Η Εγνατία Οδός μου (Χρυσούλα Βακιρτζή)

easywriter.gr

http://www.easywriter.gr/ebooks/item/1215

Στη Μητέρα μου


ΒΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Χρυσούλα Βακιρτζή γεννήθηκε την

Καβάλα, όπου και κατοικεί.

Από πολύ νεαρή ηλικία ασχολείται με

την ποίηση, την αρθρογραφία και το

πεζογράφημα. Ποιήματά της, καθώς και

πεζά κείμενά της έχουν διακριθεί από

τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

Σπούδασε αγγλικά, δημοσιογραφία, δη-

µόσιες σχέσεις, είναι κάτοχος πτυχίου

ψυχολογίας και η Ελληνική Ψυχολογική

Εταιρεία την έχει ανακηρύξει Επίτιμο

Μέλος της.

Έχουν εκδοθεί έξι ποιητικές συλλογές

της και ένα βιβλίο με δημοσιευμένες

βιβλιοκριτικές της, που αφορούν τη

σύγχρονη ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία.

Η Εγνατία οδός είναι η πρώτη

σειρά διηγημάτων της

Διευθύνσεις της στο διαδίκτυο:

www.vakirtzi.gr, http://facebook.com/ akirtzi

2

Copyright

Κειμώνων : Χρυσούλα Βακιρτζή

Αθ. Διάκου 21, Καβάλα

Τηλ. 6974117850

Copyright

Φωτογραφικού

υλικού και

διακόσμησης : Ιστορικό & Λογοτεχνικό

Αρχείο Καβάλας (Ι.Λ.Α.Κ.)


2. ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΥΜΑΤΑ

Το απόγευμα του Αυγούστου, που έφτανε κι αυτός στο τέλος του, ή-

ταν υπέροχο δίπλα στην ακροθαλασσιά. Κάτι με τα χρώματα του δειλινού,

λίγο η ησυχία –γιατί ο κόσμος ήταν ακόμη υπό την επήρεια της καλοκαιρινής

ραστώνης, αλλά και με τη συμβολή του μαγευτικού, βαθύ

μπλε θάλασσας κι ουρανού, εγώ την είχα καταβρεί!

Άλλωστε, μια 15χρονη νεαρή (εγώ δηλαδή), η οποία ήδη έμπαινε στη

γοητεία της αμφισβήτησης, της αντίδρασης και συνάμα της ονειροπόλησης

-πες λόγω εφηβείας ή φύσει αντιδραστικού χαρακτήρα, θέλει και πολύ

για να κάνει τούτη την ποιητική…υπέρβαση;

Α, ναι. Μελετούσα επίσης με άφατη περίσκεψη και τους κύκλους ή τα

φτερουγίσματα των γλάρων –γι’ αυτό ήθελα την απόλυτη ησυχία μου.

«Μην του μιλάτε του παιδιού», ένα πράγμα…

Αλλά, η Αμαλία στο πλάι μου, δημιουργούσε διαρκώς παρεμβολές με

την ασταμάτητη φλυαρία της, που ήταν σε έξαρση α υ τ ή την ώρα.

-Κοίτα, κοίτα, Κατερίνα! Κοίτα αυτούς τους δυο απέναντι, θα κολλήσουν

μεταξύ τους, καλέ…Τόση ώρα. Ντροπή, τς, τς, τς…

-Βρε Αμαλία, βρε καλή μου, άστους αυτούς επιτέλους. Ας κάνουν ό, τι

θέλουν, δημοκρατία έχουμε. Να, κοίτα πόσο όμορφη είναι η θάλασσα, ο

ουρανός…Τίποτα, άκαρπη κάθε προσπάθεια να θέσω αντιπερισπασμούς.

Η Κατερίνα τύχαινε να είμαι εγώ, και η Αμαλία ήταν η κατά 18 Μαϊων

μεγαλύτερή μου σε ηλικία ξαδέρφη μου –που ήταν η λατρεμένη (ανύπαντρη

ακόμα) ανιψιά του μπαμπά μου. Όσο για την αιτία της φλυαρίας

11


ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ

της; ένα ζευγαράκι 15χρονων πάνω κάτω νεαρών παιδιών που ζούσαν

αμέριμνα τον έρωτά τους.

