08.02.2016 Views

Ιππόκαμπος (Μαριάντα Β. Παπαϊωάννου)

http://www.easywriter.gr/ebooks/item/463

http://www.easywriter.gr/ebooks/item/463

SHOW MORE
SHOW LESS

You also want an ePaper? Increase the reach of your titles

YUMPU automatically turns print PDFs into web optimized ePapers that Google loves.

1.1.1992

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Ο Αϊ-Βασίλης μου έφερε εσένα, αντί για την Barbie που του είχα ζητήσει. Δεν σου

κρύβω πως είμαι πολύ θυμωμένη, γιατί πάντα μου φέρνει αυτό που θέλει η μαμά και

όχι αυτό που ζητάω. Αφού δεν μου έφερε μπανάνες σαν το μπαμπά μου πάλι καλά. Αν

και του χρόνου πάρει το δικό τους γράμμα κι όχι το δικό μου θα αρχίσω να πιστεύω πως

δεν υπάρχει. Τέλος πάντων. Η μαμά λέει ότι είναι το καλύτερο δώρο γιατί ότι γράφω

τώρα που είμαι παιδί θα μου χρησιμεύσει αργότερα όταν θα είμαι μεγάλη.

Με αγάπη! Μ

2


18/08/2008 Δευτέρα 19:00

Το αποφάσισα. Πρέπει να παραιτηθώ. Πρέπει να το κάνω σύντομα, αλλιώς πολύ

φοβάμαι ότι θα εκτεθώ ανεπανόρθωτα. Δεν με αναγνωρίζω πια. Που πήγε ο

σοβαρός επιστήμονας; Είμαι καθηγητής εγώ ή μήπως έγινα ξανά φοιτητής και δεν το

κατάλαβα; Νιώθω ξένος με τον ίδιο μου τον εαυτό. Φεύγοντας σήμερα από το

Πανεπιστήμιο με έπιασε πάλι αυτό το απροσδιόριστο καρδιοχτύπι. Σαν αυτό που με

πιάνει όταν κοιτάω την Μ να κοιμάται γυμνή δίπλα μου. Θες να το πεις ανασφάλεια,

θες ενθουσιασμό, δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως βυθίζομαι κι εγώ σ ένα βυθό

χωρίς όριο. Όπως κι αυτή στο όνειρο της. Μου το έστειλε χθες μέσα στη νύχτα. Κι

ενώ είχα ορκιστεί στον εαυτό μου ότι δεν θα ασχοληθώ ξανά με τα όνειρα της, τελικά

δεν κρατήθηκα. Έτρεξα πρωί πρωί στο εργαστήριο και το διάβασα του Πήτερ. Ήθελα

να δω τι ερμηνεία θα έδινε αυτή την φορά.

«Είδα ότι βρισκόμουν στην μέση ενός απέραντου βυθού. Δεν πνιγόμουν, ούτε

ένιωθα ότι μου λείπει ο αέρας. Δεν ξέρω αν ήμουν δύτης ή ψάρι όμως κοίταξα προς

τα κάτω και ο βυθός ήταν απύθμενος, έμοιαζε με άβυσσο. Κοίταξα προς τα πάνω και

είδα ένα κομμένο συρματόπλεγμα, που κάπως οριοθετούσε τον χώρο. Πάνω από το

συρματόπλεγμα το νερό ήταν πιο φωτεινό, σαν να ήταν μέρα, όμως η επιφάνεια ήταν

τόσο μακριά που το φως του ήλιου με δυσκολία την διαπερνούσε. Έκανα μια

προσπάθεια να κολυμπήσω προς το φως χωρίς επιτυχία. Δεν μπορούσα να

μετακινηθώ ούτε προς τα πάνω ούτε προς τα κάτω. Δύο δύτες εμφανίστηκαν από το

πουθενά και μου μίλησαν. Δεν ξέρω πως ήταν δυνατόν να μιλάνε μέσα στο νερό,

πάντως αυτοί με χαιρέτησαν με το όνομα μου.

