ως Κηδεμόνα για την Προστασία των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, Αρ.133/2005

(19.01.2007)

n Arif Mustafa v Υπουργείου Εσωτερικών μέσω Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού,

Αρ. 125/2004 (04.10.2004)

n Τάκης Γιάλλουρου v. Ευγενείου Νικολάου, Πολιτική Έφεση Αρ. 9331 (08.05.2001)

κατάλογος συντομογραφιών

ΕΑ Επιτροπή Αποζημιώσεων

ΔΕΚ Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

EΣΔΑ Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

ΕΔΑΔ Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

ΤΔΒΚ Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου


1

1. Ο εΚΤΟΠιΣμΟΣ Και ΤΟ ΠεριΟΥΣιαΚΟ

ΖΗΤΗμα: ΤΟ εΥρΥΤερΟ νΟμιΚΟ ΠΛαιΣιΟ

Hπαρούσα έκθεση εξετάζει τις νομικές πτυχές του εκτοπισμού και του περιουσιακού

ζητήματος, όπως αυτές επηρεάζουν την Κυπριακή Δημοκρατία και τους πολίτες της.

Εστιάζει σε δύο διαφορετικούς τομείς του δικαίου και της πολιτικής: Πρώτον, στο νομοθετικό

και θεσμικό πλαίσιο καθώς και το πλαίσιο πολιτικής που προέκυψε μετά τον πόλεμο

του 1974 σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών και ωφελημάτων προς τους Ελληνοκύπριους

εκτοπισθέντες και άλλους ιδιοκτήτες περιουσιών στον βορρά 1 και, δεύτερον, στα νομικά ζητή -

ματα που προκύπτουν σε σχέση με τις περιουσίες των εκτοπισθέντων Ελληνοκυπρίων και

Τουρκοκυπρίων, όσον αφορά την ιδιοκτησία και το δικαιωμά στην περιουσία, όπως διέπονται

από τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η έκθεση πρώτα παρουσιάζει το ζήτημα του εκτοπισμού και του περιουσιακού στην

Κύπρο, τοποθετώντας το στο ευρύτερο νομικό του πλαίσιο. Στη συνέχεια περιγράφει τους

κανονισμούς και τις διατάξεις που αφορούν την υποδοχή και τη στέγαση των εκτοπισθέντων.

Ακολουθεί μια εισαγωγή στο νομικό καθεστώς που καλύπτει την ιδιοκτησία. Πρόκειται για το

μεγαλύτερο μέρος της έκθεσης, η οποία αποτελείται από τρία αλληλένδετα μέρη: (α) τις νομικές

πηγές, τους διαδικαστικούς μηχανισμούς, το δίκαιο και τις πρακτικές αναφορικά με τις

περιουσίες των εκτοπισθέντων· (β) τις περιουσίες των Ελληνοκύπριων εκτοπισθέντων· (γ) τις

περιουσίες των Τουρκοκύπριων εκτοπισθέντων που βρίσκονται στις περιοχές υπό τον έλεγχο

της Δημοκρατίας.

Η παρούσα έκθεση δεν θα ασχοληθεί με τη διαχείριση του ζητήματος στο βόρειο τμήμα

της Κύπρου, όπως εξελίχθηκε κατά το χρονικό διάστημα μετά το 1974. 2

1 Η έκθεση επικεντρώνεται στις νομικές και πολιτικές πτυχές σε σχέση με την προσωρινή στέγαση των Ελληνοκύπριων

εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και σε διάφορα σχέδια και ωφελήματα στέγασης και υποστήριξής

τους. Δεν ασχολείται με τη «διαχείριση κρίσεων», τις μακροπρόθεσμες κοινωνικο-ιστορικές και οικονομικές

διαστάσεις των πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης. Αυτά τα θέματα συζητήθηκαν κατά το συνέδριο Envisioning A

Future: Towards A Property Settlement In Cyprus, Έκθεση Συνεδρίου που οργανώθηκε από το PRIO Cyprus Centre, στο

Σπίτι της Συνεργασίας, Νεκρή Ζώνη, Λευκωσία, 30 Σεπτεμβρίου 2011, PRIO Cyprus Centre).

2 Για τη μελέτη του θέματος αυτού, βλ. έκθεση από την Ayla Gürel για το πρόγραμμα Εκτοπισμού και Περιουσιακού.


3

2. ΚανΟνιΣμΟι, ΠρΟνΟιεΣ Και ΩΦεΛΗμαΤα

Για ΤΗν ΠρΟΣΩρινΗ εΓΚαΤαΣΤαΣΗ

ΤΩν εΚΤΟΠιΣΘενΤΩν

2.1 Τα μεταπολεμικά μέτρα για τους εκτοπισθέντες

Κατά την περίοδο μετά το 1974, ποικίλα κίνητρα προσφέρθηκαν στους εκτοπισθέντες ξενοδόχους,

κατασκευαστές, βιομηχάνους και γαιοκτήμονες. Τα κίνητρα περιλάμβαναν την

παροχή της κρατικής γης, χαμηλότοκα ή άτοκα δάνεια και άλλα μέτρα, έτσι ώστε αυτό το

τμήμα του πληθυσμού να ενταχθεί εκ νέου στην οικονομική δραστηριότητα. Ο σκοπός ήταν

η ανάπτυξη της περιοχής της Αμμοχώστου, που δεν είχε καταληφθεί από τον τουρκικό στρατό,

η ανάπτυξη υποδομών όπως τα οδικά δίκτυα, καθώς και η ανοικοδόμηση της τουριστικής

βιομηχανίας. Τα κατευθυνόμενα από το κράτος αναπτυξιακά έργα στόχευαν στην ενίσχυση

της απασχόλησης και στην αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού κατά το κλασικό μοντέλο

του λεγόμενου «pump priming», δηλ. της τόνωσης της ζήτησης μέσω της παροχής εργασίας

σε αναπτυξιακά έργα από το κράτος. Βασικό όργανο για την εφαρμογή του συγκεκριμένου

μοντέλου ήταν το Γραφείο Προγραμματισμού, το οποίο διηύθυνε έργα για την ανάπτυξη

ξενοδοχείων, για την ελαφρά βιομηχανία και την αναδιάρθρωση της γεωργίας, αρχικά στην

επαρχία Αμμοχώστου αλλά τελικά και στις άλλες περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν εκτοπισθέντες,

κυρίως στη Λεμεσό και στην Αμμόχωστο. Στην Αγία Νάπα, η οποία το 1974 ήταν ένα

μικρό ψαροχώρι, κατά μήκος της ακτογραμμής χτίστηκαν πολυάριθμα ξενοδοχεία που φέρουν

τα ίδια ονόματα με εκείνα τα οποία οι ιδιοκτήτες τους άφησαν πίσω στην Αμμόχωστο και την

Κερύνεια το 1974. Ο λόγος που οι αρχές επέλεξαν την επαρχία Αμμοχώστου για άμεσες επενδύσεις

με τη μορφή του pump priming ήταν επειδή η περιοχή αυτή υποδέχθηκε πολύ μεγάλο

αριθμό, αν όχι την πλειονότητα, των εκτοπισθέντων. Ήταν η πλησιέστερη έξοδος από την

κατεχόμενη ζώνη στην περιοχή και υποδέχθηκε χιλιάδες εκτοπισθέντες από τη χερσόνησο

της Καρπασίας μέχρι και την πόλη της Αμμοχώστου. Οι περισσότεροι από αυτούς συγκεντρώθηκαν

κάτω από τις χαρουπιές, αναζητώντας προσωρινό καταφύγιο. Επίσης, η περιοχή

Αμμοχώστου ήταν η πιο τουριστικά ανεπτυγμένη περιοχή και διέθετε την απαραίτητη υποδομή,

ενώ παράλληλα ήταν διαθέσιμη για περαιτέρω ανάπτυξη.

Οι εκτοπισθέντες αξιοποιήθηκαν στην υλοποίηση των προγραμμάτων αυτών, είτε ως

φθηνό εργατικό δυναμικό είτε σε επαγγέλματα σχετικά με τις επιχειρηματικές δεξιότητές τους

και την εμπειρία τους. Σε εκείνες τις δύσκολες εποχές, όταν η ανεργία ξεπερνούσε το 30% και

επικρατούσε σπάνη βασικών ανέσεων και στέγασης, η άμεση μέριμνα για τη δημιουργία

θέσεων απασχόλησης αντιστάθμισε όλες τις άλλες σκέψεις και επικράτησε της λογικής των

μέτρων διαχείρισης κρίσεων.


4 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Εκτοπισθείς θεωρείται ο κάτοχος προσφυγικής ταυτότητας και, μέχρι πολύ πρόσφατα, οι

άρρενες απόγονοί του. Δεν περιλαμβάνει τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στην περιοχή υπό

τον έλεγχο της Δημοκρατίας, αλλά των οποίων οι περιουσίες βρίσκονταν στην κατεχόμενη

περιοχή. Δεν υπάρχουν μέτρα που να καλύπτουν αυτή την ομάδα.

2.2 Θεσμοί για τις ανάγκες των εκτοπισθέντων

2.2.1 Εκτοπισθέντες – ίση κατανομή βαρών

Ο Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών δημιουργήθηκε το 1989 με τον Νόμο

N.141/1989 ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. 3

Πρωταρχικός του στόχος είναι να αναλάβει δράση για την ίση και δίκαιη κατανομή των

βαρών που προέκυψαν από την τουρκική εισβολή και κατοχή, και να εξασφαλίσει την αποκατάσταση

και την προπολεμική φερεγγυότητα των προσώπων τα οποία κατέχουν σήμερα ακίνητα

στην κατεχόμενη περιοχή, σύμφωνα με την αξία των περιουσιών αυτών. Η Υπηρεσία του

Κεντρικού Φορέα ξεκίνησε τις εργασίες της έξι μήνες μετά την έγκριση των Κανονισμών του

Σχεδίου για την Αποκατάσταση της Προπολεμικής Φερεγγυότητας Ιδιοκτητών Κατεχόμενης

Απροσπέλαστης Ακίνητης Περιουσίας, που συντάχθηκε την 21η Ιουλίου 1995. Στο πλαίσιο

αυτού του καθεστώτος, ο Κεντρικός Φορέας προβλέπει τα εξής:

n

n

n

Δάνεια (στεγαστικά, επαγγελματικά, υγειονομικής περίθαλψης, σε νιόπαντρα ζευγάρια, σε

οργανώσεις και ενώσεις προσώπων).

Εγγυήσεις για δάνεια (επαγγελματικά, στεγαστικά) που χορηγούνται από τραπεζικά ιδρύματα,

όπως αυτά καθορίζονται από τον Κεντρικό Φορέα.

Επιδότηση των τόκων που καταβάλλονται για στεγαστικά δάνεια χωρίς την εγγύηση του

Κεντρικού Φορέα.

Τα δάνεια στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού χορηγούνται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

n

n

n

Φοιτητικά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των μεταπτυχιακών και διδακτορικών μαθημάτων

σε αναγνωρισμένα ή εγγεγραμμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Κύπρο ή στο εξωτερικό,

στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση.

Επαγγελματικά δάνεια (για επαγγελματική στέγη ή επαγγελματική δραστηριότητα ή επέκτασή

της στην Κύπρο).

Για σκοπούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε περίπτωση σοβαρών ή μόνιμων ασθενειών,

η θεραπεία των οποίων είναι δαπανηρή και δεν καλύπτεται πλήρως ή επαρκώς από

κρατικές άλλες πηγές.

3 Ο νόμος με όλες τις τροποποιήσεις μέχρι το 2005 διατίθεται στην ιστοσελίδα

http://www.kentrikosforeas.org.cy/docs/12101.pdf. Η έκδοση αυτή δεν περιλαμβάνει τις τροποποιήσεις του 2011

που εισήγαγε ο Νόμος 52(I)/2011.


Κανονισμοί, πρόνοιες και ωφελήματα για την προσωρινή εγκατάσταση των εκτοπισθέντων

5

n

n

n

Σε νιόπαντρα ζευγάρια που αιτούνται κατά τους πρώτους τρεις μήνες του γάμου.

Σε οργανισμούς ή ενώσεις προσώπων για την απόκτηση ή την επέκταση των εγκαταστάσεων,

των υποδομών (στον αθλητικό τομέα) και του εξοπλισμού.

Στέγαση: για την απόκτηση στην Κύπρο κατάλληλου σπιτιού για κατοικία και για την ανακαίνιση

και/ή την επέκταση ιδιόκτητης κατοικίας στην Κύπρο προκειμένου να καταστεί

κατάλληλη για ιδιοκατοίκηση.

Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό, τα άτομα που δικαιούνται να λάβουν δάνεια πρέπει να είναι

πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, να διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο (τόσο τα φυσικά όσο

και τα νομικά πρόσωπα) και να είχαν αμέσως πριν από τον πόλεμο του 1974 και να εξακολουθούν

να έχουν στην ιδιοκτησία τους κατεχόμενη ή απροσπέλαστη ακίνητη περιουσία, ή να

είναι άτομα που κληρονομούν τέτοια ακίνητη περιουσία ή στα οποία η περιουσία αυτή δόθηκε

ως δώρο από έναν συγγενή, τον ή τη σύζυγο του προσώπου που εμπίπτει σε οποιαδήποτε

από αυτές τις κατηγορίες, και από τρίτου βαθμού συγγενείς του προσώπου (π.χ. φυσικό ή

θετό παιδί, εγγόνι, αδελφό ή ανιψιό) και από τον ή τη σύζυγο τέτοιου συγγενή.

Το 2011 ο ανωτέρω νόμος τροποποιήθηκε ώστε να εξουσιοδοτήσει το Υπουργικό Συμβούλιο

να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με πληθώρα θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας

και διαχείρισης σχεδίου για την αποκατάσταση της προπολεμικής φερεγγυότητας των

ιδιοκτητών ακινήτων κατεχόμενων ή απροσπέλαστων ως αποτέλεσμα του πολέμου του

1974, για την παραχώρηση δανείων μέχρι €105.000 για σπουδές, μέχρι €17,000 σε νιόπαντρα

ζευγάρια, μέχρι €85.000 για υγειονομική περίθαλψη, μέχρι €70.000 για επαγγελματικούς

χώρους και άλλα. Οι κανονισμοί αυτοί θα υποβάλλονται προς έγκριση στη Βουλή των Αντιπροσώπων,

η οποία μπορεί να τους εγκρίνει, να τους τροποποιήσει ή να τους απορρίψει

εντός 60 ημερών από την υποβολή τους. Αν η Βουλή δεν ασκήσει το δικαίωμά της να τους

τροποποιήσει ή να τους απορρίψει, τότε μετά τη λήξη της προθεσμίας οι κανονισμοί θα

δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης και θα τίθενται σε ισχύ.

2.2.2 Εκτοπισθέντες – στέγαση

Η Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων (ΥΜΑΠΕ) ιδρύθηκε μετά την τουρκική

εισβολή (18 Αυγούστου 1974), με σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, προκειμένου

να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του εκτοπισμού και να προσφέρει βοήθεια και

υποστήριξη στους εκτοπισθέντες. Με τον καιρό, η Υπηρεσία αυτή περιορίστηκε στην παροχή

στεγαστικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες, με βάση τα ακόλουθα σχέδια:

n

n

n

n

Αυτοστέγαση σε ιδιόκτητο οικόπεδο / ανακαίνιση κατοικίας.

Αγορά διαμερίσματος / κατοικίας.

Αυτοστέγαση σε κρατική γη.

Στέγαση σε προσφυγικό συνοικισμό.

Τον Νοέμβριο του 1975, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (Αρ. 14.471) συστάθηκε η

Κεντρική Επιτροπή Επιλογής και Κριτηρίων, που έλαβε την εντολή να εξετάζει αιτήσεις από

εκτοπισθέντες για στεγαστικές επιχορηγήσεις.


6 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Η επιτροπή αποτελείται από:

n Τον διευθυντή της Υπηρεσίας Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων.

n Έναν εκπρόσωπο του Τμήματος Πολεοδομίας.

n Έναν εκπρόσωπο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

n Έναν εκπρόσωπο της Παγκύπριας Ένωσης Προσφύγων.

n Έναν εκπρόσωπο της Παγκύπριας Οργάνωσης Αποκατάστασης Παθόντων.

n Έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής για την Αποκατάσταση των Παθόντων.

Το 2005 ψηφίστηκε νόμος που ρυθμίζει την παροχή στεγαστικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες

και καθορίζει τα κριτήρια επιλεξιμότητας. 4 Ο νόμος ρυθμίζει τη λειτουργία και την εντολή της

επιτροπής που αναφέρεται παραπάνω, αλλά επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του νόμου πέρα

από τους εκτοπισθέντες, καλύπτοντας τους συγγενείς των αγνοουμένων, τους συγγενείς των

προσώπων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο, τα άτομα με αναπηρία άνω του 40% ή τα παιδιά τους.

Το 2011 λειτουργούσαν πέντε διαφορετικά σχέδια με σκοπό την παροχή στεγαστικής

βοήθειας σε εκτοπισθέντες. Οι όροι επιλεξιμότητας για όλα τα σχέδια περιλάμβαναν τα εξής:

οι υποψήφιοι πρέπει να είναι μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου, τουλάχιστον ένα από τα μέλη της

οικογένειας πρέπει να έχει στην κατοχή του προσφυγική ταυτότητα, ο αιτητής και όλα τα

μέλη της οικογένειάς του δεν πρέπει να κατέχουν οποιαδήποτε άλλη ακίνητη περιουσία

σημαντικής αξίας. Ορισμένα σχέδια έχουν εισοδηματικά κριτήρια, ενώ άλλα όχι. Παρακάτω

είναι μια σύντομη περιγραφή των σχεδίων αυτών.

(α) Παροχή οικιστικής μονάδας σε κρατικό οικισμό

Δικαιούχοι είναι όσοι διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο, 5 είναι κάτοχοι προσφυγικής ταυτότητας

και δεν κατέχουν οποιαδήποτε άλλη ακίνητη περιουσία σημαντικής αξίας. Σε περίπτωση

οικογένειας, ένας από τους συζύγους πρέπει να έχει προσφυγική ταυτότητα. Ο περιορισμός

ως προς την ιδιοκτησία άλλου ακινήτου δεν ισχύει μόνο για τον αιτητή, αλλά και για τα μέλη

της οικογένειάς του. Επίσης, το ετήσιο εισόδημα ενός ατόμου ή της οικογένειας δεν πρέπει να

υπερβαίνει τα €20.500, 6 με έκπτωση €1.280 για κάθε εξαρτώμενο.

4 Νόμος που προβλέπει την παροχή στεγαστικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες, παθόντες και άλλα πρόσωπα, και καθορίζει

τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις παροχής της Ν.46(Ι)/2005, αναρτημένος στο

http://www.mof.gov.cy/mof/gpo/gpo.nsf/All/19F2C373D957C500C2256FFF001D8B11/$file/Parartima%201o%20Me

ros%20I.pdf?OpenElement

5 Μετά την προσωρινή εγκατάσταση των εκτοπισθέντων σε οργανωμένους καταυλισμούς στον απόηχο του πολέμου του

1974, η κυβέρνηση αποφάσισε να ανεγείρει κατοικίες για τη στέγασή τους. Η κατασκευή τους ξεκίνησε το 1976, με χαμηλού

κόστους και μεσαίου μεγέθους συγκροτήματα, όπου εκτός από τα σπίτια υπάρχουν εμπορικά καταστήματα και άλλες

υπηρεσίες, όπως κέντρα νεότητας, κέντρα υγείας, οίκοι ευγηρίας κ.λπ. Μέχρι το 2000, είχαν ολοκληρωθεί συνολικά 65

κτιριακοί οικισμοί οι οποία περιλαμβάνουν 14.000 οικιστικές μονάδες που φιλοξένησαν περίπου 50.000 εκτοπισμένους.

6 Το ποσό αυτό υπολογίστηκε με βάση το ακαθάριστο ετήσιο εισόδημα όλων των εργαζόμενων μελών της οικογένειας,

εκτός του δέκατου τρίτου μισθού, εκτός από τυχόν έκτακτα έσοδα και επιχορηγήσεις από δημόσια ταμεία ή διατροφή.


Κανονισμοί, πρόνοιες και ωφελήματα για την προσωρινή εγκατάσταση των εκτοπισθέντων

7

(β) Παροχή κρατικής γης για αυτοστέγαση

Δικαιούχοι είναι όσοι διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο, είναι κάτοχοι προσφυγικής ταυτότητας

και δεν κατέχουν οποιαδήποτε άλλη ακίνητη περιουσία σημαντικής αξίας. Σε περίπτωση

οικογένειας, αρκεί μόνο ο ένας σύζυγος να έχει προσφυγική ταυτότητα. Οι δικαιούχοι λαμβάνουν

δωρεάν κρατική γη και οικονομική βοήθεια για να χτίσουν σπίτι, και τα δύο εκ των

οποίων εξαρτώνται από το μέγεθος και τη σύνθεση της οικογένειας. Σε άγαμο που διαθέτει

προσφυγική ταυτότητα χορηγείται ένα σπίτι σε μισό οικόπεδο. Η επιχορήγηση για ένα σπίτι

ενός υπνοδωματίου είναι € 22.210, για σπίτι δύο υπνοδωματίων € 27.330 και για σπίτι τριών

υπνοδωματίων €31.610. Για τους ηλικιωμένους που διαμένουν με τα παιδιά τους, η επιχορήγηση

είναι €13.670 ή € 9.740 ανάλογα με το κατά πόσον στο σπίτι περιλαμβάνεται η κουζίνα,

ενώ για την προσθήκη υπνοδωματίου η επιχορήγηση είναι €8.550. Όσον αφορά τη βοήθεια

σε οικογένειες που δημιουργήθηκαν μετά την 20ή Ιουλίου 1974, το ετήσιο εισόδημα δεν

μπορεί να υπερβαίνει τα ακόλουθα ποσά: €21.360 για οικογένειες των δύο μελών, €22.545 για

τριμελείς οικογένειες, €26.140 για τετραμελείς οικογένειες, €28.655 για πενταμελείς οικογένειες,

€29.985 για εξαμελείς οικογένειες, €32.100 για επταμελείς οικογένειες και €20.500 για

τους άγαμους. Κατά τον υπολογισμό του εν λόγω εισοδήματος, έκπτωση €1.280 προσφέρεται

για κάθε εξαρτώμενο. Στην περίπτωση ζευγαριού, το εισόδημα που θα λαμβάνεται υπόψη

είναι αυτό του υψηλότερα αμειβόμενου, αλλά μόνο το ¼ του εισοδήματος του κατώτερα

αμειβόμενου θα λαμβάνεται υπόψη, ενώ στην περίπτωση μονογονέα θα ληφθούν υπόψη

μόνο τα 2/3 του ετήσιου εισοδήματός του/της.

(γ) Παροχή οικονομικής βοήθειας για την αγορά οικίας ή διαμερίσματος ή για αυτοστέγαση σε

ιδιόκτητο οικόπεδο

Δεν υπάρχουν εισοδηματικά κριτήρια για το σχέδιο αυτό. Οι δικαιούχοι λαμβάνουν χορηγία

ανάλογα με το μέγεθος και τη σύνθεση των οικογενειών τους: €37.600 για σπίτι/διαμέρισμα

ενός υπνοδωματίου, €51.250 για σπίτι/διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων, €68.350 για σπίτι /

διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, €14.350 για τους άγαμους, €13.670 ή €9.740 για τα ηλικιωμένα

άτομα που συγκατοικούν με τα παιδιά τους και ανάλογα με το αν η κουζίνα περιλαμβάνεται

ή όχι, €8.505 για την προσθήκη επιπλέον υπνοδωματίου. Η αναλογία μεταξύ του αριθμού

των δωματίων και το μέγεθος/σύνθεση της οικογένειας έχει ως εξής: προβλέπεται κατοικία

ενός υπνοδωματίου για ένα ζευγάρι, κατοικία δύο υπνοδωματίων για διμελείς οικογένειες

που δεν είναι ζευγάρι, κατοικία δύο υπνοδωματίων για τριμελή οικογένεια, κατοικία δύο

υπνοδωματίων για τετραμελή οικογένεια, κατοικία τριών υπνοδωματίων για τετραμελή οικογένεια

όπου τα παιδιά είναι διαφορετικού φύλου, κατοικία τριών υπνοδωματίων για πενταμελή

οικογένεια, κατοικία τριών υπνοδωματίων για εξαμελή οικογένεια, αλλά αν τρία από τα

τέσσερα παιδιά είναι του ίδιου φύλου, τότε επιδοτείται επίσης το ποσό για την προσθήκη

επιπλέον υπνοδωματίου.


8 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

(δ) Επιδότηση ενοικίου

Δικαιούχοι για επιδότηση ενοικίου είναι εκείνοι που νοικιάζουν σπίτι ή διαμέρισμα στην

Κύπρο για τη μόνιμη κατοικία τους, και των οποίων το εισόδημα κυμαίνεται μεταξύ €14.284

και €26.876. Το ποσό της μηνιαίας επιδότησης κυμαίνεται μεταξύ €66 και €213 ανάλογα με τη

σύνθεση της οικογένειας.