Η Αμαλίτσα μας, πατούσε πλέον γερά τα 35 της, έμενε στην Ξάνθη με

τους δικούς της –όπως συνήθιζε να λέει η ίδια (τους γονείς και τον μικρότερο

αδερφό της, θα έλεγα επεξηγηματικά εγώ), και την είχαμε τακτικό

θαμώνα-επισκέπτη στο σπίτι μας. Βλέπετε, όλο το συγγενικό της περιβάλλον

τη βοηθούσε και τη στήριζε ώστε να βρει γαμπρό.

Μαζί με όλο το συγγενολόι, μέσα κι εγώ. Μπορούσα να κάνω κι αλλιώς;

Άσε που από τότε είχα την τάση να συμπάσχω με τον διπλανό μου.

έτσι, είχα καταλήξει να είμαι η μυστικοσύμβουλος της Αμαλίας.

Είχα όλη την καλή διάθεση, και ας περνούσα κι εγώ τη φάση μου

εφηβεία γύρω στα τέλη του ’70, δεν ήταν εύκολη υπόθεση). Αλλά, εκείνο

το απόβραδο, η ξαδερφούλα μου έκανε τα νεύρα κρόσσια. Το πανέμορφο

αυγουστιάτικο δειλινό μου, μαζί με όλους τους αφηρημένους, σύνθετους

ή συγκεκριμένους συλλογισμούς που ήθελα να αναπτύξω στο μυαλό

και στο σημειωματάριό μου, πήγαν στράφι.

Η Αμαλία είχε κόλλημα με τους έρωτες, τα ειδύλλια, τα ζευγάρια όλων

των ηλικιών. Το είχε απωθημένο κι εκτεθειμένο συνάμα. Καλή καρδιά, δε

λέω, γεμάτη συμπόνια, καλοσυνάτη. Μόνο που η αφέλειά της, από ένα

σημείο και μετά, γινόταν φορτική περιέργεια, θρησκοληψία, πονηριά!

Καλά, είχε και τον καημό της. Νέα γυναίκα, μόνη, ψάχνει. Γνώριμη κατάσταση,

σε όλες τις εποχές, τις κοινωνίες. Και σε μένα, που την ήξερα

από πρώτο χέρι.

Άλλο τόσο, όμως, άγνωσται αι βουλαί μιας ανήσυχης έφηβης, μέσα

στην οποία σκιρτούσαν τα αντιδραστικά κύτταρα της ηλικίας ή ακόμα και

του μετέπειτα χαρακτήρα της.

Μέχρι να επιστρέψουμε στο σπίτι τα δυο μας (βλέπε η Αμαλία κι ε-

γώ), η αυτοσυγκράτηση, το ήθος και η κατανόηση που επέδειξα, είναι

στοιχεία άξια να τα μνημονεύσουμε. Γιατί ήξερα ότι μόνο μαζί μου χαλάρωνε

τόοοοσο η μελαχρινή, μαυρομάτα 35άρα μας. Μπροστά στον θείο

Γιάννη ιδίως (τον μπαμπά μου), επικρατούσε σιγή –και ασφάλεια, for me.

Το όλο θέμα, μαζί με το μαγευτικό δειλινό του Αυγούστου, που είχε

φύγει ανεπιστρεπτί από η ζωή μου, ξεχάστηκε κι από μένα (φαινομενικά

τουλάχιστον). Ώσπου ήρθαν οι γιορτές των Χριστουγέννων –το προσφιλές

σε όλους (;) δωδεκαήμερο.

12


ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΥΜΑΤΑ

Πολύ δε περισσότερο προσφιλές –το δωδεκαήμερο εννοώ, στην καλή

μας και γι’ άλλη μια χρονιά αδέσμευτη Αμαλία. Και εξηγούμαι γιατί επιλέγω

τη λέξη «προσφιλές».

Κάθε χρόνο, το πρωί των Θεοφανείων, ακριβώς τη στιγμή που έληγε ο

αγιασμός των υδάτων –η Λίτσα μου (Αμαλίτσα), είχε να δώσει τη δική της

προσωπική… μάχη και τις τελετές. Έτσι, έπρεπε πάση θυσία την ημέρα

εκείνη να βρίσκεται στην πόλη της Καβάλας και κοντά στην ακροθαλασσιά.

Εκεί όπου θα μπορούσε να συγκεντρώσει σε ένα μικρό, πεντακάθαρο

μπουκαλάκι, νερό από σαράντα κύματα!

