ΜΕ ΜΙΑΣ ΜΙΛΕΔΗΣ ΤΗ ΜΑΤΙΑ - eBooks4Greeks.gr

ebooks4greeks.gr

ΜΕ ΜΙΑΣ ΜΙΛΕΔΗΣ ΤΗ ΜΑΤΙΑ - eBooks4Greeks.gr

Ελένη ΣεμερτζίδουΜΕ ΜΙΑΣ ΜΙΛΕΔΗΣ ΤΗ ΜΑΤΙΑ(ποιητική συλλογή)1


Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν ΑΕισαγωγή: σελ. 4Αντί Προλόγου: σελ. 5Π ο ι ή μ α τ α:1. Ο Μύχος: σελ. 62. Αφέγγαρη νυχτιά: σελ. 73. Είμαστε μόνοι: σελ. 84. Η Συμμορία: σελ. 95. Με ανεμόμυλους: σελ. 106. Οι γλάροι δεν σ’ αφήνουνε: σελ. 117. Σαν γεννηθεί ένας ποιητής: σελ. 128. Τα χώματα της Νιόβης: σελ. 139. Αγάπη μου πικρή: σελ. 1410. Για μια αλήθεια: σελ. 1511. Εξπρές μεσονυχτίου: σελ. 1612. Θυμικό: σελ. 1713. Με μιας Μιλέδης τη ματιά: σελ. 1814. Πάντα η καρδιά: σελ. 1915. Σε σένα ήρθα: σελ. 2016. ΦΙΛΗΛΙΑ ΩΔΗ: σελ. 2117. ΑδικοΜάρτη: σελ. 2218. Δεν κλαίω: σελ. 232eBooks4Greeks.gr


19. Η προσμονή: σελ. 2420. Κάποιος να μένει: σελ. 2521. Ο ρυθμός 1 : σελ. 2622. Πόσες μοίρες: σελ. 2723. Τα λόγια τα περαστικά: σελ. 2824. Φοβάμαι: σελ. 2925. Ανέγγιχτο πουλί: σελ. 3026. Μυροφόρος: σελ. 3127. Στερνό τραγούδι: σελ. 3228. Ξημέρωσε και χάθηκες: σελ. 3329. Δέντρα που λυγίζετε στον άνεμο: σελ. 3430. Φλόγα: σελ. 3531. Σώπα κι άκουσε: σελ. 3632. Γλυκόπικρη: σελ. 3733. Θεοί που δεν αφήσατε: σελ. 3834. Γη και βουνά και άνεμοι: σελ. 3935. Κορφολογώντας: σελ. 401 Αφιερωμένο στην Ποίηση.3


ΕισαγωγήΖώντας για χρόνια στον εικονικό κόσμο του παγκόσμιου ιστού και τωνκοινωνικών δικτύων, αναπόφευκτα μυείσαι στην έννοια της ανοικτής ψηφιακήςκουλτούρας, που σου αλλάζει εντελώς την οπτική των πραγμάτων. Έχεις, όμως,πρωτίστως, την ευκαιρία να συναντήσεις ανθρώπους εμπνευσμένους καιδημιουργικούς, πέρα από γεωγραφικά σύνορα.Γνώρισα την Ελένη Σεμερτζίδου μέσα από τα πρώτα έργα της, πουγενναιόδωρα διέθεσε ελεύθερα σε ψηφιακή μορφή στο Διαδίκτυο.Πολυγραφότατη και δραστήρια, δεν σταματά να προσφέρει αφιλοκερδώς ταπνευματικά της δημιουργήματα: μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, ποιητικέςσυλλογές, μεταφράσεις, που συνθέτουν έναν συμπαγή κόσμο φαντασίας. ΗΘεσσαλονικιά λογοτέχνης γρήγορα κέρδισε την αποδοχή και την εκτίμηση τωνψηφιακών αναγνωστών.Στη νέα της ποιητική συλλογή “Με μιας Μιλέδης τη ματιά”, επιχειρεί μερομαντισμό να συνθέσει μια άλλη ονειρική πραγματικότητα. Οι στίχοι τωνποιημάτων της, άλλοτε μεταφέρουν στο σήμερα την καθαρότητα της δημοτικήςμας παράδοσης κι άλλοτε, πάλι ξέχειλοι από λυρική διάθεση, μας ταξιδεύουν στομαγικό κόσμο της δημιουργού, που έχει τη δύναμη να εικονοποιεί τα έντοναβιώματά της. Η ποιητική συλλογή συμπυκνώνει μια ειλικρινή κατάθεση τωνσυναισθημάτων της…Καλή σας ανάγνωση…Γιάννης Φαρσάρηςwww.openbook.gr4