(ε) Στέγαση σε τουρκοκυπριακές περιουσίες

Αυτή είναι μια ειδική κατηγορία που περιγράφεται στην παράγραφο 3.4 η οποία πραγματεύεται

το θέμα των τουρκοκυπριακών περιουσιών. Σε αντίθεση με τα σχέδια που αναλύθηκαν

πιο πάνω τα οποία δημιουργούν δικαιώματα, το σχέδιο αυτό δεν δημιουργεί αυτόματα δικαίωμα

για τους Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες να απαιτήσουν συγκεκριμένη τουρκοκυπριακή

περιουσία στην Κύπρο. Αντίθετα, δημιουργεί ένα καθεστώς μεγάλης διακριτικής ευχέρειας για

την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών να διαθέσει το συγκεκριμένο ακίνητο.


9

3. ΤΟ ΚαΘεΣΤΩΣ ΠΟΥ ΔιεΠει

ΤιΣ ΠεριΟΥΣιεΣ ΤΩν εΚΤΟΠιΣΘενΤΩν

ΣΤΗν ΚΥΠριαΚΗ ΔΗμΟΚραΤια

Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των εκτοπισθέντων στην Κύπρο είναι βαθιά ριζωμένα στο

πλαίσιο της ευρύτερης έννομης τάξης που διέπει τις σχέσεις ιδιοκτησίας και το σύστημα

προστασίας των δικαιωμάτων των ατόμων στη χώρα. Η παρούσα μελέτη καλύπτει μόνο

τα ζητήματα που εγείρονται σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα που διέπονται από τη

νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία ενσωματώνει την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής

Ένωσης (Ε.Ε.) και το νομικό σύστημα που θεσπίστηκε από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων

Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). Δεδομένης της εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου και των διεθνών

νομικών πράξεων όπως η ΕΣΔΑ, η παρούσα μελέτη θα ασχοληθεί με τη λειτουργία των νομοθετημάτων

αυτών και τις επιπτώσεις τους στα περιουσιακά δικαιώματα των εκτοπισθέντων.

Η ιεραρχία των νόμων καθορίζει την πρωτοκαθεδρία ή την υπεροχή ορισμένων νομοθετημάτων

επί άλλων δευτερευόντων σε περίπτωση σύγκρουσης ή ασυμφωνίας. Η ιεραρχία

των νόμων στην Κύπρο ακολουθεί την εξής σειρά:

n

n

n

n

n

Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η υπέρτατη (Συμβάσεις της Ε.Ε., Κανονισμοί,

Οδηγίες και Αποφάσεις του ΔΕΚ).

Οι Διεθνείς Συνθήκες όπως η ΕΣΔΑ υπερέχουν έναντι της εγχώριας (εθνικής) νομοθεσίας.

Το Σύνταγμα υπερισχύει έναντι των άλλων εθνικών νομοθεσιών.

Ακολουθούν:

Οι νόμοι της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Κυπριακή δευτερεύουσα νομοθεσία και άλλες δεσμευτικές νομικές αρχές.

3.1 η υπεροχή του δικαίου της Ε.Ε. και το καθεστώς ιδιοκτησίας

στην κύπρο

3.1.1 η υπεροχή του δικαίου της Ε.Ε. και το καθεστώς ιδιοκτησίας: Γενικά

Η υπεροχή της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι της εθνικής νομοθεσίας των κρατών

μελών έχει καθιερωθεί στη νομοθεσία της Ε.Ε. Όπου υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των

νομοθεσιών των κρατών μελών και της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ευρωπαϊκό

δίκαιο υπερισχύει, επειδή θεωρείται ότι το ζήτημα εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Ε.Ε. 7 Το

7 Βλ. Costa v ENEL [1964] ECR 585


10 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκρινε ότι οι διατάξεις της Συνθήκης της Ε.Ε. έχουν

άμεση ισχύ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών της ΕΟΚ. Η Ε.Ε. αποτελεί «μια

νέα έννομη τάξη», όπου τα άτομα έχουν δικαίωμα να επικαλούνται τις διατάξεις της Συνθήκης

κατά των κυβερνήσεων των κρατών μελών στα εθνικά δικαστήρια, αφού οι διατάξεις της

Συνθήκης έχουν άμεση ισχύ. 8 Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, σε ορισμένες

περιπτώσεις, ακόμα και να αρνηθούν να εφαρμόσουν την εθνική νομοθεσία, προκειμένου να

τεθεί σε ισχύ το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο. 9 Μέχρι την ένταξη στην Ε.Ε., το Σύνταγμα ήταν

ο υπέρτατος νόμος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ικανό να ακυρώνει την εθνική νομοθεσία

εφόσον αυτή κρινόταν από τα δικαστήρια ως «αντισυνταγματική». Τον Ιούλιο του 2006, το

κυπριακό Σύνταγμα τροποποιήθηκε για να παραχωρήσει προτεραιότητα στο κοινοτικό

δίκαιο. 10 Ωστόσο, στη δικαστική πρακτική υπάρχουν πολλά παραδείγματα που δείχνουν ότι

τα δικαστήρια εξακολουθούν να εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία σύμφωνα με την ιεράρχηση

που ίσχυε πριν από την ένταξη στην Ε.Ε. 11

Από το 1969, τα «θεμελιώδη δικαιώματα» καταγράφονται στις γενικές αρχές του κοινοτικού

δικαίου και προστατεύονται από το Δικαστήριο.

Επιπλέον, το άρθρο 6 της Συνθήκης (ενοποιημένη απόδοση) πρoβλέπει:

1. Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον

Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000,

όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο

νομικό κύρος με τις Συνθήκες.

Οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης,

όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες.

8 NV Algemene Transporten Expeditie Onderneming van Gend en Loos v Nederlandse Administratis der Belastingen [1963] Case

26/62 ECR 1. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: «η Κοινότητα αποτελεί μια νέα έννομη τάξη του διεθνούς δικαίου υπέρ της

οποίας τα κράτη περιόρισαν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, σε περιορισμένους έστω τομείς και στα θέματα τα οποία

περιλαμβάνουν όχι μόνο τα κράτη μέλη αλλά επίσης τους υπηκόους τους. Ανεξάρτητα από τη νομοθεσία των κρατών

μελών, το κοινοτικό δίκαιο όχι μόνο επιβάλλει υποχρεώσεις στους ιδιώτες, αλλά έχει επίσης ως στόχο να τους

παραχωρήσει τα δικαιώματα τα οποία αποτελούν μέρος της νομικής τους κληρονομιάς. Τα δικαιώματα αυτά προκύπτουν

όχι μόνο οσάκις μνημονεύονται ρητά από τη Συνθήκη, αλλά και λόγω των υποχρεώσεων που η Συνθήκη επιβάλλει με

ένα σαφώς καθορισμένο τρόπο στα άτομα καθώς και στα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της κοινότητας.»

9 Υπόθεση C-213/89 Factortame [1990] ECR I-2433.

10 Ο νόμος Ν. 27(I)/2006 (28.07.2006) έχει προσθέσει ένα νέο άρθρο στο Σύνταγμα, που προβλέπει ότι καμία πρόνοια του

Συντάγματος δεν θα θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που

λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία ως αποτέλεσμα των υποχρεώσεων της Κύπρου ως

κράτους μέλους της Ε.Ε., ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού

χαρακτήρα που θεσπιζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα

ή από τα αρμόδιά τους σώματα, στη βαση των συνθηκων που ιδρυουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή

Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στην Κύπρο.

11 Βλ. π.χ. την έκθεση του Ευρωπαϊκού Νομικού Δικτύου Εμπειρογνωμόνων στον τομέα της Μη Διάκρισης για το 2010,

που διατίθεται στην ιστοσελίδα http://www.non-discrimination.net/content/media/2010-CY-

Country%20Report%20LN_FINAL_0.pdf .


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

11

Τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι αρχές του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές

διατάξεις του Τίτλου VII του Χάρτη που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του και

λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων οι οποίες αναφέρονται στον Χάρτη και

στις οποίες μνημονεύονται οι πηγές των εν λόγω διατάξεων.

2. Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του

Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η προσχώρηση στην εν λόγω Σύμβαση δεν

μεταβάλλει τις αρμοδιότητες της Ένωσης όπως ορίζονται στις Συνθήκες.

3. Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την

Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως

απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν

μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.

Το ευρωπαϊκό κεκτημένο εγγυάται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής

Ένωσης έχει ήδη αποφανθεί σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της

περιουσίας 12 σε περιπτώσεις που προστατεύονται από το συνταγματικό δίκαιο των κρατών

μελών 13 και από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ. 14 Όπου υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων,

δικαιωμάτων και διεκδικήσεων, τα θεμελιώδη δικαιώματα «εξισορροπούνται»

από την εφαρμογή των αρχών της «αναλογικότητας» (βλ. Lenaerts και Van Nuffel 2005, 17-090).

Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία έχει κωδικοποιηθεί στο πλαίσιο του Χάρτη των Θεμελιωδών

Δικαιωμάτων, που αποτελεί την πρώτη Διακήρυξη Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και μέρος του πρωτογενούς

δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαδικασία υιοθέτησης του Χάρτη της Ε.Ε. έχει

δικαίως χαρακτηριστεί ως ο «ακανθώδης δρόμος από την Κολονία στη Λισαβόνα» (Bojkov 2010).

Αναπόφευκτα, ο Χάρτης αντανακλά τις αντιθέσεις και τους συμβιβασμούς που οδήγησαν στο

να ανακηρυχθεί «συνταγματική συνθήκη» 15 ή, όπως το περιέγραψε ένας επιστήμονας, ως η

«πολυεπίπεδη συνταγματικότητα εν δράση». Μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η Συνθήκη

για την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενσωματώσει πλήρως τον Χάρτη στην έννομη τάξη της Ε.Ε. ως

μέρος του κοινοτικού κεκτημένου. Ο Χάρτης είναι δεσμευτικός για όλα τα κράτη μέλη 16 και

12 Βλ. Lenaerts και Van Nuffel 2005, σελ. 17-089.

13 Βλ. 4/73 Nold v Commission [1974] ECR 491

14 Για μια συζήτηση σε σχέση με τη νομολογία, βλ. Lenaerts και Van Nuffel 2005: 738; Micha 2010; Loucaides 2007, 2011 .

15 Η Συνθήκη της Λισαβόνας απέφυγε την ονομασία «Σύνταγμα της Ευρώπης» ώστε να αποφευχθεί η απόρριψη της στα

δημοψηφίσματα, όπως είχε συμβεί πριν από μερικά χρόνια με το παλιό σύνταγμα για την Ευρώπη. Όπως Βαλερί Ζισκάρ

ντ ‘Εστέν, πρώην Γάλλος Πρόεδρος και Πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης, σημείωσε σε πολλές ευρωπαϊκές

εφημερίδες, 27 Οκτωβρίου 2007: «Η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι το ίδιο με το απορριφθέν Σύνταγμα. Μόνο η μορφή

έχει αλλάξει προς αποφυγή δημοψηφισμάτων” (Jens-Peter Bonde, From EU Constitution to Lisbon Treaty. The revised EU

Constitution analysed by a Danish member of the two constitutional Conventions,

http://www.eudemocrats.org/eud/uploads/downloads/e-Lissabon_til_nettet.pdf.

16 Στη βάση του άρθρου 6(1)(1) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (εν τοις εφεξής ΣΕΕ) όπως τροποποιήθηκε από

τη Συνθήκη της Λισαβόνας.


12 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

υπόκειται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο είναι «ένα

κομμάτι στη μεγαλύτερη συνταγματική εικόνα» για την οικοδόμηση του «ευρωπαϊκού res

publica» (Zetterquist 2011: 3). Το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων 17 (εφεξής ο

Χάρτης) προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και προνοεί:

Κάθε πρόσωπο δικαιούται κυριότητα, χρήση, διάθεση και κληροδότηση των νομίμως

κτηθέντων αγαθών του. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για

λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο

νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών

μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό

συμφέρον.

Μέχρι στιγμής, σε καμία δικαστική υπόθεση ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων ή του

Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έγινε επίκληση της διάταξης αυτής, αλλά αυτό

μπορεί να αλλάξει εάν υποθέσεις που επικαλούνται τις πρόνοιες του Χάρτη παραπεμφθούν

στη δικαιοσύνη.

Η υπόθεση-ορόσημο Αποστολίδης v. Όραμς 18 που δεν αφορούσε άμεσα το ευρωπαϊκό

δίκαιο αναφορικά με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εξέτασε κατά πόσον η απόφαση ενός

κυπριακού δικαστηρίου σχετικά με την περιουσία Ελληνοκύπριου εκτοπισθέντα στο βόρειο

τμήμα της Κύπρου (όπου η εφαρμογή του κεκτημένου έχει ανασταλεί) μπορεί να εκτελεστεί

στην Αγγλία. Η μοναδικότητα αυτής της υπόθεσης έγκειται στο γεγονός ότι, για σκοπούς εκτέλεσης

μιας δικαστικής απόφασης σχετικά με ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα

της Κύπρου, ζητήθηκε θεραπεία μέσω της Ε.Ε. για το χειρισμό των νομικών πτυχών του ζητήματος

της περιουσίας στην Κύπρο, παρά μέσω του ΕΔΑΔ. 19 Ο ενάγων, ένας Ελληνοκύπριος

ιδιοκτήτης περιουσίας στο ελεγχόμενο από την Τουρκία βόρειο μέρος της Κύπρου, μήνυσε

δύο Βρετανούς που είχαν αγοράσει την περιουσία του αφού αυτός είχε εκδιωχθεί από τον

τουρκικό στρατό· μάλιστα, εξασφάλισε απόφαση από κυπριακό δικαστήριο σε βάρος των

κατηγορουμένων, για την κατεδάφιση του σπιτιού που χτίστηκε στην ιδιοκτησία του και την

επιστροφή του ακινήτου σε αυτόν. Στη συνέχεια επιδίωξε την εκτέλεση της απόφασης αυτής

στην Αγγλία, όπου το δικαστήριο απέρριψε την αίτησή του. Ο ενάγων εφεσίβαλε την απόρριψη

αυτή στο αγγλικό Εφετείο, το οποίο με τη σειρά του ζήτησε γνωμάτευση από το ΔΕΚ για

το θέμα των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων στο βόρειο τμήμα της Κύπρου

και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την αναστολή της εφαρμογής

17 Αυτό αποτελεί μέρος του Μέρους II, «Ελευθερίες».

18 C 420/07. Η απόφαση εκδόθηκε στις 28.04 2009: http://curia.europa.eu/jurisp/cgi-bin/form.pl?

lang=EN&Submit=Rechercher$docrequire=alldocs&numaff=C420/07&datefs=&datefe=&nomusuel=&domaine=&m

ots=&resmax=100.

19 Επί του ζητήματος των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, οι κορυφαίες υποθέσεις τέθηκαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού

Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) και όχι ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως θα

συζητηθεί αργότερα.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

13

του κοινοτικού κεκτημένου στο βόρειο τμήμα της Κύπρου. Το ΔΕΚ αποφάνθηκε ότι η αναστολή

της εφαρμογής του κεκτημένου στις περιοχές εκτός του ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας

δεν αποκλείει την εφαρμογή του Κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 44/2001 της

22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε

αστικές και εμπορικές υποθέσεις, επί αποφάσεως που εκδόθηκε από κυπριακό δικαστήριο

εδρεύον στη νότια Κύπρο σχετικά με ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα. Η υπόθεση

Αποστολίδη v. Orams έλαβε μεγάλη δημοσιότητα τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό,

εξαιτίας των σοβαρών πολιτικών επιπτώσεών της, 20 και λιγότερο για τη νομική αιτιολογία

της, η οποία ήταν απλή και μη αμφιλεγόμενη. 21

Η νομική αρχή που καθιερώθηκε με την υπόθεση αυτή ανοίγει το δρόμο για τους κατοίκους

άλλων χωρών της Ε.Ε. να χρησιμοποιούν τα εθνικά τους δικαστήρια ώστε να εξασφαλίζουν

αποφάσεις κατά των ατόμων που έχουν περιουσία στην Κύπρο και σε άλλες χώρες της

Ε.Ε. και να εφαρμόζουν αυτές τις αποφάσεις στην Κύπρο. Η υπόθεση έτυχε πολύ διαφορετικών

αντιδράσεων από τα δύο μέρη, καθώς και από τους νομικούς κύκλους που την σχολίασαν.

Η υπόθεση αυτή πρέπει να διαβαστεί σε συνδυασμό με την πρόσφατη απόφαση στην

υπόθεση Δημόπουλος v. Τουρκίας (46113/99), διότι καταδεικνύει τους περιορισμούς των ατομικών

νομικών προσφυγών για τη διεκδίκηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στην απουσία

μιας συνολικής πολιτικής διευθέτησης. 22

3.2 η Ευρωπαϊκή σύμβαση ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕσΔα):

υπεροχή επί της εγχώριας νομοθεσίας

Η ΕΣΔΑ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κυπριακής έννομης τάξης 23 και οι διατάξεις της

υπερέχουν έναντι της εθνικής νομοθεσίας 24 Ιδιαίτερα σημαντικό για τα δικαιώματα ιδιοκτησίας

των Κυπρίων εκτοπισθέντων είναι το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο

προβλέπει τα εξής:

20 Βλ. «Turkish Cypriot leader feels weak but hopeful on peace talks», Hurriyet Daily News

http://www.hurriyetdailynews.com/n.php?n=turkish-cypriot-leader-feels-weak-but-hopeful-on-peace-talks-2009-08-

08 . Βλ. επίσης M. Hatay & R. Bryant (2009) «Suing for Sovereignty: Property, Territory and EU’s Cyprus Problem»,

Global Political Trends Center Policy Brief. Istanbul: Global Political Trends Center, που είναι διαθέσιμο και στη

διεύθυνση http://www.gpotcenter.org/dosyalar/PolicyBrieff.pdf

21 Βλ. Skoutaris 2010; Laulhé Shaelou 2011.

22 Για περαιτέρω συζήτηση του σημείου αυτού, βλ. De Baere 2010, Skoutaris 2010, Παρασκευά 2010, Laulhé Shaelou 2011.

23 Θεωρείται ότι η ΕΣΔΑ έχει εφαρμογή από την εποχή της αποικιοκρατίας και συνέχισε να ισχύει και μετά την ανεξαρτησία,

δυνάμει της αρχής της διαδοχής που εγκρίθηκε από το άρθρο 8 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, η οποία προβλέπει ότι

όλες οι διεθνείς υποχρεώσεις και ευθύνες της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου αναλαμβάνονται από την

κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλέπε Τορναρίτης 1983: 1-2). Εν πάση περιπτώσει, η ΕΣΔΑ κυρώθηκε με το

νόμο 38/62.

24 Το άρθρο 169 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει ότι οι συνθήκες, συμβάσεις και συμφωνίες

αυτές έχουν «αυξημένη ισχύ σε σχέση με την εθνική νομοθεσία υπό την αίρεση ότι εφαρμόζονται αντιστοίχως και υπό

του αντισυμβαλλόμενου».


14 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας

του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας

ωφελείας και υπό τους όρους που προβλέπονται από τον νόμο και τις γενικές αρχές

του διεθνούς δικαίου.

Οι διατάξεις αυτές δεν θα πρέπει, ωστόσο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο να θίγουν το δικαίωμα

ενός κράτους να εφαρμόσει τους νόμους που κρίνει αναγκαίο για τον έλεγχο της

χρήσης περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής

φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.

Η άλλη σχετική διάταξη της ΕΣΔΑ βρίσκεται στο άρθρο 8:

(1) Καθένας έχει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της

κατοικίας και της αλληλογραφίας του.

(2) Οι δημόσιες αρχές δεν παρεμβαίνουν στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός

όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία και είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία

προς το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής

ευημερία της χώρας, για την πρόληψη ταραχών ή εγκλήματος, για την προστασία της

υγείας ή της ηθικής, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

Το Άρθρο 8(2) επιτρέπει ορισμένους περιορισμούς στο ανωτέρω δικαίωμα, εφόσον

αυτοί δικαιολογούνται «σύμφωνα με το νόμο» και είναι «αναγκαίοι σε μια δημοκρατική

κοινωνία». 25

Το άρθρο 14 της Σύμβασης προβλέπει τα εξής:

Η απόλαυση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που ορίζονται στη Σύμβαση θα διασφα λί -

ζεται χωρίς διάκριση για οποιοδήποτε λόγο όπως το φύλο, τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη

θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική καταγωγή, τη συνανα -

στροφή με εθνική μειονότητα, την περιουσία, τη γέννηση ή άλλη κατάσταση.

Στις περιπτώσεις που εξετάστηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων

Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) γίνεται συχνά επίκληση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, το οποίο απαιτεί

αποτελεσματική θεραπεία για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που προβλέπονται

στη Σύμβαση. Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις, γίνεται επίκληση του άρθρου 18,

το οποίο απαγορεύει την επιβολή περιορισμών σε δικαιώματα που διασφαλίζονται από την

ΕΣΔΑ για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους προορίζεται. 26

25 Για περισσότερα, βλ. Harris et al. (2009).

26 Για παράδειγμα, στην υπόθεση Δημόπουλος, ο αιτητής επικαλέστηκε τα Άρθρα 8, 14,13, 18 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1

του Πρωτοκόλλου 1της ΕΣΔΑ.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

15

3.2.1 η έννομη τάξη και η πολιτική: Το ΕΔαΔ και το κυπριακό πρόβλημα

Eκτιμάται ότι oι Eλληνoκύπριοι εκτοπισθέντες κατέχουν 1.575.000 δεκάρια (2,1 εκατομμύρια

τετραγωνικά μέτρα) του εδάφους στο βόρειο τμήμα της χώρας, ενώ υπολογίζεται ότι oι

Τουρκοκύπριοι έχουν ιδιόκτητη περιουσία στο νότιο τμήμα της χώρας μόλις κάτω από

435.000 σκάλες. 27 Η ενότητα αυτή εξετάζει τη νομολογία που πηγάζει από το ΕΔΑΔ και πώς

αυτή έχει χρησιμοποιηθεί ως καταλύτης στην εξέλιξη του καθεστώτος ιδιοκτησίας στην

Κύπρο. Η παρούσα μελέτη δεν θα επιχειρήσει πλήρη και εξαντλητική εξέταση του ζητήματος.

Ωστόσο, είναι αναγκαίο να μελετηθούν ορισμένες σημαντικές πτυχές αυτού του ζητήματος,

που επηρεάζουν την εξέλιξη της έννομης τάξης, έχουν αντίκτυπο στις πολιτικές πτυχές των

διαπραγματεύσεων και είναι δυνατόν να επηρεάσουν τη στάση ως προς τον τρόπο διεκδίκησης

των δικαιωμάτων των εκτοπισθέντων.

Η τρέχουσα κατάσταση αναφορικά με τη νομοθεσία για τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των

Ελληνοκυπρίων εκτοπισθέντων στο βόρειο τμήμα έχει διαμορφωθεί από τις εξελίξεις στη

νομολογία του ΕΔΑΔ. Η υπόθεση-ορόσημο ήταν αυτή της Τιτίνας Λοϊζίδου v. Τουρκίας, 28 η

οποία, μαζί με άλλες αποφάσεις του ΕΔΑΔ, 29 κατέστησε την Τουρκία υπεύθυνη για τη συνεχιζόμενη

παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ. Στην απόφαση αυτή, το

ΕΔΑΔ έκρινε ότι η ευθύνη των κρατών που έχουν υπογράψει την ΕΣΔΑ εκτείνεται σε πράξεις

εκτός των συνόρων τους και ότι η Τουρκία και όχι η «Τ.Δ.Β.Κ.» έχει τον αποτελεσματικό έλεγχο

επί του εδάφους στη βόρεια Κύπρο, λόγω του μεγάλου αριθμού των στρατευμάτων τα

οποία διατηρεί εκεί και του έλεγχου τον οποίο ασκεί στην περιοχή, ενώ οι αρχές της «Τ.Δ.Β.Κ.»

είναι υποτελείς στην Τουρκία. Το γεγονός και μόνο ότι το περιουσιακό αποτελεί αντικείμενο

πολιτικών συζητήσεων δεν απαλλάσσει την Τουρκία από τις υποχρεώσεις που υπέχει από την

ΕΣΔΑ. Το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Τουρκία στην καταβολή σημαντικής χρηματικής αποζημίωσης

για παραβίαση του δικαιώματος της Τιτίνας Λοϊζίδου να απολαύσει την περιουσία της. Στην

υπόθεση Λοϊζίδου, καθώς και σε τρεις άλλες αιτήσεις από Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες, 30

το ΕΔΑΔ έκρινε ότι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία είναι αναπαλλοτρίωτο. Η αποτυχία της

Τουρκίας να παράσχει εσωτερική θεραπεία την καθιστούσε υπεύθυνη για τη συνεχιζόμενη

παραβίαση των δικαιωμάτων που προβλέπει η ΕΣΔΑ. 31 Επίσης, στην υπόθεση Κύπρος v.

