Υποσχέσεις του Φθινοπώρου - eBooks4Greeks.gr

ebooks4greeks.gr

Υποσχέσεις του Φθινοπώρου - eBooks4Greeks.gr

Ιωάννης ΣσιουράκηςΤποσχέσειςτουΥθινοπώρουΘεσσαλονίκη 2010


Τποσχέσεις του Υθινοπώρου


Τποσχέσεις του ΥθινοπώρουΕπιμέλεια: Ιωάννης ΣσιουράκηςCopyright: Ιωάννης Σσιουράκης, Θεσσαλονίκη 2010ηλεκτρονική διεύθυνση: http://hxosplagiosmonos.blogspot.come-mail: ioannis_t@yahoo.grISBN: 978 – 960 – 92865 – 0 – 3Σο παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ΕλληνικήςΝομοθεσίας ((Ν.2121/1993, άρθρο 51, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύεισήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις Βέρνης – Παρισιού, που κυρώθηκε με τον Ν.100/1975 περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως άνευ γραπτήςάδειας του εκδότη η κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ήάλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός,μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η ενγένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.


Ιωάννης ΣσιουράκηςΤποσχέσεις του ΥθινοπώρουΘεσσαλονίκη 2010


ΣΟΤ ΙΔΙΟΤΒιβλία:Ήχος Πλάγιος. Μόνος…, ποίηση, εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, 2008τον χτύπο επάνω της καρδιάς, ποίηση, ιδ. έκδοση εκτός εμπορίου, 2010Σα γράμματα της Τβόννης, νουβέλα, εκδόσεις Δρόμων, 2010e-book:Αίθουσα αναμονής – Εισιτήρια, , ποίηση, ιδ. έκδοση εκτός εμπορίου, 2010Ήχος Πλάγιος. Μόνος… γραφή δεύτερη, ποίηση ιδ. έκδοση εκτός εμπορίου, 2010Τποσχέσεις του Υθινοπώρου, ποίηση, ιδ. έκδοση εκτός εμπορίου, 2010


στη Νίκη


ΤπόκλισηΘέλωτα γόνατα σου να φιλήσωγιατί γονατιστόςτραβάει κανείς στον έρωτακ’ υποκλίνεται.[11]


Γυναίκα πανσέληνηΑγκαλιάζω τα δειλινάπου κρύβουν εντός τους το βάδισμα σουγυναίκα πανσέληνηκάποιου φεγγαριού ψιθύρισμα στις καλαμιές τις λίμνηςτο χαμόγελο σουγυναίκα των νερών που τραγουδούνκαι των βημάτων που σπαρταρούν ανάμεσα στα κύματαπριν τρέξουν να μπερδευτούν σε μια αγκαλιάαγκαλιάζω τα μάτια τα γιορτινάαγκαλιάζω τη σιωπή και τη φωνή τουςγυναίκα πανσέληνητο χρώμα που τύλιξες το τελευταίο του ήλιουκι έφτιαξες ρούχο βραδινό να το φορέσειςσ’ ένα περίπατο καλοκαιριούστην αγκαλιά μου.Ι[12]


ΙΙΚοιτάζω τα φεγγάρια στα μάτια σουγυναίκα καλοκαιρινήπως σμίγουν το πριν με το μετάτο σήμερα με το αύριο πως κάνουν ένακοιτάζω τα λιμάνιαόχι που πίσω τους άφησαν τα χρόνιαμα εκείνα που θα ταξιδέψουντα χέρια και τα μάτια που θ’ αγγίξουντους καβοδέτες τους αρμυρισμένουςγυναίκα θαλασσινήπου χάραξες με διαβήτη την πορείακι ανοίγεται το καράβι στα πελάγη.[13]


ΙΙΙΓυναίκα της φωτιάςπου λίκνισες τούτο το κορμί το αληθινόστα ξύλινα στηρίγματα της νύχταςκαι φώτισε η πλάσηγυναίκα της φωτιάςπου άπλωσες τα χέριαπόθους να συδαυλίσεις πυρωμένους στα στήθηκαι ράγισες στα δύο την πέτρα που πατώ.Γυναίκαπου λίμνασες πάνω στα χείλη το φιλίκι έπειτα το ταξίδεψες στο σώμανύχτα και μέρα κάνοντας έναμπερδεύοντας τη λογική με το παράλογοπάνω στα σεντόνια της ψυχής μου.[14]


Παλιά γραφήε μια παλιά γραφή, οι λέξεις«δε θα ‘ρθει», λέγανε στους περαστικούςκαι να που τώραφανερώνεσαι πριν το φως του ήλιουκαι ξημερώνεις την ψυχή μου.[15]


τέκει ολόρθη η ρώγασταφυλιού θαρρείςγια να την τραγανίσωσε μια στιγμή αιωνιότητας…Ρώγα σταφυλιού[16]