Α Ν Τ Ι Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο ΥΜες στο χορό των αστεριώνΚαι μες στης Γης τα χέριαΉλιο λαμπρό διέκριναΝα στροβιλίζει με το φωςΜπλεγμένο μ’ άλλα αστέρια.Ξεχώριζε απ’ τη λάμψη τουΚι απ’ την λιτή θωριά τουΕίχε κοντά του τον πηλόΚαι μένα με εξέπληξεΤο αιθέριο άγγιγμά του.Ελένη μού είπε πως τον λενΚαι πως σιωπούν τα χρόνιαΑν θέλω να ‘ρθω και εγώΕκεί που ο χρόνος πέταξεΚαι όλα ηχούν αιώνια.Άγγελος Α. Σπάθης5


Ο ΜύχοςΣε νησίδες κι αν φωλιάζει, τη φωλιά του αναζητείΚαι το σούρουπο προσμένει, να ‘ρθει η νύχτα να τον βρειΣτο νερό θε να γεννήσει ολοστρόγγυλη γενιάΚαι το βάρος του σαν χάσει, το πλερώνει με φτεράΣυμπαθής θαλασσοπόρος, το Αιγαίο κυβερνάΚαι στον Βόσπορο τον βρίσκει ένα πείσμα του νοτιάΔαρδανέλια θα διασχίσει, Μαύρη Θάλασσα εμπρόςΣτα αφρόδιχτα θα πλέξει την ελπίδα καθενόςΜα, μπορεί να την γλυτώσει! Απ’ τ’ αγκίστρια να σωθεί!Παραγάδια ν’ αψηφήσει και στον δρόμο του να μπει!Σ’ εποχές που τον καλούνε, μιας ανέλπιστης πηγήςΠαρουσία αποικίας, ζώσα ένδειξη φυγής.6


Αφέγγαρη νυχτιάΑφέγγαρη νυχτιά, πώς με μαγεύειΣτον ουρανό μονάχα ένα άστρο ανασαίνειΚαι κάπου μακριά μια ηλιαχτίδαΓεννάει στην καρδιά σου μια ελπίδαΑφέγγαρη νυχτιά, γλιστράς σαν χέλιΤο μαύρο σου, το στόλισαν οι αγγέλοιΤου δώσανε λευκό για να θυμάταιΠως τις νυχτιές, η μέρα δεν κοιμάται.7


Είμαστε μόνοιΠώς να μην είναι πιο τραχιά η διαδρομή;Το Αύριο στέκει παρακεί και δεν σαλεύειΌμως, εμείς, και από την κόλαση κινούμαστε πιο κειΕκεί που μένει η μοναξιά και διαφεντεύειΚαι αν ξαναγέρνουμε στο φως μιας διαδρομήςΚαι το κορμί της, στο σκοτάδι μάς πληγώνειΈνα ξεγέλασμα της μοίρας θα μου πειςΓιατί μονάχους μάς καλεί και μάς λερώνειΓλιστρά ο ήλιος απ’ τη δύση στην αυγήΕίναι και ο ίλιγγος του χρόνου που απομένειΜα, εμείς, μονάχοι, στον αγώνα, τη φυγήΣτων ομοούσιων τις μνήμες, κάτι μένει.8