Τουρκίας, 32 το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε συνεχιζόμενη παραβίαση του Άρθρου 8, λόγω

27 Σύμφωνα με στοιχεία που υποβλήθηκαν στα Ηνωμένα Έθνη και από τις δύο πλευρές.

28 Λοϊζίδου vTουρκίας, Απόφαση 18 Δεκεμβρίου 1996 (1996-VI).

29 Akdivar & Άλλοι v Τουρκίας, Αίτηση αρ. 21893/93, Απόφαση 16 Σεπτεμβρίου 1996 (1996/IV). Η υπόθεση αφορούσε την

καταστροφή της κατοικίας των αιτητών κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων ασφάλειας στη νοτιοανατολική Τουρκία.

30 Τέταρτη διακρατική προσφυγή Κύπρου v Τουρκίας 25781/94; Δημάδης v Τουρκίας 16219/90 και Ευγενία Μιχαηλίδου

Developments και Μάικ Τύμβιος v Τουρκίας 16163/90.

31 Για μια ανάλυση του σημείου αυτού, βλ. L. Loucaides (2007), «The Protection of the Right to Property in Occupied Territories»,

σελ. 121-141 και «The right to Return», σελ. 245-265, στο βιβλίο Loucaides (2007). Επίσης, βλ. Παρασκευά 2010.

32 Αίτηση αρ. 25781/94, Στρασβούργο, 10 Μαΐου 2001.


16 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

της άρνησης της Τουρκίας να επιτρέψει την επιστροφή των Ελληνοκύπριων εκτοπισθέντων

στις εστίες τους στη βόρεια Κύπρο. Έχοντας υπόψη το συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο έκρινε

ομόφωνα ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί περαιτέρω αν υπήρξε παραβίαση του εν λόγω

άρθρου, λόγω της φερόμενης αλλοίωσης του δημογραφικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος

των σπιτιών των Ελληνοκυπρίων εκτοπισθέντων στη βόρεια Κύπρο. Επιπλέον, το Δικαστήριο

έκρινε, με 16 ψήφους υπέρ, ότι υπήρξε συνεχιζόμενη παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου

1 λόγω του γεγονότος ότι στους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες περιουσιών στη βόρεια

Κύπρο απαγορεύτηκε η πρόσβαση και ο έλεγχος, η χρήση και απόλαυσης της περιουσίας τους

καθώς και οποιαδήποτε αποζημίωση για την επέμβαση στα περιουσιακά τους δικαιώματα.

Μέχρι στιγμής δεν υπήρξε καμία απόφαση του ΕΔΑΔ που να αμφισβητεί τη νομιμότητα

του νόμου του Κηδεμόνα, ο οποίος διέπει το ζήτημα των τουρκοκυπριακών περιουσιών στις

περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία, 33 αν και αυτό μπορεί να αλλάξει στο

εγγύς μέλλον καθώς περαιτέρω αιτήσεις από Τουρκοκύπριους εξετάζονται από το ΕΔΑΔ. Και

παρόλο που η υπόθεση Τύμβιος, 34 στην οποία ο αιτητής συμφώνησε με την Τουρκία να ανταλλάξει

την περιουσία του στον Βορρά με τουρκοκυπριακή περιουσία στον Νότο, έχει ουσιαστικά

υπονομεύσει το θεσμό του Κηδεμόνα, το μέλλον του Κηδεμόνα κατά πάσα πιθανότητα θα

καθοριστεί από την αντιμετώπιση που θα τύχει από το ΕΔΑΔ, το οποίο αναμφίβολα θα προσπαθήσει

να αποφύγει τη μαζική υποβολή αιτήσεων από Τουρκοκύπριους που διεκδικούν τις

περιουσίες τους στον Νότο, όπως άλλωστε έπραξε και στην περίπτωση των Ελληνοκυπρίων.

Στην υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη 35 το ΕΔΑΔ ακολούθησε, στην ουσία, τη λογική της υπόθεσης

Λοϊζίδου, καταρρίπτοντας το επιχείρημα ότι η απόρριψη του Σχεδίου Αννάν από την ελληνοκυπριακή

πλευρά είχε οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Το ΕΔΑΔ, ωστόσο, συνέστησε στην

Τουρκία να επιλέξει μηχανισμό μέσω του οποίου να μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις

της δυνάμει της ΕΣΔΑ. Η Τουρκία ισχυρίστηκε ότι, από τον Αύγουστο του 2003, είχε συσταθεί

Επιτροπή Αποζημιώσεων (Ε.Α.) όπου μπορούσαν να αποταθούν Ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες

περιουσιών στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και η οποία αποτελούσε «αποτελεσματικό εσωτερικό

ένδικο μέσο». Μπορεί κανείς να συμπεράνει από τη διατύπωση της απόφασης ότι η

σύσταση αυτή συνδέεται με το γεγονός πως τεράστιος αριθμός αιτήσεων από Ελληνοκύπριους

ιδιοκτήτες εκκρεμούσε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

(περίπου 1.400). Το ΕΔΑΔ άφησε ανοιχτό, για να αποφασιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, το

κατά πόσον η Επιτροπή συνιστά πράγματι αποτελεσματική θεραπεία.

33 Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 1991 Ν. 139/91

όπως τροποποιήθηκε. Ο νόμος αυτός θα εξεταστεί πιο κάτω.

34 Στην υπόθεση Τύμβιος, το ΕΔΑΔ επικύρωσε το περιεχόμενο του φιλικού διακανονισμού μεταξύ του Μάικ Τύμβιου και

της Τουρκίας, σύμφωνα με τον οποίο ένα μέρος της περιουσίας του αιτητή στο βορρά θα πρέπει να ανταλλαχθεί με

τουρκοκυπριακή περιουσία στη Λάρνακα. Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η συμφωνία αυτή ήταν σύμφωνη με τις αρχές της ΕΣΔΑ.

Ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης είναι: Ευγενία Μιχαηλίδου Developments Ltd και Μιχαήλ Τύμβιος v. Τουρκίας (δίκαιη

ικανοποίηση-φιλικός διακανονισμός), Αρ. 16163/90, 22 Απριλίου 2008.

35 Αίτηση αρ. 46347/99.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

17

Η δημιουργία ενός μηχανισμού για την καταβολή αποζημιώσεων για τις ελληνοκυπριακές

περιουσίες στο βόρειο τμήμα της χώρας έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές. Ενώ στην υπόθεση

Λοϊζίδου το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να διασφαλίσει την εφαρμογή

στη βόρεια Κύπρο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που προβλέπονται στη Σύμβαση, η

απόφαση Κύπρος v. Τουρκίας προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και διαπίστωσε ότι τα ένδικα

μέσα που προβλέπονται στην «Τ.Δ.Β.Κ.» πρέπει να θεωρηθούν ως εγχώρια ένδικα μέσα της

Τουρκίας, διαβεβαιώνοντας τους Ελληνοκυπρίους ότι αυτό δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως

έμμεση νομιμοποίηση της «Τ.Δ.Β.Κ.». 36 Η δημιουργία της Επιτροπής Αποζημιώσεων στη βόρεια

Κύπρο βρήκε θετική ανταπόκριση από το ΕΔΑΔ. 37 Στην υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη v. Τουρκίας,

το ΕΔΑΔ έδωσε συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές για τις προϋποθέσεις που ο μηχανισμός

αποζημίωσης πρέπει να πληροί ώστε να θεωρηθεί αποτελεσματικός. Kατά τη χρονική

στιγμή όπου εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση Δημόπουλος v. Τουρκίας, 38 το ΕΔΑΔ είχε

ήδη αποφασίσει ότι η Ε.Α. πληρούσε τα απαραίτητα κριτήρια: καταλληλότητα του ένδικου

μέσου, ανεξαρτησία και αμεροληψία, επάρκεια της αποζημίωσης, προσβασιμότητα και αποτελεσματικότητα

της θεραπείας. 39

Η υπόθεση Λοϊζίδου v. Τουρκίας είχε «δώσει το πράσινο φως στους Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες

να αιτηθούν μαζικά στο ΕΔΑΔ» (Παρασκευά 2010: 226) ή τουλάχιστον έτσι ερμηνεύτηκε

από εκείνους που τους συμβούλευαν. 40 Κατά το χρονικό σημείο όπου το ΕΔΑΔ εξέτασε

την πιλοτική αίτηση στην υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη v. Τουρκίας, 41 εκκρεμούσαν ενώπιόν του 1.400

36 Ένα απόσπασμα από την απόφαση έχει ως εξής:

«101. Το Δικαστήριο επιθυμεί να προσθέσει, ωστόσο, ότι η τοποθέτηση της προσφεύγουσας κυβέρνησης σχετικά με τον

παράνομο χαρακτήρα των δικαστηρίων της “Τ.Δ.Β.Κ.” φαίνεται να αντικρούει τον ισχυρισμό της ίδιας κυβέρνησης ότι η

Τουρκία είναι υπεύθυνη για τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις στη βόρεια Κύπρο – ισχυρισμός που έχει δεκτός από το

Δικαστήριο (βλ. παραγράφους 75-81 ανωτέρω). Φαίνεται πράγματι δύσκολο να παραδεχθούμε ότι ένα κράτος καθίσταται

υπεύθυνο για τις πράξεις που συμβαίνουν στο έδαφος το οποίο παράνομα κατέχει και διαχειρίζεται, και να αρνούμαστε

στο κράτος αυτό τη δυνατότητα να προσπαθήσει να αποφύγει την ευθύνη αυτή διορθώνοντας λάθη που καταλο -

γίζονται σε αυτό στα δικαστήριά του. Το να δοθεί αυτή η ευκαιρία στο εναγόμενο κράτος στο πλαίσιο της παρούσας

προσφυγής με κανέναν τρόπο δεν ισοδυναμεί με έμμεση νομιμοποίηση ενός καθεστώτος το οποίο είναι παράνομο

βάσει του διεθνούς δικαίου. Η ίδια αντίφαση προκύπτει μεταξύ της ισχυριζόμενης παρανομίας των θεσμών που έχουν

συσταθεί από την “Τ.Δ.Β.Κ.” και του επιχειρήματος της προσφεύγουσας κυβέρνησης, που θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο

στάδιο (βλ., π.χ. σκέψεις 318-21 παρακάτω), ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης: δεν μπορεί να

υποστηριχθεί, αφενός, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου αυτού, διότι ένα συγκεκριμένο κράτος δεν έχει παραχωρήσει

καμία θεραπεία, ενώ παράλληλα να ισχυριζόμαστε ότι μια τέτοια θεραπεία, εάν παραχωρηθεί , θα είναι άκυρη.

102. Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, για τους σκοπούς του πρώην άρθρου 26 (σημερινό άρθρο 35 § 1) της

Σύμβασης, τα ένδικα μέσα στην “Τ.Δ.Β.Κ.” μπορούν να θεωρηθούν ως “εσωτερικά ένδικα μέσα” του εναγόμενου κράτους

και ότι το ζήτημα της αποτελεσματικότητάς τους πρέπει να εξεταστεί υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις όπου προκύπτει.»

37 Για εναλλακτικές προοπτικές σχετικά με το ζήτημα, βλ. Loucaides 2011· Παρασκευά 2010· Skoutaris 2010· Solomou

2010· Laulhe-Shaelou 2011.

38 Αίτηση αρ. 46113/99, 3843/02, 13751/02, 13466/03, 14163/04, 10200/04, 19993/04, 21819/04,

http://www.echr.coe.int/echr/. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ολομέλεια), 1 Μαρτίου, 2010.

39 Βλ. Solomou 2010: 634.

40 Σε γενικές γραμμές, ορισμένοι πολιτικοί, οι οποίοι ήταν επίσης δικηγόροι, είχαν την τάση να ενθαρρύνουν τους πολίτες,

αλλά υπήρξαν και έντονες προειδοποιήσεις εναντίον της μετατροπής του Κυπριακού από πολιτικό σε νομικό ζήτημα.

41 Αρ. υπόθεσης 46347/99, 22.12.2005, παράγραφος 38.


18 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

αιτήσεις από Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες. Λίγο αργότερα, ο αριθμός αυξήθηκε σε 1.500. 42

Αυτή η τάση αντιστράφηκε απότομα με την απόφαση στην υπόθεση Δημόπουλος, όπου το

ΕΔΑΔ κατηύθυνε τους αιτητές να αποταθούν στην Ε.Α., που συστάθηκε από την Τουρκία στη

βόρεια Κύπρο προκειμένου να εξετάσει τις αιτήσεις των Ελληνοκύπριων ιδιοκτητών ακινήτων,

ως εσωτερικό ένδικο μέσο που έπρεπε να εξαντληθεί πριν την προσφυγή στο ΕΔΑΔ. Το

ΕΔΑΔ έκρινε ότι η Ε.Α. ήταν σε καλύτερη θέση να κρίνει τα πράγματα, στη βάση του ότι «ένα

κατάλληλο εσωτερικό μέσο, με πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες, ήταν σαφώς το πιο

κατάλληλο φόρουμ για να αποφασίσει για περίπλοκα θέματα ιδιοκτησίας και εκτίμησης και

για τον υπολογισμό της οικονομικής αποζημίωσης, παρά το χρόνο και τις προσπάθειες που

απαιτούνται από τους αιτητές για να εξαντλήσουν τα εσωτερικά ένδικα μέσα». Εναλλακτικά,

οι ενάγοντες μπορούν να επιλέξουν να περιμένουν την πολιτική επίλυση του Κυπριακού. Επίσης,

το αίτημα των ιδιοκτητών ακινήτων για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του δικαιώματός

τους στην κατοικία απέβη άκαρπο λόγω της μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων,

δεδομένου ότι δεν είχαν αιτηθεί προηγουμένως στην Ε.Α. 43 Ως αποτέλεσμα της απόφασης

του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Δημόπουλος, ο αριθμός των αιτήσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον

του Δικαστηρίου μειώθηκε σε 39 αιτήσεις που υποβλήθηκαν από Ελληνοκύπριους και 10 που

υποβλήθηκαν από Τουρκοκύπριους.

Υπάρχουν διάφορες ερμηνείες για τις ιδιαίτερες πτυχές της απόφασης στην υπόθεση

Δημόπουλος, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα στην οικογενειακή κατοικία και την εξισορρόπηση

μεταξύ των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών και των σημερινών χρηστών. Το ζήτημα

αυτό διογκώθηκε, αγγίζοντας πιθανώς τα όρια της στρέβλωσης, ανάλογα με την πολιτική

στάση της κάθε πλευράς, που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η συγκεκριμένη

απόφαση. 44 Είναι προφανές ότι στην υπόθεση Δημόπουλος το ΕΔΑΔ δεν δίστασε να

εισέλθει στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της σύγκρουσης στην Κύπρο, κρίνοντας ότι η πολυπλοκότητα

των θεμάτων, «καθώς το πέρασμα του χρόνου και η διαρκής εξέλιξη της ευρύτερης

πολιτικής διαφοράς πρέπει να επηρεάσει την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης... [η

οποία] δεν μπορεί, αν θέλει να είναι συνεπής και να έχει νόημα, να είναι ούτε στατική ούτε

τυφλή στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά». 45

42 Παρασκευά 2010: 226.

43 Στην υπόθεση Αριάνα Λόρδου Αναστασιάδου (Αίτηση αρ. 13751/02) το ΕΔΑΔ αποφάνθηκε ότι τα γεγονότα δεν

αποδείκνυαν παραβίαση του δικαιώματος της αιτήτριας για σεβασμό στην κατοικία της, αφού δεν είχε κατοικήσει στην

οικογενειακή κατοικία σχεδόν για ολόκληρη τη ζωή της.

44 Οι ποικίλες αντιδράσεις στην απόφαση αυτή διαφαίνονται από την ανάλυση των διαφόρων επιστημονικών δημο -

σιεύσεων που γίνονται στην παρούσα μελέτη.

45 Demopoulos (2010) 50 E.H.R.R. SE14, στη σελ. 85.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

19

Κατά το 2011 παρατηρήθηκε κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των Ελληνοκυπρίων που

αιτήθηκαν στην Ε.Α., 46 σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια. Ο ακριβής αριθμός των αιτήσεων

δεν είναι γνωστός, αλλά η τάση είναι σαφής. Ωστόσο, αυτό αμφισβητείται από τις ελληνοκυπριακές

αρχές, οι οποίες φοβούνται ότι αν οι Ελληνοκύπριοι αιτηθούν μαζικά στην Ε.Α.

αυτό θα επηρεάσει αναπόφευκτα τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Αντίθετα,

η τουρκοκυπριακή πλευρά εκφράζει την ικανοποίησή της για την τάση αυτή, θεωρώντας την

ως κινητήρια δύναμη υπέρ της κατά τις διαπραγματεύσεις, καθώς και ένα εργαλείο για την

αντιμετώπιση της δυσάρεστης κατάστασης που προέκυψε από τον μεγάλο όγκο των αιτήσεων

στο ΕΔΑΔ κατά της Άγκυρας από Ελληνοκύπριους πρόσφυγες.

Η αύξηση στον αριθμό των Ελληνοκυπρίων που αιτούνται στην Ε.Α. πρέπει να ιδωθεί υπό

το πρίσμα της απόφασης στην υπόθεση Δημόπουλος τον Μάρτιο του 2010, η οποία παρέπεμπε

τους Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες είτε σε προσφυγή στην Ε.Α. είτε σε αναμονή της

λύσης του Κυπριακού. Φυσικά, δεδομένης της οικονομικής κρίσης, είναι δύσκολο να αποδώσουμε

αυτή την αύξηση αποκλειστικά στην απόφαση Δημόπουλος· ενδέχεται να επηρέασαν

και άλλοι παράγοντες, όπως η γενική απογοήτευση με την έλλειψη προόδου στις διαπραγματεύσεις

για την επίλυση του Κυπριακού, ιδιαίτερα αφότου ο Έρογλου ανέλαβε επικεφαλής της

τουρκοκυπριακής κοινότητας, η ανακοίνωση σε σχέση με την προθεσμία για την παύση της

λειτουργίας της Ε.Α. από τις αρχές της «Τ.Δ.Β.Κ.» (που αρχικά επρόκειτο να λήξει τον Δεκέμβριο

του 2010, αλλά ακολούθως παρατάθηκε), ή ο ολοένα αυξανόμενος αντίκτυπος της οικονομικής

κρίσης που ωθεί πολλούς φτωχότερους εκτοπισθέντες σε απεγνωσμένες κινήσεις.

46 Βλ. Βασιλείου, Β. «ΣΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ “Ροκανίζουν” τις περιουσίες», Πολίτης, 27.11.2011. ΟΓενικός Εισαγγελέας έχει

δηλώσει ότι δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει ή να ελέγξει τα στοιχεία. Με βάση τα στοιχεία που δημοσιεύει η Ε.Α., αυτή

τη στιγμή εκκρεμούν αιτήσεις ενώπιόν της οι οποίες αφορούν το 3,3% του συνόλου της ελληνοκυπριακής γης στο

βορρά και περίπου 10% της ελληνοκυπριακής γης που θεωρείται «ακανθώδης» στις διαπραγματεύσεις. Η Ε.Α. έλαβε

2.414 αιτήσεις που αφορούν 70 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα. Στο τελικό στάδιο, υπήρχαν 277 αιτήσεις από

Ελληνοκυπρίους οι οποίες προφανώς αφορούσαν 9 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα, ενώ υπάρχει ο ισχυρισμός ότι είτε

έχουν αποσυρθεί οι αιτήσεις για άλλα 2 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα είτε οι αιτητές δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν

την κυριότητα τους.


20 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Διάγραμμα που δείχνει τον αριθμό των αιτήσεων ανά μήνα για τα έτη 2010 και 2011,

μέχρι τις 24 Νοεμβρίου 2011 47

Η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Δημόπουλος έτυχε ποικίλων αντιδράσεων, όπως και η

απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Αποστολίδης νωρίτερα. Αλλά στην περίπτωση της Δημόπουλος

οι ελληνοκυπριακοί νομικοί και πολιτικοί κύκλοι ήταν αυτοί που κατέκριναν την απόφαση,

ενώ οι Τουρκοκύπριοι ήταν αυτοί που πανηγύριζαν. Οι μελετητές, τόσο αυτοί που κατέκριναν

την απόφαση όσο και αυτοί που την χαιρέτισαν, συμφωνούν ότι η υπόθεση Δημόπουλος αποτελεί

ορόσημο που έχει αλλάξει την κατεύθυνση των θεραπειών μετά την υπόθεση Λοϊζίδου:

αναμφίβολα, ο μαζικός αριθμός αιτήσεων προς το ΕΔΑΔ από τους Ελληνοκυπρίους έχει επηρεάσει

το εύρημα του ΕΔΑΔ, το οποίο υπέδειξε ότι η Ε.Α. θα αναγνωριστεί ως αποτελεσματική

εσωτερική θεραπεία. 48 Η απόφαση ουσιαστικά κατευθύνει τους Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες

να προσφύγουν στην Ε.Α. η οποία, σύμφωνα με την απόφαση, δεν είναι ούτε «απάτη

[ούτε] ένα προπέτασμα καπνού». Πολλοί, εξαντλημένοι από την αποτυχία επίτευξης λύσης

στο Κυπριακό μετά από τόσα χρόνια και υπό την πίεση της σημερινής οικονομικής κρίσης,

έχουν υποβάλει αίτηση προς την Ε.Α. και έχουν αποδεχθεί διακανονισμούς σε επίπεδα αρκετά

χαμηλότερα από τα ποσά της αποζημίωσης που ζήτησαν αρχικώς. Παρ’ όλα αυτά, οι αιτήσεις

47 Από την εφημερίδα Πολίτης 11/27/2011

48 Βλ. το φιλικό διακανονισμό στην υπόθεση Τύμβιος, καθώς και τα σχόλια του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ξενίδη-Αρέστη.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

21

που εκκρεμούν ενώπιον του ΕΔΑΔ ενδέχεται να επιβεβαιώσουν περαιτέρω τη λογική της υπόθεσης

Δημόπουλος. 49 Εν πάση περιπτώσει, με την υπόθεση Λόρδος και Άλλοι, 50 το κεφάλαιο

των μαζικών αιτήσεων των Ελληνοκυπρίων στο ΕΔΑΔ έχει κλείσει. Το ΕΔΑΔ δεν έχει ασχοληθεί

ακόμα με τη νομιμότητα ή μη της Ε.Α. ως θεσμού της «Τ.Δ.Β.Κ.»· απλώς την θεωρεί ως θεραπεία

που έχει συσταθεί από την Τουρκία και η οποία κρίνεται ως αποτελεσματική. Ωστόσο,

υπάρχουν ανησυχίες από Ελληνοκύπριους εμπειρογνώμονες ότι η πιθανή νομιμοποίηση της

Ε.Α. θα χρησιμοποιηθεί από την τουρκοκυπριακή πλευρά ως προηγούμενο για μελλοντικές

ρυθμίσεις στη μετά τη λύση κατάσταση, έστω και αν στην πράξη η Ε.Α. σπάνια επιτρέπει την

επιστροφή του ακινήτου, ενώ τα ποσά που προσφέρει ως αποζημίωση είναι πολύ μικρά.

Μια ρεαλιστική αποτίμηση του τοπίου στο ΕΔΑΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τις

μαζικές αιτήσεις εναντίον της Τουρκίας από Ελληνοκυπρίους που απαιτούσαν επιστροφή

των περιουσιών τους, καταδεικνύει ένα βαθμό δυσαρέσκειας έναντι των παραγόντων της

ελληνοκυπριακής πλευράς για το γεγονός ότι ενθάρρυναν τη μαζική προσφυγή προς το

ΕΔΑΔ. Η τάση που θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει μεταξύ ορισμένων ελληνοκυπριακών

κύκλων ήταν η προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού μέσω των αποφάσεων του ΕΔΑΔ, αντί

μέσω διαπραγματεύσεων. Αυτή η τάση δεν είναι μόνο λανθασμένη, αλλά δημιουργεί επίσης

εσφαλμένες προσδοκίες, γιατί το εκκρεμές κινείται πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη

πλευρά. Δεν έχει νόημα να εξετάζουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα αποκλειστικά και μόνο

μέσα από τον δικό μας εθνοτικό-εθνικό φακό· πρέπει να λάβουμε υπόψη εξίσου και τα δικαιώματα

των «άλλων». 51

Στην υπόθεση Δημόπουλος v. Τουρκίας, το δικαίωμα ιδιοκτησίας επιβεβαιώνεται από το

δικαστήριο, αφού δεν μπορεί να διαγραφεί ή να εξαφανιστεί ως αποτέλεσμα της τουρκικής

στρατιωτικής κατοχής. 52 Επίσης το καθεστώς της «Τ.Δ.Β.Κ.» δεν θεωρήθηκε ικανό να στερήσει

από τους ιδιοκτήτες την κυριότητα της περιουσίας τους, αλλά μόνο την κατοχή της (παράγραφος

110 της απόφασης). Ωστόσο, το βασικό συμπέρασμα που αγγίζει τον πυρήνα της

απόφασης ως το ratio decidendi της υπόθεσης Δημόπουλος είναι ότι η Ε.Α., όπως προκύπτει

από τη νομοθεσία της «Τ.Δ.Β.Κ.» («Νόμος 67/05»), θεωρείται «προσιτό και αποτελεσματικό

πλαίσιο θεραπείας όσον αφορά τις καταγγελίες για παρέμβαση στις ελληνοκυπριακές περιουσίες»

(παράγραφος 127 της απόφασης). Παρ’ όλα αυτά, η τουρκική κυβέρνηση είναι αυτή

49 Το ΕΔΑΔ αναμένεται να εκδώσει την απόφασή του σε οκτώ πιλοτικές υποθέσεις στις αρχές του 2012. Η ερώτηση που

αναμένεται να απαντηθεί είναι το κατά πόσον η Επιτροπή Αποζημιώσεων αποτελεί αποτελεσματική εσωτερική

θεραπεία ή όχι.