Παλιά αίγληΠριν ξημερώσει κατηφορίζειςαπ’ το κόκκινο του ουρανού φεγγάριβαστώντας τα όνειρά μουαπαλάσυντροφευμένα από εσέναχαμογελαστάκι απ’ το απέναντι παράθυροκοιτάζουν τα περασμένα χρόνιατα λυπημένακαθώς το παιδίμε χρώματα αχνά ζωγραφίζειτην αίσθηση τουςσε χαρτί λεπτόφθείροντας έτσι την παλιά τους αίγλη.[17]


Πότε όστρια, πότε σιρόκοςτον άνεμο αφήνω λόγια που χορεύουνπότε όστρια, πότε σιρόκοςζαλίζουν τα σημεία στίξης και τ’ αφήνουνστα πόδια προτάσεων παλιώνπου ξέμαθαν πια να περπατάνεστα υγρά του φθινοπώρου μάτια μουνα πάρουν μουσική οι λέξειςαπό εκείνον τον ήχο τον παράξενοτου βιολιού μέσα απ’ το κύμαπριν βρουν στην αγκαλιά σου απάγκιο.[18]


«Είναι ο έρωτας που τριγυρνάπάνω στα χείλη τα διψασμένα»μου λεςΟ έρωτας που τριγυρνάκ’ είναι η χώρα η μακρινήπου γύρεψα κάποτε να ταξιδέψωπου στρώνεταιχαλί παχύκάτω απ’ τα πόδια μου τα κουρασμένα…[19]


Σα μονοπάτια του φεγγαριούΥωνάζει τ’ όνομα σου απόψε το φεγγάριστα μονοπάτια του τα φωτισμένακαι στις κρυφές του τις στοές.Κι έχουν οι άνθρωποι σωπάσει στους δρόμουςέπαψαν οι κόρνες να μονολογούν το πένθιμο τους παραμύθιένα λευκό πουλί μονάχασα περιστέρι πουλίαφήνει κάτου απ’ τα φτερά τουσκόνη χρυσή καθώς πετάειόπως τα λόγια μουπου χαμογελούνκαθώς για εσένα μιλούνε.[20]


Ανθάκια μυγδαλιάςΈτσι όπως παίρνει τα δάκρυα ο άνεμος καμιά φοράαπό τα μάτια στο χώμαέτσι τ’ ανθάκια τα μικρά της μυγδαλιάςαφήνει στα μαλλιά σουστολίδια μικρά με το πρώτο της μέρας χρώμα.[21]


Μόνο που τώραΜόνο που τώρα, μονάζω στον δικό σου έρωταχρόνο δεν επιτρέπω να χαθεί σε πράγματα άλλακι όταν νυχτώνει, λιτανεύω το φιλί σου.[22]


Πώς να εξηγήσω τη φυγήΣώραπώς να εξηγήσω τη φυγήπου πρέπει απόψε να τελέσωπώς να σταθώκάτω απ’ τα βλέφαρα τα δακρυσμένατα δικά σουκαι τα δικά μουπως να σωπάσω τη φωνήπου μου φωνάζει «Μη»;[23]


Είναι που κάθε βράδυΕίναι που κάθε βράδυπροσκυνώ το ναό της ψυχής σουκι αποτάσσω από μέσα μου την αμαρτία.[24]


Οι παλμοί που με διαπερνούνΠλάι σου κουρνιάζωνεογέννητος καθώς είμαιβάζω το χέρι επάνω στην κοιλιάνιώθω τους παλμούς να με διαπερνούνγίνονται και δικοί μου παλμοίγίνονται και δικοί μου λυγμοίκαθώς νυχτώνεικαι σκοτεινιάζουν οι γωνιές μες στο σπίτι…[25]


Γίνονται οι ευχές σουδάκρυα βροχής μέσα στη νύχταλουλούδια κόκκινα κι αρώματαυγρά φιλιά πάνω στα στήθηπου σε γυρεύουν…Ευχές[26]


Τποσχέσεις του ΥθινοπώρουΑγαπώ τους μήνες που περνούντις υποσχέσεις του Υθινοπώρουπου δεν έφθειρε ο άνεμοςτα παιγνίδια τα παιδικάτα πεσμένα στο χώμα φύλλατα πέδιλα του καλοκαιριούτα ξεχασμένα στη ντουλάπατις σημειώσεις που κιτρίνισε ο ήλιοςτα πινέλα που αφήσαμε στο νέφτιαπό το βάψιμο του κάγκελου στο μπαλκόνιτις φωτογραφίες με τα χαμόγελαπου τόσο πλατιά απλώθηκανκι αφέθηκαν να ταξιδέψουν στη μνήμητα βότσαλα του βυθούστο μαρμάρινο πάσο της κουζίναςτα μάτια σου αγαπώπου συδαυλίζουν τις φωτιές στα στήθη μουκι ακούγονται τριγύρω τους τραγούδια καλοκαιρινάκαι μελωδίες αστεριώνπου δε χαθήκανε στο πρώτο φως της μέραςκι όταν ξαπλώνωέρχονται και με σκεπάζουνμε το λαμπερό τους γέμισμαστου φεγγαριού το σώμαπου αφήνει το φιλιά σου στο κορμί μου[27]


