η μη∆εια του ευριπι∆η και η φονισσα του παπα∆ιαμαντη μια ...

ebooks4greeks.gr
  • No tags were found...

η μη∆εια του ευριπι∆η και η φονισσα του παπα∆ιαμαντη μια ...

132Ελένη Χ. ΧατζημαυρουδήΣύμφωνα με τον Άγρα 3 «ο Παπαδιαμάντης, όπως παντού αλλού,έτσι και στη «Φόνισσα», δεν είναι, δεν γίνεται δραματικός. ΜήτεΜήδεια ειν’ η Φραγκογιαννού, μήτε η συνείδησή της γίνεται το πεδίονόπου να συγκρουσθούν σφοδρά μεταξύ τους η κληρονομική ευλάβειαμε την προσωπική πείρα, η θρησκευτική αγωγή με την ενδόμυχηβούληση» 4 . Ο Ξενόπουλος 5 από την άλλη υποστηρίζει ότι «ηγριά Φραγκογιαννού (…) είναι καθαυτό τραγική ηρωίς. Το μυθιστόρηματου Παπαδιαμάντη είναι τραγωδία μεγαλοπρεπεστάτη». Ηπαιδοκτονία αποτελεί τον ελάχιστο συνδετικό κρίκο Μήδειας-Φραγκογιαννούς και δημιουργεί προβληματισμό ως προς τα κοινάστοιχεία που μπορεί να οδήγησαν τις δύο ηρωίδες σε ανάλογη δράσηστην αρχαία και στη νεότερη εποχή. Επιπλέον, στη Φόνισσα ανιχνεύονταιμοτίβα οικεία από το αρχαίο δράμα 6 , που μεταβολίζονταιόμως σε άλλους ήρωες ή σε διαφοροποιημένες καταστάσεις. Στόχοςτης παρούσας εργασίας είναι ο εντοπισμός των σημείων στα οποία οιδύο μορφές, Μήδεια και Φραγκογιαννού, συναντιούνται καθώς καιη κατάδειξη των διαφορών τους, προκειμένου να διαφανεί πώς τοοικογενειακό δράμα μετατρέπεται σε ψυχογραφικό αφήγημα πουταυτόχρονα προβάλλει ευρύτερα κοινωνικά φαινόμενα.Ποια είναι όμως η μυθολογική εκδοχή που πραγματεύεται ο Ευριπίδηςστη Μήδεια κατά την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου;Η πρωταγωνίστρια, οργισμένη με τον σύζυγό της Ιάσονα, πουεγκατέλειψε την οικογένειά του, προκειμένου να παντρευτεί την κόρητου βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα, και με τον τελευταίο, επειδήτην εξόρισε μαζί με τα παιδιά της, αποφασίζει να εκδικηθεί. Το σχέδιότης καταλήγει σε ολοσχερή και ανελέητη καταστροφή των αντιπάλωντης, που δεν περιορίζεται στη θανάτωσή τους. Η ηρωίδα α-φαιρεί από τους εχθρούς της ό,τι είναι γι’ αυτούς πιο σημαντικό. Ο3. Βλ. Τ. Άγρα, «Πώς βλέπομε σήμερα τον Παπαδιαμάντη» (αποσπ.), στο: Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη(επιμ.), Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη, Πανεπιστημιακέςεκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005 [1936], σ. 132.4. Βλ. επίσης Κ. Χατζόπουλου, «Παπαδιαμάντης», στο: Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη(επιμ.), Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη, Πανεπιστημιακές εκδόσειςΚρήτης, Ηράκλειο 2005 [1912-1913], σ. 97.5. Γ. Ξενόπουλου, ό.π., σ. 89.6. Βλ. την παρατήρηση του Π. Νιρβάνα, «Το έργον του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη»(αποσπ.), στο: Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην πεζογραφία τουΠαπαδιαμάντη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005 [1908], σ. 74: «∆ύοθεότητες θα του απλώσουν τα χέρια στο αντικρινό ακρογιάλι της ζωής: Η Παναγία καιη Περσεφόνη».


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 133Κρέων παρακολουθεί τον μαρτυρικό θάνατο της κόρης του, ανακαλώνταςτη χαρακτηριστική για τον πόλεμο ηροδότεια ρήση 7 . Η έμμεσηταύτιση από την πλευρά του της διακυβέρνησης με την εξυπηρέτησηόχι του κοινού καλού, αλλά ίδιων σκοπών (στ. 329) οδηγείστον εναγκαλισμό της φλεγόμενης θυγατέρας του και τη συνακόλουθηαυτοκτονία του, γεγονός που σημαίνει και το τέλος της εξουσίαςτου (στ. 1204 κ.ε.). Στερείται συνεπώς ό,τι συνιστά γι’ αυτόν τονπροσωπικό του κόσμο σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Και ο Ιάσοναςδεν έχει πλέον οικογένεια, αφού χάνει συζύγους –παλαιά καινέα– καθώς και τους απογόνους του 8˙ δεν μπορεί να έχει καμιά πρόσβασηστην εξουσία και του αναλογεί τέλος ένας άδοξος θάνατος:κατά την Έξοδο του δράματος επιβεβαιώνεται πλέον η απώλεια τηςηρωικής του ταυτότητας (στ. 1386-1388). Η επιβίωση, με τίμημα τηναφαίρεση των ευσήμων και την κατάβασή του από το βάθρο τωνηρώων, αποτελεί προφανώς πιο σκληρή τιμωρία από έναν ηρωικόθάνατο 9 . Είναι προφανές ότι η εκδίκηση της Μήδειας ενσκήπτει δριμύτατηστους εχθρούς της.Θεωρώντας ότι η αδικία που υφίσταται αντικατοπτρίζει σε μείζοναβαθμό τη δύσκολη θέση της γυναίκας, σε μία από τις συναντήσειςμε τον Χορό των γυναικών της Κορίνθου, η πρωταγωνίστριακάνει λόγο γενικά για τη μοίρα του γυναικείου φύλου και επιμένειιδιαίτερα στην εξάρτηση από τους άντρες:πάντων δ᾽ ὅσ᾽ ἔστ᾽ ἔμψυχα καὶ γνώμην ἔχειγυναῖκές ἐσμεν ἀθλιώτατον φυτόν·ἃς πρῶτα μὲν δεῖ χρημάτων ὑπερβολῆιπόσιν πρίασθαι δεσπότην τε σώματοςλαβεῖν· κακοῦ γὰρ τοῦτ᾽ ἔτ᾽ ἄλγιον κακόν.κἀν τῶιδ᾽ ἀγὼν μέγιστος, ἢ κακὸν λαβεῖνἢ χρηστόν· οὐ γὰρ εὐκλεεῖς ἀπαλλαγαὶγυναιξὶν οὐδ᾽ οἷόν τ᾽ ἀνήνασθαι πόσιν.ἐς καινὰ δ᾽ ἤθη καὶ νόμους ἀφιγμένηνδεῖ μάντιν εἶναι, μὴ μαθοῦσαν οἴκοθεν,οἵωι μάλιστα χρήσεται ξυνευνέτηι.7. Βλ. Ιστορ. 1. 87. 17-19 (οὐδεὶς γὰρ οὕτω ἀνόητός ἐστι ὅστις πόλεμον πρὸεἰρήνης αἱρέεται· ἐν μὲν γὰρ τῇ οἱ παῖδες τοὺς πατέρας θάπτουσι, ἐν δὲ τῷ οἱ πατέρεςτοὺς παῖδας).8. Βλ. στ. 783 κ.ε., 792 κ.ε.,991 κ.ε., 1347 κ.ε.9. Βλ. P. E. Easterling, «The Infanticide in Euripides’ Medea», στo: J. Mossmann (επιμ.),Euripides, Oxford Univ. Press, Easterling 2003 [1977], σ. 194.


134Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήκἂν μὲν τάδ᾽ ἡμῖν ἐκπονουμέναισιν εὖπόσις ξυνοικῆι μὴ βίαι φέρων ζυγόν,ζηλωτὸς αἰών· εἰ δὲ μή, θανεῖν χρεών.ἀνὴρ δ᾽, ὅταν τοῖς ἔνδον ἄχθηται ξυνών,ἔξω μολὼν ἔπαυσε καρδίαν ἄσης[ἢ πρὸς φίλον τιν᾽ ἢ πρὸς ἥλικα τραπείς]·ἡμῖν δ᾽ ἀνάγκη πρὸς μίαν ψυχὴν βλέπειν.λέγουσι δ᾽ ἡμᾶς ὡς ἀκίνδυνον βίονζῶμεν κατ᾽ οἴκους, οἱ δὲ μάρνανται δορί,κακῶς φρονοῦντες· ὡς τρὶς ἂν παρ᾽ ἀσπίδαστῆναι θέλοιμ᾽ ἂν μᾶλλον ἢ τεκεῖν ἅπαξ.(στ. 230-251)Αν η μοίρα της γυναίκας είναι το μέσο με το οποίο μπορεί ναπροσεγγίσει η Μήδεια τον Χορό και να εξασφαλίσει τη συμπαράστασήτου, για τη Φραγκογιαννού αποτελεί κυρίαρχη έγνοια˙ η τελευταίαμοιάζει να ξεχωρίζει από τις γυναίκες του αρχαίου Χορού 10αποτελώντας την πρωταγωνίστρια στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη11 :10. Βλ. ιδιαίτερα στη Μήδεια στ. 414 κ.ε. στους οποίους φαίνεται να «στρατεύεται»η Χαδούλα.11. Για μια συνοπτική ανασκόπηση των ερμηνειών που έχουν δοθεί, βλ. Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη,«Μικρή εισαγωγή στην πρόσληψη του Παπαδιαμάντη», στο: Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη(επιμ.), Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη, Πανεπιστημιακέςεκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005, σσ. 47-48, 50: «Περί τίνος πρόκειται; Ιδούμερικές από τις απαντήσεις: Πρόκειται για το άχθος της προικοδότησης των νεαρώνκοριτσιών, ή ευρύτερα για την προβληματική θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνίατου 19 ου αιώνα, για τη φθίνουσα κατάσταση της αγροτικής Ελλάδας πριν από τηναστικοποίηση (Layoun), για την προβληματική συνείδηση της κόρης απέναντι στη μάναπου φοβάται και μισεί (Ασλανίδης), για την αυτο-αποθέωση του ανθρώπου και εν τέλειτην καταστροφή του, όταν βασίζεται στον ορθολογισμό (Ν. ∆. Τριανταφυλλόπουλος[…]), για την πεμπτουσία του παπαδιαμαντικού μύθου (της αβύσσου και του θανάτου:Σωνιέ), για τον πειρασμό της ηθογραφίας που πασχίζει, αυτοβασανιζόμενη, να υπερβείτον εαυτό της (Παπαγιώργης), για τη σύγκρουση μιας γυναίκας, που υπερβαίνει τα φυλετικάόρια της κοινωνίας της, με το κοινωνικό της περιβάλλον (Γκασούκα), για το μυθιστόρημαενός προσώπου «που δεν είναι το σύμβολο της εξεγερμένης γυναίκας (μιανεότερη Μήδεια), είναι το σύμβολο του καταπιεσμένου άντρα, που είναι υποχρεωμένοςαπό ένα δυναστευτικό οικογενειακό-κοινωνικό καθεστώς να σηκώσει το βάρος τωνθηλυκών» (Καργάκος), για ένα «δικαστικό» μυθιστόρημα με θέμα το έγκλημα, στο ο-ποίο όμως η ιδιάζουσα χρήση της ρητορικής μετατρέπει την ηθογραφία σε εξερεύνησητης ψυχής, της ιδεολογίας και της κοινωνίας (M. Peri), για τη διαφοροποίηση του απόλυτουκακού που είναι ακατανόητο και άφατο απέναντι στο αναγνωρίσιμο καθημερινόκακό (Ζουμπουλάκης), για την κατασκευή ενός δαρβινικού κοσμοειδώλου τόσο στοεπίπεδο της φύσης, όσο και του κοινωνικού συστήματος καθώς και για την προβολή της