Η ΣυμμορίαΣτα βήματα τα σταθερά, στα γυαλισμένα μωσαϊκάΣτην άχνα μιας ανήμερης, μοιραίας ιστορίαςΡομαντικές αναπολήσεις, με φόντο την αλμύραΠόσο πολύ νοστάλγησες στο χθες σου να γυρνούσεςΣ’ εκείνη την ωραία, την παλιά τη συμμορία, που ο έρωτας το γάντι του πετούσεΚι αλαβάστρινο κορμί, στα πιο επιδέξια τα χέρια ξεψυχούσεΠόσο πολύ νοστάλγησες το κόκκινο μιας δύσης που μεθούσεΩραία κι άπονη παλιά μου συμμορία, στη Σικελία κάποτε τα νιάτα σου τα ζούσεςΜε περηφάνια κι αρχοντιά, τις σφαίρες μές’ τις σάρκες σου χωρούσεςΤις σφαίρες που τα όπλα σου τις σκόρπησαν τριγύρωΣτα άδικα και δίκαια σημεία των καιρών της …Του χθες, του νου και του φευγάτου, ωραία συμμορίαΑπό τα θέρετρα του πλούτου ξεπροβάλεις, αντίλαλος που σκέπασαν τα χιόνιαΚαι, σήμερα, μαζί σου περπατάω, στον μάταιο τον γύρο του θανάτουΩραία … Ξεχασμένη … Και παλιά μου συμμορία.9


Με ανεμόμυλουςΨηλά, σε πύργο ακατοίκητο και στην ανέγγιχτη του χρόνου ανεμελιάΑνθός της Άνοιξης σε χώμα μαυροκόκκινο και της αργόσυρτης βροχήςανεμοδούραΣαν στροβιλίζεται στο σώμα ενός θανάσιμου νοτιάΠάλι στα χείλη τρεμοπαίζει του γλυκόπικρου αιώναΣημάδι είπες είναι αυτό και σημαδεύει την καρδιάΓυμνό και άδειο παραβλέπει τη συγγνώμη και το κρίμαΠαρασυρμένο, παραδέρνει στα καπρίτσια του βοριάΜε ανεμόμυλους παλεύει για μια άκαρπη ελπίδα.10


Οι γλάροι δεν σ’ αφήνουνεΟι γλάροι δεν σ’ αφήνουνε τη μέρα να ησυχάσειςΜακραίνουν το ταξίδι σου, τον δρόμο μην τον χάσειςΠαλεύουν με τα κύματα, το ράμφος τους ορθώνουνΟρέγεσαι τ’ ανήμερα, κι αυτοί σ’ αποκαρδιώνουνΥμνούν τ’ απομεσήμερο, στο βράχο τους ν’ αράξειςΤον κόσμο με τα εφήμερα, εσύ να τον αλλάξειςΖητάς περήφανη ψυχή και το δικό τους μάτιΕκείνοι σ’ ανταμώνουνε στης ερημιάς το κάτιΟι γλάροι δεν σ’ αφήνουνε τη μέρα να ησυχάσειςΔεν σου χαρίζουν τα κλειδιά, τους ουρανούς να ψάξειςΠεριγελώντας τα μικρά, τα ύψη τραγουδούνεΚάνεις να φύγεις μακριά, κι αυτοί σ’ ακολουθούνε.11


Σαν γεννηθεί ένας ποιητήςΣαν γεννηθεί ένας ποιητής, στο φως που βασιλεύειΗ ομορφιά όλης της γης, στο νου του ανδριεύειΣαν γεννηθεί ένας ποιητής, το αίμα χρυσαφίζειΤο πένθος γίνεται γιορτή, τον θάνατο αντικρίζειΣαν γεννηθεί ένας ποιητής, οι πέτρες και λυγίζουνΤ’ ατσάλι λιώνει στη φωτιά, πουλιά σε νανουρίζουνΣαν γεννηθεί ένας ποιητής, το γέλιο του σε σπρώχνειΝα πεις αντίο στη ζωή, να δεις μιαν άλλη νιότη.12


Τα χώματα της ΝιόβηςΣε κείνα τα σοκάκια της σιωπήςΚουβάρι στριφογυριστό η λάβρα νιότηΚλωθογυρίσματα μιας άπειρης κλωστήςΠεπερασμένης απ’ τα χώματα της ΝιόβηςΨηλαφητά βρήκαν τα βήματα το φωςΣτοργής το χάδι, αυτό που ζήλευε κι ο ήλιοςΤο κρύο σώμα, όταν το γύμνωνε ο θεόςΑπό τα χνώτα του, το ζέσταινε ο αιώναςΣταλαγματιές, καυτό το δάκρυ ενσταλάζειΣτον γκρίζο βράχο, μια γυναίκα που σπαράζειΜε οιμωγές και ικετεύοντας τον πόνοΠεριπλανιέται μες’ τον άβαθο τον νόμο.13