50 Λόρδος και Άλλοι v. Τουρκίας (Αίτηση αρ. 15973/90).

51 Βλ. Benhabib (2004) για τα δικαιώματα των άλλων. Βλ. επίσης Douzinas 2000.

52 Στην παράγραφο 112 της απόφασης αναφέρεται ότι «το Δικαστήριο θα αποφύγει οποιαδήποτε ιδέα ότι η στρατιωτική

κατοχή θα πρέπει να θεωρηθεί μορφή εχθρικής κατοχής [adverse possession] από την οποία η κυριότητα μπορεί νόμιμα

να μεταβιβαστεί στην κατοχική δύναμη».


22 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

που θεωρείται υπεύθυνη να παρέχει θεραπείες στους Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες μέσω

της Ε.Α., η οποία αποτελεί ουσιαστικά όργανο της Τουρκίας: «Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η

τουρκική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί πλέον την ευθύνη της δυνάμει της Σύμβασης για τις

περιοχές υπό τον έλεγχο της “ΤΔΒΚ” και ότι έχει, στην ουσία, αναγνωρίσει τα δικαιώματα των

Ελληνοκύπριων ιδιοκτητών σε θεραπείες για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους» (παράγραφος

108 της απόφασης). Η «ΤΔΒΚ» δεν αναγνωρίζεται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα και εξακολουθεί

να είναι παράνομη. Ωστόσο, το Δικαστήριο εφαρμόζει και επεκτείνει ουσιαστικά τη

νομική αρχή της «υπόθεσης Ναμίμπια» για να διαχωρίσει τις πράξεις ενός παράνομου καθεστώτος,

προκειμένου να διορθωθούν λάθη τα οποία είχε διαπράξει στο παρελθόν, από τη νομιμότητα

του ίδιου του καθεστώτος: «Το Δικαστήριο διατηρεί τη γνώμη ότι το να επιτραπεί στο

εναγόμενο κράτος να διορθώσει τα λάθη που του καταλογίζονται δεν ισοδυναμεί με έμμεση

νομιμοποίηση ενός καθεστώτος παράνομου βάσει του διεθνούς δικαίου» (παράγραφος 96).

Το Δικαστήριο θέτει την απόφασή του στο πολιτικό πλαίσιο του Κυπριακού προβλήματος,

θέμα που θα συζητηθεί περαιτέρω παρακάτω, σημειώνοντας ότι είναι ευθύνη της πολιτικής

ηγεσίας να καταλήξει σε λύση «ενός προβλήματος που θα έπρεπε να είχε επιλυθεί από όλες

τις πλευρές με την ανάληψη πλήρους ευθύνης για την εξεύρεση λύσης σε πολιτικό επίπεδο»

(παράγραφος 85). Παραδόξως, το Δικαστήριο τονίζει ότι οι εκτοπισθέντες δεν υποχρεούνται

να προσφεύγουν στην Ε.Α., αφού «μπορούν να επιλέξουν να μην το πράξουν και να περιμένουν

την πολιτική λύση» (παράγραφος 128). Θεωρεί ότι η προσπάθεια να επιβληθεί «άνευ

όρων υποχρέωση σε μια κυβέρνηση να ξεκινήσει τη βίαιη εκδίωξη και τη μετεγκατάσταση

ενός δυνητικά μεγάλου αριθμού ανδρών, γυναικών και παιδιών, ακόμη και με στόχο τη διασφάλιση

των δικαιωμάτων των θυμάτων από τις παραβιάσεις της Σύμβασης» θα ήταν «αυθαίρετη

και ασύνετη» (παράγραφος 116). Πιστεύει ότι «άλλα ζητήματα, ιδίως η θέση των τρίτων

μερών» πρέπει να ληφθούν υπόψη και επιβεβαιώνει ότι οι τρεις εναλλακτικές θεραπείες

–δηλαδή αποκατάσταση, αποζημίωση και ανταλλαγές– είναι επαρκείς:

Η ιδιοκτησία είναι ένα υλικό αγαθό που μπορεί να αποτιμηθεί και να αποζημιωθεί με

χρηματικούς όρους. Αν η αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τη νομολογία του

Δικαστηρίου, δεν υπάρχει σε γενικές γραμμές άδικη ισορροπία μεταξύ των μερών.

Κατά τον ίδιο τρόπο, πιστεύει ότι η ανταλλαγή περιουσιών μπορεί να θεωρηθεί ως

αποδεκτή μορφή θεραπείας. (παράγραφος 115)

Κάθε λύση πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των περιστάσεων, όπως το πέρασμα του χρόνου, η

αδυναμία της επιστροφής και η αποφυγή περαιτέρω αδικίας. Το Δικαστήριο υποχρεούται να

ενεργεί με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες κάθε μεμονωμένης περίπτωσης:

Η ερμηνεία και η εφαρμογή της Σύμβασης από το Δικαστήριο [...] δεν μπορεί, αν θέλει

να είναι συνεπής και ουσιαστική, να είναι ούτε στατική ούτε τυφλή στα συγκεκριμένα

πραγματικά περιστατικά. (παράγραφος 85)

Οι παρατηρήσεις σχετικά με τον παράγοντα του χρόνου είναι αμφιλεγόμενες. Φαίνεται ότι

αντιβαίνουν στη βασική αρχή της επιβεβαίωσης της κυριότητας: «με την πάροδο του χρόνου


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

23

η εξασθένηση της σχέσης μεταξύ της κυριότητας και της κατοχής και χρήσης της περιουσίας

πρέπει να έχει συνέπειες ως προς την φύση της θεραπείας» (παράγραφος 113). Επίσης, αν

υπάρχουν παράγοντες που καθιστούν αδύνατη την επιστροφή, τότε, φυσιολογικά, θα πρέπει

να προσφέρεται αποζημίωση για την αξία του ακινήτου (παράγραφος 114). Το Δικαστήριο

επιχείρησε να εξισορροπήσει τη θεραπεία προς τους εκτοπισθέντες ιδιοκτήτες με τα δικαιώματα

των χρηστών κατά τρόπο που να μην προκαλεί δυσανάλογη δυσχέρεια:

Είναι ακόμη αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι η θεραπεία που εφαρμόζεται για τις παλιές

βλάβες δεν δημιουργεί δυσανάλογες νέες αδικίες. (παράγραφος 117)

Ένα άλλο επίμαχο θέμα της απόφασης αφορά την αποζημίωση για απώλεια χρήσης, αφού το

Δικαστήριο αμφισβήτησε το κατά πόσον ο νόμιμος τίτλος φέρει οποιαδήποτε πλεονεκτήματα:

Το ζήτημα που προκύπτει είναι σε ποιο βαθμό η έννοια του νόμιμου τίτλου, καθώς και

η προσδοκία της απόλαυσης όλων των ωφελημάτων που προκύπτουν από τον τίτλο

αυτόν, είναι ρεαλιστικά στην πράξη. Επομένως οι ζημίες που διεκδικούνται γίνονται

ολοένα περισσότερο κερδοσκοπικές και υποθετικές. (παράγραφος 111)

Όσον αφορά την αξίωση για το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή σύμφωνα με το

Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο απαιτεί «ισχυρή νομική και πραγματική σχέση μεταξύ

ιδιοκτησίας και κατοχής». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο νόμιμος

ιδιοκτήτης που ήταν δύο ετών το 1974 δεν θα μπορούσε να έχει αξίωση βάσει του παρόντος

Άρθρου, παρόλο που, σύμφωνα με μελετητές, σε προηγούμενες υποθέσεις το ΕΔΑΔ είχε

αποφανθεί υπέρ Ελληνοκύπριων αιτητών οι οποίοι ήταν άνω των 10 ετών. 53

Υπάρχουν προφανή νομικά και πολιτικά προβλήματα με την αιτιολόγηση στην υπόθεση

Δημόπουλος τα οποία δέχθηκαν επικρίσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο το ΕΔΑΔ πολιτικοποιούσε

το ζήτημα. 54 Οι έκδηλα πολιτικές προεκτάσεις που χρησιμοποιούνται από το ΕΔΑΔ

έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πρόκληση αντιδράσεων:

... [Τ]ο Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με περιπτώσεις βεβαρημένες με πολιτική,

ιστορική και πραγματική περιπλοκότητα η οποία απορρέει από ένα πρόβλημα που θα

έπρεπε να είχε επιλυθεί από όλες τις πλευρές με την ανάληψη πλήρους ευθύνης για

την εξεύρεση λύσης σε πολιτικό επίπεδο.

Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί ότι όλες οι αποφάσεις που αφορούν οποιεσδήποτε πτυχές

του άλυτου Κυπριακού προβλήματος, και ιδιαίτερα οι αποφάσεις σχετικά με την προστασία

των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περιέχουν πολιτικά στοιχεία ή / και προεκτάσεις που είναι, εκ

της φύσεώς τους, πολιτικά, αφού πρέπει αναπόφευκτα να ασχοληθούν με δύσκολα πολιτικά

ερωτήματα όπως τα εξής:

53 Οι συγγραφείς ευχαριστούν τον κ. Ανδρέα Συμεού που υπέδειξε αυτό το σημείο και παρείχε χρήσιμα έγγραφα.

54 Βλ., π.χ. Skoutaris 2010· Laulhé Shaelou 2011· Polyviou και Arakelian 2011· Loucaides 2011.


24 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

1. Ποια είναι τα δικαιώματα και μέχρι ποιού σημείου εκτείνονται;

2. Τίνος τα δικαιώματα και πώς πρέπει το Δικαστήριο να εξισορροπήσει τα αντικρουόμενα

δικαιώματα και συμφέροντα;

3. Πώς μπορούν να αποφευχθούν οι αδικίες, αν ληφθεί υπόψη το κοινωνικό-οικονομικό και

πολιτικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση μακροχρόνιων πολιτικών διενέξεων και παραβιάσεων

ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Εκ των πραγμάτων, φαίνεται ότι οι διάφοροι σχολιαστές επικρίνουν το Δικαστήριο, ότι είναι

«πολιτικό», μόνο όταν διαφωνούν με την πολιτική κατεύθυνση της απόφασης, ενώ στην πραγματικότητα

θα έπρεπε να σχολιάζουν το είδος της πολιτικής με την οποία διαφωνούν. Το ‘παιχνίδι’

της επίκλησης του νόμου ως κάτι πάνω και πέρα από την πολιτική καθίσταται εντελώς

παράλογο στις περιπτώσεις πολιτικών διενέξεων όπως είναι το Κυπριακό πρόβλημα. Βεβαίως,

ουδείς αμφισβητεί ότι ένα κατ’ ουσίαν πολιτικό πρόβλημα μπορεί να ενέχει, και αναπόφευκτα

έχει, νομικές επιπτώσεις και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τούτο, όμως, δεν καθιστά

λιγότερο πολιτικά τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν από αυτό. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο,

οι εθνικιστές και στις δύο πλευρές έχουν καθυποτάξει όλες τις νομικές διαφορές τους στις

δικές τους εθνοτικές και εθνικές ατζέντες, καμουφλαρισμένες ως «εθνικό συμφέρον» όπως

αυτό γίνεται αντιληπτό και αναλύεται μέσα από τις δικές τους εθνο-κοινοτικές και ιδεολογικές

αντιλήψεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ένα σημαντικό πρόβλημα είναι ότι η απόφαση στην υπόθεση Δημόπουλος, αντί να αποσαφηνίσει

το νόμο παρέχοντας την απαραίτητη νομική βεβαιότητα, έχει προκαλέσει μεγαλύτερη

αβεβαιότητα ως μηχανισμός προσφυγής ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία εξεύρεσης λύσης

ή εν τη απουσία της λύσης. Επιπλέον, η πολιτική και οι εκτιμήσεις σκοπιμότητας ενός δικαστηρίου

που έχει βομβαρδιστεί με αιτήσεις δεν μπορούν παρά να είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Όπως επισημαίνει η Laulhé Shaelou (2011, σελ. 43):

Μόλις καθιερώθηκε η θεραπεία «τύπου Λοϊζίδου», το Δικαστήριο έπρεπε να βρει μια

πρακτική «διέξοδο» από αυτή τη μαζική εισροή υποθέσεων, ενώ ταυτόχρονα διατηρώντας

τη «συνταγματική» φύση της θεραπείας που δημιουργήθηκε (μέσω της εφαρμογής

της ΕΣΔΑ ως εργαλείου της «ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης»). Η λύση ήταν συνυφασμένη

με τη νομολογία του: διαπίστωσε ότι τα ένδικα μέσα στην «Τ.Δ.Β.Κ.» θα μπορούσαν να

θεωρηθούν εσωτερικά ένδικα μέσα της Τουρκίας, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την

εφαρμογή του άρθρου 35 (1) της Σύμβασης και διατηρώντας έτσι, κατ’ ισχυρισμόν,

παράλληλα την υφιστάμενη νομολογία σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα των

εκτοπισθέντων. Με την απόφαση Δημόπουλος, όμως, δεν είναι ακόμη σαφές πώς και σε

ποιο βαθμό προστατεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα στην Ευρώπη, καθώς φαίνεται

να προωθείται μια αποσπασματική προσέγγιση ως προς τις ευθύνες της Τουρκίας

δυνάμει της Σύμβασης και να αποδυναμώνεται ο νομικός τίτλος ιδιοκτησίας.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

25

Η εικόνα δεν ταιριάζει απόλυτα με το μοντέλο μεταβατικής δικαιοσύνης (transitional justice). 55

Είναι αλήθεια ότι η κατάσταση στην Κύπρο μπορεί να εμπίπτει στη γενική κατηγορία όπου οι

περιουσίες «ελήφθησαν παράνομα ή άδικα κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αυταρχικής

διακυβέρνησης» (Allen 2007: 1), περιπτώσεις όπου το ΕΔΑΔ έλαβε «δυναμική θέση που απαιτούσε

από τα κράτη να επανορθώσουν την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων η

οποία σημειώθηκε κατά το παρελθόν» (Allen 2007: 44). Είναι αμφίβολο, όμως, κατά πόσον το

ΕΔΑΔ έχει επιτελέσει επιτυχώς την υποχρέωσή του για την απονομή δικαιοσύνης στην εξέλιξη

της νομολογίας από την υπόθεση Λοϊζίδου μέχρι την υπόθεση Δημόπουλος. Είναι γεγονός ότι

η Άγκυρα έχει ακολουθήσει τις κατευθυντήριες γραμμές του ΕΔΑΔ για τη δημιουργία μηχανισμού

για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων στο περιουσιακό, ωστόσο η κριτική που

ασκήθηκε εναντίον της απόφασης στην υπόθεση Δημόπουλος αμφισβητεί την επίτευξη του

βασικού στόχου της μεταβατικής δικαιοσύνης: ταιριάζει απόλυτα με την κριτική του Allen

(2007: 45) ότι το ΕΔΑΔ ενδιαφέρεται περισσότερο για «την πολύ σημαντική αξία της διατήρησης

της σταθερότητας των σχέσεων ιδιοκτησίας». Επιπλέον, οι ρυθμίσεις της μεταβατικής

δικαιοσύνης απαιτούν την ευρύτερη διευθέτηση του Κυπριακού, και το περιουσιακό αποτελεί

μία πτυχή του. Επομένως, η αντιμετώπιση της απόφασης Δημόπουλος ως «μεταβατικού τύπου» 56

ή ως «οιονεί μεταβατικού» τύπου προβάλλει ως αρκετά παράδοξη. Ο Σκούταρης (2010: 11)

αναφέρεται σε αυτό ως εξής:

Όπως γίνεται εμφανές από την ανάλυση αυτή, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

κατά την τελευταία δεκαετία σταδιακά κατέστησε δυνατή τη δημιουργία ενός μηχανισμού

οιονεί μεταβατικής δικαιοσύνης, που μπορεί να συνεισφέρει στην επίλυση του

περιουσιακού ζητήματος του Κυπριακού, ακόμη και αν η επίτευξη μιας συνολικής

πολιτικής λύσης έχει αποδειχθεί ότι εξακολουθεί να είναι μια χίμαιρα.

Ωστόσο, οι ίδιοι μηχανισμοί του αποτυχημένου Σχεδίου Αννάν, οι οποίοι θα χρησιμοποιούνταν

για να επανενώσουν τη χώρα το 2004 σε περίπτωση που το Σχέδιο γινόταν αποδεκτό

και από τις δύο πλευρές, παραδόξως επικρίνονται ότι οδηγούν προς μια αποσχιστική πορεία.

Η αποσπασματική ανάλυση ιδεών και κανόνων του σχεδίου Αννάν εντός ενός πλαισίου που

διαφέρει εντελώς από τη λογική της επανενωμένης Κύπρου είναι ιδιαίτερα προβληματική.

Αυτό θα απομάκρυνε περισσότερο τη δυνατότητα διακανονισμού, του οποίου η ευρεία αλλά

ουσιώδης παράμετρος έχει συμφωνηθεί ως η «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία». 57 Παραθέτουμε

και πάλι από τον Σκούταρη:

55 Η μεταβατική δικαιοσύνη ορίζεται ως «οι διαδικασίες που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση συστηματικών ή εκτετα -

μένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια περιόδων κρατικής καταστολής

ή ένοπλης σύγκρουσης, όπου οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ορίζονται ως εξωδικαστικές εκτελέσεις,

εξαφανίσεις, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις και φυλακίσεις» (Olsen et al 2010: 805).

56 Οι Williams και Gürel (2011:16) υποστηρίζουν ότι «το Δικαστήριο φαίνεται να είχε χρησιμοποιήσει τους κανόνες του ως

προς το παραδεκτό των αιτήσεων (εκείνους που διέπουν το κατά πόσον είναι αρμόδιο για υποθέσεις) προκειμένου να

αποφευχθεί η λήψη απόφασης σχετικά με αξιώσεις ιδιοκτησίας που προκύπτουν από “μεταβατικές” περιστάσεις, ακόμη

και όταν οι αξιώσεις αυτές θα μπορούσαν να γίνονταν παραδεκτές κάτω από συνήθεις (μη μεταβατικές) περιστάσεις».

Βλ. επίσης Williams (2011).

57 Για μια ανάλυση της συνταγματικής λογικής του Σχεδίου Αννάν, βλ. Hoffmeister, 2006, Trimikliniotis 2009.


26 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

[Ε]ίναι προφανές ότι ένας τέτοιος μηχανισμός, μαζί με ένα νομικό πλαίσιο που θα προβλέπει

τις άμεσες εμπορικές σχέσεις της με κράτη μέλη της Ε.Ε. πλην της Κύπρου,

μπορεί να οδηγήσει στην αναβάθμιση της αποσχιστικής οντότητας στον Βορρά ή την

«Ταϊβανοποίησή» της.

Αυτό μας επαναφέρει τόσο στον πολιτικό χαρακτήρα των αποφάσεων όσο και στη σχέση

μεταξύ της Ε.Ε. και της έννομης τάξης του ΕΔΑΔ, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της

κυπριακής έννομης τάξης. Πώς συνδέονται; Βρίσκονται σε αντίθεση η μία με την άλλη; Όπως

εύστοχα συμπεραίνει ο Κουτράκος (2010: 306):

Οι αποφάσεις Δημόπουλος και Αποστολίδης απεικονίζουν τον έντονα πολιτικό χαρακτήρα

των διενέξεων που αντιμετωπίζουν οι δικαστές της Ευρώπης. Παρόλο που προτείνουν

διαφορετικές προσεγγίσεις, οι επιπτώσεις τους στη σφαίρα της πολιτικής μπορούν

να είναι παρόμοιες. Υπενθυμίζεται ότι οι απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο

μερών στην Κύπρο έχουν ξεκινήσει από τον Οκτώβριο του 2008 και ότι η Ευρωπαϊκή

Επιτροπή έχει επαναφέρει την πρότασή της για το απευθείας εμπόριο μεταξύ της

Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βόρειας Κύπρου: Η Τουρκία θεωρεί την τελευταία ως

προϋπόθεση για το άνοιγμα των λιμανιών της και των αεροδρομίων της σε εμπόριο με

την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία αντιτίθεται σε αυτήν. Αφού

αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του συνεχιζόμενου αδιεξόδου, θα ήταν

ενδιαφέρον να δούμε αν οι διαφορετικές προσεγγίσεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

θα προκαλέσουν πίεση από τα κάτω για πρόοδο σε πολιτικό επίπεδο.

Είναι αμφίβολο κατά πόσο στην πράξη η υπόθεση Δημόπουλος έδωσε την απαιτούμενη βάση

για να δημιουργηθεί ένα ευρύ πλαίσιο για συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Παρά τις αποσπασματικές

αναφορές σε πτυχές των συμπερασμάτων της απόφασης Δημόπουλος, όπως

ερμηνεύονται από τις δύο πλευρές, στις προτάσεις που υποβλήθηκαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

και από τις δύο πλευρές υπάρχουν στοιχεία τα οποία είναι αντίθετα προς τη

λογική της απόφασης αυτής. Η ελληνοκυπριακή πλευρά, ενώ δέχεται κατ’ αρχάς ότι, σε ορισμένες

περιπτώσεις, οι χρήστες έχουν ορισμένα δικαιώματα, απορρίπτει (α) τη λογική της

εξισορρόπησης που χρησιμοποιεί το ΕΔΑΔ, η οποία μπορεί να ερμηνευθεί ως να παραχωρεί

περισσότερα δικαιώματα στους χρήστες παρά στους ιδιοκτήτες, και (β) την αντιμετώπιση που

επεφύλαξε το ΕΔΑΔ σε ιδιοκτήτες οι οποίοι ήταν πολύ νεαροί για να διεκδικήσουν το δικαίωμα

στην κατοικία. Από την άλλη, η τουρκοκυπριακή πλευρά, στις προτάσεις της για την επίλυση

του περιουσιακού, φαίνεται να πιέζει για διατάξεις που είναι πέρα ακόμα και από τη λογική

της υπόθεσης Δημόπουλος: (α) πτυχές των προτάσεών τους φαίνεται να υιοθετούν μια λογική

ολικής ανταλλαγής, ενώ (β) επιμένουν στην αναγνώριση της «ανταλλαγής τίτλων» των

ελληνοκυπριακών περιουσιών τις οποίες η τουρκοκυπριακή διοίκηση παραχώρησε στους

Τουρκοκυπρίους μετά το 1974, και (γ) επιμένουν στην επιβολή ανώτατου ορίου στο δικαίωμα

αποκατάστασης και προτείνουν γενικά μέτρα που δεν επιτρέπουν να ληφθούν υπόψη ούτε

οι ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης ούτε οι επιθυμίες των Τουρκοκύπριων ιδιοκτητών.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

27

Ένα άλλο σημείο διαφωνίας είναι ο ορισμός του «χρήστη». Η τουρκοκυπριακή θέση

δηλώνει ότι χρήστης είναι οποιοσδήποτε στον οποίο η «Τ.Δ.Β.Κ.» διέθεσε ελληνοκυπριακές

περιουσίες και ορίζεται ως «ένα πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί από επίσημη αρχή το

δικαίωμα χρήσης ή κατοχής μιας επηρεαζόμενης περιουσίας, πριν την έναρξη ισχύος της

Συμφωνίας για τη στέγαση και/ή τη στήριξη του ιδίου και της οικογένειάς του». Η λογική της

απόφασης Δημόπουλος βασίζεται στην πρακτική χρήση του ακινήτου, η οποία καθιερώνει μια

πραγματική σύνδεση με τη γη. Προκειμένου να ξεπεραστούν οι διαφορές, πρέπει και οι

δύο πλευρές να προχωρήσουν στη δημιουργία ενός μηχανισμού για την επίλυση του περιουσιακού

κατά τρόπο που να θέτει ως προτεραιότητα την εξέταση των ιδιαιτεροτήτων κάθε

μεμονωμένης περίπτωσης. Τυχόν κριτήρια που θεσπίζονται για τις «επηρεαζόμενες περιουσίες»

δεν πρέπει να υπονομεύουν τη λογική της πραγματικής χρήσης της περιουσίας.