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 135«Ἐνθυμεῖτο (ενν. ἡ ∆ελχαρὼ) ὅτι καὶ ἄλλοτε συνέβη, ἡ γραῖα,μεταξὺ γυναικῶν καὶ γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς, νὰ ἐκφράσῃ, μετὰ σείσματοςἐκφραστικοῦ τῆς κεφαλῆς, εἰς ὥρας καθ’ ἃς ἐγίνετο λόγοςπερὶ τῆς μεγάλης πληθώρας τῶν νεαρῶν κορασίων, περὶ τῆς σπάνεως,περὶ τοῦ ξενιτευμοῦ καὶ τῶν ὑπερμέτρων ἀπαιτήσεων τῶνγαμβρῶν, περὶ τῶν βασάνων ὅσα ὑπέφερε μία χριστιανὴ διὰ νὰἀποκαταστήσῃ «τ’ ἀδύνατα μέρη», τουτέστι τὰ θήλεα, νὰ ἐκφράσῃ,λέγω, παραπλήσια αίσθήματα» (σ. 23).«Λοιπὸν ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος τί σημαίνει μία μήτηρ νὰ εἶναισυγχρόνως καὶ πατὴρ διὰ τὰς κόρας της, καὶ νὰ μὴν εἶναι συγχρόνωςκαὶ πατὴρ διὰ τὰς κόρας της, καὶ νὰ μὴν εἶναι τοὐλάχιστον μήτε χήρα.Ὀφείλει ἡ ἰδία καὶ νὰ ὑπανδρεύσῃ καὶ νὰ προικίσῃ καὶ προξενήτριακαὶ πανδρολόγισσα νὰ γίνῃ. Ὡς ἀνὴρ ὀφείλει νὰ δώσῃ οἰκίαν,ἄμπελον, ἀγρὸν, ἐλαιῶνα, νὰ δανεισθῇ μετρητά, νὰ τρέξῃ εἰς τοῦσυμβολαιογράφου, νὰ ὑποθηκεύσῃ. Ὡς γυνή, πρέπει να κατασκευάσῃἣ νὰ προμηθευθῇ «προῖκα», τουτέστι παράφερνα, ἤτοι σινδόνας,χιτώνια κεντητά, μεταξωτὰς ἐσθῆτας μὲ χρυσοΰφαντα ποδογύρια.Ὡς προξενήτρια πρέπει ν’ ἀνιχνεύσῃ γαμβρόν, νὰ τὸν κυνηγήσῃ, νὰτὸν ἁλιεύσῃ, νὰ τὸν ζωγρήσῃ. Καὶ ὁποῖον γαμβρόν!» (σ. 47 12 ).Πεπεισμένη για την τραγική μοίρα της γυναίκας, η οποία επιβαρύνειτους γονείς της μέχρι να παντρευτεί και στη συνέχεια περνάμια δύσκολη ζωή πλάι στον σύζυγό της, η Χαδούλα δεν περιορίζεταιστην ευχή να μη γεννιούνται πλέον κορίτσια και στην ικανοποίησήτης, όταν κάποια από αυτά πεθαίνουν σε μικρή ηλικία (σ. 49). Η εμμονήτης την οδηγεί στην ανάληψη δράσης˙ αποφασίζει να πνίξει τηνεγγονή της και στη συνέχεια πνίγει και άλλα μικρά κορίτσια.Είναι όμως αποκλειστικά «κοινωνικά» τα κίνητρα της Χαδούλας;Τι συμβαίνει με την προσωπική της ιστορία; Η μοίρα της συμφωνείαπόλυτα με τη διάγνωσή της για τη «γενικότερη εξέλιξη» τωνγυναικών ή μπορούν να εντοπιστούν αποκλίσεις στη δική της περίπτωση;Αναγνωρίζονται σημεία από την άλλη στα οποία οι διαδροαναντιστοιχίαςτους με ηθικές, ανθρωπιστικές ή θρησκευτικές αξίες (Τζ. Πολίτη), γιατην αμφισβήτηση της ιδέας της προόδου και για την επιστροφή σε μια προκοινωνικήσυνθήκη που εξεικονίζεται μέσω της φύσεως (Τζιόβας), για τη διαλεκτική μεταξύ ανδρικήςκαι γυναικείας φωνής με την τελική υιοθέτηση (εκ μέρους του συγγραφέα) του γυναικείουγένους της αφηγηματικής φωνής (Αθανασόπουλος), κοκ. (…) Οι πολλαπλέςαναγνώσεις μάς δείχνουν ότι το παπαδιαμαντικό κείμενο δεν μπορεί να μπει σε κουτάκια,ίσως διότι είναι ένα κείμενο “οριακό”», βλ. ό.π. για σχετική βιβλιογραφία.12. Βλ. επίσης σσ. 71-72.


136Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήμές της Μήδειας και της Φραγκογιαννούς συγκλίνουν ή αντιπαρατίθενται;Προκειμένου να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά, είναι απαραίτητονα εξεταστούν παράλληλα οι δύο μορφές ως προς την καταγωγήκαι τη σύνδεση με τη μαγεία, τη σχέση με τον πατρώο οίκο καιτον σύζυγό τους, τη στάση τους απέναντι στα παιδιά και τους φόνουςπου διαπράττουν, την ανδροπρεπή προσωπικότητά τους καθώςκαι τη σχέση τους με το θείο.α. Καταγωγή – Σύνδεση με τη μαγείαΗ Μήδεια κατάγεται από την Κολχίδα˙ φτάνει στην Ελλάδα ωςξένη στο πλευρό του Ιάσονα 13 . Ο τελευταίος προβάλλει ως «δώρο»για την πρώην σύζυγό του την άφιξή της από την «πρωτόγονη» Α-νατολή στην «πολιτισμένη» πατρίδα του: πρῶτον μὲν Ἑλλάδ᾽ ἀντὶβαρβάρου χθονὸς/ γαῖαν κατοικεῖς καὶ δίκην ἐπίστασαι/ νόμοις τεχρῆσθαι μὴ πρὸς ἰσχύος χάριν·/ πάντες δέ σ᾽ ἤισθοντ᾽ οὖσανἝλληνες σοφὴν/ καὶ δόξαν ἔσχες· εἰ δὲ γῆς ἐπ᾽ ἐσχάτοις/ ὅροισινὤικεις, οὐκ ἂν ἦν λόγος σέθεν (στ. 536-541). Η εγγονή του Ήλιουαναγνωρίζει από την πλευρά της το σφάλμα της να ακολουθήσει τοναρχηγό των Αργοναυτών ἀνδρὸς Ἕλληνος λόγοις/ πεισθεῖσ’ (στ.801-802) και τον κατηγορεί ότι την εγκατέλειψε εξαιτίας της βάρβαρηςπροέλευσής της: βάρβαρον λέχος/ πρὸς γῆρας οὐκ εὔδοξονἐξέβαινέ σοι (στ. 591-592). Προσδίδει μάλιστα ιδιαίτερη έμφαση σταπροβλήματα που αντιμετωπίζει μακριά από την πατρίδα της και τηνοικογένειά της 14 . Μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι το έγκλημα τηςπαιδοκτονίας διαπράττεται στα όρια του ελληνικού κόσμου 15˙ ω-στόσο, η ειρωνεία είναι διάχυτη, αφού ηθικός αυτουργός είναι ο Ιάσονας.Το ανοίκειο στοιχείο δεν λείπει και από τη Φόνισσα˙ παραμερίζεταιόμως και ανιχνεύεται υπαινικτικά στο όνομα της Χαδούλας,που αποκαλείται «Φράγκισσα, ἢ ἄλλως Φραγκογιαννού» (σ. 7)˙ τογνώρισμα αυτό δεν φαίνεται να διαδραματίζει κάποιον ιδιαίτερορόλο στην πορεία της υπόθεσης 16 .13. Βλ. στ. 131-132.14. Βλ. στ. 255-258.15. Βλ. στ. 1329 κ.ε.16. Ο Γ. Ξενόπουλος, «Το έργον του Παπαδιαμάντη», στο: Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη, Πανεπιστημιακέςεκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005 [1910-1911], σ. 83, βέβαια κάνει λόγο για «βαθείανπεριφρόνησιν (ενν. του Παπαδιαμάντη) προς ό,τι μας έρχεται από τα ξένα –από το φραγκολούλουδοως την Φραγκοπαναγιάν».