Αγάπη μου πικρήΆκουγα … Εσένα άκουγα …Κάτι σαν αντίο να παράκουγαΆγγιξα … Εσένα άγγιξα …Κάτι σαν πληγή που δεν την άντεξαΝύχτωσε… Την πόρτα έκλεισα …Ύστερα από χρόνια και στιγμές δεν σε ανέστησαΠώς μπορώ να ζω σε άδεια φυλακήΛες και, αγάπη μου, να ήσουνα πικρή.14


Για μια αλήθειαΣτη φτέρνα που ακονίστηκε στης χαλασιάς τα χρόνιαΠάνω στην πέτρα, τη φτελιά, στης μοναξιάς τα όπλαΑχός ακούστηκε, βαρύς, ο ήχος του ανέμουΠου σάρωνε στο έμπα του τη δόξα του πολέμουΣτα χίλια μύρια τα κορμιά, θαμμένα πεπρωμέναΑντιλαλούσαν τα βουνά, τραγούδια πικραμέναΣτα χέρια της αναβροχιάς και της πικρής ανάγκηςΦυτρώσανε τα γιασεμιά μιας άδολης αγάπηςΚαι σε ρωτώ … Κι εσύ απαντάς …Για μια αλήθεια, Θεέ μουΛες κι ήτανε πολλά γραπτόΝα μου μιλάς στο δειλινό για κάθε φαντασμένο.15


Εξπρές μεσονυχτίουΠάρ’το και φύγε. Απόδρασε και ζήσεΞημέρωσε … Μα, το μεσονύχτι, εσένα ακόμη σε καλείΠάρ’το και απόδρασε. Τι περιμένεις;;Τα χέρια σου, ως πότε, τα κάγκελα της φυλακής, σαν όνειρο που γλίστρησε, θαπιάνουν;Πάρ’ το και φύγε. Τρέξε ν’ αποδράσειςΞημέρωσε … Την άκομψη στολή σου φόρεσες και … τους δικαστές σου ναεξαπατήσεις προσδοκάςΠροσδοκία λευτεριάς … Απόγνωση μιας μάταιης μαχαιριάςΞημέρωσε … Πήδηξε! Τις πόρτες του ανοίγει! Μέσα του, εσένα να συλλάβει!Εξπρές μεσονυχτίου … Κορμί διάφανο, σ’ αφόρετη ζωή … Στις ράγες του,αιμόφυρτο, κυλάει …16


ΘυμικόΑθέατον και ανέμελονΜε δόση από θειάφιΑπρόσμενον και αχόρταγονΚλεισμένο σε παλάτιΑφύσικον και αγέρωχονΚαι έμπλεον ελπίδοςΑειθαλές, πολύπλευρονΣτη φτώχεια και το χρήμαΑκέραιον, πολυπαθέςΑποδομόν το όλονΣυμπλέοντος του πονηρούΠαρόντος του αιώνιου.17


Με μιας Μιλέδης τη ματιάΒγες στο παράθυρο … Κι εκεί … Αν το σκοτάδι αντικρίσεις …Με μιας Μιλέδης τη ματιά, στην αφεντιά της θα μιλήσειςΦλόγα και σκήπτρα εποχών, αχνά φεγγάρια τη ζεσταίνουνΑνoμολόγητες ζωές, κι οι αναστημένοι τη παινεύουνΣτο θεριεμένο της αυλό, μες’ τις νυχτιές κυλά μελάνιΑπό τη φλέβα τη λευκή, μοσχοβολάει το λιβάνιΣπίθα και άναψε η φωτιά, αποκοτιά δεν τη σιμώνειΣτη πικραμένη αμυγδαλιά, ένα πουλί την ανταμώνει.18


Πάντα η καρδιάΆλλη μια μέρα … Γιατί να μην τελείωνε κι αυτή;Πάντα η καρδιά. Σε δρόμο ξένο περπατώ …Να φτάσω στο τέλος αποζητώ. Να βρω το τέλος που πληγώνειΠάντα η καρδιά. Τι λείπει; … Άλλη μια μέρα … Και είμαι μακριά σουΜακρινά … Μακρινά … Δώσε μου ένα λόγοΈνα λόγο σου θέλω να τα φέρω όλα κοντάΠάντα η καρδιά. Δεν θέλω ν’ αντισταθώ. Όχι, δεν θέλω πιαΆλλη μια μέρα … Άλλη μια μέρα … Δώσε μου ένα λόγο να σωθώΗ δύναμη … Ποια δύναμη να κρύφτηκε στο χάος; … Πάντα η καρδιάΔεν θέλω στη δύναμή μου να χαθώ … Τη δύναμη ν’ αντισταθώ …Δώσε μου ένα λόγο … Ένα λόγο να ηττηθώ … Πάντα η καρδιάΆλλη μια μέρα … Άλλη μια μέρα γεννιέται στη ζωή … Κι εγώ … μονάχη …μακρινή.19