Ήταν για εκείνη κάτι σαν τάμα, μια ιερή έξωθεν βοήθεια για να πάρει

η τύχη της τον καλό δρόμο και να προφυλαχτεί από τη γλωσσοφαγιά. Κι

ας μη σταματούσε η ίδια τη δική της φλυαρία –η οποία φλυαρία κάποιες

στιγμές σε δάγκωνε…

Το ίδιο τελετουργικό ακολούθησε ξανά. Νηστικιά από την προηγούμενη,

με μπότες και παλτό έφυγε πρωί πρωί. Την είδα, λοιπόν, να έρχεται

κατά το μεσημέρι γεμάτη χαρά, μούσκεμα και ξεκαρδισμένη από τα γέλια

να κουνάει το αρμυρό απόσταγμά της –ενώ μου έλεγε φωνάζοντας δυνατά:

-Κατερίνα… Κατερίνα, φέτος η θάλασσα δεν είχε μεγάλα κύματα. Κι

επειδή ήταν όλα πολύ μικρά, εγώ καλού κακού, μάζεψα 55 !!! Να είμαι

σίγουρη ότι θα πιάνουν τόπο όπου τα ρίχνω.

-Αμαλία, τι έκανες;;; Πάει, χάλασες τη συνταγή… Μικρά ξεμικρά, σαράντα

κύματα ακριβώς έπρεπε να βάλεις!

Ήμουν απαίσια και το ήξερα. Όμως, η ανάμνηση εκείνου του δειλινού,

με ώθησε να εκτοξεύσω τούτη την καταστροφική ατάκα μου προς την

πανικόβλητη πια Αμαλία. Ο καθένας με το δικό του τρόπο και ‘πιστεύω’,

όπως λέει και ο Νίκος Καββαδίας.

«Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούνε,

βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι

κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί

μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι».

13


ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ

Καβάλα : Εορτασμός των Θεοφανείων κατά την περ΄’ιοδο της τουρκοκρατίας.

14


3. Η ΖΗΛΙΑΡΑ Γ ΙΑΓ ΙΑ !

Στην αυλή μας ήταν όμορφα εκείνο το καλοκαίρι, καθώς όλα κυλούσαν

νωχελικά, κάτω απ’ το Αυγουστιάτικο φως του σωτήριου έτους 1973.

Πίνοντας το σοκολατούχο γάλα, ξεκινούσα κι εγώ τη λιόλουστη μέρα μου,

ανάμεσα σε νυσταγμένες καλημέρες, μαζί με τα κιτρινοπορτοκαλί φρέσκα

λουλούδια της κολοκυθιάς..

«Ορίστε, ορίστε… Πήγε δέκα το μεσημέρι, για να ξυπνήσουν οι νιόπαντροι!»,

βρυχήθηκε άξαφνα γηραιά κυρία του Λευκού μας Οίκου.

Δε λέω, άκουγα συχνά τούτο τον βρυχηθμό της γιαγιάς, αλλά η καρδιά

μου, μαζί με τα όνειρα που έκανα για βραδινές κολοκυθοκορφάδες με

γέμιση ρυζιού και το σοκολατούχο, ξέφυγαν και πήγαν ως την Τραπεζούντα

του Πόντου.

Η εκτόξευση της τρομάρας μου ως τις χαμένες πατρίδες, έγινε γιατί η

γενέθλια γη κι ο τόπος όπου τελέστηκαν προ 70ετίας οι (κατά γενική ομολογία)

βασιλικοί γάμοι των εξ απεναντίας παλιών γειτόνων του παππού

Αναστάση και της γιαγιάς Παναγιώτας, είχαν γίνει εκεί. Και α υ τ ο ί ή-

ταν οι νιόπαντροι, που έκαναν, άθελά τους, την κυρα Χρυσάννα να γίνεται

συχνά θεριό ανήμερο.

Στο δίπατο γωνιακό σπίτι, η στρογγυλοπρόσωπη Παναγιώτα, η οποία

είχε παντρευτεί μετά από σφοδρό κεραυνοβόλο έρωτα τον κύρη της, μόλις

που άρχιζε ν’ ανοίγει ένα ένα τα τρίφυλλα παντζούρια της. Στα γαλάζια

της μάτια έλαμπε ακόμα η μεγάλη αγάπη της για τον κυρ’ Αναστάση.


ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ

Βγάζοντας στον ήλιο σεντόνια, μαξιλάρια και ό,τι άλλο ρομαντικά κεντημένο

συντρόφευε τα όνειρα του ηλικιωμένου πια Ρωμαίου της, φλυαρούσε

χαρούμενα. Τώρα, αν κάποιο αδέσποτο πριονίδι του μαραγκού και

ασπρομάλλη συζύγου, έσπαζε το πάλλευκο φόντο του νυφικού κρεβατιού

και του ομόχρωμου τσεμπεριού στο κεφάλι της, δεν έμοιαζε να τη

νοιάζει και πολύ.