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 137Η «βάρβαρη» προέλευση συνδέει τη Μήδεια με τη μαγεία. Ο Ευριπίδηςδεν επιθυμεί βέβαια να τονίσει το στοιχείο αυτό˙ κάνει λόγογια στενή επαφή με την Εκάτη 17 , αλλά καθιστά πιο ορθολογική τηνπτυχή αυτή της ηρωίδας χαρακτηρίζοντάς τη «σοφή» 18 . Της επιτρέπειόμως να χρησιμοποιήσει «φάρμακα» 19 , προκειμένου να πετύχει τηδολοφονία του Κρέοντα και της κόρης του. Η αναγνώριση της σοφίαςτης από τον βασιλιά της Κορίνθου 20 δεν αποτελεί αρκετά ισχυρόπαράγοντα για να αποτραπεί η τιμωρία εις βάρος του, αφού παράτο γεγονός ότι τον οδηγεί στην απόφασή του να την εξορίσει μαζίμε τα παιδιά της, δεν τον εμποδίζει να της παραχωρήσει μία ακόμημέρα παραμονής στην πόλη του, στο διάστημα της οποίας τελείται τοεκδικητικό της σχέδιο.Στην περίπτωση της Φραγκογιαννούς η γνώση της μαγείας προβάλλεταιιδιαίτερα στη μητέρα της, που«ἤξευρε μάγια» 21˙ γενικότεραη γριά ∆ελχαρώ χαρακτηρίζεται «κακὴ, βλάσφημος καὶ φθονερά» (σ.9)˙ αναγνωρίζεται μάλιστα ως «μία ἀπὸ τὰς στρίγλας τῆς ἐποχῆς της»(ό.π.). Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις που καταγράφει ο Ν. Πολίτης(1994) προσδίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη βλάβη που μπορούννα επιφέρουν οι στρίγκλες στις γυναίκες και στα παιδιά, ιδιαίτερατα νεογέννητα 22 . Παρουσιάζει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο ηπρωταγωνίστρια αποδεικνύεται τελικά στην πορεία της αφήγησηςνα πραγματώνει τον χαρακτηρισμό που της αποδίδει η μητέρα της,17. Βλ. στ. 395-397 (τὴν δέσποιναν ἣν ἐγὼ σέβω/ μάλιστα πάντων καὶ ξυνεργὸνεἱλόμην,/ Ἑκάτην, μυχοῖς ναίουσαν ἑστίας ἐμῆς).18. Βλ. στ. 408-409, 539-541 και αναλυτικά στους στ. 292-305.19. Βλ. στ. 384-385, 787-789, 804-806, 1125-1126 και αναλυτική περιγραφή στουςστ. 1167-1220. Στους στ. 717-718 γίνεται λόγος για τα φάρμακα με τα οποία η Μήδειαθα τερματίσει την ατεκνία του Αιγέα.20. Σοφὴ πέφυκας καὶ κακῶν πολλῶν ἴδρις (στ. 285)˙ γυνὴ γὰρ ὀξύθυμος, ὡς δ᾽αὔτως ἀνήρ,/ ῥάιων φυλάσσειν ἢ σιωπηλὸς σοφή (στ. 319-320).21. Βλ. σσ. 9-11 για τις δύο σκηνές κυνηγιού με στόχο τη ∆ελχαρώ.22. Βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις, τόμ. 2, Αθήνα 1994, Α 371 αρ. 822 «οι στρίγκλεςείναι γριές φτωχές και ελεεινές, που δεν μπορούν να κάμουν καλό σε άνθρωπο, και όλοσε μαγικά είναι παραδομένες. Και κάνουν πράματα που αρέσουν του διαβόλου, σκόνεςκαι αλοιφές και βότανα και άλλα τέτοια. Τους άνδρες δεν τους πολυπειράζουν, αλλάπολύ κακό κάνουνε στις γυναίκες και τα παιδιά, αν τους φέρουνε κανένα εμπόδιο σταμάγια τους˙ και με την ανάσα τους μόνο και το φύσημά τους, μπορούν ή να τα κάνουνπαλαβά ή και να τα θανατώσουν. Πηγαίνουν στα μωρά τα νεογέννητα που κλαιν καιτους βυζαίνουν το αίμα τους και τ’ αφήνουν σαν ξερά. Αυτά, κι αν δεν πεθάνουν, μινέσκουνελεεινά κι αρρωστιάρικα όλη τους τη ζωή. Γι’ αυτό, προτού να βαφτιστεί το παιδί,ποτέ δεν τ’ αφήνουν μονάχο (πολλαχού)».


138Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήγίνεται δηλαδή «Στριγλίτσα» (σσ. 18, 19): στρέφεται ενάντια στακορίτσια.Στις αναδρομές που παρεμβάλλονται στην αφήγηση αναφέρεταιεπίσης ότι η Φραγκογιανννού καθίσταται «χάρις εἰς τὴν φύσιν κ’ εἰςτὰ μαθήματα τῆς μητρός της, τὰ ἑκούσια καὶ τὰ ἀκούσια, (…) πολὺπονηρὴ, ἀναλόγως τῆς ἡλικίας της» (σσ. 17-18), ενώ «μὲ τὴν ἡλικίανκαὶ τὴν πεῖραν τοῦ κόσμου ἐγένετο πολὺ σοφωτέρα» (σ. 21). Επιπλέονεπανέρχεται συχνά η πολύ καλή γνώση των βοτάνων που διαθέτεικαι η χρήση τους για ιαματικούς σκοπούς, ιδιαίτερα για γυναίκες:μνημονεύεται ως «ψευδογιάτρισσα» (σ. 29) και αναφέρεται αναλυτικάπως «ἔδιδε βότανα, ἔκαμνε κηραλοιφάς, ἐξετέλει ἐντριβάς,ἐθεράπευε τὴν βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διὰ τὰς πάσχουσας,διὰ τὰς χλωρωτικὰς καὶ ἀναιμικὰς κόρας, διὰ τὰς ἐγκύους καὶτὰς λεχούς, καὶ τὰς ἐκ μητρικῶν ἀλγηδόνων πασχούσας» (ό.π. 23 ). ΗΦραγκογιαννού διατυπώνει μάλιστα την ευχή «νὰ εἶχε κανεὶς στερφοβότανο(…) ἂς ἦτον καὶ παλληκαροβότανο» (σ. 72)˙ στην περίπτωσητης Μαρούσας καλείται τελευταία από «τὰς ψευτομαμμές» «ὡςσοφωτέρα ὅλων τῶν ἄλλων» (σ. 103) και επιφέρει την έκτρωση.β. Σχέση με πατρώο οίκοΠοια είναι όμως η σχέση των δύο ηρωίδων με την οικογένειάτους; Μετά τη γνωριμία της με τον Ιάσονα η σύγκρουση της Μήδειαςμε τον πατρώο οίκο είναι σφοδρότατη. Η ηρωίδα, προκειμένου ναβοηθήσει τον γιο του Αίσονα, προδίδει τον πατέρα της, ενισχύει τουςΑργοναύτες στην προσπάθειά τους να φέρουν εις πέρας την αποστολήτους και δεν διστάζει να σκοτώσει τον αδελφό της –σύμφωναμε τον Ευριπίδη παρέστιον (στ. 1334)– στην προσπάθειά της να πετύχειτην καθυστέρηση της καταδίωξης από τον Αιήτη και την α-σφαλή απομάκρυνση από την Κολχίδα. Η νεαρή κοπέλα στρέφεταιενάντια στην οικογένεια και στην πατρίδα της, καθώς παρασύρεταιαπό το ερωτικό πάθος και πείθεται από τους όρκους του Ιάσονα 24 . Η23. Βλ. σ. 29 για τον τρόπο που συγκέντρωνε τα βότανα και πώς κατασκεύαζε απόαυτά «διάφορα μαντζούνια, τὰ ὁποῖα ἐσύσταινεν ὡς ἀλάνθαστα ἰατρικὰ». Βλ. επίσηςσσ. 67 (όπου και πάλι προσδίδεται έμφαση σε ένα βότανο, το οποίο «λέγουν ὅτι εἶναιφάρμακον διὰ τὰς λεχοὺς τὰς πυρέσσουσας»), 107, 113-114, 135.24. Όπως επισημαίνει ο D. J. Mastronarde, Euripides Medea, Cambridge UniversityPress. 2002, σσ. 9 και 167-168 ad στ. 21-22 o δεσμός της πρωταγωνίστριας με τον Ιάσοναδεν συνιστά απλή συζυγία, αλλά έχει τον χαρακτήρα ένορκης συμφωνίας μεταξύ ηρώων,βλ. ενδεικτικά στ. 161 κ.ε. Πρόκειται για ένα συστατικό του μυθολογικού παρελθό-