Βλέπω την αγάπη σου που ανθίζειΒλέπω την αγάπη σου που ανθίζειστην πέτρα επάνω και στη θάλασσακαι στου βουνού τη ρίζα την υγρήαπό του ποταμού του χορευτή το γύρισμασπίτι ζεστό να υψώνειςγια τη ζωή που ονειρευθήκαμε.Κι εγώ, ένας μικρούλης ήλιοςτόπι στα πόδια των παιδιώναπ’ την αυγή ως το σούρουπογέλια να βγάζω στην αυλήκαι να φυτεύω φως και άνθη λουλουδιώνστα μακριά σου τα μαλλιά.[28]


Πατρικό σπίτιΥέρνω στη μνήμητα παιδικά σου γέλιακαι τα παιγνίδια του καλοκαιριούπου μου εμπιστεύθηκες πλάι στο κύμα.Σο πέτρινο πατρικό σου σπίτιτο κοριτσίστικο δωμάτιοτο κουζινάκι της αυλήςτον γκρίζο μεγάλο γάτοτις μπούκλες τις φουντωτές σου.Καπνίζει πάντα το τζάκι του σπιτιούόλο χαμόγελα και φωτεινές αγκαλιέςστέκουμαι στην είσοδο της αυλής πριν μπω.Προσεύχομαι.Είναι το σπίτι που μεγάλωσες…[29]


Σο τραγούδι των παιδιώνΈφερε ο άνεμος μια σου εικόνα εδώγέμισε χαρά ο τόποςσα το τραγούδι των παιδιώνόταν χαρίζουνε τη μέρα στο παιγνίδι.[30]


Απομεσήμερα μάτιαΑυτά τα μάτια σου τ’ απομεσήμεραπως με κοιτάζουν τόσο φωτισμέναόταν θλιμμένος από τραβιέμαι στην γωνιάκι αφήνουνε ελεύθερα να μ’ αγκαλιάσουνχιλιάδες χρώματα και μουσικέςκαι νανουρίζομαι παιδί μικρό στην αγκαλιά σου.[31]


Θέλω για επαναστάσεις να γράψωΘέλω για επαναστάσεις να γράψωΚαι πάντα τα γράμματα σχηματίζουντη λέξη "σ’ αγαπώ"…[32]


Σο πηγάδιΆκουσα την ηχώ μου στο πηγάδιέφερε πίσω το «σ’ αγαπώ»μόνο που είχε ντυθεί το άρωμα σουκ’ είχε το τσιμπιδάκι των μαλλιώνπου έχασες προχθέςστο απογευματινό μας το παιγνίδιπλάι στο πηγάδιόπως έβγαζα νερό με τον κουβάκι έριχνα μικρές γουλιέςστο κλείσιμο των μοιρών σουάνοιγαν σιγά σιγάκι έτσι ντροπαλάκαι γέμιζε χρώματα ο ουρανός.[33]


Μέρες καλοκαιριούΑνθισμένο λουλούδι στα μαλλιάοι μέρες του καλοκαιριού που ζήσαμεκ’ οι νύχτες που σμίξαμεπάνω στο κύμα το ζεστόκι ονειρευθήκαμεγλυκό κρασί στα χείλη που μεθάεικαι τούτο το φθινόπωροστη μέθη πάνω του καλοκαιριού θα ξαποστάσεικαι θα αφεθείφυλλαράκι στον άνεμο για να μας ταξιδέψει[34]


Είναι τα βράδια που βυθίζομαιστο σώμα του πελάουκι όπως γυρίζωένα κογχύλι φέρνω μαγεμένοαπ’ τη φωνή σουπου έμαθε γλυκά να τραγουδάκαι να ονειρεύεται…Μαγεμένο κογχύλι[35]


Είναι ένα μέρος κρυφόΗ μικρή μας πόλη ντύνεται σιγά σιγά τα γιορτινά της κι εμείςχέρι χέρι πιασμένοι διασχίζουμε την παραλιακή.Μακεδονία Παλλάς, Λευκός Πύργος, Αριστοτέλους, Λαδάδικα.τις βιτρίνες κοιτάζω το πρόσωπο σου.Ήλιος του Μεσονυχτίου, κι όλα γύρω σου λάμπουν.Η λάμψη αυτή αγγίζει κι εμένα.Με ζεσταίνει.Πλησιάζουν Φριστούγεννα…Κι αλήθεια πώς να μετρήσω την φετινή μου ευτυχία;Επιστρέφουμε αγκαλιασμένοι.το δωμάτιο, εκτός από γλυκάθα μοιραστούμε αγκαλιές, φιλιά κι όνειρα.Θυμάσαι που βγάζουν όλα τούτα τα μικρά βαρκάκια;Είναι ένα μέρος κρυφό.Αν κλείσεις τα μάτια την είσοδο του θα δειςαν τ’ ανοίξεις εκείνο θα χαθεί.Μένουμε με τα μάτια κλειστά.Αγγίζουμε στα τυφλά ο ένας τον άλλον.κιρτούν αλλιώτικα τα σώματα, οι ψυχές.Κι εκείνο το πολύχρωμο Καρουζέλπίσω από τα μάτια τα κλειστά μαςέχει παιδιά γεμίσει και μουσικές…[39]