Που ξέρετε πως με λένε; Ξέρουμε για σένα περισσότερα από όσα γνωρίζεις εσύ

για τον εαυτό σου. Για παράδειγμα; Για παράδειγμα, όταν ήσουν μικρή οι γονείς σου

σε έδωσαν για υιοθεσία για κάποια χρόνια. Μετά σε πήραν πίσω. Αποκλείεται να

συνέβη κάτι τέτοιο. Θα το θυμόμουν… Πάνε χρόνια. Το έχεις σβήσει απ’ τη μνήμη

σου. Το έχεις απωθήσει. Δεν θυμάσαι πως σε άφηναν πάρα πολλή ώρα μόνη σου

και πως δεν σε πρόσεχαν ιδιαίτερα. Μια μέρα χάθηκες στο δρόμο κι ένας

αστυνομικός σε βρήκε, σε πήρε από το χέρι, σε πήγε σε μία γυναίκα και της είπε να

σε προστατέψει. Έτσι για κάποια χρόνια, σε είχε εκείνη. Άλλωστε, μου είπε, τους

βόλευε να σε αναθρέψει κάποιος άλλος.

3


Αν και οι γονείς μου ήταν μία ζωή δίπλα μου και δεν είχα κανένα λόγο να τους

πιστέψω, στιγμιαία μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα του αστυνομικού. Σαν να θυμήθηκα

και το μέρος που με βρήκε, στο πάρκο πάνω από την εκκλησία της γειτονιάς μου.

Μετά μου ήρθαν στο μυαλό κάποιες σκόρπιες εικόνες από την παιδική μου ηλικία,

όπως να κάθομαι παρέα με τη φανταστική μου φίλη και την κούκλα μου και να τους

περιγράφω ένα σωρό φανταστικές περιπέτειες. Που ήταν όλοι οι άλλοι, τότε; Δεν

μπορούσα να θυμηθώ. Ξαφνικά τα λόγια τους άρχισαν να ακούγονται πιο αληθινά,

και γι’ αυτό ακόμα πιο τρομερά. Παρόλα αυτά, μου ήταν αδύνατο να παραδεχτώ κάτι

τόσο φοβερό κι έτσι επέμεινα ότι έκανε λάθος. Τότε ο ένας από τους δύο μου έφερε

κάτι καφάσια με χαρτιά. Τα χαρτιά ήταν γραμμένα. Άλλα χειρόγραφα και άλλα

τυπωμένα.

Είναι στη σειρά, είναι η ιστορία σου, διάβασε την.

Εγώ κοίταξα με έκπληξη τα χαρτιά. Πως γίνεται να αντέχουν μέσα στο νερό και

να μην λιώνουν, να μην σκορπίζονται; Σε ένα από τα καφάσια, η πιο πάνω σελίδα

έμοιαζε να είναι απόκομμα από εφημερίδα. Την έπιασα στο χέρι μου και έτριψα το

χαρτί της. Δεν έλιωνε.

Τι λέει; με ρώτησαν. Δεν θυμάμαι να κοίταξα καν τι έγραφε. Δεν ξέρω. Δεν θα την

διαβάσεις; Όχι .Δεν θέλω να ξέρω.

Και κάπως έτσι ξύπνησα.


Ο Πήτερ με κοίταξε σκεπτικός και έξυσε το αξύριστο πηγούνι του.

«Αποκλείουμε το ενδεχόμενο να είχε συμβεί πράγματι κάτι τέτοιο; Μια τραυματική

εμπειρία εγκατάλειψης την οποία να έχει διαγράψει από την μνήμη της;»

«Δεν γνωρίζω κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να αποκλείσω τίποτα, δεν ξέρω πολλά για

την οικογένεια της. Από διάσπαρτες κουβέντες μας ότι έχω πιάσει, αλλά από αυτές

είχα βγάλει το συμπέρασμα ότι είναι από ενωμένη κι αγαπημένη οικογένεια.»

Αποφασίσαμε να υποθέσουμε ότι το όνειρο της αγαπημένης μου δεν είχε καμία

σχέση με την πραγματικότητα και δεν βασιζόταν σε εμπειρίες ή παλαιότερα

4


γεγονότα. Κάνοντας μία τέτοια υπόθεση, αναρωτηθήκαμε τι θα μπορούσε να

περιγράφει το όνειρο;

«Μια τραυματική εμπειρία, την οποία συνειδητά ή ασυνείδητα διαγράφουμε από

την μνήμη μας. Κάποια στιγμή όμως, με κάποια αφορμή, καλούμαστε να την

ανακαλέσουμε. Ίσως γιατί η εμπειρία υποβόσκει και επιδρά σιωπηλά στην

καθημερινότητα μας. Ίσως γιατί αν δεν την αντιμετωπίσουμε, να επηρεάσει, ή ακόμα

και να καθορίσει, το μέλλον μας..» μονολόγησε. «Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν ήθελε

να δει το παρελθόν, αλλά δεν ήθελε να δει ούτε το μέλλον της. Πλήρης άρνηση».