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 139απόφασή της να εγκαταλείψει με τον τρόπο αυτό την Κολχίδα αντιμετωπίζεταιαπό τον Χορό ως ένα είδος «μανίας» (ερωτικής): σὺ δ’ ἐκμὲν οἴκων πατρίων ἔπλευσας/ μαινομέναι κραδίαι, διδύμουςὁρίσασα πόντου/ πέτρας (στ. 431-435). Όταν γκρεμίζει βίαια τη γέφυραπου τη συνδέει με την οικογένεια και την πατρίδα της 25 , δενυπολογίζει ότι μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί τη βοήθεια τωνσυγγενών της. Με τον τρόπο αυτό εξαρτάται πλέον αποκλειστικάαπό τον Ιάσονα. Οι αναφορές στο στάδιο αυτό του μυθολογικού τηςπαρελθόντος είναι συχνές στο ευριπίδειο δράμα, αφού η Μήδεια θυμάταισυχνά τους οικείους της, αλλά συναισθάνεται ταυτόχρονα τηναδυναμία –λόγω της προδοσίας της και του φόνου του αδελφού της–να καταφύγει στη δική τους συνδρομή: ὦ πάτερ, ὦ πόλις, ὧνἀπενάσθην/ αἰσχρῶς τὸν ἐμὸν κτείνασα κάσιν (στ. 166-167)˙ ὦπατρίς, ὥς σου κάρτα νῦν μνείαν ἔχω (στ. 328) 26 .Τι συμβαίνει όμως με τα άλλα μέλη της οικογένειάς της; Ενδιαφέρονπαρουσιάζει το γεγονός ότι, ενώ μνημονεύεται συχνά ο παππούςτης από την πλευρά του πατέρα της, ο θεός Ήλιος, απουσιάζεισχεδόν η μητέρα της, που σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση α-ποτελεί ούτως ή άλλως μία μυστηριώδη μορφή 27 . Η τελευταία μνημονεύεταιμία μόνο φορά στην πορεία του δράματος, όταν η Μήδειαομολογεί τη δυσχερέστατη θέση της στον Χορό: οὐ μητέρ᾽, οὐκντος που –είτε μαρτυρούνταν στην παράδοση είτε αποτελεί εύρημα του Ευριπίδη– υπογραμμίζεταιστην πορεία του δράματος, βλ. D. Kovaks, «Zeus in Euripides’ Medea», AJP114 (1993) 51 κ.ε. D. J. Mastronarde, ό.π., σ. 166 ad στ. 17 και P. E. Easterling, ό.π., σ. 190και ό.π., σημ. 13 (για χωρία). Ωστόσο, είναι απαραίτητο να αποφευχθεί –μέσω της έμφασηςπου προσδίδεται από τους μελετητές στην ένορκη δέσμευση του Ιάσονα– η μείωσητου συναισθηματικού δεσμού της πρωταγωνίστριας με τον σύζυγό της και η αναγωγήτου στην έκφραση ενός αυστηρού τυπικού υποχρεώσεων. Στην περίπτωση αυτή θα ήταναδικαιολόγητη η ένταση του θυμού που αισθάνεται η ηρωίδα.25. Βλ. στ. 476 κ.ε., 515 και P. E. Easterling, ό.π., σ. 193. Για τη σημασία της εγκατάλειψηςτης πόλεως, βλ. R. Friedrich, «Medea apolis: Οn Euripides’ dramatization of thecrisis of the polis», στο: A. H. Sommerstein & St. Halliwell & J. Henderson & B.Zimmermann (επιμ.), Tragedy, Comedy and the polis. Papers from the Greek Drama Conference(Nottingham, 18-20 July 1990), Bari 1993, σσ. 226 κ.ε.26. Βλ. επίσης στ. 30-35, 441-443, 502-503, 645-648, 800-802.27. Βλ. Επιμ. Κρ. απ. 14 Fowler, όπου μνηνονεύονται ποικίλες παραλλαγές σχετικάμε την ταυτότητά της: ὁ τὰ Ναυπάκτια πεποιηκὼς Εὐρυλύτην αὐτὴν λέγει, ∆ιονύσιοςδὲ ὁ Μιλήσιος Ἑκάτην μητέρα Μηδείας καὶ Κίρκης, ὡς προείρηται, Σοφοκλῆς Νέαιραν μίαν τῶν Νηρηΐδων, Ἡσίοδος δὲ Ἰδυῖαν … Ἐπιμενίδης δέ φησι Κορίνθιον τῷγένει τὸν Αἰήτην, μητέρα δὲ αὐτοῦ Ἐφύραν φησί. ∆ιοφάνης δὲ ἐν τῇ α΄ τῶν Ποντικῶνἱστοριῶν Ἀντιόπην φησὶν Αἰήτου μητέρα. Στον Απολλ. Ρόδ. μνημονεύεται το όνομαΕἰδυῖα: ἐκ δ᾽ αὐτὴ Εἰδυῖα δάμαρ κίεν Αἰήταο (3. 269).


140Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήἀδελφόν, οὐχὶ συγγενῆ/ μεθορμίσασθαι τῆσδ᾽ ἔχουσα συμφορᾶς (στ.257-258). Στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα η μνεία της αποδεικνύεταιπολύ αόριστη˙ όπως ανακαλείται ο αδελφός της ως πρόσωπο πουθα μπορούσε –σύμφωνα με τα ευρύτερα κοινωνικά συμφραζόμενα–να προστατεύσει την κοπέλα σε κάποια δύσκολη στιγμή, έτσι και ηανάμνηση της μητέρας της παραπέμπει περισσότερο στον καθιερωμένορόλο της, να περιθάλπει δηλαδή με στοργή την κόρη της, όταναυτή χρειάζεται φροντίδα. Πέρα από συγκεκριμένα πρόσωπα ο «αδελφός»και η «μητέρα» στο χωρίο αυτό αντιστοιχούν μάλλον σεαναμενόμενους κοινωνικούς ρόλους, οι οποίοι όμως στην περίπτωσητης Μήδειας δεν φαίνεται να εκπληρώνονται. Στην πορεία του δράματοςδιευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να συμβεί αυτόστην περίπτωση του Άψυρτου, ενώ παραμένει ομιχλώδες το τοπίοόσον αφορά τη μητέρα της ηρωίδας.Αν στην περίπτωση της Μήδειας η μητέρα ήταν και παραμένειαπούσα, στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη η προσωπικότητα της μητέραςτης πρωταγωνίστριας καθώς και η μεταξύ τους σχέση αποβαίνουνπαράγοντες καθοριστικοί για τη διαμόρφωση του χαρακτήρατης Φραγκογιαννούς. Η γριά ∆ελχαρώ χαρακτηρίζεται εκτός τωνάλλων «ἰδιοτελὴς γραῖα» (σ. 17), η οποία φαίνεται ιδιαίτερα αποφασιστικήστον περιορισμό της προίκας που παρέχεται στη Χαδούλα,όταν πρόκειται να παντρευτεί 28 . Μετά την επιγραμματική αναφοράτων περιουσιακών στοιχείων που παραχωρούνται στην πρωταγωνίστρια(σ. 13) και τη διεξοδικότερη στη συνέχεια απαρίθμηση ακίνητουκαι κινητού «πλούτου» (σ. 17) παρουσιάζεται η μητέρα της ναμην παραδέχεται την έλλειψη στην προίκα που παρατηρείται απότην κουνιάδα της ηρωίδας 29 , ενώ κλιμακώνεται η συμπεριφορά αυτήμε την απαγόρευση –«προσχήματι μὲν διὰ τὴν σεμνότητα» (σ. 18)–στενής συναναστροφής των μελλόνυμφων, για να μην υποκινηθεί ογαμπρός να απαιτήσει μεγαλύτερη προίκα 30 . Μάταια προσπαθεί ηΧαδούλα να ειδοποιήσει με νεύματα τον γαμπρό και την αδελφή28. Βλ. Γ. Βελουδή, «Η Φόνισσα είμαι εγώ», εφημ. Το Βήμα 13-10-2002, σ. 55 σχετικάμε τις «τρομερές κοινωνικές στρεβλώσεις, που επέφερε, από τις αρχές ήδη του 19 ουαιώνα, στον τόπο του Παπαδιαμάντη το οικονομικό, καταρχήν, πρόβλημα της προικοδότησηςτων θηλυκών παιδιών στις φτωχές αγροτικές οικογένειες». ∆εν είναι άγνωστοφαινόμενο όπως φαίνεται «αι μυστικαί βρεφοκτονίαι των θηλυκών».29. «Ἀπήντησεν ὅτι «τὰ ὅσα ἔδωσε, εἶναι καλῶς δοσμένα, καὶ εἶναι ἀρκετά»» (σ.17).30. Βλ. σ. 18.


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 141του, προκειμένου να εγείρουν μεγαλύτερες απαιτήσεις˙ η μόνη πουαντιλαμβάνεται τις κινήσεις της και τη σταματά είναι η μητέρα της 31 .∆εν δίνει όμως συνέχεια, για να μην εμπλακεί στην υπόθεση και οσύζυγός της, ο οποίος «πιθανῶς θὰ ἐκάμπτετο εἰς τὰς ἱκεσίας καὶ τὰκλαύματα τῆς μοναχοκόρης, καὶ θὰ ἔδιδε περισσοτέραν προῖκα» (σσ.19-20). Έτσι όμως παρέχεται η αφορμή για να αποκαλυφθεί η άσχημησυμπεριφορά της μάνας απέναντι στην κόρη, αφού μαρτυρείταιως συνήθης τακτική της πρώτης να επιτίθεται με νυχιές, τσιμπιές, δαγκωματιέςστη Χαδούλα 32 . Η προίκα της τελευταίας φαίνεται να τηνκυνηγά μέχρι το τέλος της ζωής της: το σημείο που αντικρίζει λίγοπριν πνιγεί είναι «τὸ Μποστάνι, ἡ ἔρημος βορειοδυτικὴ ἀκτή, ὅπουτῆς εἶχον δώσει ὡς προῖκα ἕνα ἀγρόν, ὅταν νεάνιδα τὴν ὑπάνδρευσανκαὶ τὴν ἐκουκούλωσαν, καὶ τὴν ἔκαμαν νύφην οἱ γονεῖςτης» (σ. 157).Είναι ενδιαφέρων από την άλλη ο τρόπος με τον οποίο φαίνεταινα μεταβολίζεται στην ιστορία της Φραγκογιαννούς ο φόνος τουΆψυρτου από τη Μήδεια. Η Χαδούλα δεν σκοτώνει τον αδελφό της,προκειμένου να επιτευχθεί η ερωτική της ένωση με τον αγαπημένοτης. Ο γιος της όμως Μῶρος είναι εξαιρετικά ατίθασος και καταλήγει,μετά από πολλές περιπέτειες, στη φυλακή, επειδή διέπραξε φόνοστο πλοίο όπου επέβαινε 33 . Πριν όμως φτάσει εκεί, έχει ήδη τραυματίσειτην αδελφή του, «τυφλὸς ἐκ μανίας», επειδή «ἐφαντάσθη ἐν τῷπαραλογισμῷ τῆς μέθης του, ὅτι ἡ ἀδελφή του ἤθελε ν’ ἀνοίξῃ τὴνθύραν καὶ τὸν παραδώσῃ εἰς τοὺς χωροφύλακας» (σ. 40). Η ευριπίδειαεκδοχή για τον φόνο του Άψυρτου από την αδελφή του αντιστρέφεταιστο σημείο αυτό, αφού ο αδελφός είναι εκείνος που επιτίθεταιστην Αμέρσα, επειδή θεώρησε ότι αυτή επιχειρεί να εμποδίσειτην απόδρασή του από τους χωροφύλακες. Καθώς όμως η Φραγκογιαννούκαι οι κόρες της είναι εξοικειωμένες με την ατίθαση συμπεριφοράτου, η Αμέρσα, παρά τον τρόμο της και τον πόνο που αισθά-31. Βλ. σ. 19.32. Βλ. σ. 20.33. Βλ. σσ. 35 κ.ε., 52 κ.ε.: «Ὁ Μῶρος ἢ Μοῦρος ἦτο φύσει ὁρμητικὸς καὶ παράφορος,ἂν καὶ εἶχε πολὺ δεξιόν, θηλυκὸν νοῦν, ὅπως ἔλεγεν ἡ μάννα του –νοῦν ὁ ὁποῖοςἐγέννα» (σ. 35)˙ σταδιακά περιγράφεται πώς «δὲν ἄφηνε σχεδὸν κανένα ἄνθρωπονἀπείρακτον» (σ. 36)˙ απειλεί την ίδια τη μητέρα του (σ. 37) και επιτίθεται στην αδελφήτου (σσ. 39)˙ επιβιβάζεται σε ένα πλοίο για να διαφύγει της σύλληψης (σ. 55)˙ σκοτώνειόμως στη διάρκεια του ταξιδιού έναν άνθρωπο (σ. 55) και η μητέρα του, όσο κι αν προσπαθεί,ακόμη και με τη συνδρομή της συζύγου του θύματος, δεν καταφέρνει να τοναποφυλακίσει (σσ. 55-60).


142Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήνεται, δεν του κρατά κακία ούτε τον προδίδει 34 . Επιπλέον, παρά τηνκατάρα της μάνας εις βάρος του γιου της 35 , ο τραυματισμός αυτόςδεν επιφέρει την ενδοοικογενειακή σύγκρουση ούτε την αποκήρυξητου άσωτου γιου. Η μητέρα διαψεύδει το επεισόδιο στη γειτονιά καιαγωνιά να μάθει αν κατάφερε ο γιος της να δραπετεύσει με κάποιοπλοίο. Ακόμη κι όταν ειδοποιείται για τον φόνο που αυτός διέπραξε,καταβάλλει έντονες προσπάθειες –μάταια βέβαια– να πετύχει τηναποφυλάκισή του 36 .γ. Σχέση με σύζυγοΑν η σχέση της Μήδειας στο ομώνυμο ευριπίδειο δράμα με τονΙάσονα βρίσκεται στο τελικό στάδιο, πώς μπορεί να σκιαγραφηθεί ησυζυγική ζωή της Χαδούλας; Στην πορεία της Φόνισσας επανέρχεταιτο μοτίβο της αδυναμίας του μαστρο-Γιάννη: η πρωταγωνίστρια ή-ταν εκτός από σκλάβα «συγχρόνως καὶ κηδεμὼν αὐτοῦ» (σ. 8)˙ ως«τρίτης τάξεως μαραγκός» πληρωνόταν ελάχιστα και, αν δεν παρενέβαινεη γυναίκα του, θα έπαιρνε μειωμένη αμοιβή και θα τα ξόδευεόλα στο ποτό 37 . Προσδίδεται ιδιαίτερη έμφαση επιπλέον στο γεγονόςότι το σπίτι όπου έμεναν αποκτήθηκε χάρη στις –νόμιμες και μη–«οικονομίες» της Φραγκογιαννούς 38 . Η ίδια αναγκάζεται να κοπιάσεισαν μάνα και πατέρας, για να παντρέψει τη ∆ελχαρώ 39 . Έχει μάλιστααπόλυτη συναίσθηση της «υπεροχής» της σε σχέση με τον άντρατης˙ άραγε είναι τυχαίο το γεγονός ότι, με εξαίρεση την εγγονή της,τα άλλα κορίτσια που σκοτώνει έχουν πατέρα κάποιον συνονόματότου;Η μορφή του Ιάσονα παρουσιάζεται αντίστοιχα υποδεέστερη σεσχέση με τη Μήδεια˙ στον κόσμο των ηρώων ο αρχηγός των Αργοναυτώνεμφανίζεται ιδιαίτερα αντιηρωικός: αναφέρεται ότι έφερε σεαίσιο τέλος την αποστολή του στην Κολχίδα χάρη στη βοήθεια πουτου παρείχε η κόρη του Αιήτη (στ. 476 κ.ε.), ενώ η τελευταία φέρεται34. Βλ. σσ. 42-45.35. «Ὁ Θεὸς κ’ ἡ γῆς νὰ τὸν εὕρῃ! κατηράσθη ἰδοῦσα τὸ αἷμα ἡ μάννα της» (σ. 54).36. Βλ. σημ. 31.37. Βλ. σ. 25˙ βλ. επίσης σ. 47 όπου αναφέρεται ότι «ὁ γέρων δὲν διέπρεπεν ἐπὶδραστηριότητι».38. Βλ. σσ. 24 κ.ε. Το σημαντικότερο τμήμα του αποθέματός της προέρχεται απόόσα έκλεψε από τον πατέρα της (σσ. 26-27) και από το κομπόδεμα της μητέρας της, ηοποία με τη σειρά της είχε αφαιρέσει τα χρήματα αυτά από τον σύζυγό της (σσ. 27 κ.ε.).39. Βλ. σσ. 47 κ.ε.


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 143να τον στήριξε και ενάντια στον Πελία στην Ιωλκό (στ. 486 κ.ε.).Παρά τη συμβολή της Μήδειας στη ζωή του, ο Ιάσονας δεν διστάζειαργότερα, παραβιάζοντας τους όρκους του, να εγκαταλείψει την οικογένειάτου στην επιθυμία του να αποκτήσει πρόσβαση στον βασιλικόοίκο της Κορίνθου.δ. Στάση απέναντι στα παιδιά – φόνοιΑνάλογοι όροι δεν συνιστούν προφανώς τις καλύτερες προϋποθέσειςγια την ανατροφή των παιδιών. Εξαιτίας της διαμάχης με τονπατέρα τους η Μήδεια εμφανίζεται να αντιμετωπίζει από την έναρξητου δράματος εχθρικά τα τέκνα της: στυγεῖ δὲ παῖδας οὐδ᾽ ὁρῶσ᾽εὐφραίνεται (στ. 36). Για τον λόγο αυτό η Τροφός τα παροτρύνει νακινηθούν προς το βάθος του σπιτιού και να μην πλησιάζουν τη μητέρατους -ὄμμα νιν ταυρουμένηι (στ. 92)- όσο διατηρείται η οργήτης 40 : τόδ᾽ ἐκεῖνο, φίλοι παῖδες· μήτηρ/ κινεῖ κραδίαν, κινεῖ δὲχόλον./ σπεύδετε θᾶσσον δώματος εἴσω/ καὶ μὴ πελάσητ᾽ ὄμματοςἐγγὺς/ μηδὲ προσέλθητ᾽, ἀλλὰ φυλάσσεσθ᾽/ ἄγριον ἦθος στυγεράν τεφύσιν/ φρενὸς αὐθαδοῦς./ ἴτε νυν, χωρεῖθ᾽ ὡς τάχος εἴσω./ δῆλονἀπ᾽ ἀρχῆς ἐξαιρόμενον/ νέφος οἰμωγῆς ὡς τάχ᾽ ἀνάψει/ μείζονιθυμῶι· τί ποτ᾽ ἐργάσεται/ μεγαλόσπλαγχνος δυσκατάπαυστος/ ψυχὴδηχθεῖσα κακοῖσιν; (στ. 98-110) Με τον τρόπο αυτό προετοιμάζεταιταυτόχρονα το κοινό για την τελική έκβαση της πλοκής. Η ηρωίδαφτάνει μάλιστα στο σημείο να καταραστεί τα παιδιά της: ὦκατάρατοι/ παῖδες ὄλοισθε στυγερᾶς ματρὸς/ σὺν πατρί, καὶ πᾶςδόμος ἔρροι (στ. 112-114).Παρά την προσπάθεια της Τροφού να την αποτρέψει από τηνεμπλοκή των παιδιών στη διαμάχη με τον πατέρα τους 41 , η Μήδειαδεν διστάζει να τα χρησιμοποιήσει στο εκδικητικό της σχέδιο ως φορείςτων δώρων που καταστρέφουν τον Κρέοντα και την κόρη του 42και στη συνέχεια ως δέκτες της οργής της εναντίον του Ιάσονα, ο ο-ποίος στερείται τους απογόνους του από το φονικό χέρι της μητέρας40. Βλ. στ. 89-95.41. Βλ. στ. 115 κ.ε.: ἰώ μοί μοι, ἰὼ τλήμων./ τί δέ σοι παῖδες πατρὸς ἀμπλακίας/μετέχουσι; τί τούσδ᾽ ἔχθεις; οἴμοι,/ τέκνα, μή τι πάθηθ᾽ ὡς ὑπεραλγῶ.42. Ασφαλώς δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι ο Κρέων καταστρέφεται μέσωτης κόρης του. Πρόκειται για την πάγια τακτική της Μήδειας να εξαρθρώνει τουςαντιπάλους της μέσω των παιδιών τους με έναν τρόπο τραγικό, που εγγυάται όμως ταυτόχροναότι δεν μένουν απόγονοι (τουλάχιστον οι πολύ στενοί συγγενείς) για να εκδικηθούντον φόνο.


146Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήενώ τονίζεται ιδιαίτερα το «αλλόκοτον» της γριάς το διάστημα αυτό51 . Ιδιαίτερα στην τελευταία σκηνή είναι χαρακτηριστική η περιγραφή:τα «βλοσυρὰ ὄμματα» (σ. 51) ανακαλούν το ὄμμα νιν ταυρουμένην/τοῖσδ’ της Μήδειας (στ. 92-93)˙ γίνεται λόγος για χειρονομίααπειλητική (σ. 51) που συνοδεύεται από την απαίτηση να «σκάσει»το μωρό (σ. 52)˙ επαναλαμβάνεται σωρευτικά ότι «ἄρχισε πράγματι«νὰ ψηλώνῃ ὁ νοῦς της»», ότι «εἶχε «παραλογίσει»» 52˙ αιτία τηςπράξης της δεν είναι η οργή και κάποιο εκδικητικό σχέδιο αλλά ηπαράλογη κοσμοθεωρία της, που την ωθεί να υποκαταστήσει το έργοτης φύσης ενισχύοντας την παιδική θνησιμότητα στα κορίτσια 53 .Έτσι εξηγείται και η αμφίσημη απάντηση που δίνει στην κόρη τηςμετά τον θάνατο της εγγονής της το επόμενο πρωί: «Ἡσύχασε κιαὐτὸ τώρα πλιά» (σ. 61) 54 .Παρά τις τύψεις που συνοδεύουν το πρώτο της έγκλημα 55 η Χαδούλαπαρερμηνεύει τη συνάντηση με τα δύο κορίτσια του Γιάννητου Περιβολά αμέσως μετά το αίτημά της στον Άη Γιάννη τον Κρυφόνα της στείλει κάποιο σημάδι ότι η κοσμοθεωρία της είναι σωστή καιδιευρύνει τους ορίζοντες της εγκληματικής της δράσης εκτός των ο-ρίων της οικογένειάς της: «Τί λευθεριὰ θὰ τῆς ἔκαναν τῆς φτωχιᾶς,τῆς Περιβολοῦς, ἀνίσως ἔπεφταν μὲς στὴ στέρνα κ’ ἐκολυμποῦσαν!»σκέφτεται «σχεδὸν ἀκουσίως» (σ. 73). Και πάλι όμως θεωρεί ότι δενκάνει κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί με «τρόπο φυσικό»: «τί τ’ἀφήνει ἐδῶ, κεῖνος ὁ πατέρας τους, μικρὰ κορίτσια (…) Τάχα δὲνμποροῦν νὰ πέσουν καὶ μοναχά τους μέσα;» (σ. 74). Καταλαβαίνειότι πρέπει να ενεργήσει γρήγορα, για να μην ακουστεί. Η συνέχειαείναι ιδιαίτερα δραματική: «ᾘσθάνθη μέσα της φοβερὰν πάλην. Εἶταεἶπε, σχεδὸν μεγαλοφώνως: «Καρδιά!… αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀπόφαση»» (σ.75). Θυμὸς δὲ κρείσσων τῶν ἐμῶν βουλευμάτων (στ. 1079) ήταν ημένου να δει πώς είναι το μωρό (σ. 33). Ενδεικτική είναι γενικότερα η στάση απέναντιστις παιδικές αρρώστιες και την παιδική θνησιμότητα, βλ. για παράδειγμα σ. 50.51. Χωρίς να θεωρείται ασφαλώς ότι δεν έχει συναίσθηση των πράξεών της.52. Βλ. για παράδειγμα σσ. 8, 14, 23, 51.53. Βλ. αναλυτικότερα Τζ. Πολίτη, «∆αρβινικό Κείμενο και η «Φόνισσα»» (αποσπ.),στο: Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη (επιμ.), Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη,Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005.54. Στην απόκρυψη του λυγμού της όταν θυμάται το προφητικό όνειρο της Αμέρσας(σ. 62) αντιστοιχεί η σκυθρωπή στάση της Μήδειας, όταν σχεδιάζει με τον Ιάσονατη μεταφορά των δώρων από τα παιδιά στην κόρη του Κρέοντα, προκειμένου να τουςπαραχωρηθεί άδεια παραμονής στην Κόρινθο (στ. 899 κ.ε.).55. Βλ. σσ. 65 κ.ε.


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 147τραγικά αντίστοιχη διαπίστωση της Μήδειας που επισφράγισε τηνεσωτερική της πάλη 56 .Η επιτυχημένη προσπάθεια της Χαδούλας να παρουσιάσει τονφόνο στη συνέχεια ως πνιγμό φυσικό την καθιστά ἰάτρισσαν (σ. 81)και στη συνέχεια παρηγορήτραν (σ. 82). «Ἐδοκίμασεν ὅλα τὰ σπάνιακαὶ ἀπερίγραπτα συναισθήματα τῆς φόνισσας μεταβαλλομένηςαἴφνης εἰς ἰάτρισσαν τῶν ἰδίων θυμάτων της» (σ. 81). Στη συνέχεια,όταν η Ξενούλα πέφτει στο πηγάδι, «ἐξ ἐμφύτου ὁρμῆς ἡ Φραγκογιαννοὺἠθέλησε νὰ φωνάξῃ καὶ νὰ τρέξῃ εἰς βοήθειαν» (σ. 86). Ηπρώτη της αντίδραση είναι να σώσει το κορίτσι, παραμένει όμως α-δρανής: «τὴν μὲν κραυγὴν της ἡ ἰδία ἔπνιξεν εἰς τὸν λάρυγγα, πρὶντὴν ἐκβάλῃ, αἱ δὲ κινήσεις παρέλυσαν καὶ τὸ σῶμά της ἐπάγωσεν»(ό.π.). ∆εν σκοτώνει η ίδια την Ξενούλα, αλλά με τη σιωπή και τηφυγή της καθιστά αναπότρεπτο τον θάνατό της.Ενώ όμως την καταδιώκουν οι τύψεις και οι εφιάλτες 57 , μαζί μετην αστυνομία, λίγο πριν από το τέλος σκοτώνει με δύο κινήσεις τηνεογέννητη κόρη του Γιάννη του Λυρίγγου 58 . Η γιαγιά του μωρού,που είχε αποκοιμηθεί, πρόλαβε μόνο να δει τη Φραγκογιαννού «ν’ἀποσύρῃ τὴν χεῖρά της καὶ ν’ ἀποχωρῇ, ἀνεγειρομένη ἐπὶ τῶν γονάτων,ὀπίσω εἰς τὴν θέσιν της» (σ. 142). Σαν φάντασμα πλέον απομακρύνεταικαι με χαρακτηριστική ετοιμότητα εξαπατά ακόμη και τονπατέρα του κοριτσιού με το παράλογο επιχείρημα ότι η γυναίκα του,αν και λεχούσα, έχει κι άλλο παιδί στην κοιλιά της 59 . Η ειρωνείαασφαλώς έγκειται στο γεγονός ότι όχι απλώς δεν υπάρχει άλλο παιδί,αλλά ακόμη και αυτό που είχε γεννηθεί κείται πλέον νεκρό.Κοντά στα εγκλήματα που διέπραξε η Φόνισσα είναι απαραίτητονα εξεταστεί και η επίσκεψή της στο καλύβι του Καμπαναχμάκη 60 ,όπου βρίσκεται μόνη της με τα παιδιά και παρόλα αυτά δεν τα σκοτώνει.Τα χαϊδεύει βέβαια «τόσον δυνατά, ὥστε ᾐσθάνθησαν πόνον,καὶ τὸ ἓν φώναξε: -Μάννα!» (σ. 135). Καθώς μάλιστα το μικρότεροαπό τα κορίτσια, το ∆αφνώ, αποκοιμήθηκε, «ἡ Γιαννοὺ ἐπιμόνως τὸἐχάδευεν ὑπὸ τὸ κατωσάγονον, καὶ πότε ἡ χείρ της ἐγλίστρα πρὸςτὸν τράχηλον, καὶ ἴσως εἶχε κλίσιν νὰ θλίψῃ κάπως δυνατώτερα τὸν56. Βλ. ιδιαίτερα στ. 1040 κ.ε.: καρδίαν γὰρ οἴχεται (στ. 1042)˙ χαιρέτω βουλεύματα(στ. 1044).57. Βλ. σσ. 104 κ.ε., 112, 118, 120 κ.ε., 149.58. Βλ. σσ. 142 κ.ε.59. Βλ. σσ. 143 κ.ε.60. Βλ. σσ. 135 κ.ε.


148Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήλαιμὸν τοῦ κορασίου» (σ. 137) 61 . Ωστόσο, η ευχάριστη συζήτηση μετο Γιώργη φαίνεται να αναστέλλει τη δράση της, όπως μαρτυρείταικαι από την ευχή που δίνει και στα τρία παιδιά: «Να ζήσετε!» (σ.136). Από την άποψη αυτή η αιφνίδια άφιξη του πατέρα τους αποτελείμάλλον τον εξωτερικό παράγοντα που ματαιώνει ένα έγκληματο οποίο πιθανότατα δεν υπήρχε πρόθεση από τη γριά να τελεστεί.∆εν είναι τυχαία η παρουσία του αγοριού, που φαίνεται να κατευνάζειτο πάθος της˙ η δράση της στοχεύει αποκλειστικά στα κορίτσια62 .Καθώς η Φραγκογιαννού φαίνεται να καθιστά «κοσμοθεωρία»της την τραγική μοίρα της γυναίκας για την οποία γίνεται ήδη λόγοςστο ευριπίδειο δράμα και «αποστολή» της την απελευθέρωση γονιώνκαι κοριτσιών από ένα δυσβάσταχτο βάρος, χρησιμοποιεί μέσο διαφορετικόαπό την αρχαία πρόδρομό της˙ εκεί που η κόρη του Αιήτηεπιλέγει για τα παιδιά της το ξίφος 63 , η κόρη της ∆ελχαρώς καταφεύγει–ακολουθώντας την παράδοση της στρίγκλας– στον πνιγμό.Πρόθεση βέβαια της Μήδειας είναι να παράσχει στα παιδιά της ένανθάνατο ηρωικό πριν από την καθιέρωση της λατρείας τους κατά τηνΈξοδο, ενώ στην περίπτωση της Φραγκογιαννούς δεν μπορεί να παραγνωριστείο εξωτερικός παράγοντας, η επιθυμία της δηλαδή ναενεργήσει όσο γίνεται πιο ήσυχα. Το ίδιο τέλος βέβαια σηματοδοτείκαι τη δική της πορεία.ε. Ανδροπρεπής στάσηΣτις δύο ηρωίδες αναγνωρίστηκε από τους μελετητές ένα κοινόχαρακτηριστικό: η ανδροπρεπής συμπεριφορά της κόρης του Αιήτη 6461. Πρόκειται για ενέργειες που ενισχύουν την ένταση και την αγωνία.62. Μήπως επίσης δεν αποτελεί σύμπτωση η διαφοροποίηση του πατρώνυμου τωνπαιδιών; Ο πατέρας τους δεν ονομάζεται «Γιάννης» όπως συμβαίνει αντίθετα με τα ξένακορίτσια που πνίγει η Χαδούλα και τον άντρα της.63. Βλ. στ. 1278.64. Για την ανδροπρεπή συμπεριφορά της Μήδειας βλ. R. Rehm, «Medea and theλόγος of the Heroic», Eranos 87 (1989) 97-115. A. P. Burnett, Revenge in Attic and LaterTragedy, University of California Press. 1998, σ. 206 και D. J. Mastronarde, ό.π., σσ. 14,20, 27 (όπου αναφέρονται ως παραδείγματα συμπεριφοράς που ταιριάζει σε άνδρες οιακόλουθες ενέργειες: «έχει ανταλλάξει όρκους ως ίση με τον Ιάσονα, έχει μια σχέση μετον Αιγέα που προσιδιάζει στην ξενίαν, αγωνίζεται για την τιμή, τη φήμη, και την εκδίκησήτης, και χρησιμοποιεί εκφράσεις και εικόνες από σφαίρες που συνδέονται τυπικάμε τους άντρες [στρατιωτική, αθλητική, πολιτική]»). Ο τελευταίος επισημαίνει επίσης(ό.π. σ. 164 ad στ. 11) ότι η σχέση της Μήδειας με το λαό της Κορίνθου αποτελεί ένδειξητης αφομοίωσης από την πλευρά της αρσενικών χαρακτηριστικών και προνομίων, πρβλ.