Πρέπει ο άνεμος να ‘σαιΠρέπει ο άνεμος να ‘σαι, μέσα σε τοσοδούλα δαχτυλήθραχώρεσες το δάχτυλο και κέντησες χρυσές κλωστές σε πανί λευκό.Κοιμούμαι ως αργά τα πρωινά.το κομοδίνο πλάι μου έχω μια μικρή σου φωτογραφία, μια καρδιάαρκουδάκι ξαπλωμένο και κλειδιά ενός σπιτιού που με περιμένει.Απόγευμα επιστρέφεις, η δουλειά δύσκολη, το ταξίδι μεγάλο.τέκουμαι στην είσοδο του σταθμού και σε περιμένω.Δε θέλω μόνη σου να επιστρέφεις.Κάποτε όμως δεν το μπορώ, λείπω στη δουλειά.Η σκέψη μου πάντα εκεί.τέκεσαι πλάι στον παππούλη με τα λαχεία.Σο φόρεμα σου εφηβικό, έτσι και η ψυχή σου.Περιμένεις το λεωφορείο.Σέσσερεις στάσεις και θα κατέβεις.Δεν ακούς τις συζητήσεις τριγύρωαπό τ’ ακουστικά σου βγαίνει μι’ απαλή μελωδία, σ’ αγκαλιάζει.Φαμογελάς, σιγοντάρεις τον καλλιτέχνη, κάποτε μελαγχολείς.Προχωράς χορευτάμοιάζεις με νεράιδα που γλιστρά στα νερά λίμνηςπου βούτηξε μέσα της ο απογευματινός ήλιος.Δε σου το πα ποτέ.Είχες προπορευθεί κάποια στιγμή που κατεβήκαμε στο σταθμό.Κατάλαβες πως έμεινα πίσω.Έστρεψες το κεφάλι.Φαμογέλασες.Μου ταίριαξες τότε τη μορφή σου μ’ εκείνες των νεραϊδώνκαι δεν ήταν γι’ αυτόμα από τότε κάθε που σε κοιτάζω μου μοιάζεις νεράιδα.Έχεις την τσάντα περασμένη στον ώμο.Κοντοστέκεσαι, για λίγο ψάχνεις τα κλειδιά.Σα βρίσκεις.[40]


Ξεκλειδώνεις την είσοδο, κλειδώνεις εκ νέουέπειτα το ίδιο στη φωλιά σου.τη φωλιά μας.Κάτι άνετο φοράς, κάτι απλό και κάθεσαι στο κρεβάτι.Με παίρνεις στο τηλέφωνο, μα εγώέχω όλη τούτη τη σκηνή δει κι ας μας χωρίζουν χιλιόμετρα.Μιλούμε.Λίγο ή πολύ δεν ξέρω να πωνιώθω πάντοτε πως είναι λίγο, πολύ λίγο.Ξαπλώνω και σου γράφω.Μοιάζουν να μην έχουν τέλος οι λέξεις κι απόψε.Θα κοιμηθώ και θα χω τυλιγμένο το μαξιλάρι στην αγκαλιά μου.Έχει το άγγιγμα σου.Σην ανάσα.Σο άρωμα……όπως και η ψυχή μου…[41]