3.3 Το νομικό σύστημα της κυπριακής Δημοκρατίας όσον αφορά

το δικαίωμα της ιδιοκτησίας

3.3.1 κυπριακές πηγές δικαίου και νομικοί μηχανισμοί εφαρμογής δικαιωμάτων

που σχετίζονται με την ιδιοκτησία

Σε εθνικό επίπεδο, υπάρχουν τρεις πηγές δικαίου σχετικά με την ακίνητη ιδιοκτησία: το

Σύνταγμα, οι σχετικοί νόμοι και κανονισμοί και η νομολογία. Στην τελευταία κατηγορία θα

μπορούσε κανείς να προσθέσει και τις αποφάσεις της Αρχής Ισότητας και της Αρχής κατά του

Ρατσισμού, που συστάθηκαν και λειτουργούν στο Γραφείο Επιτρόπου Διοίκησης από το 2004:

οι Αρχές αυτές δικαιούνται να εκδίδουν δεσμευτικές αποφάσεις, παρόλο που μέχρι σήμερα

δεν το έχουν πράξει, επιλέγοντας αντ’ αυτού να κάνουν χρήση των εξουσιών διαμεσολάβησης.

Σε σχέση με την εθνική νομοθεσία, συχνά γίνεται διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών νομικών

πηγών: (α) των γενικών διατάξεων, 58 οι οποίες είναι κατά κύριο λόγο νομικές διατάξεις

γενικής εφαρμογής που επηρεάζουν, μεταξύ άλλων, τη ρύθμιση ζητημάτων τα οποία αφορούν

την ιδιοκτησία, και (β) των συγκεκριμένων νόμων 59 και κανονισμών που αναφέρονται ειδικότερα

σε θέματα ακίνητης ιδιοκτησίας. Μεταξύ αυτών, ορισμένες από τις σημαντικότερες πηγές

του δικαίου της ιδιοκτησίας είναι το Σύνταγμα και ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή,

Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος.

58 Οι γενικές διατάξεις περιλαμβάνουν το Σύνταγμα, τον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας

Νόμο Κεφ. 6 και τους Κανονισμούς, τον περί Μεταβίβασης Γαιών Τροποποιητικό Νόμο Κεφ. 228, τον Περί Διαθηκών και

Διαδοχής Νόμο Κεφ. 195, τον Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμο Κεφ. 189, τον Περί Επικύρωσης Διαθηκών

(Επανασφράγιση) Νόμο Κεφ. 192, τον Περί Φορολογίας των Κληρονομιών Νόμο Κεφ. 319 και τον Περί Επιτρόπων

(TRUSTEES) Νόμο Κεφ. 193.

59 Συγκεκριμένη νομοθεσία που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία περιλαμβάνει τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Κατοχή,

Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224, τον Περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 232, τον Περί Κτήσης Ακίνητης

Ιδιοκτησίας (Αλλοδαποί) Νόμο Κεφ. 109, τον Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο No. 9/65, τον Περί

Φόρου Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ. 322, τον Περί Φορολογίας Ακίνητης (Αστικής) Ιδιοκτησίας Νόμο Ν. 89/1962, τον

Περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο του 1980 Ν. 52/1980 και τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο Ν. 23/1983.


28 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Η Κύπρος διατηρεί σύστημα κτηματολογίου στο οποίο εγγράφονται όλα τα ακίνητα (ένας

όρος που καλύπτει τη γη και τα κτίρια, τα δέντρα και τις φυτείες, τα ποτάμια, τα πηγάδια, και

όλα τα δικαιώματα που σχετίζονται με οικόπεδα και κτίρια).

3.3.2 Το σύνταγμα

Το Σύνταγμα περιέχει μια γενική διάταξη κατά των διακρίσεων στο Άρθρο 28 που απαγορεύει

τις διακρίσεις για όλους τους λόγους. Την ίδια στιγμή το Άρθρο 6 απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις

σε βάρος οποιουδήποτε προσώπου λόγω του ότι ανήκει στη μία ή την άλλη κοινότητα.

Το δικαίωμα κυριότητας της ακίνητης περιουσίας συγκαταλέγεται στα θεμελιώδη ανθρώπινα

δικαιώματα που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος προβλέπει

ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να αποκτά, να κατέχει, να απολαμβάνει ή να διαθέτει

οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία του. Οι μόνοι περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν

είναι αυτοί που κρίνονται απολύτως αναγκαίοι για το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας

ή της δημόσιας υγείας ή της δημόσιας ηθικής ή για σκοπούς χωροταξίας ή ανάπτυξης και

αξιοποίησης περιουσίας με σκοπό την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας ή για την προστασία

των δικαιωμάτων των άλλων. Η διάταξη αυτή προβλέπει, επίσης, ότι για κάθε δέσμευση ή

περιορισμό που μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων

θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δυνατόν δίκαιη αποζημίωση, και σε περίπτωση διαφωνίας,

η αποζημίωση θα καθορίζεται από το αστικό δικαστήριο.

Το Άρθρο 23 προβλέπει περαιτέρω ότι η ακίνητη περιουσία μπορεί να απαλλοτριωθεί

αναγκαστικά για το κοινό όφελος, με αιτιολογημένη απόφαση που δηλώνει σαφώς τους

λόγους της απαλλοτρίωσης και με την καταβολή σε μετρητά και προκαταβολικά δίκαιης και

εύλογης αποζημίωσης η οποία, σε περίπτωση διαφωνίας, θα καθοριστεί από το πολιτικό

δικαστήριο. Το ακίνητο που έχει απαλλοτριωθεί πρέπει αναγκαστικά να χρησιμοποιηθεί

μόνο για το σκοπό για τον οποίο έχει απαλλοτριωθεί. Εάν, εντός τριών ετών από την απαλλοτρίωση,

δεν καταστεί εφικτός ο σκοπός αυτός, η απαλλοτριούσα αρχή, αμέσως μετά την

εκπνοή της προθεσμίας των τριών ετών, υποχρεούται να προσφέρει την περιουσία στο πρόσωπο

από το οποίο την απαλλοτρίωσε έναντι της τιμής απόκτησής της. Το πρόσωπο αυτό

δικαιούται εντός τριών μηνών από την παραλαβή της προσφοράς να δηλώσει την αποδοχή

ή μη της προσφοράς· αν γνωστοποιήσει ότι αποδέχεται την προσφορά, η ιδιοκτησία επιστρέφεται

με την καταβολή του τιμήματος εντός περαιτέρω προθεσμίας τριών μηνών από την

αποδοχή της. Πρέπει να σημειωθεί ότι η γενική πρακτική της κυβέρνησης δεν είναι να επιστρέφει

την περιουσία μετά από τρία χρόνια. Η επιστροφή ως θέμα πρακτικής συμβαίνει

μόνο για εκείνους που διεκδικούν τα δικαιώματά τους μέσω των δικαστηρίων.

Ένα σοβαρό συνταγματικό θέμα είναι η διάταξη του Συντάγματος που απαγορεύει την

αναγκαστική απαλλοτρίωση της περιουσίας της Εκκλησίας, σε μια χώρα όπου η Εκκλησία είναι

ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας. Τα Άρθρα 23.9 και 23.10 του Συντάγματος προβλέπουν τα εξής:

23.9. Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις

του εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου προβλεπομένου δικαιώματος

επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου ιδιοκτησίας ανηκούσης εις οιανδήποτε επισκοπήν,


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

29

μοναστήριον, ή οιονδήποτε άλλον εκκλησιαστικόν οργανισμόν, ή οιουδήποτε δικαιώματος

ή συμφέροντος επί αυτής, ειμή τη εγγράφω συναινέσει της αρμοδίας εκκλησιαστικής

αρχής της εχούσης τον έλεγχον της ιδιοκτησίας ταύτης, η δε παρούσα διάταξις

ισχύει και επί των περιπτώσεων, περί ων αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των

όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης,

έβδομης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

23.10. Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις

οιουδήποτε δικαιώματος προβλεπομένου εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος

άρθρου επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου βακουφικής ιδιοκτησίας, περιλαμβανούσης

τα αντικείμενα και τα υποκείμενα των βακουφίων και των ιδιοκτησιών των ανηκουσών

εις τα τεμένη ή εις οιαδήποτε άλλα μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα ή οιουδήποτε

δικαιώματος ή συμφέροντος επ’ αυτών, ειμή τη εγκρίσει της τουρκικής Κοινοτικής

Συνελεύσεως και συμφώνως προς τους νόμους και τας αρχάς των βακουφίων, η δε

παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων περί ων αι διατάξεις της τρίτης

παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας,

και της τετάρτης, εβδόμης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

Τα συνταγματικά δικαιώματα είναι αγώγιμα τόσο ενάντια στο κράτος όσο και κατά ατόμων

στον ιδιωτικό τομέα, και η παραβίασή τους οδηγεί σε θεραπείες με βάση την αρχή της πλήρους

αποκατάστασης υπό τη μορφή αποζημιώσεων. 60

3.3.3 ο Περί ακίνητης ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος

Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ το 1946, αντικαθιστώντας τον Οθωμανικό Περί Γαιών Νόμο

που ίσχυε μέχρι τότε, και θεωρείται ως το Α και το Ω της ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο,

καλύπτοντας όλα τα θέματα που αφορούν την κατοχή, την εγγραφή, τη διάθεση και την αποτίμηση

της ακίνητης περιουσίας. Το άρθρο 40 του Νόμου προνοεί ότι η κυριότητα των ακινήτων

ή των δικαιωμάτων επί των ακινήτων μπορεί να αποκτηθεί μόνο με την εγγραφή στο

Κτηματολόγιο, μέσω της κατάλληλης διαδικασίας που περιγράφεται στο Νόμο, και ότι η

εγγραφή αυτή μπορεί να επηρεαστεί μόνο από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του ακινήτου.

3.3.4 Ειδική εκτέλεση

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του κυπριακού κτηματικού δικαίου βρίσκεται στον

Περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 232, άρθρο 3(1) το οποίο προνοεί για το

δικαίωμα του αγοραστή ακινήτου για τη θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης, εφόσον αυτός έχει

καταθέσει δεόντως χαρτοσημασμένο αντίγραφο του συμβολαίου στο Κτηματολόγιο εντός

60 Γιάλλουρου v. Ευγένιος Νικολάου (2001), Ανώτατο Δικαστήριο, Αρ. 9331, ημ. 08.05.2001.


30 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

δύο μηνών από την ημερομηνία της εκτέλεσής του. Αυτό σημαίνει ότι ο αγοραστής μπορεί

να ζητήσει από το δικαστήριο να υποχρεώσει τον πωλητή να μεταβιβάσει και να εγγράψει

στον αγοραστή την ιδιοκτησία του ακινήτου που αγόρασε, εντός χρονικού διαστήματος που

το δικαστήριο κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις.

Ο Περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος Κεφ. 232 έχει αντικατασταθεί από τον Περί

Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Ν.81(Ι)/2011 που τέθηκε σε ισχύ στις 29.7.2011

και περιέχει διατάξεις οι οποίες ενισχύουν τη θέση του αγοραστή σε σύγκριση με το νόμο που

αντικαθιστά, όπως οι ακόλουθες: (α) Παράταση της προθεσμίας κατάθεσης της σύμβασης

πώλησης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, από δύο σε έξι μήνες, (β) δυνατότητα, υπό

ορισμένες προϋποθέσεις, για μια σύμβαση που κατατίθεται να έχει προτεραιότητα επί υφιστάμενης

υποθήκης, (γ) επιλογή του αγοραστή να καταβάλει την τιμή αγοράς στην τράπεζα

του πωλητή / δανειστή και όχι στον πωλητή, (δ) δυνατότητα του πωλητή να εκχωρήσει σε

τρίτο πρόσωπο τα δικαιώματά του που απορρέουν από τη σύμβαση και να καταθέσει την

πράξη εκχώρησης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο.

3.3.5 Το κεκτημένο κατά των διακρίσεων

Την παραμονή της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κύπρος ψήφισε ορισμένους νόμους

προκειμένου να εναρμονίσει το εθνικό της δίκαιο με τις ευρωπαϊκές Οδηγίες κατά των διακρίσεων.

61 Ένας από αυτούς τους νόμους, δηλαδή ο περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή

Εθνοτική Καταγωγή) Νόμος Αρ. 59(Ι)/2004 που δημοσιεύτηκε στις 31.3.2004, απαγορεύει τις

διακρίσεις στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένης της στέγασης,

λόγω φυλής ή εθνικής καταγωγής (άρθρο 4 [1]). Μέχρι σήμερα δεν υπήρξαν αποφάσεις των

εθνικών δικαστηρίων που να επικαλούνται την εν λόγω διάταξη του νόμου· έτσι, μέχρι τώρα

στη νομολογία δεν υπάρχει ορισμός της «στέγασης» και διευκρίνιση κατά πόσο ο όρος καλύπτει

το δικαίωμα στην ιδιοκτησία ή στην κατοικία. 62

Είναι σημαντικό ότι, στο πλαίσιο των προσπαθειών της για την εναρμόνιση της κυπριακής

νομοθεσίας με το άρθρο 13 της Οδηγίας 43/2000/ΕΚ, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε τον

Περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Μορφών Διακρίσεων (Επίτροπος)

61 Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων

ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής,

http://eurlex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:32000L0043:en:HTML. Οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου,

της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την

εργασία, http://eurlex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:32000L0078:EN:HTML.

62 Όπως θα συζητηθεί περαιτέρω πιο κάτω, το 2007 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση του αιτητή να προσφύγει

στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητώντας γνωμάτευση για το κατά πόσο η απαγόρευση των διακρίσεων

στην Οδηγία 2000/43/ΕΚ μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να επιτρέπει στην κυπριακή κυβέρνηση να αρνείται

στους Τουρκοκυπρίους το δικαίωμα να πωλούν τα ακίνητά τους στον νότο. Η αίτηση απορρίφθηκε για τεχνικούς λόγους,

αλλά το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2000/43 δεν περιλαμβάνει το επίμαχο

ζήτημα (πρόσβαση στην περιουσία: Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan v. Απόστολου Γεωργίου μέσω του δικη -

γόρου του Χαράλαμπου Ζόππου, Ανώτατο Δικαστήριο αρ. 303/2006, ημ.17.12.2007.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

31

Νόμο 63 , ο οποίος όρισε το γραφείο Επιτρόπου Διοίκησης ως τον εθνικό φορέα ισότητας, αποτελούμενο

από την Αρχή Ισότητας και την Αρχή κατά του Ρατσισμού, παρέχοντάς του

εξουσίες που υπερβαίνουν κατά πολύ τόσο τις εξουσίες του Επιτρόπου Διοίκησης όσο και το

ελάχιστο που απαιτείται από την Οδηγία. Έτσι, ο φορέας ισότητας έχει ως εντολή (α) την καταπολέμηση

των ρατσιστικών και έμμεσα ρατσιστικών διακρίσεων, καθώς και των διακρίσεων

που απαγορεύονται από το νόμο και γενικά των διακρίσεων λόγω φυλής, κοινότητας, γλώσσας,

χρώματος, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων και εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής·

64 (β) την προώθηση της ισότητας στην απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών

που προστατεύονται από το κυπριακό Σύνταγμα (Μέρος ΙΙ) ή από μία ή περισσότερες από τις

συμβάσεις που επικύρωσε η Κύπρος και αναφέρονται ρητά στο νόμο 65 ανεξαρτήτως «φυλής»,

κοινότητας, γλώσσας, χρώματος, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή εθνο -

τικής καταγωγής· 66 (γ) την προώθηση της ισότητας των ευκαιριών, ανεξαρτήτως των λόγων,

στους τομείς της απασχόλησης, την πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση, τις συνθήκες

εργασίας συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις

ή άλλες ενώσεις, την κοινωνική ασφάλιση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την εκπαίδευση

και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένης της στέγασης. Ο

φορέας ισότητας έχει την εξουσία να εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις, όχι μόνο σε θέματα που

προκύπτουν από τους νόμους που εναρμονίζουν την κυπριακή νομοθεσία με τις δύο ευρωπαϊκές

Οδηγίες, αλλά και σε κάθε θέμα που απορρέει από το κυπριακό Σύνταγμα και τις

διεθνείς συμβάσεις τις οποίες έχει κυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Κατά τα πρώτα επτά

χρόνια λειτουργίας του, ο φορέας ισότητας έχει διερευνήσει περισσότερα παράπονα για

ρατσισμό και διακρίσεις από ό,τι τα δικαστήρια κατά τα τελευταία 40 χρόνια, αν και επιλέγει

να εκδίδει συστάσεις και όχι δεσμευτικές αποφάσεις. Ο φορέας ισότητας, ωστόσο, έχει κάνει

αισθητή την παρουσία του και συχνά αποτελεί τη μόνη επιλογή για τα ευάλωτα θύματα των

διακρίσεων που δεν έχουν τη δυνατότητα να εμπλακούν σε χρονοβόρες, περίπλοκες και

δαπανηρές δικαστικές διαδικασίες. Κάποιες από τις αποφάσεις του φορέα ισότητας σε σχέση

με την ιδιοκτησία θα εξεταστούν στη συνέχεια. 67

63 Ο Περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Μορφών Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμος Αρ. 42(1)/ 2004

(19.03.2004).

64 Ο Περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Μορφών Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμος Αρ. 42(1)/ 2004,

άρθρο 3(1)(α), Μέρος Ι.

65 Οι συμβάσεις αυτές είναι οι εξής: το Πρωτόκολλο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τις

Θεμελιώδεις Ελευθερίες, η Διεθνής Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων, η Σύμβαση

Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, το Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και η

Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης και Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας.

66 Ο Περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Μορφών Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμος Αρ. 42(1)/ 2004,

άρθρο 3(1)(β), Μέρος Ι.

67 Για την πιο πρόσφατη ανάλυση σχετικά με την εφαρμογή της απαγόρευσης των διακρίσεων στην Κύπρο, βλ. Δημητρίου

(2011). Η έκθεση αυτή ενημερώνεται κάθε χρόνο: http://www.non-discrimination.net/countries/cyprus. Βλ. επίσης

Trimikliniotis and Demetriou 2008.


32 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

3.3.6 Ποινικές διατάξεις που σχετίζονται με την ιδιοκτησία

Το 2006-2007, η Κυπριακή Δημοκρατία προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αποξένωσης

των ελληνοκυπριακών ακινήτων που βρίσκονται στη βόρεια Κύπρο, με την ποινικοποίηση

της χρήσης τους. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 2006, η κυβέρνηση συνέλαβε πρόσωπα

που διέρχονταν από την Πράσινη Γραμμή έχοντας στην κατοχή τους αποδεικτικά στοιχεία

για την αγορά ή την ανάπτυξη ελληνοκυπριακών περιουσιών στην περιοχή που διοικείται

από τους Τουρκοκυπρίους. Στις 27 Ιουνίου 2006, η κυβέρνηση συνέλαβε έναν Τουρκοκύπριο

αρχιτέκτονα στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν αρχιτεκτονικά σχέδια για την ανάπτυξη της

ελληνοκυπριακής περιουσίας στον βορρά. Κατηγορήθηκε για πρόθεση διάπραξης εγκλήματος,

παράνομη κατοχή και χρήση περιουσίας και προσπάθεια συγκάλυψης εγκλήματος,

και αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση. Δεν επέστρεψε στις περιοχές που ελέγχονται από την

Κυπριακή Δημοκρατία για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες. 68 Στις 18 Νοεμβρίου 2006, η

κυβέρνηση συνέλαβε ένα ζευγάρι Ρώσους στην κατοχή των οποίων βρέθηκε ένα συμβόλαιο

για την αγορά των ελληνοκυπριακών περιουσιών στον βορρά. Η σύζυγος, της οποίας η

υπογραφή εμφανιζόταν στα έγγραφα, κατηγορήθηκε για συνωμοσία για διάπραξη κακουργήματος.

69 Εξ όσων γνωρίζουν οι συγγραφείς, η πολιτική αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε εναντίον

Τουρκοκυπρίων που χρησιμοποιούν ελληνοκυπριακές περιουσίες στον βορρά.

Στις 20 Οκτωβρίου 2007 ψηφίστηκε νόμος που καθιστά κακούργημα την αγορά, ενοικίαση

ή πώληση ακινήτου χωρίς τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη.

Το 2006 εκδόθηκε δικαστική απόφαση που καταδίκασε Ελληνοκυπρίους (συμπεριλαμβανομένων

και μελών των τοπικών δημοτικών αρχών) για παράνομη πώληση των ακινήτων

που ανήκουν σε Τουρκοκυπρίους στο χωριό του Πύργου Τυλληρίας, στην επαρχία Πάφου,

και για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Οι ποινές που επιβλήθηκαν και εκτελέστηκαν περιλάμβαναν,

μεταξύ άλλων, ποινές φυλάκισης έως και τρία χρόνια. 70

3.4 Τουρκοκυπριακές περιουσίες στον νότο

3.4.1 Το Δόγμα της ανάγκης

Το 1963 ο Κύπριος πρόεδρος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πρότεινε 13 τροπολογίες του Συντάγματος,

οι οποίες σε μεγάλο βαθμό απομάκρυναν το δικοινοτικό στοιχείο από το Σύνταγμα,

περιορίζοντας τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων ως κοινότητας σε σχέση με τη συμμετοχή

τους στην εξουσία ως οντότητας. Οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από τη διοίκηση του κράτους

σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Έκτοτε, το κράτος διοικείται αποκλειστικά από τους Ελληνοκυπρίους.

Τον Ιούλιο του 1964 ψηφίστηκε νόμος που προέβλεπε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θα πρέπει

68 U.S. Department of State, Country Report on Human Rights Practices in Cyprus, 2006, Bureau of Democracy, Human Rights,

and Labor , 06.03.2007 (www.state.gov/g/drl/rls/hrrpt/2006/78807.htm)

69 U.S. Department of State, Country Report on Human Rights Practices in Cyprus, 2006, Bureau of Democracy, Human Rights,

and Labor, 06.03.2007 (www.state.gov/g/drl/rls/hrrpt/2006/78807.htm).

70 Κ. Νάνος (2006), «Φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια για το σκάνδαλο του Πύργου Τυλλιρίας», Πολίτης (04.10.2006).


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

33

να αναλάβει τη δικαιοδοσία τόσο του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου όσο και του

Εφετείου. 71 Στην υπόθεση ορόσημο Ιμπραήμ (1964), το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η λειτουργία

του κράτους πρέπει να συνεχιστεί με βάση το «δόγμα της ανάγκης». Στο σκεπτικό

του, ο δικαστής Ιωσηφίδης είπε:

Υπό το πρίσμα των αρχών του δικαίου της ανάγκης που εφαρμόζεται σε άλλες χώρες

και έχοντας υπόψη τις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας [...]

ερμηνεύω το Σύνταγμά μας να περιλαμβάνει το δόγμα της ανάγκης σε εξαιρετικές

περιστάσεις, που είναι μια εξυπακουόμενη εξαίρεση των ειδικών διατάξεων του

Συντάγματος, και αυτό για να διασφαλίσει την ίδια την ύπαρξη του κράτους. Οι ακόλουθες

προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται πριν το δόγμα μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή:

- Μια επιτακτική και αναπόφευκτη αναγκαιότητα των εξαιρετικών περιστάσεων.

- Καμία άλλη θεραπεία δεν μπορεί να εφαρμοστεί.

- Το μέτρο που λαμβάνεται πρέπει να είναι ανάλογο με την ανάγκη.

- Θα πρέπει να είναι προσωρινού χαρακτήρα και να περιορίζεται στη διάρκεια των

εξαιρετικών περιστάσεων. 72

Βεβαίως, η απουσία των Τουρκοκυπρίων από τη διοίκηση του κράτους, ανεξάρτητα από το

πώς προέκυψε, οδήγησε σε μια πολυεπίπεδη κρίση η οποία έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Η

ελληνοκυπριακή πλέον δικαιοσύνη επινόησε το δόγμα της ανάγκης ως τον πιο κατάλληλο

τρόπο για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης που αφορούσε τη λειτουργία των δικαστηρίων

και, τελικά, τη λειτουργία του ίδιου του κράτους. Μια δεκαετία αργότερα, το δόγμα αυτό επεκτάθηκε

προκειμένου να καλύψει τα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της κατάστασης

η οποία προέκυψε από την τουρκική εισβολή. Το δόγμα της ανάγκης είναι μέρος ενός

πολύπλοκου και πολυεπίπεδου συστήματος που εύστοχα αναφέρεται ως «το κυπριακό καθεστώς

εξαίρεσης», 73 όπου η μία δομή στηρίζει την άλλη εις βάρος ενός κανονιστικού συνταγματισμού

που εδράζεται στη φιλοσοφία των δικαιωμάτων. 74

3.4.2 Τουρκοκυπριακές περιουσίες και ο θεσμός του κηδεμόνα

Οι πρωταρχικοί στόχοι της κυβέρνησης στον απόηχο του πολέμου του 1974 ήταν η άμεση

στέγαση και η επαγγελματική αποκατάσταση του ελληνοκυπριακού εκτοπισθέντος πληθυσμού

και η ανάκαμψη της οικονομίας. Οι περιουσίες τις οποίες οι Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν

όταν διέφυγαν στο βόρειο τμήμα του νησιού μεταξύ 1963 και 1974 παρουσιάστηκαν ως

71 Ο Περί Απονομής της Δικαιοσύνης Νόμος (Μεταβατικές Διατάξεις) N. 33/1964.