Σε σένα ήρθαΣτων οριζόντων τη γραμμήΚαι στου πελάγου την ορμήΣε μουσικές αστροφεγγιάςΣτις αντηχήσεις μιας γενιάςΣε εποχές που πάν’ αλλούΣε παρακλάδια τ’ ουρανούΣε παραδείσιες διαδρομέςΑπό αθάνατες στιγμέςΣε σένα ήρθα κι είμαι εδώΧάνω, ποθώ και ξαναζώΚάποτε έφυγα νωρίςΓια ένα καπρίτσιο της ζωήςΝα ‘μαι λοιπόν κι είμαι εδώ!Τα μάτια ανοίγω να σε δωΣαν αετός της μοναξιάςΓίνομαι λίβας και βοριάς.20


ΦΙΛΗΛΙΑ ΩΔΗΣύννεφα γέμισε, θαρρείς … Ο ουρανός βαρύς, βαρυγκωμάει …Θεέ Απόλλωνα, ΕσέΜέσα στο φως σου να διαβείς και με το θάνατο να σμίξειςΝερό γλυφό απ’ την πηγή, με ενός αυλού τη μουσικήΣαν ‘ρθεί το θέρος μιας αυγής, το μαρασμό να τον νικήσειςΤροφοί,Το βρέφος το χλωμό, με ναναρίσματα γλυκά, στη θεϊκή τη κλίνη βαυκαλίζουνΟλοφυρμοί και χαλασμοί, σε μια παρθένα αγκαλιά, στην Αρκαδία το κοιμίζουνΛίγο μαλλί και ένα κλαδί, κρασί και λάδι μιας ελιάς, τον πυρετό του ναδαμάσουνΧελιδονίσματα γενιάς, σε ημιτόνια φωτιάς, στεφανωμένους να θαυμάσουν.21


ΑδικοΜάρτηΑδικοΜάρτη και ΑπρίληΚάποτε φίλαγα τα χείληΠου μου ‘χαν πει πως μ’ αγαπούσανΌμως τον Μάη με ξεχνούσανΑδικοΜάρτη και ΑπρίληΚαρδιές που στέναζαν στο δείλιΚορμιά στη χλόη που κεντούσανΛευκό σεντόνι και σκιρτούσανΑδικοΜάρτη και ΑπρίληΉρθε τ’ αγέρι με τη σμίληΣαν χάδι πέρασε τ’ ΑυγούστουΧρόνια, σμιλεύοντας, του μούστου.22


Δεν κλαίωΔεν κλαίω για σένα, κοριτσάκι μουΚλαίω γιατί, όταν τα μάτια σου στο φεγγαρόφωτο τα στρέψειςΑγνό το φως τους και, δειλά, όλη τη γη θε ν’ αγκαλιάσουνΜα, αντί γι’ αυτό, εμέ το δείλι μ’ ανταμώνει, πονεμένοΚαι, πιο πικρή, μου τραγουδάει η σελήνηΔεν κλαίω για σένα, κοριτσάκι μουΚλαίω γιατί στο πιο λαμπρό της χαραυγής σου ανασασμόΆλικη θα ‘ρθει για να κλάψει, μες’ τα χέρια σου, η μνήμη.23


Η προσμονήΤα μάτια ανοίγουν κι αχόρταγα κοιτούνΠέρα απ’ τα σύνορα, το είδωλο να βρουνΝα του περάσουν δαχτυλίδι χρυσαυγήςΚαι στο λαιμό του, τα διαμάντια όλης της γηςΓλυκά τα χείλη και το στόμα ηδονικόΗ αγκαλιά, ένα φεγγάρι θλιβερόΗ προσμονή γέρνει στους ώμους τους λεπτούςΚι αργοσαλεύει μες’ τους δρόμους τους υγρούς.24