Έχω μια εικόνα για εσένα φυλάξειΕίναι παράξενο όταν βρέχει τα καλοκαίρια.Νοτίζουν οι εικόνες που έκλεισαν εντός τους τα μάτια,τα πέλματα καθώς αγγίζουν το πάτωμα, τα όνειρα, τα λόγια…Μόνο τα φιλιά έτσι καθώς περισσότερο υγραίνονται νοστιμεύουντις αισθήσεις κυκλώνουντις παρασέρνουν οι σταγόνες στον όμορφο τους χορό.Έχω μια εικόνα για εσένα φυλάξει.Λίγα κρινολούλουδα, βαρκάκι μικρόμια λίμνη παραδομένη στην απλότητατην γαλήνη και την μαγεία του απογευματινού ήλιου.Έχεις ντυθεί το λευκό σου φόρεμακατεβαίνοντας για τον μόλο βαστάς στο χέρι τα παπούτσια.Δε σε γνοιάζει που βαδίζεις ξυπόλυτη, αντίθετα το διασκεδάζεις.Φαμογελάς.τέκουμαι συγκρατώντας μετά βίας, κοιτάζοντας σε, το κουπίέχοντας το άλλο αφήσει δευτερόλεπτα πριν στο ξύλινο σκαρί.Ζωγραφίζω στον μέσα μου καμβά κάθε σου κίνηση, κάθε φιγούραχορευτική του φορέματος, κάθε σου λέξη.Ζωγραφίζονται και οι λέξεις κάποτε…ε πιάνω από το χέρι.Περνάς προσεκτικά μέσα στην βάρκα.Κάθεσαι.Με τα κρινολούλουδα στα χέρια και πίσω σουν’ απλώνεται η λίμνη, μοιάζεις μορφή αναγεννησιακή.Καθώς ανοιγόμαστε στο νερό σου μιλώ για το φεγγάριπριν ακόμα εκείνο βγει, με στίχους της στιγμήςπου ένας ένας θα χαθούν στον απαλό κυματισμό.Απλώνω το χέρι, το δικό σου εσύ.Αγγιζόμαστε κάπου μεταξύ τροπόσφαιρας και στρατόσφαιραςμεταξύ Βόρειου και Νότιου τροπικού κύκλου…[42]


Μιλούν τα βλέμματα.Λένε άλλα από εκείνα που λένε τα χείλη.«’ αγαπώ» ψιθυρίζουν.Υωνάζουν «’ αγαπώ, και θα μπορούσα τον ήλιο να σβήσω στα πόδιασου.Κι ο ήλιος, πήρε να κρύβει σιγά σιγά το πρόσωπο του στα νερά πουβούτηξες λίγο πριν να δροσίσεις τα πόδια σου.[43]


Έχω χαθεί στα κύματα των μαλλιών σουΦαράματα είναι κι έχω χαθεί στα κύματα των μαλλιών σου.Σούτη η θάλασσα η πρωινή μ’ έχει τυλίξει.Έξω απ’ αυτή πέφτει μια βροχή παγωμένημέσα της, δύο χέρια ζεστά μ’ αγκαλιάζουν.Αφήνομαι, κι έχω μάτια κλειστά.Αφήνομαι, κι όλα τριγύρω μοιάζουν με παραμύθι θαλασσινό.Βυθίζομαι ολοένα στα βαθιά νερά.Μια γοργόνα μ’ ένα κλεφτοφάναρο πλησιάζεικαι με παίρνει από το χέρι.Πια δεν είναι σκοτάδι τριγύρω.Μπαίνουμε στην αυλή κάποιου μεγάλου σπιτιού.Πρέπει να είναι το δικό της.Σο τραπέζι είναι στρωμένο.- Κάθισε μου λέει.Από ευγένεια της ζητώ πρώτη εκείνη να καθίσει.- ε περίμενα, συνέχισε την κουβέντα της, κι όλα ετούτα για εσένααπό καιρό τα ετοίμαζα.Σης έβαλα ένα μετάξινο μαντίλι στον λαιμό.Άπλωσα τους λίγους αστερίες που μάζεψα όσο στεκόμουν μόνος στοδωμάτιο.Εκείνοι, σαν την είδαν με μιας χαμογέλασαν.Υώτισε το δωμάτιο.Φαμογέλασε εκείνη, φώτισε η ψυχή της.Η δική μου ακολούθησε το φως που είχε απέναντι της.Δε θέλησα να μιλήσω.Με το μελάνι μιας σουπιάς έγραψα κάτι πάνω στον βράχο.«Ση θάλασσα την πιο μεγάλη την βλέπω μέσα στα μάτια σου»Άφησε το βλέμμα το παραξενεμένο στα μάτια μου.[44]


- Όταν έχουμε το βλέμμα ενός ανθρώπου ιδιαίτερου απέναντι στοδικό μας άλλο δε μένει να κάνουμε από το να ταξιδέψουμε εντόςτου.Κι εμένα μου αρέσουν τα ταξίδια τα θαλασσινά.Για τούτο είναι θάλασσες στην ψυχή μου τα μάτια σου.Φαμογέλασε ξανά.Ντράπηκαν τ’ αστέρια τα θαλασσινά για το ελάχιστό τους φως πουχάθηκε στη λάμψη που φανέρωσαν τα χείλη της.Ένα στρείδι μεγάλο άνοιξε την αγκαλιά του κι εμείς, αγκαλιασμένοιχωθήκαμε εκεί μέσα…Βυθίζομαι ολοένα μέσα σου.Κι έξω πιθανό πάλι να βρέξει.Ας ήταν τουλάχιστον στην βροχή να άφηνα δύο λέξεις γραμμένες σελευκό πανί και να ‘ξερα πως το καράβι θα βγάλει στην αγκαλιάσου…[45]