72 Attorney General of the Republic v Mustafa Ibrahim (1964) CLR σελ. 264-265. Βλ. Nedjati (1970), Pikis 2006, σελ. 27-40·

Constantinou 2008· Trimikliniotis and Demetriou 2008· Trimikliniotis, 2009· 2010.

73 Βλ. Constantinou 2008 και Τριμικλινιώτης 2010.

74 Για την έννοια του «καθεστώτος εξαίρεσης», βλ. Schmitt 2005 και Agamben 2005.


34 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

ευκαιρία για την κυβέρνηση να εξυπηρετήσει δύο στόχους: αφενός να επιβάλει την εξουσία

της ως νόμιμη κυβέρνηση με την προστασία των τουρκοκυπριακών περιουσιών από το σφετερισμό

και αφετέρου να χρησιμοποιήσει τις περιουσίες αυτές για την κάλυψη των αναγκών

στέγασης και επαγγελματικής αποκατάστασης των εκτοπισθέντων Ελληνοκυπρίων. Έτσι, το

1975, το Υπουργικό Συμβούλιο εξέδωσε γενικό διάταγμα επίταξης για όλες τις τουρκοκυπριακές

περιουσίες που βρίσκονταν στην περιοχή υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης, με σκοπό τη

διαχείριση και τη χρήση τους κυρίως προς όφελος των εκτοπισθέντων. Την ίδια χρονιά (δηλ.

το 1975), μια ειδική υπηρεσία συστάθηκε εντός του Υπουργείου Εσωτερικών –συγκεκριμένα,

η Υπηρεσία για την Προστασία και Διαχείριση Τουρκοκυπριακών Περιουσιών– προκειμένου

να εξυπηρετήσει τους παραπάνω στόχους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, επί τουρκοκυπριακής γης ανεγέρθηκαν οικισμοί για να στεγάσουν

τους εκτοπισθέντες, χωρίς να προηγηθούν οι κατάλληλες διαδικασίες απαλλοτρίωσης.

Σε κάποιες από αυτές, έγιναν προσπάθειες από το κράτος ώστε να αποκτηθεί νόμιμα η γη

από τους Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες της, μέσω φιλικού διακανονισμού. Επίσης, υπάρχουν

αρκετές περιπτώσεις όπου ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών έχει χορηγήσει

μακροχρόνιες μισθώσεις σε εκτοπισθέντες που διαμένουν σε τουρκοκυπριακές περιουσίες.

Οι μισθώσεις αυτές μπορούν να εγγραφούν στο κτηματολόγιο.

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν διαφάνηκε η ανάγκη για νομοθετική ρύθμιση του

καθεστώτος των τουρκοκυπριακών περιουσιών, και έτσι το 1991 ένας νέος νόμος δημιούργησε

το θεσμό του «Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών» (στο εξής «ο Νόμος για τον

Κηδεμόνα»). 75 Σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου αυτού, ο «Κηδεμόνας», που είναι ο Υπουργός

Εσωτερικών, έχει την εντολή να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των εκτοπισθέντων προσώπων

καθώς και τα συμφέροντα των Τουρκοκύπριων ιδιοκτητών. Από καιρού εις καιρόν, η Βουλή

των Αντιπροσώπων εγκρίνει ειδικούς κανονισμούς που διέπουν τα κριτήρια για τη χορήγηση

δικαιώματος χρήσης των τουρκοκυπριακών περιουσιών. Ο Κηδεμόνας έχει εκχωρήσει μέρος

της εντολής του στον Διευθυντή της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών

και στους επάρχους κάθε επαρχίας. Μια συμβουλευτική επιτροπή, αποτελούμενη από εκπροσώπους

του Κηδεμόνα, του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Γεωργίας, των γεωργικών

οργανώσεων, της οργάνωσης των εκτοπισθέντων, της οργάνωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

(ΠΟΒΕΚ) και των κοινοβουλευτικών κομμάτων, μελετά και συμβουλεύει τον Κηδεμόνα

για όλα τα θέματα που σχετίζονται με τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών.

Τα κριτήρια για τη χορήγηση του δικαιώματος χρήσης τουρκοκυπριακής περιουσίας ποικίλλουν

ανάλογα με το είδος του ακινήτου (κατοικία, γεωργική γη, επαγγελματική στέγη, κ.λπ.):

75 Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 1991 Ν. 139/91.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

35

Στην περίπτωση των οικιστικών μονάδων, αυτά χορηγούνται, κατά προτεραιότητα, σε

οικογένειες όπου τουλάχιστον ένα μέλος είναι εκτοπισμένο, 76 ή όταν η οικονομική κατάσταση

της οικογένειας, η σύνθεσή της, ο αριθμός των μελών της και οι ηλικίες τους είναι τέτοιες

ώστε να δικαιολογούν τέτοια επιδότηση. Οι υποψήφιοι δικαιούχοι δεν πρέπει να έχουν άλλα

περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας και δεν πρέπει να τους έχει χορηγηθεί στεγαστική

βοήθεια από οποιοδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιχορήγησης. Περαιτέρω, αν ο αιτητής

ή ο χρήστης της τουρκοκυπριακής περιουσίας αποκτήσει το δικό του σπίτι, τότε η άδεια

χρήσης της τουρκοκυπριακής περιουσίας τερματίζεται αυτόματα.

Στην περίπτωση της τουρκοκυπριακής γεωργικής γης, αυτή χορηγείται σε εκτοπισθέντες

γεωργούς ή γεωργικούς εργάτες, ενώ δίνεται προτεραιότητα σε εκτοπισθέντες γεωργούς και

γεωπόνους που κατοικούν στην περιοχή όπου βρίσκεται η εν λόγω έκταση. Διάφοροι άλλοι

παράγοντες επίσης λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση γεωργικής γης. Αυτοί περιλαμβάνουν

το σημερινό επάγγελμα του αιτητή, το κατά πόσον ο αιτητής ήταν αγρότης πριν από το

1974, τη γεωργική γη που ο αιτητής είχε στον βορρά, την έκταση της διαθέσιμης τουρκοκυπριακής

γεωργικής γης σε σχέση με τη ζήτηση, τις οικονομικές ανάγκες και το μέγεθος της

οικογένειας του αιτητή και το βαθμό των μη γεωργικών δραστηριοτήτων του αιτητή.

Για την παραχώρηση δικαιώματος χρήσης τουρκοκυπριακής επαγγελματικής στέγης

(κατάστημα, αποθήκη κ.λπ.), ο αιτητής πρέπει να είναι εκτοπισθείς που δεν έχει πλέον δικό

του επαγγελματικό χώρο και δεν κατέχει σημαντική περιουσία. Άλλοι παράγοντες που

λαμβάνονται υπόψη είναι οι εξής: η οικονομική κατάσταση της οικογένειας, η σύνθεσή της,

ο αριθμός των μελών της και οι ηλικίες τους, η ανάγκη στήριξης της συγκεκριμένης επαγγελματικής

δραστηριότητας, η περιουσία του αιτούντος στον βορρά, οποιαδήποτε κρατική

βοήθεια χορηγείται στον αιτητή δυνάμει άλλων σχεδίων επιχορήγησης.

Το τέλος αδείας ορίζεται περίπου στο 80% της τιμής αγοράς του ακινήτου εάν ο αιτητής

είναι εκτοπισθείς και στο 100% της τιμής αγοράς αν δεν είναι εκτοπισθείς. 77 Δεν υπάρχει χρέωση

για τη μίσθωση των τουρκοκυπριακών οικιστικών μονάδων σε εκτοπισθέντες. Έτσι, τα

τουρκοκυπριακά σπίτια εκμισθώνονται στους εκτοπισθέντες χωρίς ενοίκιο, και το κόστος της

επισκευής τους βαρύνει την κυβέρνηση. Τα τουρκοκυπριακά καταστήματα εκμισθώνονται

σε εκτοπισθέντες με το ενοίκιο που ισχύει στην αγορά, και η τουρκοκυπριακή γεωργική γη

ενοικιάζεται σε εκτοπισθέντες αγρότες με χαμηλό ενοίκιο.

76 Ο όρος περιλαμβάνει τα πρόσωπα που είναι «εκτοπισθέντες λόγω επαγγέλματος», δηλαδή, άτομα που κατοικούσαν στο

βόρειο τμήμα του νησιού λόγω του επαγγέλματός τους (αστυνομικός, εκπαιδευτικός, δημόσιος υπάλληλος, υπάλληλος

ξενοδοχείου κ.λπ.), ενώ η κατοικία τους και γενικά η περιουσία τους ήταν στον νότο. Θεωρούνται εκτοπισθέντες και

δικαιούνται στεγαστική βοήθεια. Το δικαίωμα αυτό δεν εκτείνεται στα παιδιά τους, εκτός εάν κάποιος δικαιούται να

δηλώνει ότι συμφωνεί να μεταφέρει το δικαίωμα αυτό σε ένα από τα παιδιά του.

77 http://www.moi.gov.cy/moi/citizenscharter/citizenscharter.nsf/dmlcriteria_gr/dmlcriteria_gr?OpenDocument


36 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Οι τουρκοκυπριακές περιουσίες οι οποίες ορίζονται ως να είναι πέραν των αναγκών ή

θεωρούνται ακατάλληλες για τις στεγαστικές, τις επαγγελματικές ή τις γεωργικές ανάγκες των

εκτοπισθέντων, ή είναι ακατάλληλες για το σκοπό της οικονομικής δραστηριοποίησης των

εκτοπισθέντων, μπορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις να εκμισθωθούν στους εκτοπισθέντες

δήμους ή κοινότητες ή στους κάτοικους περιοχών κοντά στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ

βορρά και νότου οι οποίοι δεν είναι εκτοπισμένοι αλλά έχουν ιδιόκτητο μεγάλο τμήμα γης που

είναι απροσπέλαστο λόγω του πολέμου του 1974, ή σε άτομα που έχουν γονέα εκτοπισθέντα.

Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η χρήση των τουρκοκυπριακών περιουσίων έχει συμβάλει

σημαντικά στην επίλυση των σοβαρών κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που δημιούργησε

η τουρκική εισβολή. 78

3.4.3 η τροποποίηση του νόμου για τον κηδεμόνα του 2010

Το 2010 ο νόμος για τον Κηδεμόνα τροποποιήθηκε με την εισαγωγή δύο σημαντικών αλλαγών.

Μία από τις τροποποιήσεις αυτές, που εντοπίζεται στο άρθρο 3, επιτρέπει στον Κηδεμόνα να

άρει την «προστασία» 79 που παρέχει σε τουρκοκυπριακές περιουσίες, αφού λάβει υπόψη τις

συνθήκες κάθε περίπτωσης και ισορροπήσει όλους τους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου

του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του κατέχουν

περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στον βορρά. Η διάταξη αναφέρει επίσης ότι οι ακόλουθοι

παράγοντες θα συνυπολογίζονται, μεταξύ άλλων, θετικά προς την επιστροφή της

περιουσίας στον ιδιοκτήτη της:

(α)

(β)

(γ)

Όταν η ιδιοκτησία τέθηκε υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα, ο ιδιοκτήτης είχε τη συνήθη

διαμονή του στο εξωτερικό, όπου είχε μεταβεί πριν ή μετά την τουρκική εισβολή του

1974, και ο εν λόγω ιδιοκτήτης συνεχίζει να διαμένει εκεί ή έχει επιστρέψει ή αναμένεται

να επιστρέψει από το εξωτερικό για μόνιμη εγκατάσταση στις περιοχές που ελέγχονται

από τη Δημοκρατία.

Αφότου η περιουσία τέθηκε υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα, ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης

εγκαταστάθηκε μόνιμα στον νότο και συνεχίζει να διαμένει εκεί αδιάλειπτα.

το ακίνητο ήταν κατοικία του ιδιοκτήτη πριν από την τουρκική εισβολή, και ο ιδιοκτήτης

προτίθεται να το χρησιμοποιήσει και πάλι ως κατοικία του και να εγκατασταθεί στις

περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία.

Η διατύπωση του νόμου είναι τέτοια ώστε τα κριτήρια αυτά δεν είναι εξαντλητικά, και ο

Κηδεμόνας έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει ή όχι την επιστροφή ενός ακινήτου

στον Τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη του. Προφανώς οι ελληνοκυπριακές αρχές θέλουν να προκαταβάλουν

εκείνες τις περιπτώσεις όπου Τουρκοκύπριοι που διαμένουν σε ελληνοκυπριακές

78 http://www.cyprus.gov.cy/portal/portal.nsf/All/241107A0AAF2191FC2257036003C9043?OpenDocument

79 Ο όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο είναι «να άρει τη διαχείριση»: άρθρο 2 του τροποποιητικού νόμου Ν.39(Ι)/2010.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

37

περιουσίες στον βορρά διεκδικούν τις περιουσίες που εγκατέλειψαν στον στις οποίες διαμένουν

Ελληνοκύπριοι εκτοπισθέντες. Παράλληλα, κάποιος μπορεί να διακρίνει σε αυτά τα

κριτήρια μια κάπως αόριστη απαίτηση ένδειξης «υπαγωγής» ή «υποταγής» προς την Κυπριακή

Δημοκρατία, που εκφράζεται με την επιλογή της νότιας Κύπρου ως τόπου μόνιμης κατοικίας.

Συνεπώς, κάθε απόφαση του Κηδεμόνα να επιστρέψει ένα ακίνητο στον Τουρκοκύπριο

ιδιοκτήτη του πέρα από τα προαναφερθέντα κριτήρια θα πρέπει πιθανώς να είναι στο πνεύμα

του νομοθέτη (δηλαδή να περιέχει το στοιχείο της «υποταγής» προς τη Δημοκρατία) προκειμένου

να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αυτό αποδεικνύεται από την υπόθεση που

περιγράφεται παρακάτω.

Στην υπόθεση Ijlal Ahmet Zeki Mustafa v. Κυπριακής Δημοκρατίας, 80 η αιτήτρια ήταν

Τουρκοκύπρια μόνιμη κάτοικος Αυστραλίας η οποία είχε κληρονομήσει την περιουσία στην

Κυπριακή Δημοκρατία από τον πατέρα της. Το ακίνητο εγκαταλείφθηκε από τον πατέρα της

όταν αυτός αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό του το 1974 και έτσι τέθηκε υπό τον έλεγχο

του Κηδεμόνα, ο οποίος χορήγησε άδεια χρήσης του ακινήτου αυτού σε εκτοπισθέντες

Ελληνοκυπρίους. Η αιτήτρια προσπάθησε να πουλήσει αυτή την περιουσία, αλλά ο Κηδεμόνας

απέρριψε το αίτημά της για άδεια πώλησης. Η αιτήτρια προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο

ζητώντας την ακύρωση της αρνητικής αυτής απόφασης του Κηδεμόνα. Κατά την εξέταση της

προσφυγής, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπόθεση δεν πληροί τα κριτήρια που έθεσε η

τροπολογία του νόμου για τον Κηδεμόνα το 2010, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι τα κριτήρια

του νόμου δεν προορίζονταν να είναι εξαντλητικά, αλλά απλώς ενδεικτικά. Το δικαστήριο

εστίασε την προσοχή του στο γεγονός ότι η εν λόγω περιουσία μεταβιβάστηκε στην αιτήτρια

το 1992, δηλαδή μετά την τουρκική εισβολή, και στο ότι ο νεκρός πια πατέρας της αιτήτριας

είχε εγκατασταθεί στο χωριό Τρίκωμο, που ήταν υπό τον έλεγχο του τουρκικού στρατού.

Παρόλο που το δικαστήριο δεν το δήλωσε ρητά, είναι προφανές πως έκρινε ότι οι περιστάσεις

της υπόθεσης ήταν τέτοιες ώστε η αιτήτρια δεν απέδειξε την «υποταγή» της προς τη Δημοκρατία

(π.χ. επιλέγοντας να εγκατασταθεί στις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία).

Στην πραγματικότητα, η αντιμετώπιση αυτών των περιπτώσεων από τις αρχές και από τα

δικαστήρια υποδηλοί ότι, παρόλο που το κράτος αναγνωρίζει το δικαίωμα ενός Τουρκοκυπρίου

να κατοικήσει στο σπίτι του, όλα τα άλλα δικαιώματα που απορρέουν από την κυριότητα

ενός ακινήτου, όπως το δικαίωμα στην πρόσβαση (για λόγους πέραν της ιδιοκατοίκησης), το

δικαίωμα στην πώληση ή ενοικίαση, το δικαίωμα στην αποζημίωση σε περίπτωση απαλλοτρίωσης,

αναστέλλονται μέχρι την «επίλυση του Κυπριακού». Αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι ο

νόμος θέτει σε εφαρμογή μια πολιτική απόφαση να τεθούν υπό καθεστώς ομηρίας οι τουρκοκυπριακές

περιουσίες για να χρησιμοποιηθούν ως διαπραγματευτικό όπλο σε μελλοντική

διευθέτηση του Κυπριακού, ενώ παράλληλα να τις χρησιμοποιεί για να καλύψει τις ανάγκες

των εκτοπισθέντων από την τουρκική εισβολή.

80 Αρ. 688/2009, ημ. 09.06.2011.


38 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Η άλλη νέα διάταξη την οποία εισάγει η τροπολογία του 2010 είναι ότι εάν η εφαρμογή

οποιασδήποτε διάταξης του νόμου αυτού οδηγεί στην παραβίαση των δικαιωμάτων που

απορρέουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή από οποιοδήποτε από τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν

από τη Δημοκρατία, τότε το πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν μπορεί να

μηνύσει τη Δημοκρατία και την Κηδεμόνα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, διεκδικώντας αποζημίωση

για χρηματική ή άλλη απώλεια, για έξοδα και δαπάνες που υπέστη ως αποτέλεσμα της

παραβίασης και/ή την έκδοση δεσμευτικού δικαστικού διατάγματος αναγνωρίζοντας τα

δικαιώματά του. Σε περίπτωση που το θιγόμενο πρόσωπο διεκδικεί δικαστικό διάταγμα για

την αποκατάσταση της περιουσίας του η οποία βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα, τότε

η προσφυγή πρέπει επίσης να στρέφεται και κατά του προσώπου που νομίμως κατέχει το ακίνητο

αυτό. Κατά την εξέταση μιας τέτοιας απαίτησης, το δικαστήριο υποχρεούται να λαμβάνει

υπόψη τις εκτιμήσεις του ΕΔΑΔ στη βάση της νομολογίας του.

3.4.4 η υπόθεση ορόσημο αρίφ μουσταφά

Η υπόθεση που άνοιξε το δρόμο για την αναγνώριση του δικαιώματος των Τουρκοκυπρίων

στην κατοικία ήταν η απόφαση-ορόσημο Αρίφ Μουσταφά. Το 2004, η προσφυγή του Τουρκοκύπριου

Αρίφ Μουσταφά στο Ανώτατο Δικαστήριο 81 για αποκατάσταση της περιουσίας του

στον νότο βρέθηκε στο επίκεντρο των δημόσιων συζητήσεων. Ο αιτητής είχε αναγκαστεί να

εγκαταλείψει την περιουσία του το 1974 κατά τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμών που ακολούθησε

την εισβολή. Έκτοτε η περιουσία του τέθηκε υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα. Το 2003,

όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, ο αιτητής μετακόμισε στον νότο και κατοίκησε σε ενοικιαζόμενο

κατάλυμα, υποβάλλοντας ταυτόχρονα αίτημα στον Κηδεμόνα για την επιστροφή της

περιουσίας του. Ο Κηδεμόνας απέρριψε την αίτησή του επικαλούμενος το νόμο του 1991 για

τον Κηδεμόνα. Ο αιτητής προσέφυγε τότε στο Ανώτατο Δικαστήριο για να ανατρέψει την

απόφαση αυτή 82 η προσφυγή του έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο διέταξε την επιστροφή

της περιουσίας του. Στο σκεπτικό της απόφασης ο δικαστής ανέφερε, μεταξύ άλλων,

ότι ο σκοπός του νόμου για τον Κηδεμόνα, που ανέθετε στον Υπουργό Εσωτερικών την

εξουσία να διαχειρίζεται τουρκοκυπριακές περιουσίες, ήταν να τις προστατεύσει εν απουσία

του ιδιοκτήτη, και όχι ως αντίποινο για την τουρκική κατοχή των ελληνοκυπριακών περιουσιών

στον βορρά, το οποίο θα αποτελούσε παραβίαση του Αρθρου 6 του Συντάγματος 83 που απαγορεύει

τις διακρίσεις λόγω της υπαγωγής στη μία ή την άλλη κοινότητα. Ο Γενικός Εισαγγελέας

υπέβαλε αμέσως ένσταση και εξασφάλισε ενδιάμεσο διάταγμα αναστέλλοντας την εκτέλεση

του διατάγματος του Ανωτάτου, ενόσω εκκρεμούσε η εξέταση της ένστασης. Κατά την περίοδο

81 Ανώτατο Δικαστήριο, αρ. 125/2004.

82 Το άρθρο 146 του Κυπριακού Συντάγματος προνοεί για το δικαίωμα όλων των προσώπων να προσφύγουν στο Ανώτατο

Δικαστήριο αιτούμενοι την ακύρωση διοικητικών πράξεων.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

39

που ακολούθησε οι αρχές κατέβαλαν προσπάθειες για την επίτευξη φιλικού διακανονισμού

με τον αιτητή, προσφέροντάς του εναλλακτική στέγη ή αποζημίωση στη θέση της περιουσίας

του, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί ένα νομικό προηγούμενο που θα άνοιγε

το δρόμο για όλους τους Τουρκοκυπρίους να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους στον νότο.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποβεί και οικονομικά και πολιτικά καταστροφική για την

κυβέρνηση, καθώς οι περισσότερες από αυτές τις περιουσίες χρησιμοποιούνται είτε από την

ίδια την κυβέρνηση είτε από Ελληνοκύπριους πρόσφυγες. 84

Τέλος, όταν όλες οι προσπάθειες απέτυχαν, στις 13 Φεβρουαρίου 2006 ο Γενικός Εισαγγελέας

απέσυρε την ένστασή του και η απόφαση εκτελέστηκε: στις 14 Φεβρουαρίου 2006 ο Αρίφ

Μουσταφά παρέλαβε κατοχή του σπιτιού του. Οι ενστάσεις που είχαν υποβληθεί από τους

Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες οι οποίοι διέμεναν στο σπίτι του Μουσταφά επίσης αποσύρθηκαν

την ίδια ημέρα. Σε μια προσπάθεια να αποθαρρύνει άλλους Τουρκοκυπρίους από

προσφυγές στο δικαστήριο για ανάκτηση των περιουσιών τους, ο Γενικός Εισαγγελέας προέβη

σε δημόσια δήλωση ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου υπέρ του Αρίφ Μουσταφά

δεν είναι δεσμευτική για την κυβέρνηση και ότι κάθε περίπτωση θα εξετάζεται στη βάση των

δικών της πραγματικών περιστατικών. 85

3.4.5 αιτήσεις στο ΕΔαΔ σε σχέση με τις τουρκοκυπριακές περιουσίες

Ο θεσμός του Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και η δυνατότητα εφαρμογής

του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ 86 στις τουρκοκυπριακές περιουσίες εντός της περιοχής που ελέγχεται

από την Κυπριακή Δημοκρατία αναπόφευκτα θα εξεταστεί από το ΕΔΑΔ, καθώς ολοένα

περισσότεροι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες αποτείνονται σε αυτό καταγγέλλοντας την κυπριακή

κυβέρνηση ότι τους αρνείται πρόσβαση στις περιουσίες τους. Το 2010 το ΕΔΑΔ εξέτασε την

αίτηση της Sofi, που κατείχε περιουσία στη Λάρνακα την οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει

το 1963, όταν ξέσπασαν οι εχθροπραξίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η αιτήτρια

και η οικογένειά της βρήκαν καταφύγιο από τις εχθροπραξίες σε ένα θύλακα που κατοικείτο

από Τουρκοκυπρίους. Το 2003 η αιτήτρια απευθύνθηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών ζητώντας

την ανάκτηση της κατοχής του σπιτιού της και ενημέρωσε το Υπουργείο ότι σκόπευε να

επανεγκατασταθεί στο σπίτι της στη Λάρνακα. Το Υπουργείο απάντησε ότι οι σχετικές αρμοδιότητες

είχαν ανατεθεί στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και ότι μια οικογένεια

83 Το Άρθρο 6 του Συντάγματος προβλέπει: «Τηρουμένων των ρητών διατάξεων του Συντάγματος, ουδείς νόμος ή ουδεμία

απόφασις της Βουλής, ή οιασδήποτε των κοινοτικών συνελεύσεων ως και ουδεμία πράξις ή απόφασις οιουδήποτε

οργάνου, αρχής ή προσώπου εν τη Δημοκρατία ασκούντος εκτελεστική εξουσία ή διοικητικό λειτούργημα θέλει

υποβάλλει εις δυσμενή διάκρισιν οιανδήποτε εκ των δύο κοινοτήτων ή οιονδήποτε πρόσωπο ως τοιούτον ή υπό την

ιδιότητα αυτού ως μέλους κοινότητος.»