Αντιθέτως, η μουρμούρα, τα νεύρα και ο κότσος των μαλλιών της φιλτάτης

δικιάς μας γιαγιάκας, δεν περνούσαν διόλου απαρατήρητα! Ακούς

εκεί, να την πλακώνει το πάπλωμα μέχρι το μεσημέρι την Παναγιώτα, που

ήταν και μεγαλύτερη σε ηλικία. Τι, δηλαδή; Εβδομήντα μόλις χρονώ ήταν

τώρα η Χρυσάννα και ας είχε χάσει τον άντρα της στην κατοχή, μένοντας

χήρα τόσο νέα.

Όλοι στην Καβάλα του ’30 είχαν να λένε για τον λεβέντη της. Είδε κι

έπαθε να αρπάξει τον Μιχάλη απ’ τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά

τους, η ομορφονιά του Πλατανότου Πιερίας. Σιγά, μη σκόνταφτε στην

πρώτη γυναίκα του λεβέντη και στα προικώα φλουριά της.

Στα πεντόλιρα κολλάει, μωρέ, ο έρωτας και η νταβραντισμένη τσαχπινιά;

Άμα το έχεις από γεννησιμιού το κραταιό, το έχεις. Όλα τα άλλα, Παναγιώτα

μου, τ’ ακούω βερεσέ, με το συμπάθειο κιόλας.

Να έβλεπες τη Χρυσάννα, όταν κάθε βράδυ έπινε δυο δυο τα κρασάκια

μαζί με τον μελαψό της τον άντρακλα, τον πολλά βαρύ στα κιλά, ύφος

και στα δράμια…. Εμ, αν δε δείχνει ο άντρας το αντριλίκι του, τι να τον

κάνεις, μπρε, τον κοντοστούπη μισοθόδωρο τον δικό σου; Κάθεσαι κιόλας

και του φτιάχνεις ταψιά με γαρίδες φούρνου, να πιπιλάτε με τις ώρες τα

δυο σας!

Καλά, δεν πολυφτουρούσε η κατοχική μπομπότα, ούτε το γεγονός ότι

οι Βούλγαροι κατακτητές, γοητευμένοι απ’ την μπιρμπιλωμάτα τσαχπίνα,

έδωσαν θέση Α’ σκουπιδιάρη με αραμπά χειροκίνητο στον Μιχάλη της,

στον πιο ικανό καπνεργάτη της Καβάλας και των γύρω περιοχών. Όμως,

όταν τρως στις 15 μέρες μια φορά, πώς να κρατήσεις ζωντανό τον άντρα

σου, κυρά μου. Και άντε να βρεις σκουπίδι της προκοπής να μαζέψεις,

εσύ, το καμάρι της Πιερίας;

16


Η ΖΗΛΙΑΡΑ Γ ΙΑΓ ΙΑ

Παρά τα ευχολόγια σε θεούς, δαιμόνια, τελώνια, ούτε οι φουρκέτες

ηρεμούσαν στον κότσο της γιαγιάς μου, αλλά ούτε και η κυρα Παναγιώτα

σταματούσε τα χαρωπά σούρτα – φέρτα, ενώ φλυαρούσε με τον καλό

της. Και γιατί να πάψει, αφού μόνον αυτός ήταν ο σκοπός της ζωής της;

«Μωρέ και αυτόν τον ερωτευμένο γέρο ξεκούτη Αναστάση, θα τόνε

κατάφερνα ‘γω, αν ήμουν λίγο πιο νέα να», συλλογίστηκε φουρκισμένη η

ξεσηκωμένη χήρα.

Μόνο οι καυτερές τηγανητές πιπεριές και η πεντανόστιμη σάλτσα

φρέσκιας ντομάτας της μαμάς, κατάφεραν να δαμάσουν τη ζηλιάρα γιαγιά

μας. Ο ύπνος του μεσημεριού ήρθε ήρεμος γι’ αυτήν, καθώς κοίταζε

νοσταλγικά την ασπρόμαυρη φωτογραφία στον τοίχο, με τη χερούκλα του

Μιχάλη ν’ αγγίζει τρυφερά τον ώμο της τρισευτυχισμένης (τότε) Χρυσάν-

νας.

17


18

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ


η συνέχεια στο...

http://www.easywriter.gr/

ebooks/item/1215

More magazines by this user
Similar magazines