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 149αντιστοιχεί στο «ἦθος ἀνδρικόν» της Χαδούλας, που διακρίνεταιμάλιστα και στην εξωτερική της εμφάνιση «μὲ δύο μικρὰς ἄκρας μύστακοςἄνω τῶν χειλέων της» (σσ. 7-8) 65 . Το ίδιο παρατηρείται καιγια την κόρη της την Αμέρσα: «ἦτο ἄφοβος, κ’ ἐνέπνεε πεποίθησιν,ὡς νὰ ἦτο ἀνήρ» (σ. 34), ενώ στην πορεία της πλοκής χαρακτηρίζεται«ἀνδροκόρη» (σ. 48).στ. Σχέση με το θείοΕνδιαφέρον παρουσιάζει από την άλλη η σχέση των δύο ηρωίδωνμε τη θρησκεία. Η χρήση της μαγείας καθιστά ιδιόμορφη τησύνδεση της Χαδούλας με την ορθοδοξία. ∆ιατηρεί μία επιφανειακήεπικοινωνία με τον πνευματικό της, στον οποίο δεν αποκαλύπτειπαρά ασήμαντα όπως φαίνεται πταίσματα, «πολὺ μικρὰ πράγματα(…), ἀκριβῶς ἐκεῖνα μόνον τὰ συνήθη ἁμαρτήματα, ὅσα ἐκεῖνοςἤξευρε προτοῦ νὰ τὰ εἴπῃ αὐτή˙ δηλαδὴ κακολογίαν, θυμούς, γυναικείαςκατάρας καὶ τὰ τοιαῦτα» (σ. 26) 66 . ∆ιατηρεί όμως μεγάλες ελπίδεςγια τον γέροντα Ακάκιο, που κατοικούσε στον Άγιο Σώστη, οοποίος «εἶχε τὸ σπάνιον χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν λογισμῶν» (σ.150). Θεωρεί ότι θα μπορούσε ο ίδιος να αναγνωρίσει τις αμαρτίεςτης πριν ακόμη τις ακούσει και να τη βοηθήσει να σωθεί όχι μόνο ηψυχή της αλλά και το σώμα της («εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον, εἰ δυνατόν»,σ. 151) 67 .Μετά τον φόνο της εγγονής της, «ὅταν ἐμβῆκεν ἡ Μεγάλη Σαρακοστή,ἄρχισε νὰ συχνάζῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἔκαμνε πολλὰς καὶ βαθείαςγονυκλισίας, ἐμελέτα νὰ ἐξομολογηθῇ, καὶ ἀνέβαλλεν» (σσ. 65-66), ενώ περιγράφεται πώς τηρεί τη νηστεία. Επισκέφτεται τονW. V. Harris, «The rage of women», στο: S. Braund & G. W. Most (επιμ.), Ancient Anger.Perspectives from Homer to Galen, Yale Classical Studies 32, Cambridge University Press2003, σ. 140: «παρά την «αρσενική» αποφασιστικότητά της η Μήδεια σκιαγραφείταισαν μία αντιπροσωπευτική γυναίκα: πρὸς δὲ καὶ πεφύκαμεν/ γυναῖκες, ἐς μὲν ἔσθλ’ἀμηχανώταται,/ κακῶν δὲ πάντων τέκτονες σοφώταται» (στ. 407-409). Στο ίδιο άρθροη ηρωίδα χαρακτηρίζεται «κατά το ήμισυ αρσενική» (“quasi-masculine”, W. V. Harrisό.π., σ. 141).65. Βλ. Γ. Βελουδή, ό.π., σ. 55: «όπως ο πλάστης της Παπαδιαμάντης έτσι και ηΦραγκογιαννού είναι (και) άντρας –βιολογικά και κοινωνικά».66. Βλ. επίσης σ. 72: «ὅσον ἀφορᾷ τὸ στερφοβότανο, ὁ πνευματικὸς τῆς εἶχεν εἰπεῖπρὸ χρόνων ὅτι εἶναι μεγάλη ἁμαρτία», γεγονός βέβαια που δεν διαδραματίζει ανασταλτικόρόλο για την έκτρωση της Μαρούσας.67. Ανατρέχει μάλιστα και σε άλλο αντίστοιχο παράδειγμα κάποιου Αγίου πουπροστάτευσε το δολοφόνο του αδελφού του (βλ. σ. 151).


150Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήναΐσκο του Άη Γιάννη του Κρυφού, του αγίου που επικαλούνταν«ὅλοι ὅσοι εἶχον «κρυφὸν πόνον» ἢ κρυφὴν ἁμαρτίαν» (σ. 69)˙ επισημαίνεταιότι «προέκρινε τὸν ναὸν τὸν ἀλειτούργητον, ἀφοῦ καὶεἰς τὴν ἐνοριακὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐσύχναζεν ὅλην τὴν σαρακοστήν,ἐτόλμα μόνον να εἰσέρχεται μᾶλλον εἰς τὸν νάρθηκα, ὄπισθεν τοῦἑνὸς φύλλου τῆς γυναικείας πύλης, τοῦ κλεισμένου μὲ τὸν σύρτην -ὡςνὰ ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ εἶν’ ἑτοίμη πρὸς φυγήν, ἅμα τὴν ἐδίωκέτις (…) ἐφοβεῖτο τὸν Ἀρχάγγελον, τὸν ἀγριωπόν, ὅστις ἦτο ζωγραφισμένοςμεγαλωστὶ ἐπὶ τῆς βορείας πύλης τοῦ ναοῦ, μὲ τὴν ρομφαίαντου τὴν φλογίνην εἰς τὴν χεῖρα» (σ. 70) 68 . Από τον Άη Γιάννη ζητάένα «σημεῖο» (ό.π.) ότι ο φόνος της εγγονής της αποτελούσε «σωστήενέργεια»˙ την αλήθεια ασφαλώς την κρύβει μέσα της, αφού«ἐντρέπετο νὰ βλέπῃ τὴν κόρην της, τὴν ∆ελχαρώ, καὶ ἀπέφευγε ν’ἀντικρύσῃ τὸ βλέμμα της» (σ. 66), ενώ σκέφτεται να κάνει «μιὰ καλὴπράξη, ἕνα ψυχικό, γιὰ νὰ γαληνιάσ’ ἡ ψυχή (της) κ’ ἡ καρδούλα(της)» (σ. 70). Η κατάσταση περιπλέκεται βέβαια όταν αντιμετωπίζειτο ενδεχόμενο να πνίξει τα δύο επόμενα θύματά της και σκέφτεται,«σχεδὸν ἀκουσίως» (σ. 73), ότι έχει μπροστά της το σημάδι που ζήτησεαπό τον Άη Γιάννη 69˙ μπροστά στην πτώση της Ξενούλας στοπηγάδι αναλογίζεται μάλιστα μήπως η εξέλιξη αυτή προέκυψε ωςαποτέλεσμα της προσευχής της «καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλῃ πλέονχεῖρας, ἀλλὰ μόνον ἤρκει νὰ ηὔχετο, καὶ ἡ εὐχή της εἰσηκούετο»(σ. 86). Όταν καταδιώκεται πλέον, ζητά τη συνδρομή της Παναγίαςπαραδεχόμενη εν μέρει μόνο την αμαρτία της, αφού διατηρεί τησκέψη ότι ενήργησε με γνώμονα το καλό 70 . Γενικότερα αναγνωρίζεταιη προφανής απόκλιση της Φραγκογιαννούς από τη θρησκεία,που επιτείνεται με τις παιδοκτονίες, ενώ γίνεται έκδηλη η προσπάθειάτης να ερμηνεύσει τους φόνους ως «θέλημα θεού».Τα νήματα περιπλέκονται περισσότερο στο ευριπίδειο δράμα˙στην τραγωδία άλλωστε δεν μπορεί ο θεατής ή ο αναγνώστης ναπροσδοκά πάντα –όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Ιλιάδα– τηνάμεση αναφορά στη θεία παρέμβαση, τη σαφή αποδοχή ή άρνησητης ανθρώπινης προσευχής από τους θεούς, αλλά οφείλει να ανιχνεύειστα δρώμενα τη σύγκλιση των θεών ή την απόρριψη από την68. Βλ. Ν. Πολίτη, ό.π., Α 372 αρ. 828, όπου περιγράφεται πώς δύο στρίγκλες φεύγουναπό την εκκλησία κάθε Κυριακή τη στιγμή που πρόκειται «να έβγουν τα άγια».69. Βλ. σ. 73.70. Βλ. επίσης σ. 103 όπου ανάλογη είναι η σκέψη που κάνει σχετικά με την έ-κτρωση της Μαρούσας.