Κάποιος να μένειΚάποιος να μένειΤι σου θυμίζει αυτή η άγρια, η καταιγίδα;Σ’ ένα φαράγγι, η σκόνη λάμπει σαν ηλιαχτίδαΚαι κάτι … Ίσως …Γι’ αυτό το κάτι, σπαθιά υψωθήκανΜα … Κάποιος μένειΚαι στη φωτιά δεν λυτρωθήκαν.25


Ο ρυθμός 2Σάμπως να ‘ναι ένας ρυθμός;Βυθός του νου, που μανιασμένος σε χτυπάει;Μην είναι αυτό που σένα κάνει Ποιητή;Κι ύστερα σβήνει και τη νύχτα ξεψυχάει;Μετά, και πάλι δυναμώνει το πρωίΌ,τι και αν έχεις στο μυαλό σου, παρασύρειΧορός, τραγούδι και το άπειρο, στο όνειρο, να ζειΤο υπερτέλειο, στη δόξα του, ένα χέρι να συντρίβειΕίσαι μονάχος! Χόρεψε αυτό που ο χορός σου εκλιπαρεί!Την πένα άρπαξε και γράψε στο χαρτί σου!Στο παραθύρι πλησιάζω μιαν αυγήΚαι εκεί, στον ήλιο, ατενίζω τη μορφή σου.2 Αφιερωμένο στη Ποίηση.26


Πόσες μοίρεςΠόσες μοίρες να ‘ν το πλοίο και το στρίβεις δεξιά;Παραπέτο το κατάρτι, λες τον άνεμο ν’ αντέξει;Το σκαφίδι παραδέρνει απ’ τις ξέρες στη στεριάΜες’ τα κύματα βουλιάζει κάθε ρότα που του γνέφειΑπό νύχτα κι από μέρα … Οι ελπίδες λιγοστέςΤο σινιάλο θα προφτάσει απ’ το βράχο να το σώσει;Ο θυμός το κουμαντάρει κι ένας άδικος νοτιάςΚι εσύ ψάχνεις μιαν αλήθεια, στα βαθιά να το λυτρώσει.27


Τα λόγια τα περαστικάΤα λόγια τα περαστικά, στο χθες μη τα ταιριάζειςΑταίριαστο το παρελθόν. Στο τώρα, μη το βάζειςΠουλιά τινάξαν τα φτερά. Συρθήκαν στους ανέμουςΤα λόγια τα περαστικά, μιλούν στους φαντασμένους.Κι αν ίσως κάνουν και φανούν … Και μια μορφή τούς δώσεις …Το πρόσωπό τους το πικρό, κρασί να το μερώσεις!Γιατί στου κόσμου τα μικρά … Αυτά … Τα σαλεμένα …Τα λόγια τα περαστικά σκορπάνε στον αιθέρα.28


Φοβάμαιφρικτή του κόσμου, η μυρωδιάΦοβάμαι, φοβάμαιΠέτρα που πέφτει και, δες, σκορπάει σεχίλια μύρια θυμητικάΦοβάμαιΤου σάπιου φύλλου, οσμή θανάτου,Φοβάμαι, φοβάμαιΣπαθιά αστράφτουν και πολεμάνε, στήθος με στήθος, την εποχήΦοβάμαιΤα γκρίζα σπίτια, κελιά γινήκαν, σε μία γκρίζα απαντοχήΦοβάμαι, φοβάμαιΟι νότες φάλτσες, δένουν τις στείρες και χλιαρές φωνέςΦοβάμαιΣτόματα ανοίγουν, σαν αντιφέγγουν, οι μαύρες κι άδειες, ψυχρές καρδιέςΦοβάμαι, φοβάμαιΝερό κυλάει κι ο μάταιος χρόνος, πόσο γοργά, σε προσπερνάει κι αυτόςΦοβάμαιΤο βλέμμα γέρνει και πάει ν’ αγγίξει ό,τι σιωπάει, σαν σου μιλάει, αυτός ο πλάνοςμικρός θεός.29


Ανέγγιχτο πουλίΣε μια πατρίδα μητρική, παιδί που αναζητάει τη γενιάτουΣε μονοπάτια περπατάει αλαργινά, εκεί όπου η σκιά,θανάσιμα, φωλιάζει στη φωλιά τουΑνέγγιχτο πουλί, πετώντας πιο ψηλά, πιο θαρρετά …Στης μοναξιάς τις συννεφιές, στα πλέρια της φωτιάς, μη ξαστοχάςΜυριάδες οι φωνές, καλούνε τις χλωμές βουνοκορφές να τραγουδάς.30