Παρασκευή είναιΠαρασκευή είναι, περιμένω το λεωφορείο της γραμμής.Γιατί άραγε πάντα αργεί όταν το περιμένω;Έχω τόσον καιρό να σε δω, νιώθω πως ξεχνώ το πρόσωπο σου.Σα βράδια όμως επιστρέφεις, τρυπώνεις στα όνειρά μου.ιωπάς.Ξαπλώνεις στο σχήμα του κορμιού μου.Γινόμαστε ένα.Σα δάχτυλα μας τυλίγονται, παίρνουν ένα πινέλο,ζωγραφίζουν όνειρα,της καρδιάς μας το χτύπημα το φθινοπωρινό..Σο ρεύμα σου με διαπερνά.Δεν προσπαθώ από κάτι να σωθώ για τούτο αφήνομαι.Έχω τριαντάφυλλα αγοράσει, κόκκινο,κήπος να μοιάζει το σπίτι μας.Δύο αστέρια αν είχα θα έμοιαζε ουρανός το ταβάνι..Θ’ ανοίξω το κρασί σε λίγο.Σα κεριά θα ανάψω για να ‘ρθεις…[46]


Διψασμένα για το φιλί χείληΣούτη η βροχήκυλάει πάνω στα διψασμένα για το φιλί σου χείλη μου.Νιώθω τις αποστάσεις να μικραίνουνπιο κοντά να έρχονται οι σκέψεις και τα όνειρά μου εκείμαξιλάρι στα δικά σου.Ξυπνάς με μικρά γουργουρητάβγαίνουν έπειτα χαμογελαστές οι λέξειςχαρούμενα βλέμματα μου αφήνεις κι εγώ τ’ απορροφώ.Σοσοδούλι σφουγγαράκι γίνομαιν’ απορροφώ του κορμιού σου το άρωμα, την κίνηση, την δίψα.Διψούμε και οι δύο.Ο ένας για τον άλλο.Ο ένας τη δίψα του άλλου να ξεδιψάσει…[47]


Λιποτάκτης θα γίνωτην πολιτεία ξημερώνει σιγά σιγά κι εγώετοιμάζομαι για τη δουλειά.Μ’ απόψε λέω να δραπετεύσωνα σηκώσω πανιά και να ‘ρθω να σε βρω.Αδικαιολογήτως απών θα γράψουν στις αναφορές.Λιποτάκτης θα γίνω.Λιποτάκτης για τη δική σου αγάπη.[48]


Απόψε ακούω μόνο τη φωνή σουΑπόψε ακούω μόνο τη φωνή σουπως τραγουδάει κάτου απ’ το κόκκινο φεγγάριπως ψιθυρίζει λόγια μυστικάπως νανουρίζει στη μεγάλη θάλασσα όσα ζήσαμε.Κι ήταντα χέρια τα δικά μου που βαστούσανένα ποτήρι με κρασί στα χείλη σου να φέρουνκ’ ήταντα χέρια τα δικά σου που βαστούσανένα ποτήρι με κρασί στα χείλη μου να φέρουν.Μεταλαμβάνοντας τον έρωταμεταλαμβάνοντας το ρίγος ενός ξυπνήματος πρωινούενός αγγίγματοςενός φιλιού.Μ’ απόψεπίσω επιστρέφουν όσα ήρθανγια να ‘ρθουν πάλικαιρό μετάντυμένα το μεταξωτό τους ρούχοπου δύο σταγόνες βρόχινες θα το μουσκέψουν…[49]


Δρομολόγια ριμέικΔύο κουβέντες στο τηλέφωνο για καληνύχτα.Η κούραση μας έχει τρυπήσει τα μηνίγγια.Πόσο θ’ αντέξουμε ακόμα;Η ανάγκη μας λέει πολύη επιθυμία περισσότεροη πραγματικότητα θα δείξει…Απόψε, λέω να φθάσω ως τα αστέριαλίγη από τα σκόνη τους να ρίξω να χρυσίσω τα χείλη σουονειρεύθηκα κάποτε βλέπεις να γίνω Μίδας.Ευτυχώς που δεν έγινα…Έτσι μπορώ να σε ξεκουράζω στιγμιαία έστωαπό την άκρη ενός τηλεφώνου.Να σου βάζω στο πλάι τα μαλλιά να φαίνεται το πρόσωπο σου.Να σε φιλώ, και να έχω την ευτυχία πως δεν θα σε χάσω…Απόψε λέω να σου πλέξω έναν ουρανό.Θα ‘χει εκείνα τα φώτα τα νυχτερινά του αναμμένα.Δρομολόγια ριμέικ πάνω απ’ την ψυχή μαςθα διαγράφουν αστέρια μικρά με ρίμελ στις βλεφαρίδεςκι άρωμα απαλό στο κορμί τους...Θα ευωδιάσει η νύχτα, θα το δεις…[50]