«Είχε συγκεντρώσει την προσοχή της στο φαινομενικά ανεξήγητο. Κοίταζε το

χαρτί που δεν έλιωνε και όχι αυτό που το χαρτί έγραφε» συμπλήρωσα κι ένιωσα

εκείνη την γνωστή ταχυπαλμία που με πιάνει όταν ενθουσιάζομαι.

«Κοίταζε την παρουσία κι όχι την ουσία». Ο Πήτερ έκανε μια μικρή παύση και

χαμογέλασε. Με την καρέκλα του τσούλησε προς το γυάλινο λαβύρινθο στην μέση

του εργαστηρίου. Το ποντικάκι είχε φτάσει στο μοχλό κι ήταν έτοιμο να το πατήσει.

«Έμαθες εξυπνούλη πώς να κερδίζεις το τυράκι σου… Λοιπόν άκου. Μου ήρθε

τώρα. Το χαρτί που δεν λιώνει είναι το γονίδιο. Αυτό γράφει το μέλλον μας. Όταν το

γονίδιο είναι μεταλλαγμένο, το μέλλον μας ενδεχομένως να καθορίζεται και από το

παρελθόν μας… Κάτι συμβαίνει στο παρελθόν το οποίο ενεργοποιεί την πάθηση στο

μέλλον.»

«Αυτό είναι… ε; Θα μπορούσε…» φώναξα, μετανιώνοντας απευθείας για τον

επιπόλαιο ενθουσιασμό μου. «Ίσως, γι’ αυτό ενώ πολλοί άνθρωποι έχουν το γονίδιο

και συνεπώς την προδιάθεση, δεν αποκτούν ποτέ τη νόσο. Δεν δίνεται η αφορμή

ενεργοποίησης της».

«Η’ δίνεται, αλλά γίνεται έγκαιρα αντιληπτή και αντιμετωπίζεται. Θα μπορούσε

λοιπόν ένα γεγονός να προκαλεί τέτοιο σοκ στον οργανισμό που να οδηγεί είτε σε

διακοπή του μηχανισμού ελέγχου του εγκεφάλου ή σε αποσυντονισμό του

ενδοκρινικού συστήματος ή… δεν ξέρω. Πρέπει να το σκεφτούμε πάντως κι αυτό το

ενδεχόμενο»

«Πρέπει. Αλλά μήπως χαθούμε;» ανησύχησα. Ως καθηγητής γνωρίζω την

πολυπλοκότητα των σχέσεων και οφείλω να είμαι πιο συγκρατημένος από τον

μαθητή μου.

5


«Αντιθέτως. Εγώ πιστεύω πως μόλις βρήκαμε τον δρόμο» απάντησε. Το μάτια

του άστραφταν από τον ενθουσιασμό και τον έκαναν να μοιάζει ακόμα πιο

παρανοϊκός από ότι συνήθως.

«Μα, δεν είναι παράλογο να στηριζόμαστε σε όνειρα για να διαλέξουμε

κατεύθυνση;»

«Όχι, αν υποθέσουμε ότι εγώ ξεκινάω από το πιστεύω και εσύ από το

αμφισβητώ, τότε αυτό που ψάχνουμε είναι το σημείο όπου οι δρόμοι μας τέμνονται.

Εκεί βρίσκεται η αλήθεια. Αλλά μέσα στο αχανές και ακατανόητο σύμπαν της

ύπαρξης μας, χρειάζεται υπομονή για να μπορέσουμε να την βρούμε και φαντασία

για να μπορέσουμε να την αναγνωρίσουμε.»

Η υπομονή δεν είναι ένα από τα προσόντα μου, έτσι άφησα τον τρελό στο

εργαστήριο και γύρισα σπίτι να κάνω αυτό που από βδομάδες σκέφτομαι πως

πρέπει να κάνω. Να αρχίσω να καταγράφω αυτά που μου συμβαίνουν. Δεν

κρατούσα ποτέ ημερολόγιο. Το έβρισκα κοριτσίστικο και εγωκεντρικό να καταγράφεις

τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας σου λες κι έχουν ή θα αποκτήσουν ποτέ την

παραμικρή αξία. Αν άκουγα την λογική μου ακόμα ανούσιο θα το έβλεπα. Όμως,

τελευταία η λογική ως έννοια γίνεται όλο και πιο αυθαίρετη στο μυαλό μου..