ΜυροφόροςΜυροφόρος του μυαλού μου, της πικρής αστροφεγγιάςΣτο θλιμμένο πεπρωμένο, μια ρανίδα απονιάςΙωλκός και Αργοναύτες, καραβίσιο το πανίΣτους ανέμους κυκλωμένο, ξαμολιέται το σκοινίΧαίρε, τώρα! Που το κύμα σε χτυπάει από μεριές!Στα συντρίμμια και στο κρύο, παραλύουν κι οι καρδιές!Απολλώνιο το βλέμμα, παγερό και το νερόΣε στεφάνι που σου πλέκουν, σου χαϊδεύουν το λαιμόΠάνωθέ σου φόρεσέ το και στολίδια να του βρειςΑπ’ τον πόνο λύτρωσέ το και αλήθειες να του πειςΜε Τιμή να το δοξάσεις και τραγούδι ακριβόΣαν θα ρθεί να το πετάξεις, να ‘ν το τέλος φθονερό!31


Στερνό τραγούδιΣου τραγουδάει στερνό τραγούδι, γλυκοφιλώντας στη σιγαλιάΑπομεινάρι, λιγνό καλάμι, γέρνει στου κόσμου την ερημιάΥφάδι που ‘χει υφάνει η νύχτα, κι η γη, σαν ίσκιος, αργοκυλάΔεν είν’ πουλί αυτό που κλαίει, μα του Θεού σου η αφεντιάΣτον κάμπο μπήκε το μεσημέρι, στάλαξε αλμύρα κι αραθυμιάΠεριπατώντας σε μονοπάτια, από τη σκόνη στη χαλασιάΤρέχει, καλπάζει στη φορεσιά της, χρυσός κι ασήμι η προσμονήΣτερνό τραγούδι και καρδιοχτύπι, κι η δύση λάμπει πιο πορφυρή.32


Ξημέρωσε και χάθηκεςΞημέρωσε και χάθηκες …Όταν το φως, απ’ το σκοτάδι σου, σε άρπαξεΕίδα αχνό, στο μέτωπό σου, το σημάδιΚαι στο λαιμό, ένα λακκάκι που δε σάλευεΜου ‘πε πως βρήκε η λησμονιά πικρό λιμάνι.33


Δέντρα που λυγίζετε στον άνεμοΤα κλαδιά σας να λικνίζουν, πάντα ανέμελα, στο χρόνοΝα τρομάζουν στην ιδέα των καιρών τις συμφορέςΚαι τα φύλλα σας, η αύρα, το πρωί, να τα δροσίζειΗ, του δάσους, βελουδένια παρουσία, ερημικήΗ λαχτάρα ενός διαβάτη, που στο δρόμο του αποκάμειΤου δειλού, η ντροπαλή περπατησιά και μια ενοχήΔέντρα που λυγίζετε στον άνεμοΑλλοπρόσαλλη χορεία μυστικήΛικνιστά και ανεμόδαρτα ριγμένηΤης καρδιάς μας χορωδία μουσικήΚαι στης νιότης μας τη μνήμη χαραγμένη.34


ΦλόγαΣτις χθεσινές τις στάχτες σου, ψελλίζοντας το μέλλονΤραγούδι λαβωμένο, τον χορό σου για να σύρειςΤο θάνατο διδάχτηκες σε μύριους φονευμένους«Ελευθερία» σαν φώναζες στους άνομους πολέμουςΒουνά, ο ήλιος θα σας γνέψει τη στερνή του «καλημέρα»Ο άνεμος, τις στέγες θ’ αγκαλιάσει, με μανίαΣτα χέρια, τις καρδιές, ποτάμια τις πληγές σας θα ξεπλύνουνΤο όνειρό σας, οι νυχτιές, με φλόγα, όταν το ντύνουνΩραία ….. Ωραία που ξημέρωσε και φάνηκε η μέρα!Ο ήλιος δεν μπορεί να μας δικάσει!Τ’ απομεσήμερο θα ‘ρθεί γλυκά και θα περάσειΤη δόξα του, με φλόγα, να δοξάσει.35