Απόψε πάλι με κατακλύζεις«Απόψε πάλι με κατακλύζεις.τρέφω το πρόσωπο μου στον καθρέφτη κι ότι κοιτάζω είσαι εσύ.Ότι ανασαίνω είσαι εσύ.Όπου υπάρχω…Θα μου πεις καληνύχτα.Σα χέρια θ’ απλώσω να πιάσω τη λέξητην αίσθηση της να έχω συντροφιά μέχρι το ξημέρωμα.Κι απόψε πάλι, θα τυλιχτούμε τις ανείπωτες λέξεις.Θα κλειστούμε, σ’ ένα δωμάτιο εσύ, σ’ εν’ άλλο εγώ.Ανήμποροι να κατανικήσουμε τις αποστάσεις.Για λίγο μόνο μας φέρνουν κοντά κάποια τρένα ή λεωφορεία…Για λίγο μας βάζουν μιαν ανάσα στο στήθοςκι έπειτα πάλι πίσω την παίρνουν.Απόψε πάλι, θα βυθιστούμε στην αίσθηση την καυτή της βραδιάςκαι σ’ ότι πίσω της άφησε η πανσέληνοςθα βαδίσουμε ως το ξημέρωμα…»[51]


Αφού κι απόψε μ’ αγαπάςΑγάπησε με απόψεδίχως υπόσχεση καμία στα χείληδίχως λέξεις, δίχως επιθυμίεςμ’ εκείνο μονάχα το χάδι των μικρών παιδιώνόταν ξυπνούν χαρούμενα την ώραπου μοιράζει χρώματα ο Θεός στη μέρακαι τρέχουν στο κρεβάτι να κουρνιάσουν πλάι ή ανάμεσα μας…Αγάπησε με απόψεμε την φρεσκάδα του ανέμου στα ψηλά βουνάμε την γλυκάδα της βροχής της απαλής στο πρόσωποστις μέρες του καλοκαιριού…Αγάπησε με απόψεκι ένα καράβι θα σου πλέξω με κογχύλια του βυθούνα σε ξανοίξω στα πελάγη…Αφού κι απόψε μ’ αγαπάςμε τούτο το φεγγάρι, το σχεδόν πανσέληνοθα σου φωτίσω μονοπάτια μικράπαραδομένα στην αγάπη του δάσους να περάσειςκαι στων πηγών το δροσερό νερό του στήθους σουνα γαληνέψεις την φωτιά.Κι εκεί, έτσι αναπάντεχα θαρρείςπάνω σε τούτο το κορμί το αληθινότα μάτια μου θα ιδρώνουνκαθώς τα δάχτυλα σμιλεύοντας το θα χορεύουνπότε σε λάβα πότε σε βροχή.Αφού κι απόψε μ’ αγαπάςθα μετοικίσω στα άκρα το πιο ερεθισμέναπου ταξιδεύουν τις αισθήσεις στο όνειρο κάθε φορά…[52]


Σο πλοίοΤπάρχει ένα πλοίο, δένει σε λιμάνι μικρό.Ξεκινά μονάχα για ένα ταξίδι.Σαξίδι που υποσχέθηκαν δύο να κάνουνμα μονάχα ο ένας έφθασε μέχρι εκεί.Σα σπίτια χαμηλά, όμορφα, γαλήνια.Σα μάτια κενά και μετέωρα πάνω από τις σκεπές τους.Δεν έχουν που να κοιτάξουν.Υεύγει πίσω το πλοίο.το λιμάνι κάποιοι ψαρεύουν αμέριμνα, όπως σε κάθε λιμάνι.Θυμούμαι πως κάποτε αγκίστρωσα το δάχτυλό μου, παιδί ήμουν.Πιο πολύ με πονά που ακόμα δεν έμαθα…Αγκιστρώνονται κάποτε κ’ οι ψυχές μας, όπως άλλοτε τα βήματα ήτα λόγια μας.Έτσι δεν είναι;Και πάντοτε πονάμε…[53]


Ο έρωτας στις αισθήσειςΒαδίζαμε δίχως λέξεις ανάμεσα στα χείλη, τα δάχτυλα μονάχα δεμένατων χεριών π’ ανάμεσα τους δρασκελούσαν μικρές, αθώες ακόμα,σταγόνες ιδρώτα.Μετρούσαμε την αγωνία στου στήθους το ρίγος.Σην ταραχή πάνω στα δάχτυλα.Σον έρωτα στις αισθήσεις.Εκείνον τον τελευταίο, πήραμε οδηγό.Εκείνον τον τελευταίο ήταν που ποθούσαμε απ’ όλα πιο πολύ.Ήταν εκείνος πάλι που μας έβγαλε στην όχθη την αντίπερα.Αφήσαμε ίχνη στην άμμο την νοτισμένη.Καλούπια σωμάτων πάνω στα ίχνη.Όνειρα πάνω στα σώματα…[54]