84 G. Psyllides, «Mustafa considers next move», The Cyprus Mail (12.10.2004), σελ. 5.

85 Γ. Nεάρχου, «Με το κλειδί στο χέρι πάει στο σπίτι του στην Επισκοπή», Πολίτης (14.02.2006), σελ. 20.

86 Βλ. παράγραφο 3.2.1 ανωτέρω.


40 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

εκτοπισθέντων ελληνοκυπριακής καταγωγής από το βόρειο τμήμα της Κύπρου κατοικούσε

στο σπίτι της αιτήτριας. Η αιτήτρια απευθύνθηκε στο ΕΔΑΔ καταγγέλλοντας το ότι στερήθηκε

την πρόσβαση στην και την απόλαυση της ακίνητης περιουσίας της στην Κύπρο, γεγονός που

παραβιάζει το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι είχε υποστεί δυσμενή διάκριση λόγω του

ότι ήταν Τουρκοκύπρια. Πριν το Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του, η κυπριακή κυβέρνηση

υπέβαλε πρόταση για φιλικό διακανονισμό, η οποία έγινε δεκτή από την αιτήτρια. Η προσφορά

περιλάμβανε την ικανοποίηση του αιτήματος της αιτήτριας για κατοχή της ιδιοκτησίας της

από τον Ιανουάριο του 2009, αποζημίωση για απώλεια χρήσης ποσού €427.150,36, αποζημίωση

για μη χρηματική ζημία ποσού €59.801,06 και τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονταν σε

€50.000. Το ΕΔΑΔ αποδέχθηκε τον φιλικό διακανονισμό, κρίνοντας ότι «η διευθέτηση αυτή

βασίζεται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». 87 Δεν εξετάστηκε το ζήτημα κατά

πόσο όλα τα εσωτερικά ένδικα μέσα είχαν εξαντληθεί πριν την αίτηση στο ΕΔΑΔ, αφού η

υπόθεση διευθετήθηκε πριν την εκδίκασή της.

Στην υπόθεση Kazali et al v Κύπρου η οποία κατά το χρόνο συγγραφής της παρούσας

μελέτης εκκρεμούσε για εκδίκαση ενώπιον του ΕΔΑΔ, συνολικά 27 Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες

μήνυσαν την κυπριακή κυβέρνηση για την άρνησή της να τους παραχωρήσει πρόσβαση στις

περιουσίες τους, επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ. 88 Εάν η υπόθεση

εκδικαστεί, τότε το ΕΔΑΔ είναι πιθανό να εξετάσει κατά πόσο οι αιτούντες έχουν εξαντλήσει

ή όχι όλα τα εσωτερικά ένδικα μέσα, ιδίως υπό το πρίσμα της διαπίστωσης ότι μια θετική

έκβαση στην υπόθεση αυτή είναι πιθανό να ενθαρρύνει αρκετές χιλιάδες Τουρκοκυπρίους με

περιουσία στον νότο να προσφύγουν στο ΕΔΑΔ διεκδικώντας ανάκτηση των περιουσιών

τους. Σε περίπτωση που το ΕΔΑΔ λάβει τεράστιο όγκο τουρκοκυπριακών προσφυγών, είναι

πιθανό να αποφανθεί ότι η κυπριακή κυβέρνηση οφείλει να θεσπίσει αποτελεσματικό εσωτερικό

μηχανισμό για την αντιμετώπιση των τουρκοκυπριακών διεκδικήσεων, με τρόπο ανάλογο

της υπόθεσης Δημόπουλος. Τα εθνικά δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας δύσκολα

μπορούν να θεωρηθούν από το ΕΔΑΔ ως αποτελεσματικό εσωτερικό ένδικο μέσο, εφόσον

εφαρμόζουν ανελλιπώς το νόμο για τον Κηδεμόνα, που δεν διασφαλίζει ούτε αποζημίωση

ούτε αποκατάσταση της περιουσίας. Αυτή η πιθανότητα πρέπει να εξεταστεί ταυτόχρονα με

το γεγονός ότι ο θεσμός του Κηδεμόνα έχει ήδη νομικά υπονομευτεί από την υπόθεση Τύμβιος.

87 Αίτηση αρ. 18163/04 από τη Nezire Ahmet Adnan SOFI εναντίον της Κύπρου

http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=862144&portal=hbkm&source=externalbydo

cnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649

88 Kazali et al v. Cyprus

http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=852064&portal=hbkm&source=externalbydo

cnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

41

Ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι τουρκοκυπριακές διεκδικήσεις θα εξεταστούν από το

ΕΔΑΔ ή από κάποιον εθνικό μηχανισμό που θα έχει συσταθεί από τη Δημοκρατία, η κυπριακή

κυβέρνηση θα πρέπει τελικά να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι οι τουρκοκυπριακές περιουσίες

στον νότο δεν μπορούν να παραμένουν όμηροι του Κυπριακού προβλήματος. Η οικονομική

επιβάρυνση που θα προκύψει από την υποχρέωση να αποζημιώσει τους Τουρκοκύπριους

ιδιοκτήτες περιουσιών στον νότο μπορεί να γίνει δυσβάστακτη για τη Δημοκρατία εν καιρώ

οικονομικής κρίσης.

Επομένως, αυτό που η κυπριακή κυβέρνηση προσπάθησε να αποφύγει με την επίτευξη

φιλικού διακανονισμού στην υπόθεση Sofi (ανωτέρω), δηλαδή το νομικό προηγούμενο που

θα μπορούσε να κλονίσει τα θεμέλια του Κηδεμόνα, μπορεί τελικά να αναγκαστεί να το αντιμετωπίσει

με την αίτηση των Kazali et al. Εάν η αίτηση αυτή είναι επιτυχής, η οικονομική

επιβάρυνση που θα προκύψει από την υποχρέωση να αποζημιώσει τους αιτητές, καθώς και

πολλούς άλλους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες ακινήτων που θα ακολουθήσουν μετά από

αυτούς, ενδέχεται να είναι πολύ μεγάλη.

Το τοπίο αυτό πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο θεσμός του Κηδεμόνα

έχει ήδη υπονομευτεί νομικά από την υπόθεση Τύμβιος.

3.4.6. Νομολογία και αποφάσεις της Επιτρόπου Διοίκησης στην μετα-2004 περίοδο

Το 2006 η Επίτροπος Διοίκησης εξέτασε δύο καταγγελίες 89 που υποβλήθηκαν εκ μέρους

Τουρκοκυπρίων εναντίον του Κηδεμόνα λόγω της άρνησής του να τους παρέχει πληροφορίες

σχετικά με την τύχη των περιουσιών τους στον νότο. Συγκεκριμένα, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν

πληροφορίες για το πότε και γιατί οι περιουσίες τους απαλλοτριώθηκαν και το ποσό της αποζημίωσης

που τους οφειλόταν. Απαντώντας, το Υπουργείο προσέφερε πληροφορίες σχετικά

με το νομοθετικό πλαίσιο για τον Κηδεμόνα και τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών

που βρίσκονται στον νότο. Η Επίτροπος Διοίκησης επέκρινε την πρακτική αυτή και κάλεσε το

Υπουργείο να παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες, για λόγους σαφήνειας και δεδομένου ότι

δεν είχε τίποτα να κρύψει. 90

Ακόμη ένας προβληματικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι, στην πράξη, η τουρκική έχει

πάψει να χρησιμοποιείται ως επίσημη γλώσσα από το 1963, αφού οι σχετικές διατάξεις του

Συντάγματος που απαιτούν τη χρήση και των δύο γλωσσών σε όλες τις νομοθετικές, εκτελεστικές

και διοικητικές πράξεις 91 έπαψαν να εφαρμόζονται. Αντ’ αυτού, η ελληνική είναι η μόνη

γλώσσα που χρησιμοποιείται από το κράτος σε επίσημα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων

των νόμων, των υπουργικών αποφάσεων και της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας.

89 A/Π 332/2005 (24.02.2006); A/Π 333/2005 (24.02.2006).

90 Σημείωμα που υποβλήθηκε από την Επίτροπο Διοίκησης στο Υπουργικό Συμβούλιο σε σχέση με τις εκθέσεις που

υποβλήθηκαν για το μήνα Φεβρουάριο 2006, Αρ. Φακ. E.Δ.50.3.01.17.

91 Άρθρο 3 του Συντάγματος.


42 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Αυτό σημαίνει ότι οι ανακοινώσεις στην Επίσημη Εφημερίδα σχετικά με την απαλλοτρίωση

τουρκοκυπριακών περιουσιών είναι διαθέσιμες μόνο στα ελληνικά, γεγονός που στην ουσία

λειτουργεί απαγορευτικά ως προς την άσκηση από μέρους των Τουρκοκυπρίων του δικαιώματος

να αμφισβητήσουν οποιαδήποτε προτιθέμενη απαλλοτρίωση εντός του αυστηρού

χρονοδιαγράμματος που προβλέπεται.

Το ιδιάζον νομικό καθεστώς που διέπει τις τουρκοκυπριακές περιουσίες στις περιοχές οι

οποίες ελέγχονται από τη Δημοκρατία έχει στον πυρήνα του ορισμένες αποφάσεις του Ανωτάτου

Δικαστηρίου που εκδόθηκαν κατά κύριο λόγο το 2007, οι οποίες κατέφυγαν στο δόγμα

της ανάγκης για να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση των Τουρκοκυπρίων στον

τομέα της πρόσβασης στην περιουσία. Στις παραγράφους που ακολουθούν παρατίθεται μια

επισκόπηση των υποθέσεων αυτών.

Στην υπόθεση Kιαμίλ Αλί Ριζά, 92 ο Τουρκοκύπριος αιτητής διεκδικούσε την περιουσία του

στον νότο, η οποία θεωρήθηκε ότι εγκαταλείφθηκε όταν οι Τουρκοκύπριοι αναγκάστηκαν να

μετακινηθούν προς τον βορρά, οπότε και τέθηκε υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα. Ο καταγγέλλων

ισχυρίστηκε ότι ο νόμος για τον Κηδεμόνα είναι αντισυνταγματικός, ότι παραβιάζει την

αρχή της ισότητας και ότι η απαλλοτρίωση της περιουσίας του ήταν παράνομη. Το δικαστήριο

απέρριψε το αίτημά του, δηλώνοντας ότι η μερική άρση της απαγόρευσης στην ελεύθερη

διακίνηση το 2003 δεν σήμαινε ότι η περιουσία έπαυσε να θεωρείται εγκαταλειμμένη, ότι ο

τερματισμός της «ανώμαλης κατάστασης» που οδήγησε στο να τεθούν όλες οι τουρκοκυπριακές

περιουσίες υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα αποφασίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο

και ότι λόγω του πολέμου του 1974 το κράτος νόμιμα επικαλέστηκε μέτρα έκτακτης ανάγκης

στηριζόμενα στο «δόγμα της ανάγκης». Η απόφαση δεν συνάδει με την αρχή που καθιερώθηκε

από το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Αζίζ, 93 σύμφωνα με την οποία το δόγμα της ανάγκης δεν

μπορεί να υπερισχύει των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επίσης, η απόφαση έρχεται σε αντίθεση

με την αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Αρίφ Μουσταφά (ανωτέρω), σύμφωνα με την

οποία ο σκοπός του νόμου για τον Κηδεμόνα είναι να προστατεύσει τις περιουσίες κατά την

απουσία των ιδιοκτητών τους και όχι να προβεί σε αντίποινα για την τουρκική κατοχή των

ελληνοκυπριακών περιουσιών στον βορρά, πράγμα που θα αποτελούσε παραβίαση του

Άρθρου 6 του Συντάγματος.

Το γεγονός ότι το θέμα τυγχάνει πολιτικής μεταχείρισης από τα δικαστήρια γίνεται εμφανές

στην υπόθεση Ahmet Mulla Suleyman, 94 όπου τα επιχειρήματα του αιτητή άγγιζαν άμεσα την

92 Kiamil Ali, δικαιούχος της κληρονομιάς του Kiamil Ali Riza άλλως Kiamil Ali Riza Karamano, άλλως Ilhan Ali Riza υπό την

ιδιότητά του ως εργοδοτούμενου του Τμήματος Διαχείρισης Περιουσιών Μόρφου v. Υπουργού Εσωτερικών υπό την

ιδιότητά του ως Κηδεμόνα για την Προστασία των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, Ανώτατο Δικαστήριο αρ.133/2005

(19.01.2007)

93 Ibrahim Aziz v Cyprus. Η απόφαση βρίσκεται αναρτημένη στην ιστοσελίδα:

http://www.echr.coe.int/Eng/Press/2004/June/ChamberJudgmentAzizvCyprus220604.htm,

94 Ahmet Mulla Suleyman διαμέσου αντιπροσώπου Sabiha Ahmet Suleyman v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. 99/2005, ημ.

21.05.2007.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

43

ουσία του θέματος: ο αιτητής υποστήριξε ότι το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να επιβάλλει

αυθαίρετους περιορισμούς όπως αυτούς που επιβάλλονται από το νόμο για τον Κηδεμονα,

και ότι ο νόμος αυτός παραβιάζει το Άρθρο 28 του Συντάγματος αφού δημιουργεί παράνομη

διάκριση εναντίον των Τουρκοκύπριων, αντίκειται στα Άρθρα 6, 13 και 23 του Συντάγματος 95

και παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ. Ο αιτητής υποστήριξε

επίσης ότι το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Αζίζ τόνισε πως το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να παραβιάζει

τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Δικαστήριο απέρριψε τη θέση αυτή με γενικές αναφορές

στην τουρκική εισβολή και κατοχή και στην ανάγκη αφενός να ληφθούν μέτρα για την

προστασία των εγκαταλειμμένων ακινήτων και αφετέρου να βοηθηθούν οι χιλιάδες εκτοπισθέντες

Ελληνοκύπριοι. Ο δικαστής ανέφερε επίσης ότι ο νόμος για τον Κηδεμόνα δεν θέτει

αυθαίρετους περιορισμούς, αλλά μόνο όσους είναι αναγκαίοι υπό τις περιστάσεις, οι οποίοι

και έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Πρόσθεσε ότι η υπόθεση αυτή εμπίπτει στις εξαιρέσεις του

άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (δηλαδή, περιουσία που αποστερείται για

λόγους δημοσίου συμφέροντος), αφού η διάταξη αυτή δεν περιορίζει το δικαίωμα του κράτους

να επιβάλει νόμους που κρίνει αναγκαίους για τον έλεγχο της χρήσης της περιουσίας σύμφωνα

με το δημόσιο συμφέρον. Το Δικαστήριο εξέφρασε τη διαφωνία του με τη γενική προσέγγιση

του δικαστή στην υπόθεση Αρίφ Μουσταφά.

Στην υπόθεση Zehra Kemal Ahmet 96 , οι αιτήτριες ήταν Τουρκοκύπριες που διεκδικούσαν

την περιουσία τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, υποστηρίζοντας ότι δεν

εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου για τον Κηδεμόνα 97 διότι δεν εγκατέλειψαν την περιουσία

τους ως αποτέλεσμα της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών, αλλά επειδή φοβούνταν για τη

ζωή τους. Ο δικαστής απέρριψε το επιχείρημα αυτό και ολόκληρη την αίτηση, αναφέροντας

ότι ο λόγος για τη μετακίνηση των αιτητριών ήταν η τουρκική εισβολή. Πρόσθεσε δε, επικαλούμενος

προηγούμενη νομολογία, 98 ότι ο νόμος για τον Κηδεμόνα δεν βασίζεται μόνο στην

απουσία της ελευθερίας κυκλοφορίας και στην ανάγκη προστασίας των εγκαταλειμμένων

ακινήτων, αλλά επίσης στην ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών των Ελληνοκύπριων εκτοπισθέντων.

Ανέφερε επίσης ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας όπως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 23

95 Το Άρθρο 6 του Συντάγματος απαγορεύει τη διάκριση εναντίον οποιασδήποτε εκ των δύο κοινοτήτων, ή οποιουδήποτε

προσώπου ως ατόμου ή λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους της μίας ή της άλλης κοινότητας. Το Άρθρο 13 διασφαλίζει

το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας σε ολόκληρη την επικράτεια της Δημοκρατίας και τη διαμονή σε οποιοδήποτε

μέρος αυτής, με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που επιβάλλονται από το νόμο και είναι απαραίτητοι μόνο για

σκοπούς άμυνας ή δημόσιας υγείας ή ως ποινή που επιβλήθηκε από το δικαστήριο. Το Άρθρο 23 διασφαλίζει το

δικαίωμα απόκτησης, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης κινητής ή ακίνητης περιουσίας και το δικαίωμα του ιδιοκτήτη

να απαιτεί σεβασμό των δικαιωμάτων αυτών.

96 Zehra Kemal Ahmet και Nuray Kemal Ahmet v. Κυπριακής Δημοκρατίας διαμέσου του Υπουργού Εσωτερικών υπό την

ιδιότητά του ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, Ανώτατο Δικαστήριο, Αρ. 1011/2004 (08.06.2007).

97 Νόμος 139/1991. Στο προοίμιο ο νόμος αναφέρει: «Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του τουρκοκυπριακού

πληθυσμού ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις τουρκικές δυνάμεις εισβολής

και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής

Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία...».

98 Ahmet Mulla Suleyman v. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 99/2005 (ημ. 21.05.2007).


44 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

του Συντάγματος δεν παραβιάζεται από το νόμο για τον Κηδεμόνα λόγω του δόγματος της

ανάγκης, και ότι το μέτρο του να τεθούν όλες τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες υπό τον έλεγχο

του Κηδεμόνα για ένα χρονικό διάστημα μέχρι την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος

ήταν «απολύτως αναγκαίο και ανάλογο προς την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπιστεί”. 99

Το 2007 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε το αίτημα Τουρκοκύπριου διάδικου να παραπεμφθεί

στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) για γνωμάτευση το ερώτημα

κατά πόσο το άρθρο 2 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ 100 μπορεί να ερμηνευθεί έτσι ώστε να επιτρέπει

σε κράτος μέλος της Ε.Ε. να αρνείται σε ομάδα πολιτών του το δικαίωμα να πουλήσουν τις

περιουσίες τους. Η Οδηγία απαγορεύει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φυλετικής ή

εθνοτικής καταγωγής. Ο Τουρκοκύπριος διάδικος διεκδικούσε το δικαίωμα να πουλήσει την

περιουσία του, η οποία βρισκόταν στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία και είχε

τεθεί υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα. Το αίτημα για παραπομπή στο ΔΕΚ απορρίφθηκε από το

Δικαστήριο με το αιτιολογικό της κατάχρησης της διαδικασίας, αφού ο αιτητής είχε καταθέσει

και ακολούθως είχε αποσύρει δύο παρόμοιες αιτήσεις, το 2005 και το 2007, αντίστοιχα. Το

Δικαστήριο αποφάσισε επίσης ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2000/43 δεν περιλαμβάνει

το επίμαχο ζήτημα, το οποίο ήταν η πρόσβαση στην περιουσία. Περιγράφοντας το πεδίο

εφαρμογής της Οδηγίας, το Δικαστήριο ανέφερε μόνο «τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση,

τις συνθήκες εργασίας, την κοινωνική προστασία, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής

ασφάλισης και τις κοινωνικές παροχές». Το Δικαστήριο χρησιμοποίησε τη διακριτική του

ευχέρεια για να απορρίψει την αίτηση για παραπομπή στο ΔΕΚ για τεχνικούς λόγους, αλλά προχώρησε

και ένα βήμα παραπέρα ερμηνεύοντας το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας ως να αποκλείει

τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιοκτησία, όπως το δικαίωμα ενός ιδιοκτήτη να

πουλήσει το ακίνητό του. Η απαγόρευση των διακρίσεων στον τομέα της στέγασης, που προβλέπεται

στο άρθρο 3(1) της Οδηγίας, δεν θεωρήθηκε από το Δικαστήριο ως σχετική, έστω

και αν μια πιο φιλελεύθερη προσέγγιση θα μπορούσε ίσως να διαπιστώσει πως η στέγαση

περιλαμβάνει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας που απορρέουν από το δικαίωμα στη στέγαση. 101

99 Η απόφαση αυτή, όπως και άλλες δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά το 2007 για το θέμα των τουρκο -

κυπριακών περιουσιών, φαίνεται να αποκλίνει από την αρχή που καθιερώθηκε με την απόφαση του ΕΔΑΔ στην

υπόθεση Ibrahim Aziz v. Κυπριακής Δημοκρατίας

http://www.echr.coe.int/Eng/Press/2004/June/ChamberJudgmentAzizvCyprus220604.htm, όπου το ΕΔΑΔ κατέδειξε

ότι το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να υπερισχύει των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

100 Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης

προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής, http://eurlex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:32000L0043:en:HTML

101 Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan v. Απόστολου Γεωργίου διαμέσου του δικηγόρου του Χαράλαμπου Ζόππου,

ημ. 17.12.2007, Ανώτατο Δικαστήριο αρ. 303/2006.


Το καθεστώς που διέπει τις περιουσίες των εκτοπισθέντων στην Κυπριακή Δημοκρατία

45

Στην υπόθεση Mehmet Ahmet v. Κυπριακής Δημοκρατίας 102 που αφορούσε τη διαχείριση

περιουσίας η οποία ανήκε σε Τουρκοκύπριο αποθανόντα, ο Κηδεμόνας 103 είχε απορρίψει

αίτημα των κληρονόμων να πουληθεί η περιουσία και να διαμοιραστούν τα έσοδα από την

πώληση στους κληρονόμους. 104 Στο δικαστήριο, ο δικηγόρος των κληρονόμων υποστήριξε

ότι ο Κηδεμόνας δεν είχε έννομο συμφέρον και ότι ο Νόμος 139/1991 που προβλέπει για τη

διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών από την Κηδεμόνα είναι ασυμβίβαστος με το

κοινοτικό δίκαιο. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και αποφάσισε ότι το άρθρο

33 του Νόμου 139/1991 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο διαχειριστής της

περιουσίας έχει την εξουσία να προχωρήσει με την κατανομή της περιουσίας, αλλά δεν είναι

σε θέση να το πράξει επειδή ο νόμος τού στερεί τη δυνατότητα. Το Ανώτατο Δικαστήριο

απέρριψε προσφυγή των κληρονόμων για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ

σχετικά με τη νομιμότητα του νόμου του Κηδεμόνα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης απέρριψε

το επιχείρημα των κληρονόμων ως προς το ότι ο Κηδεμόνας δεν έχει έννομο συμφέρον·

επιπλέον, υπέδειξε ότι ο εφεσείων δεν άσκησε έφεση κατά των πορισμάτων του πρωτόδικου

δικαστηρίου σχετικά με τις διατάξεις του άρθρου 33, συνεπώς η απόφαση του πρωτόδικου

δικαστηρίου θα ισχύει ανεξάρτητα από τη γνωμάτευση του ΔΕΚ.

Το 2010 η Αρχή κατά του Ρατσισμού (που λειτουργεί στο γραφείο της Επιτρόπου Διοίκησης)

ασχολήθηκε με τις διακρίσεις εις βάρος των Τουρκοκυπρίων στη διαδικασία απόκτησης περιουσίας.

Στις 25 Αυγούστου 2010 η Αρχή Ισότητας εξέδωσε απόφαση 105 μετά από καταγγελία

ότι οι διατάξεις του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου 106 εμπεριέχουν διακρίσεις εις βάρος

των Τουρκοκυπρίων. Το προοίμιο του νόμου διευκρινίζει ότι ο νόμος αυτός κατέστη αναγκαίος

λόγω των «από της 21 Δεκεμβρίου 1963 δημιουργηθήσων εν Κύπρω συνθηκών» – ημερομηνία

που σημάδεψε την έναρξη των δικοινοτικών συγκρούσεων. Ο νόμος ουσιαστικά δίνει ευχέρεια

στον Διευθυντή του Κτηματολογίου να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα άτομο να

αποκτήσει ή όχι περιουσία· ο Διευθυντής έχει και την εξουσία να «κρίνη, βάσει δεδομένων

παρασχεθέντων αυτώ υπό του Υπουργού ότι η σκοπούμενη κτήσις της τοιαύτης ακινήτου

ιδιοκτησίας υπό του προτιθέμενου δικαιοδόχου ενδέχεται να θέση εις κίνδυνον ή καθ’ οιονδήποτε

τρόπο να επηρεάσει τη δημόσια ασφάλεια». Εάν ο Δευθυντής κρίνει ότι ισχύουν αυτοί

οι κίνδυνοι, τότε μπορεί να αρνηθεί τη μεταβίβαση του ακινήτου, εκτός εάν δοθεί έγκριση

από τον Υπουργό Εσωτερικών. Στην πράξη, αυτή η διάταξη έχει ενεργοποιηθεί μόνο στις

102 Αρ. πολιτικής υπόθεσης 277/2006 (13.01.2009).

103 Στη βάση των άρθρων 33, 53, 55 και 58 του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου Κεφ. 189, των σχετικών κανονισμών

και των άρθρων 2, 3, 5, 6(α) και 6(γ) του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου (Διαχείριση και άλλα Θέματα)

(Μεταβατικές Διατάξεις) Ν. 139/1991.