Σώπα κι άκουσεΣώπα κι άκουσε …Φωνές και άγριες κραυγέςΟλοφυρμοί και οιμωγές τον ζώσανε τον τόποΣώπα κι άκουσε …Σκορπίσανε, στους δρόμους ξεχυθήκανΤα χέρια υψώθηκαν γροθιές, στ’ αστέρια απλωθήκανΣώπα κι άκουσε …Φωνές … Φωνές … Πολύχρωμη, πολύπαθη βουήΔεν ήταν άλλη από κείνη τη στιγμήΣώπα κι άκουσε …Πολύπαθη και πολυμήχανηΤου πλήθους κείνη η λαλιά, η ξακουσμένηΣώπα κι άκουσε …Λαλιά κι αστροπελέκιΔιπλός ο πέλεκυςΒαρύ και το τουφέκι.36


ΓλυκόπικρηΓλυκόπικρη … Γλυκόπικρη η μοίρα που ‘ν τουκόσμουΑλίμονο! Ποια χείλη τη δροσιά της να γευτούνε;Την πίκρα, τον καημό δε λησμονούνεΓιατί απ’ τα χρόνια τα μικρά, το μίσος μαρτυρούνεΓλυκόπικρη … Το άνθος σου, το άνθισαν τα χρόνιαΤο μάραναν οι πιο σκληροί χειμώνεςΑπό την κόψη του σπαθιού ξεφύτρωναν οι ώρεςΚείνες που έρχονται με ΄΄γεια΄΄ και ζουν εις τους αιώνες.37


Θεοί που δεν αφήσατεΘεοί που δεν αφήσατε του τόπου τις εστίεςΑπ’ τους βωμούς και τους ναούς, καπνοί ζητούνθυσίεςΣτη λεμονιά και την ελιά, της θάλασσας αλμύραΑγάπη έγινε η φτελιά, κι η πέτρα, ανατριχίλαΚαι τα κορμιά, σαν έγειραν, για να ‘βρουνε τη μνήμηΣτο προσκεφάλι την αυγή, την Παναγιά για κλίνηΟ ήλιος εξεπρόβαλε στα χρώματα της δύσηςΚαι οι καρδιές αντήχησαν τα σήμαντρα της φύσηςΣτη γη ετούτη του νοτιά, βοριά το μετερίζιΘεοί γεννιούνται μιαν αυγή και λάμπουνε στη δύσηΚι οι ποιητές συνομιλούν σε γκρίζες συνοικίεςΜε τους φτωχούς, σαν τραγουδούν, θεών τις αμαρτίες.38


Γη και βουνά και άνεμοιΓη και βουνά και άνεμοιΤο κάλεσμά σας πλούσιο στα πλάσματα του κόσμουΚαι η φωτιά, στο έμπα της, τον τόπο αποκαθαίρειΠολλά τα αμαρτήματα, ωραία και η στάχτηΓιατί απ’ τη φλόγα ξαναζεί περήφανη κι αστράφτειΗ γλώσσα που ανδρώθηκε μες’ της σκλαβιάς τα χρόνιαΑπό τη φλέβα μιας γενιάς ξεπέταξε αηδόνιαΤο όνειρο κι ο θάνατος τής δώσαν σκοτωμένουςΚι αυτή σε μνήμα τούς θρηνεί, ως άλλους πλανεμένουςΜα, η αλήθεια είναι εδώΤραγούδι του καιρού τηςΚάνει να γίνει παρελθόνΚαι ζει του χαλασμού της.39


ΚορφολογώνταςΚορφολογώντας τα κλαδιά, μαζεύοντας ταρόδιαΓλυκείς που είναι οι καρποί, πικρά τ’αραξοβόλιαΣτο πανεράκι το ελαφρύ, περπατησιά κι αγέριΣτο ένα χέρι το βιολί, γελάς το μεσημέριΣτη γάμπα σου εγλίστρησε ο άνεμος ο ψεύτηςΑνάερα σού μίλησε σαν μπάτης και σαν κλέφτηςΣηκώνοντας πολύ ψηλά το μαύρο μεσοφόριΤο μυστικό σου έκλεψε και μέρα δε σιμώνει.40


ΤΕΛΟΣ41

More magazines by this user
Similar magazines