Φτύπα το νερό να κυματίσεικι όνειρο η νύχτα θα χαρίσει…Κοίταξες πως ταξιδεύουν τα φύλλα στο νερό;Βαρκάκια μοιάζουν, μ’ ανοιχτά τα μικρά τους πανιά, που ταξιδεύουν.Χτύπα το νερό να κυματίσεικι όνειρο η νύχτα θα χαρίσειστρώσε στρώμα στο φεγγάρινα φωτίσει σα φανάριΦορεύουν στις αχτίδες ανάμεσα του φεγγαριού απόψε, καθώς εκείνοξάπλωσε στον παχύ του ουρανό…Στήσανε χορό τα ξωτικάδώσαν στα παιδιά γλυκάξεχασθήκαν στην γλυκάδαβγήκ’ η νύχτα για βαρκάδαΜοιάζει παιδικού να είναι τραγουδιού η κίνησή τους…Ζάρι παίρνει, ζάρι ρίχνεικαι η νύχτα κάτι δείχνεικάποιος τραγουδά στο δάσοςκι ο τενόρος είναι μπάσος…κι εκείνο το τραγούδι φωνή βραχνή τ’ αφήνει ν’ ακουσθεί…Άραγε πώς να τραγουδά τους πόθους της η πλάση;[55]


Κοιμήσου εσύΚοιμήσου εσύκι εκεί που δεν τα καταφέρνεις για εσένα εγώ θα ονειρευθώ…Θα ρίξω στο γιαλό καράβια ξύλινα να φθάσουν στην ποδιά σουνα ξεκουράσουν τα πανιά τους στο χρώμα το λευκό της.Κι έτσι πως θα κινούν για τ’ ανοιχτά από το χέρι θα σ’ αρπάξουν.Κοιμήσου εσύκι έχω ένα όνειρο κρυμμένο στο μαξιλάρι σου από κάτου.α βάλεις το χέρι το κεφάλι ν' ακουμπήσεις θα το νιώσεις.Κοιμήσου εσύ.Κι έχω στις θάλασσες μιλήσει για να τραγουδούν.Κοιμήσου εσύ.Κι έχω στους ανέμους μιλήσει να γλυκάνουν το πέρασμα τους.τ’ αστέριαν’ απαλύνουν το σκοτάδι της νυχτιάς, κι εκείνηνα μη μιλείμόνο τη θάλασσα να συντροφεύει στο τραγούδι της…Κοιμήσου εσύνα γύρω κι εγώ στα γόνατα σου ν’ αποκοιμηθώ…[56]


Πρώτες ΔημοσιεύσειςΣα ποιήματα: Σο πηγάδι, Τπόκλιση, Παλιά γραφή, Ανθάκιαμυγδαλιάς, Σο τραγούδι των παιδιών δημοσιεύθηκαν στο λογοτεχνικόπεριοδικό Απόπλους Σεύχος 48, άμος, Άνοιξη Καλοκαίρι2010.


Ο Ιωάννης Σσιουράκης γεννήθηκε τον Οκτώβριοτου 1976 στο Koersel, μια μικρή πόλη στην ε-παρχία της Λιμβουργίας, στη Υλάνδρα τουγίου.Ήταν ακόμα σε πολύ μικρή ηλικία όταν η οικογένειατου επέστρεψε στην Ελλάδα.Μεγάλωσε στη πόλη της Θεσσαλονίκης όπου καιέζησε μέχρι το 2000 για να επιστρέψει και πάλιτο 2006.τα χρόνια της απουσίας του έζησε στην Κομοτηνή και τη άμο,από τις οποίες έφυγε πλημμυρισμένος εικόνες, αρώματα κι ανθρώπους.Από το 1999 ποιήματα του δημοσιεύονται στα έντυπα λογοτεχνικάπεριοδικά «Εξώπολις», «Απόπλους», «Ρωγμές» και «Πάροδος», στοηλεκτρονικό περιοδικό «τάχτες» όπως και στην ιστοσελίδα «Ανεμολόγιο».Έχει γράψει τραγούδια για το παιδικό Θέατρο.Έχουν δημοσιευθεί τα βιβλία του: «Ήχος Πλάγιος. Μόνος…»ποίηση 2008, «τον χτύπο επάνω της καρδιάς» ποίηση 2010,«Σα γράμματα της Τβόννης» νουβέλα 2010.Και τα e-book: «Αίθουσα αναμονής – Εισιτήρια» ποίηση 2010,«Ήχος Πλάγιος. Μόνος… γραφή δεύτερη» ποίηση 2010, «Τποσχέσειςτου Υθινοπώρου» ποίηση 2010.Από τον Απρίλιο του 2007, διατηρεί στο διαδίκτυο το ιστολόγιο«Ήχος Πλάγιος. Μόνος…».http://www.hxosplagiosmonos.blogspot.com


Πίνακας εξωφύλλου: Leonid Afremov (1955)New nude artwork


ISBN: 978 – 960 – 92865 – 0 – 3

More magazines by this user
Similar magazines