104 Στη βάση των άρθρων 31, 32, 33, 51 και 53(1)(στ) του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου Κεφ. 189.

105 Αρ. ΑΚΡ 6/2009, ΑΚΡ 23/2010.

106 Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Μεταβατικές Διατάξεις) Νόμος N. 49/1970.


46 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

περιπτώσεις Τουρκοκυπρίων που προσπαθούν να αποκτήσουν ή να πουλήσουν ακίνητα. Η

διαδικασία ισχύει για τουρκοκυπριακές περιουσίες που δεν θεωρήθηκαν «εγκαταλειφθείσες»

από τους Τουρκοκυπρίους, αφού για τις τελευταίες ισχύει διαφορετικό καθεστώς το οποίο τις

θέτει υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών. 107 Η καταγγελία ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία

έγκρισης των πράξεων επί των ακινήτων από τον Υπουργό Εσωτερικών παρουσιάζει

ορισμένα προβλήματα που αποτελούν παραβιάσεις του εθνικού και του ευρωπαϊκού δικαίου,

και συγκεκριμένα: το Άρθρο 23 του Συντάγματος (δικαίωμα στην ιδιοκτησία), το άρθρο 1 του

Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το δικαίωμα

στην ιδιοκτησία όπως ορίζεται στο κοινοτικό κεκτημένο και στο δόγμα του διαχωρισμού των

εξουσιών, δεδομένου ότι εναπόκειται στην εκτελεστική εξουσία να αποφασίσει σχετικά με

ένα θεμελιώδες ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων το οποίο δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε

έννοια «ασφάλειας», «αναγκαιότητας» κ.λπ. Και οι δύο καταγγέλλοντες υποστήριξαν

ότι η διαδικασία έγκρισης από τον Υπουργό Εσωτερικών της πράξης έχει ως αποτέλεσμα την

άνιση μεταχείριση των Τουρκοκυπρίων λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής. Η Αρχή κατά

του Ρατσισμού διαπίστωσε ότι η διαδικασία έγκρισης από τον Υπουργό Εσωτερικών των

μεταβιβάσεων ακινήτων από ή προς Τουρκοκυπρίους περιορίζει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία,

επειδή η ολοκλήρωση της συναλλαγής εξαρτάται από την έγκριση ενός τρίτου (του Υπουργού

Εσωτερικών) και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών.

Η έκθεση σημειώνει ότι η διαδικασία εφαρμόζεται μόνο όταν πρόκειται για τους Τουρκοκυπρίους,

γεγονός που αποτελεί εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση, δεδομένου ότι οι ατομικές

υποθέσεις τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από το νόμο, ανάλογα με την εθνοτική

καταγωγή των εμπλεκόμενων προσώπων. Η έκθεση αναφέρει ότι ο περιορισμός θα μπορούσε

να ήταν νόμιμος εάν δικαιολογείτο αντικειμενικά και εύλογα και εξυπηρετούσε έναν θεμιτό

στόχο, πράγμα που δεν ίσχυε στην περίπτωση αυτή: κανείς δεν μπορεί εύλογα να ισχυριστεί

ότι τίθενται ζητήματα ασφάλειας και δημόσιας τάξης σε κάθε ατομική περιουσιακή συναλλαγή

με Τουρκοκυπρίους. Η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή του νόμου

49/1970 στην πράξη οδήγησε σε δυσμενή διάκριση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, και ως

εκ τούτου κάλεσε τις αρχές να επανεξετάσουν το ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων του

Ν. 49/1970 για όλες τις μεταβιβάσεις από και προς Τουρκοκυπρίους. 108

107 Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμος N. 139/1991.

108 Η έκθεση βρίσκεται αναρτημένη στον εξής σύνδεσμο:

http://www.ombudsman.gov.cy/Ombudsman/Ombudsman.nsf/All/C84A0549BFBC0CBCC22577A6002678EE/$file/Α

ΚΡ6.2010-23.2010-25082010.doc?OpenElement.


47

4. ΣΥμΠεραΣμαΤα

Ηνομική πτυχή του εκτοπισμού είναι από τις πλέον περίπλοκες από όλες τις πτυχές του

Κυπριακού. Περιπλέκεται ακόμα περισσότερο και επειδή ο εκτοπισμός είναι από τη

φύση του λεπτό ζήτημα που συνδέεται με δικαιώματα και περιουσιακές σχέσεις∙ ταυτόχρονα,

είναι ζήτημα ιδιαίτερα φορτισμένο συναισθηματικά. Οι έννοιες του «εκτοπισμού»

και της «ιδιοκτησίας» δεν περιορίζονται στις σχέσεις ιδιοκτησίας ή στο λεγόμενο «περιουσιακό»,

έννοιες που απλώς στοχεύουν στο να ξεκαθαρίσουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αντιμετωπίζοντάς

το μέσω υποθέσεων που αφορούν ζητήματα της ιδιοκτησίας και των δικαιωμάτων

στην περιουσία. Για την επίλυση του Κυπριακού επιβάλλεται η ορθή και πλήρης εξέταση του

δικαιώματος στην περιουσία. Ωστόσο, πέρα από αυτό που ορίζεται συχνά ως «επίσημες

θέσεις» υπάρχουν υποθέσεις που γίνονται αξιωματικά αποδεκτές σχετικά με τις συμψησμενες

και ουσιοποιημένες θέσεις των δύο μεγάλων εθνοτικών κοινοτήτων, ως εάν αυτές να ήταν

ομοιογενείς, ενιαίες και σε πλήρη συμφωνία, που πρέπει να διευκρινιστούν. Συχνά πέφτουμε

στην παγίδα να υποθέτουμε ότι υπάρχει ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος μεταξύ της

ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής θέσης. Ωστόσο, υφίσταται μια πολύ πιο περίπλοκη

και ρευστή πολιτική, νομική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική πραγματικότητα.

Για να μελετήσουμε τις νομικές πτυχές του καθεστώτος που εδράζεται στα δικαιώματα,

είναι απαραίτητο να αποδομήσουμε αυτό που θεωρούμε ως τις «εθνοποιημένες» θέσεις της

κάθε πλευράς. Με άλλα λόγια, πρέπει να πάψουμε να υποθέτουμε ότι υπάρχει ένας αυτόματος

εθνοτικός κοινός παρονομαστής. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε την

πολυπλοκότητα των θεμάτων που διακυβεύονται και στη συνέχεια να είμαστε σε θέση να

προτείνουμε φόρμουλες για την επίλυσή τους. Αυτή είναι μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα, αποτελεσματική

και εποικοδομητική προσέγγιση, η οποία θα αποκαταστήσει τις έννοιες των

ουσιαστικών περιουσιακών σχέσεων και των κοινωνικών σχέσεων στη βάση των οικουμενικών,

κοινοτικών, ομαδικών/συλλογικών και ατομικών δικαιωμάτων. Τούτο είναι το γενικό πλαίσιο

εντός του οποίου μπορούμε να διαβάσουμε και να κατανοήσουμε τη διευθέτηση του περιουσιακού

στην Κύπρο. Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να τοποθετηθούν κατάλληλα εντός

του πλαισίου των κοινωνικών σχέσεων και, ως τέτοια, θα πρέπει να αποσυνδεθούν ριζικά από

οποιαδήποτε εθνοτική ή εθνική ιδεολογία.

Οι πολιτικές προσωρινής φύσης και τα μακροπρόθεσμα μέτρα που λαμβάνονται για την

ανακούφιση των εκτοπισθέντων, προκειμένου να κάνουν τη ζωή τους πιο ανεκτή, για τη

μετεγκατάστασή τους εν αναμονή της λύσης ή της μη λύσης, είναι συχνά αντιφατικά. Οι προσεγγίσεις

πολιτικής που υιοθετούνται από την κάθε πλευρά διαφέρουν κατά πολύ ανάλογα

με τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή στην οποία αναφερόμαστε. Η πραγματικότητα του εκτο-


48 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

πισμού χρειάζεται μια πιο μακροπρόθεσμη και πολυδιάστατη προσέγγιση που να ανατρέχει

στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και να εκτείνεται στο παρόν. Ο εκτοπισμός στα τέλη της

δεκαετίας του 1950 ήταν αποτέλεσμα μακράς σύγκρουσης. Ο εκτοπισμός και η αναγκαστική

μετανάστευση στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 είναι αλληλένδετες ιστορίες. Μια σημαντική

καινοτομία του συγκεκριμένου ερευνητικού προγράμματος, του οποίου η παρούσα

έκδοση αποτελεί μέρος, είναι η διαπίστωση ότι για να έχουμε την πλήρη εικόνα του εκτοπισμού,

είναι απαραίτητο να υιοθετούμε μια πολύπλευρη και μακροπρόθεσμη προσέγγιση των

ζητημάτων. Κατά τις διάφορες περιόδους του εκτοπισμού, οι αρχές που ήταν επιφορτισμένες

με τη χάραξη πολιτικής για την αντιμετώπιση του εκτοπισμού εξέλαβαν τη χάραξη πολιτικής

στον τομέα ουσιαστικά ως διαχείριση κρίσεων: επιδίωξαν γρήγορες, αποτελεσματικές και

επείγουσες λύσεις για την αντιμετώπιση των προσωρινών αναγκών, μέχρι την εξεύρεση μιας

πιο μακροπρόθεσμης λύσης. Βεβαίως οι πολιτικές που υιοθετήθηκαν από την κάθε πλευρά

ήταν σε μεγάλο βαθμό βασισμένες στη δική τους προοπτική, τις δικές τους πολιτικές προτεραιότητες,

ιδεολογίες και κοινωνικο-οικονομικές δυνατότητες. Μια έγκυρη ανάλυση των

προσεγγίσεων των δύο πλευρών καταδεικνύει ποιο ήταν το πρόβλημα, πώς αντιλαμβάνονταν

την επίλυσή του σε σχέση με το τι ήθελαν να επιτύχουν και τι ανέμεναν ότι θα ήταν το αποτέλεσμα

της οποιασδήποτε επίλυσης. Όπως είναι γνωστό σήμερα, το πρόβλημα έχει διαρκέσει πολύ

περισσότερο από ό,τι αναμενόταν αρχικά, και η συνέχιση του status quo αποδεικνύεται πολύ

πιο ανθεκτική και ταυτόχρονα γεμάτη με νέα προβλήματα, ζητήματα και αλυσιδωτές επιπτώσεις.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η νομική, η πολιτική και η κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορούν

να θεωρηθούν παγιωμένες στο χρόνο: βρίσκονται σε συνεχή εξέλιξη και είναι συχνά

αντιφατικές. Η ρύθμιση του ζητήματος του εκτοπισμού περιλαμβάνει τη διαχείριση ενός

τεράστιου όγκου διαφορετικών πολιτικών, νομοθεσιών και κανονισμών. Αυτές διασυνδέονται

με όλες τις κοινωνικές και οικονομικές πτυχές της ένταξης πολυάριθμων εκτοπισθέντων στην

κοινωνία, με την ανοικοδόμηση ή την εκ νέου δημιουργία κοινοτήτων και την ανάπτυξη

δικτύων, συστημάτων και θεσμών κοινωνικής αρωγής. Πρόκειται για πολύ δύσκολη και αντιφατική

διαδικασία που συχνά δημιουργεί απρόβλεπτες και ακούσιες συνέπειες.

Η μελέτη αυτή εξέτασε τις νομικές πτυχές του εκτοπισμού στην Κυπριακή Δημοκρατία οι

οποίες αφορούν δύο ευρείς τομείς πολιτικής: (α) το νομικό και πολιτικό καθεστώς αναφορικά

με τις περιουσίες των Ελληνοκύπριων εκτοπισθέντων μετά τον πόλεμο του 1974 και (β) τα

νομικά ζητήματα που εγείρονται σε σχέση με τις περιουσίες των εκτοπισθέντων, Ελληνοκυπρίων

και Τουρκοκυπρίων, όσον αφορά τα ζητήματα της ιδιοκτησίας και των δικαιωμάτων

στην περιουσία, όπως προβλέπονται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προφανώς,

οι πολιτικές αυτές εμπλέκονται στο Κυπριακό πρόβλημα και το γεγονός ότι από το 1964 την

Κυπριακή Δημοκρατία διαχειρίζονται οι Ελληνοκύπριοι. Αυτό ακριβώς το ζήτημα εξετάζεται

στη μελέτη μας, η οποία πραγματεύεται τα προβλήματα που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη

πραγματικότητα. Η μελέτη έχει εξετάσει, επίσης, την ένταξη της κυπριακής έννομης

τάξης στην έννομη τάξη της Ε.Ε. και της ΕΣΔΑ, με την εξαίρεση του βόρειου τμήματος της

Κύπρου, όπου η ισχύς του κοινοτικού κεκτημένου έχει ανασταλεί.


Συμπεράσματα

49

Η μελέτη απεικονίζει την πολυπλοκότητα της προσπάθειας για την αντιμετώπιση του

εκτοπισμού ενόσω δεν επιτυγχάνεται συνολική διευθέτηση, και πώς οι προσωρινές λύσεις

που επιδιώχθηκαν είναι στιγματισμένες από το Κυπριακό πρόβλημα και από τις πολιτικές που

εφαρμόστηκαν στις προκλήσεις τις οποίες είχαν να αντιμετωπιστούν.

Η εξέταση του ευρύτερου πολιτικού πλαισίου όσον αφορά τον εκτοπισμό και το κεφάλαιο

που αφορά το περιουσιακό, όπως αυτό αναπτύχθηκε στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις, είναι

πέραν της παρούσας μελέτης. Ωστόσο, μπορούμε να να παρουσιάσουμε σχηματικά κάποιες

γενικές γραμμές όσον αφορά την επίλυση του προβλήματος του εκτοπισμού και των περιουσιακών

ζητημάτων στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διευθέτησης του Κυπριακού. Αν υπάρχει

πολιτική βούληση, λύσεις για τα ζητήματα του εκτοπισμού και των περιουσίων μπορεί να

εξευρεθούν με βάση τα ακόλουθα:

Πρώτον, πρέπει να μάθουμε από το παρελθόν και να διδαχθούμε από άλλες εμπειρίες. Η

μάθηση αποτελεί ένα πολύ σημαντικό μέρος της διαδικασίας. Αυτό απαιτεί να διαχωριστούν

τα εθνοτικά συλλογικά χαρακτηριστικά και οι σχετικές υποθέσεις, για να εξεταστεί πιο προσεκτικά

η πραγματική κατάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Δεύτερον, υπάρχουν οι διασυνδέσεις μεταξύ των διαφόρων κεφαλαίων του Κυπριακού, οι

οποίες μπορούν να βοηθήσουν στη διαδικασία επίτευξης συμφωνίας. Για παράδειγμα, το

περιουσιακό προφανώς συνδέεται με το εδαφικό, και ως εκ τούτου τα δύο ζητήματα πρέπει

να συζητηθούν μαζί.

Τρίτον, οι θεμελιώδεις ανάγκες των ανθρώπων πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω νομικών

και πολιτικών εργαλείων. Το γενικό εξωτερικό περίγραμμα των συμφωνιών ήδη υφίσταται

στην πραγματικότητα. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων

του ιδιοκτήτη και του χρήστη της περιουσίας.

Και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η πρακτική επίλυση του περιουσιακού ζητήματος

και οι λύσεις που είναι αμοιβαία αποδεκτές πρέπει να αποτελούν μέρος του ευρύτερου

οράματος για μια ομοσπονδιακή επανένωση της χώρας, που θα είναι βιώσιμη και διαρκής.


51

5. ΒιΒΛιΟΓραΦIα

Agamben, G. (2005), State of Exception, University of Chicago Press, London.

Allen, T. (2007), «Restitution and Transitional Justice in the European Court of Human Rights»,

Columbia Journal of European Law 13(1): 1-46.

Balibar, E. (2004), We, the People of Europe? Reflections on transnational citizenship, Princeton

University Press, Princeton και Oxford.

Barnard, C. (2004), The Substantive Law of the EU, The Four Freedoms, Oxford University Press,

Oxford.

Benvenisti, E. (1993), The International Law of Occupation, Princeton University Press, Princeton.

Bojkov, V. (2010), The EU Charter of Fundamental Rights, The thorny road from Cologne to Lisbon,

Lambert, Berlin.

Constantinou C. M. (2008), «On the Cypriot States of Exception», International Political Sociology

(2008) 2, σελ. 145–164.

De Baere, G. (2010), «Case C-420/07, Meletis Apostolides v. David Charles Orams, Linda

Elizabeth Orams, judgment of the Grand Chamber of 28 April 2009», Common Market Law

Review, (2010) 47.

Groussot, X. (2006), General Principles of Community Law, The Hodgendorp Papers 6, Europa

Law Publishing, Groningen, σελ. 61-65, 421-433.

Harris, D. J., O’Boyle, M., Bates, E. P., Buckley, C. M. (2009), Harris, O’Boyle and Warbrick, Law of the

European Convention on Human Rights, Oxford University Press.

Laulhé Shaelou, S. (2011), «Market Freedoms, Fundamental Rights, and the European Public

Order: Views from Cyprus», 2011 Yearbook of European Law , σελ. 1–60.

Lenaerts, K. and Van Nuffel, P. (2005), Constitutional Law of the European Union, Sweet &

Maxwell, London.

Λοίζου, A. N. (2001), Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Λευκωσία, Κύπρος.

Loucaides, G. L. (2011), «Is the European Court of Human Rights Still a Principled Court of Human

Rights After the Demopoulos Case?», Leiden Journal of International Law 24: 435–465.


52 Το Νομικό Πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία

Loucaides, G. L. (2007), The European Convention on Human Rights, Collected Essays, Martinus

Nijhoff Publishers.

Koutrakos, P. (2010), «Property in Cyprus: What is a judge to do?», European Law Review 35: 305.

Koutrakos, P. (2009), «Who wants Pandora? The Court of Justice and the Cyprus problem»,

European Law Review 35.

Meidanis, H. (2009), «The Brussels I Regulation and the Cyprus problem before the Court of

Justice: Comment on Apostolides v Orams»,, European Law Review 34.

Μίχα, E. (2010), «Η προστασία της ιδιοκτησίας, η προσβολή του δικαιώματος και ο επανορθω -

τικός ρόλος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα δικαιώματα του Ανθρώπου: περίπτωση

της Κύπρου», στο Α. Σαμαρά-Κρίσπη και Α. Κωνσταντίδης (επιμ.), Το Κυπριακό Πρόβλημα σε

Εξέλιξη, Διεθνής Διάσταση, Ζητήματα Διακυβέρνησης, Ανθρώπινα Δικαιώματα, εκδ. Σάκκουλα,

Αθήνα, σελ. 225-237.

Nedjati, Z. M. (1970), Cyprus Administrative Law, Λευκωσία, Κύπρος.

Olsen, Tricia, Payne, Leigh and Reiter, Andrew (2010), Transitional Justice in Balance. Comparing

Processes, Weighing Efficacy, USIP Press, Washington DC.

Παρασκευά, Κ. (2010), «Η εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΑΔ για τις κυπριακές περιουσίες»,

στο Α. Σαμαρά-Κρίσπη και Α. Κωνσταντίδης (επιμ.) Το Κυπριακό Πρόβλημα σε Εξέλιξη,

Διεθνής Διάσταση, Ζητήματα Διακυβέρνησης, Ανθρώπινα Δικαιώματα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα,

σελ. 225-237.

Pernice, I. (2009), «The Treaty of Lisbon: multilevel Constitutionalism in Action», δημόσια

διάλεξη, http://www.judicialstudies.unr.edu/JS_Summer09/JSP_Week_1/Pernicelecture%20Lisbon.pdf

Pikis, G. M. (2006), Constitutionalism – Human Rights – Separation of Powers, the Cyprus Precedent,

Martinus Nijhoff Publishers, Leiden/Boston.

Skoutaris, N. (2010), «Building Transitional Justice Mechanisms Without A Peace Settlement: A

Critical Appraisal of Recent Case Law of the Strasbourg Court on the Cyprus Issue», European

Law Review,35(5): 720-733.

Schmitt, C. (2005), Political Theology, Four Concepts on the Sovereignty, University of Chicago

Press, Chicago and London.

Solomou, A. (2010), «Case Report on Demopoulos & Others v. Turkey», American Journal of

International Law 104 (4): 628-636.

Starmer, K. (1999), European Human Rights Law, LAG, London.

Tornaritis, K. (1983), The Operation of the European Convention for the Protection of Human Rights

in the Republic of Cyprus, Λευκωσία.


Βιβλιογραφία

53

Tsikinis, L. (2000), «Land Law» στο D. Cambell (επιμ.), Introduction to Cyprus Law, Andreas

Neocleous & Co and the Center for International Legal Studies, Yorkhill Law Publishing.

Τριμικλινιώτης, N. (2010), Η διαλεκτική του έθνους-κράτους και το καθεστώς εξαίρεσης: Κοινω -

νιολογικές και συνταγματικές μελέτες για την ευρω-κυπριακή συγκυρία και το Εθνικό Ζήτημα,

εκδ. Σαββάλα, Αθήνα.

Trimikliniotis, N. και Demetriou, C. (2008), «Evaluating the Anti-discrimination Law in the

Republic of Cyprus: A Critical Reflection», The Cyprus Review 20(2): 79-116.

Minderhoud, P. και Trimikliniotis, N. (επιμ.) (2009), Rethinking the Free Movement of Workers:

The European Challenges Ahead, Wolf Legal Publishers, Nijmegen, σελ. 135-154.

Trimikliniotis, N. και Sojka-Koirala B. (2011), Envisioning A Future: Towards A Property Settlement

In Cyprus, Conference Report, συνέδριο που διοργανώθηκε από το PRIO Cyprus Centre,

Home for Cooperation, Λευκωσία, 30 Σεπτεμβρίου 2011, PRIO Cyprus Centre.

Williams, R. (2011), «When do home and property part ways? New paper on the ECHR and

the Cyprus property question», blog note posted on 19.10.2011,

http://terra0nullius.wordpress.com/2011/10/19/when-do-home-and-property-partways-new-report-on-the-echr-and-the-cyprus-property-question/#comments

(πρόσβαση στις 20.11.2011).

Williams, R. και Gürel, A. (2011), The European Court of Justice and the Cyprus Issues, Charting the

Way Forward, PCC 1/2011, PRIO Cyprus Centre, Λευκωσία.

Zetterquist, O. (2011), «The Charter of Fundamental Rights and the European Res Publica», στο

G. Di Federico (επιμ.) The EU Charter of Fundamental Rights, From Declaration to Binding

Instrument, Springer, σελ. 3-14.


Για παραγγελία αυτής της έκθεσης απευθυνθείτε:

PRIO Cyprus Centre

T.Θ. 25157, 1307 Λευκωσία, Κύπρος

Tηλ: +357 22 456555/4

priocypruscentre@cytanet.com.cy


Η εργασία αυτή αναλύει τις νομικές πτυχές του εκτοπισμού και του περιουσιακού

ζητήματος, όπως αυτές επηρεάζουν την Κυπριακή Δημοκρατία και τους πολίτες της,

Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, εστιάζοντας σε δύο διαφορετικούς τομείς του

δικαίου και της πολιτικής: Πρώτον, στο πλαίσιο παροχών και σχεδίων για τους

Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες όσον αφορά τη στέγαση και άλλες ανάγκες, και δεύτερον,

στο νομικό καθεστώς που διέπει τις τουρκοκυπριακές περιουσίες οι οποίες βρίσκονται

στην περιοχή που ελέγχεται από τη Δημοκρατία (νότος) και τις ελληνοκυπριακές

περιουσίες που βρίσκονται στον βορρά, υπό το φως των διαδοχικών αποφάσεων του

ΕΔΑΔ επί του θέματος. Εξετάζει συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις που αφορούν την

ιδιοκτησία, αποφάσεις του ΕΔΑΔ, των εθνικών δικαστηρίων και της Επιτρόπου Διοικήσεως

της Κύπρου όσον αφορά το δικαίωμα ιδιοκτησίας των Ελληνοκυπρίων και των

Τουρκοκυπρίων, και μελετά τα ζητήματα που προκύπτουν από το δίκαιο της ανάγκης, το

θεσμό του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, τη σύγκρουση των νόμων και το

ευρωπαϊκό κεκτημένο όσον αφορά τη μη διάκριση.

Για παραγγελία αυτής της έκθεσης απευθυνθείτε:

PRIO Cyprus Centre

T.Θ. 25157, 1307 Λευκωσία, Κύπρος

Tηλ: +357 22 456555/4

priocypruscentre@cytanet.com.cy

Η έκθεση βρίσκεται διαθέσιμη σε ηλεκτρονική μορφή στην τοποθεσία:

www.prio-cyprus-displacement.net

ISBN: 978-82-7288-421-4

Η έκθεση χρηματοδοτήθηκε από

την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μέρος του

προγράμματος που υλοποίησε το

PRIO, "Διάλογος για την Οικοδόμηση

Εμπιστοσύνης και τη Συμφιλίωση".

More magazines by this user
Similar magazines