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 151πλευρά τους των ανθρώπινων επιθυμιών 71 . Στην περίπτωση της Μήδειαςέχουν εκφραστεί αντικρουόμενες απόψεις επαληθεύοντας τηνάποψη του Mastronarde 72 ότι στο συγκεκριμένο δράμα ο δημιουργόςεπιτρέπει στο κοινό να επιλέξει είτε την παρουσία είτε την αποχήτων θεών. Σημαντική υπήρξε προς την πρώτη κατεύθυνση η συμβολήτου Kovaks 73 , ο οποίος υποστήριξε ότι ο ∆ίας ή οι θεοί γενικά τιμωρούντον Ιάσονα μέσω της δράσης της Μήδειας, ενώ ταυτόχρονα τιμωρούνκαι την ηρωίδα για τον φόνο του αδελφού της. Υιοθετώνταςτη θεώρηση αυτή ο Wildberg 74 προσδίδει έμφαση στη θεϊκή διάστασητης πλοκής. ∆ιαμετρικά αντίθετη υπήρξε η άποψη της Easterling 75 ότι«δεν δημιουργείται (στο έργο) η αίσθηση θεϊκής υποκίνησης ή συναίνεσηςή ελέγχου» και ότι η θεϊκή καταγωγή της πρωταγωνίστριας«δεν έχει θεολογική σημασία», καθώς η λειτουργία του μυθολογικούαυτού στοιχείου περιορίζεται στην υπογράμμιση της ηρωικής ταυτότηταςτης Μήδειας και στην προετοιμασία της Εξόδου. Ο Mastronarde76 σε άλλο σημείο της Εισαγωγής του ακολουθεί τη μέση οδόπροσδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προσωπική ευθύνη και τον ανθρώπινοπαράγοντα στο πλαίσιο πάντως ενός κόσμου που δεν λειτουργείχωρίς τους θεούς.Ειδικότερα, στο δράμα γίνεται λόγος αόριστα για τον ρόλο πουδιαδραματίζει η ἄτη 77 , είναι συχνές οι αναφορές σε δεύτερο και σε71. Βλ. ενδεικτικά J. D. Mikalson, «Unanswered prayers in Greek Tragedy», JHS109 (1989) 95.72. D. J. Mastronarde, ό.π., σ. 32.73. D. Kovaks, ό.π., σσ. 45-70. Βλ. την ενδιαφέρουσα παρατήρηση του B. M. W.Knox, «The Medea of Euripides», στο: Word and Action, Βαλτιμόρη: The Johns HopkinsUniversity Press 1979 [1977], σ. 301: «Όλοι οι σοφόκλειοι ήρωες αισθάνονται κάποιαστιγμή εγκαταλελειμμένοι από θεούς και ανθρώπους (…). Ωστόσο η Μήδεια από τηνπρώτη της εμφάνιση δεν έχει αμφιβολία ότι οι θεοί υποστηρίζουν τον σκοπό της».74. C. Wildberg, Hyperesie und Epiphanie. Ein Versuch Ueber die Bedeutung derGoetter in den Dramen des Euripides, Zetemata 109, Μόναχο 2002, σσ. 50 κ.ε.75. P. E. Easterling, ό.π., σ. 187.76. D. J. Mastronarde, ό.π., σσ. 32 κ.ε.77. Όταν η Μήδεια, για παράδειγμα, καταριέται τον δόμον του συζύγου της (στ.112-114), η Τροφός σχολιάζει με τη γνώμην: τῶν γὰρ μετρίων πρῶτα μὲν εἰπεῖν/τοὔνομα νικᾶι, χρῆσθαί τε μακρῶι/ λῶιστα βροτοῖσιν˙ τὰ δ’ ὑπερβάλλοντ’/ οὐδένακαιρὸν δύναται θνητοῖς,/ μείζους δ᾽ ἄτας, ὅταν ὀργισθῆι/ δαίμων οἴκοις, ἀπέδωκεν (στ.125-130). Μόλις ο Κρέοντας από την άλλη ανακοινώνει την ποινή της εξορίας στην η-ρωίδα, αυτή αντιδρά σχεδόν θρηνητικά κάνοντας λόγο μεταξύ των άλλων και για τηναδυναμία της να ξεφύγει εύκολα από την άτη: αἰαῖ· πανώλης ἡ τάλαιν᾽ ἀπόλλυμαι·/ἐχθροὶ γὰρ ἐξιᾶσι πάντα δὴ κάλων,/ κοὐκ ἔστιν ἄτης εὐπρόσοιστος ἔκβασις (στ. 277-279), βλ. επίσης στ. 362-363.


152Ελένη Χ. Χατζημαυρουδήτρίτο πρόσωπο στους θεούς, ενώ η μοναδική φορά που παρουσιάζεταιάμεσα η θεία παρέμβαση συμπίπτει με την εμφάνιση όχι του θεούΉλιου αλλά του άρματός του πάνω στο οποίο εμφανίζεται η Μήδειακατά την Έξοδο 78 . Ωστόσο ο βαθμός της δικής της ευθύνης για τηνταλαιπωρία που υφίσταται στην Κόρινθο δεν είναι ασήμαντος. Στομυθολογικό παρελθόν, που καθίσταται γνωστό στην πορεία τουδράματος, εξαιτίας του έρωτά της για τον Ιάσονα, πρόδωσε πατρώοοίκο και πατρίδα φτάνοντας ακόμη και στο έγκλημα μέσω του φόνουτου Άψυρτου 79˙ στη συνέχεια ακολουθώντας τον αρχηγό τωνΑργοναυτών στην Ιωλκό και προκειμένου να τον ενισχύσει, εξαπάτησετις Πελιάδες οδηγώντας τες στον ακούσιο φόνο του πατέρατους. Η δράση της ηρωίδας δεν διαφέρει από τη «συνήθη» δράσημιας ερωτευμένης γυναίκας –με έκδηλο όμως το στοιχείο της κλιμάκωσηςκαι της υπερβολής: έρχεται σε σύγκρουση με την πατρική τηςοικογένεια, προκειμένου να ενωθεί με τον μελλοντικό της σύζυγο˙συντάσσεται μαζί του εναντίον των εχθρών του. Έτσι όμως οι ενέργειέςτης ανοίγουν τον δρόμο για την άφιξη στην Κόρινθο, όπου οΙάσονας ζητά πρόσβαση στον βασιλικό οίκο, με τον ίδιο τρόπο πουενήργησε στην Κολχίδα και εξαιτίας του αποκλεισμού του από τηνεξουσία στην Ιωλκό˙ όπως επισημαίνει και ο ίδιος: τι τοῦδ’ ἂν εὕρημ’ηὗρον εὐτυχέστερον/ ἢ παῖδα γῆμαι βασιλέως φυγὰς γεγώς; (στ. 553-554).Η ευθύνη για όσα δεινά υφίσταται η Μήδεια στην Κόρινθο βαραίνειπερισσότερο την ίδια και δεν παραπέμπει σε θεία παρέμβαση˙παράλληλα το τίμημα που έχει καταβάλει για την ένωσή της με τονΙάσονα αυξάνει τον φρενοβαρῆ/ χόλον της (σε ονομ., στ. 1264 κ.ε.)στο δραματικό παρόν εναντίον του. Οι αμφισημίες που δημιουργούνταιοφείλονται στο γεγονός ότι προβάλλεται κυρίως στο δράμα τοσφάλμα του πρώην συζύγου της και οι συνέπειες που υφίσταται οτελευταίος. Η ηρωίδα παρουσιάζεται στο προσκήνιο ως τιμωρός του78. Η παρουσία του οχήματος προϋποθέτει βέβαια την ύπαρξη του θεού και επαληθεύειτην άποψη του D. J. Mastronarde, ό.π., σσ. 32 κ.ε. ότι στο δράμα προσδίδεταιέμφαση στον άνθρωπο, χωρίς όμως να ακυρώνεται η παρουσία των θεών.79. Ο ίδιος ο Ιάσονας αναγνωρίζει στην Έξοδο το βάρος του φόνου του Άψυρτου(ἐγὼ δὲ νῦν φρονῶ, τότ’ οὐ φρονῶν, στ. 1329), παρόλο που αποσιωπά και σε αυτήν τηνπερίπτωση τη δική του εμπλοκή και ευθύνη: τὸν σὸν δ’ ἀλάστορ’ εἰς ἔμ’ ἔσκηψαν θεοί ˙/κτανοῦσα γὰρ δὴ σὸν κάσιν παρέστιον/ τὸ καλλίπρωιρον εἰσέβης Ἀργοῦς σκάφος (στ.1333-1335). Η ειρωνεία είναι ότι οι συγκεκριμένοι στίχοι «προδιαγράφουν» τη μελλοντικήδράση της ηρωίδας στην Αθήνα, αφού ο Αιγέας έχει ήδη δεσμευτεί με όρκο να τηςπαράσχει άσυλο, μόλις η ίδια έχει σκοτώσει τα παιδιά της.


Η Μήδεια του Ευριπίδη και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη 155πώς την τομή στο μυθολογικό της βίο και την έναρξη, μετά τον τερματισμότης συζυγίας της με τον Αισωνίδη, μιας πορείας που θα τηνεπαναφέρει στην Ανατολή. Σε δεύτερο επίπεδο διακρίνονται βέβαιαστο δράμα αδιέξοδα που δημιουργούνται στο πλαίσιο ενός αποδεκτούκοινωνικού «θεσμού», του παραδοσιακού μύθου, καθώς η παραδοσιακή«γυναίκα-βοηθός», που συμβάλλει στην επιτυχή ολοκλήρωσημιας πανελλήνιας εκστρατείας, αποδεικνύεται η πιο «ικανή»«γυναίκα-τιμωρός».Η Χαδούλα αντίθετα δεν έχει ζήσει καμιά έντονη ερωτική σχέση˙πιέζεται σε όλη της τη ζωή και παρά τον ανδροπρεπή της χαρακτήραμονίμως υπηρετεί κάποιους. Στο τέλος της ζωής της παρακολουθείτη δυνατότητα ανανέωσης του κύκλου αυτού με τη συνονόματηεγγονή της και τρομοκρατείται με την ιδέα ότι θα περάσουν κιάλλοι τα βάσανά της. Βάσει της «κοσμοθεωρίας» της δεν επιθυμεί ναβλάψει, αλλά να «ελαφρύνει» μερικώς την κοινωνία, να την «υπηρετήσει»,με τους φόνους που διαπράττει. Επιχειρεί γενικότερα να διακόψειτην αναμενόμενη «γραμμική» πορεία του κοινωνικού βίου περιορίζονταςτον αριθμό των κοριτσιών. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεταιένα κοινωνικό πρόβλημα που δεν μπορεί ασφαλώς να επιλυθείμε τις φονικές πράξεις της. Ο θάνατος που σκορπά κατ’ επανάληψηκαι τελικά υφίσταται μέσω του πνιγμού καθίσταται συμβολικός,αφού συμφωνεί απόλυτα με τη ζωή που έζησε. Με τη δική της«αυτοκτονία» κλείνει ουσιαστικά ένας κύκλος που ξεκίνησε με τονπνιγμό της συνονόματης εγγονής της και περιλαμβάνει την «(αντι)κοινωνικήδράση» της.

More magazines by this user
Similar magazines