6


2.6.1992

Αγαπημένο μου ημερολόγιο.

Σήμερα η μέρα μου ήταν σχετικά καλή. Στο σχολείο όλα πήγαν καλά. Στα

Γερμανικά τα πήγα πολύ καλά με εξαίρεση ότι στο διάλειμμα τα αγόρια (τα κωλόπαιδα)

με φώναζαν ουραγκοτάγκο. Το μεσημέρι όταν γύρισα από το σχολείο πάνω στο τραπέζι

ήταν ένα πιάτο με ψαρόσουπα. Δεν έφαγα αλλά το βράδυ ήμουν αναγκασμένη. Σχεδόν

όλη την ημέρα καθόμουν στη βεράντα. Θυμόμουν πέρσι τον Ιούλιο που είχαν βάλει την

βόμβα έξω απ’ το σπίτι μας. Από τρίχα την γλίτωσα! Κάθε μέρα έλεγα στον αδελφό μου

να κοιμηθούμε στο σαλόνι αλλά εκείνος έπρεπε να διαβάσει κι έτσι κάθε φορά μου έλεγε

όχι. Πως του ήρθε όμως εκείνο το βράδυ και μου είπε από μόνος του! Μου έβαλε το

ραντζάκι και αυτός κοιμήθηκε στον καναπέ. Δεν μου έκανε τη χάρη όμως να πούμε

τραγούδια μέχρι αργά. Δεν πειράζει. Το πρωί λίγο πριν ξυπνήσω, είδα στον ύπνο μου

πως πήρε τηλέφωνο η θεία μου η Χρυσή και μου είπε πως άκουσε στην τηλεόραση

αυτό που έγινε και ανησύχησε και πήρε να δει αν είμαστε καλά. Ακουγόταν πολύ

ανήσυχη πράγματι. Της είπα πως είμαστε καλά αλλά ήθελε να μιλήσει οπωσδήποτε στη

μάμα. Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό που όταν φώναξα μαμά μαμά, ξύπνησα από την

φωνή μου και συνέχισα να το φωνάζω και στον ξύπνιο μου. Ο μπαμπάς μου μ’ άκουσε

και μου απάντησε ότι η μαμά δεν ακούει γιατί είναι στο πίσω μπαλκόνι. Με το που μου

το λέει αυτό ακούγεται ένα τρομερό μπαμ, φοβερό, και ένα βουητό κ κάτι σαν να φύσηξε

στα αυτιά μου και στα μάτια μου, και είδα όλα τα τζάμια από τα παράθυρα να σπάνε και

χιλιάδες κομμάτια να πετάγονται στον αέρα και φοβήθηκα τόσο που έπεσα κάτω και

κρύφτηκα κάτω από το ραντζάκι μου. Δεν κράτησε πολύ αλλά μόλις τελείωσε η

7


γειτονιά ούρλιαξε. Εγώ πρώτα σκέφτηκα τον αδερφό μου αλλά ευτυχώς έλειπε στο

φροντιστήριο. Όλοι ήμασταν καλά εκτός από το σκυλάκι μου τη Ντόλη που πάτησε τα

γυαλιά και έτρεχαν αίματα από το ποδαράκι της. Μετά η μαμά μας έδειξε το κρεβάτι μου

που ήταν μπροστά στην μπαλκονόπορτα. Όλα τα γυαλιά έπεσαν και καρφώθηκαν στο

στρώμα και το τρύπησαν. Από θαύμα σώθηκα. Εγώ είπα πως ο αδερφός μου μ’ έσωσε,

αλλά η μαμά κι οι θείες κι η γιαγιά μου είπανε πως πάντα με προστατεύει η Παναγία.

Όλα αυτά όμως ήταν πέρσι. Τώρα είναι αργά και πρέπει να κοιμηθώ μέσα στο ζεστό

δωμάτιο. Αύριο πάλι σχολείο!

Με αγάπη! Μ

8


η συνέχεια στο...

http://www.easywriter.gr/ebooks/item/463

Hooray! Your file is uploaded and ready to be published.

Saved successfully!

Ooh no, something went wrong!