Κατευθυντήριες Συστάσεις για την πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων

mednutrition

www.mednutrition.gr

volume 7 | SUPPLEMENT 2 | DECEMBER 2016

issn 2459-380X

Hellenic Journal

of Atherosclerosis

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Για τις συνήθειες του τρόπου ζωής

ως μέσο πρόληψης της καρδιαγγειακής νόσου

Μιχαήλ Γεωργούλης, Ιωάννα Κεχριμπάρη, Μαρία Γιαννακούλια,

Μερόπη Κοντογιάννη, Καλλιόπη Άννα Πούλια, Δημοσθένης Παναγιωτάκος,

Κωνσταντίνος Σιαμόπουλος

Το παρόν βασίστηκε στις κατευθυντήριες γραμμές για την πρόληψη των καρδιαγγειακών

νοσημάτων στην κλινική πράξη που δημοσιεύτηκαν το 2016 από την 6η ομάδα ειδικών της

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ (European Society of Cardiology) και άλλων

επιστημονικών φορέων, και αφορά τις συνήθειες του τρόπου ζωής, διατροφή, σωματική

δραστηριότητα, συμπεριφορά και διάφοροι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες … και αποτελούν

θέσεις της Ομάδας Εργασίας Τρόπου Ζωής και Ψυχοκοινωνικών Παραγόντων της ΕΕΑ.

ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΤΡΟΠΟΥ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΗΣ

ΑΘΗΝΑ, 2016

official Three-monthly journal

of the hellenic Atherosclerosis society

www.hjatherosclerosis.com


ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ¹

ΜΟΝΟ ΤΟ Repatha® ΠΑΡΕΧΕΙ:

■ Αποτελεσματικότητα:

Έως και το 94% των ασθενών πέτυχαν LDL-C


Hellenic Journal of Atherosclerosis

Editor-in-Chief

Tselepis Alexandros

SECTION EDITORS

Atherothrombosis

Obesity, Hypertension, Atherosclerosis

Dyslipidemia, Familial Hypercholesterolemia

Pathophysiology of Atherosclerosis

Epidemiology of Atherosclerosis

Stroke prevention

Nutrition and Lifestyle-Related Habits

Goudevenos John

Kotsis Vasilios

Liberopoulos Evaggelos

Nomikos Tzortzis

Panagiotakos Demosthenes

Tziomalos Konstantinos

Yannakoulia Mary

Editorial Board MEMBERS

Achimastos Apostolos (Greece)

Αntonopoulou Smaragdi (Greece)

Athyros Vasilios (Greece)

Banach Maciej (Poland)

Benetos Athanassios (France)

Bilianou Eleni (Greece)

Chapman John (France)

Chrysohoou Christina (Greece)

Dedousis Georgios (Greece)

Demopoulos Constantinos (Greece)

Elisaf Moses (Greece)

Ferrannini Ele (Italy)

Gavras Haralambos (USA)

Giugliano Dario (Italy)

Hatzitolios Apostolos(Greece)

Karabina Sonia (France)

Karagiannis Asterios (Greece)

Kariolou Marios (Cyprus)

Koenig Wolfgang (Germany)

Kokkinos Peter (USA)

Kolovou Genovefa (Greece)

Konstantinides Stavros (Greece)

Lansberg Peter (The Netherlands)

Leslie David (UK)

Lionis Christos (Greece)

Madias Nikolaos (USA)

Manolopoulos Evangelos (Greece)

Migdalis Ilias (Greece)

Mikhailidis Dimitri (UK)

Milionis Charalambos (Greece)

Nikolaou Vasilios (Greece)

Ninio Ewa (France)

Pappas Stavros (Greece)

Perrea Despina (Greece)

Pitsavos Christos (Greece)

Schaefer Katrin (Germany)

Tavridou Anna (Greece)

Tellis Constantinos (Greece)

Tsimikas Sotirios (USA)

Tziakas Dimitrios (Greece)

Vemmos Konstantinos (Greece)

OWNER

Hellenic Atherosclerosis Society

3, ionos dragoumi str., 115 28 Athens, Greece

Tel.: (+30) 210-72 10 055, Fax: (+30) 210-72 10 092

Published by: ZITA MEDICAL MANAGEMENT S.A.

1st klm Peanias - Markopoulou Avenue, Peania, Attica, Greece, P.O BOX 155, 190 02,

tel.: +30 211 1001 777, fax: +30 210 6642116, e-mail: info@zita-management.gr


Ζarator-ADV-02/2017 flyingcolours

ΑΘΗΝΑ: Οιδίποδος 1-3 και Παράδρομος Αττικής οδού 33-35, 15238 Χαλάνδρι

Τηλ.: 210 7488821, Φαξ: 210 7488827 • E-mail: info@winmedica.gr.

ΘΕΣ/ΝΙΚΗ: Εθν. Αντιστάσεως 74 & Αίαντος, Τ.Κ. 551 33 • Τηλ. 2310-488658 • Fax: 2310 488659

www.winmedica.gr

Για περαιτέρω επιστημονικές πληροφορίες

απευθυνθείτε στο ιατρικό τμήμα της WinMedica


Hellenic Journal of Atherosclerosis

Περιεχόμενα

1. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο ρόλος του τρόπου ζωής στην εμφάνιση και εξέλιξη τους 6

2.Η αναγκαιότητα της πρόληψης των καρδιαγγειακών νοσημάτων

και η σημασία των συστάσεων για την κλινική πράξη 7

3. Συστάσεις για την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων στην κλινική πράξη 10

3.1 Υπόβαθρο συστάσεων 10

3.2 Αλλαγή συμπεριφοράς 11

3.3 Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες 14

3.4 Καθιστική συμπεριφορά και σωματική δραστηριότητα 16

3.5 Κάπνισμα 20

3.6 Διατροφή 26

3.7 Σωματικό βάρος 31

4. Συμπερασματα 34

5. Βιβλιογραφια 37

Παράρτημα 43

Σύνοψη κατευθυντήριων συστάσεων για τις συνήθειες του τρόπου ζωής ως μέσο πρόληψης της

καρδιαγγειακής νόσου 43

Συστάσεις για τη διευκόλυνση αλλαγών στη συμπεριφορά 43

Συστάσεις για τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες 44

Συστάσεις για τη σωματική δραστηριότητα 45

Συστάσεις για τις στρατηγικές διακοπής του καπνίσματος 46

Συστάσεις για τη διατροφή 46

Συστάσεις για το σωματικό βάρος 46


Κατευθυντήριες συστάσεις

1 Τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο ρόλος

του τρόπου ζωής στην εμφάνιση και εξέλιξή τους

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα παραμένουν η

κύρια αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας

στην Ευρώπη, παρά τις παρατηρούμενες βελτιώσεις

στις καρδιαγγειακές εκβάσεις τα τελευταία

χρόνια. Συγκεκριμένα, η προσαρμοσμένη ως προς

τη ηλικία θνησιμότητα από στεφανιαία νόσο έχει μειωθεί

σημαντικά στην Ευρώπη σε σχέση με το 1980,

ιδίως σε κράτη υψηλού εισοδήματος, ενώ ο επιπολασμός

της νόσου σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες εκτιμάται

ότι έχει μειωθεί σε ποσοστό >50% συγκριτικά

με αυτόν που είχε καταγραφεί κατά

τις αρχές της δεκαετίας του 1980, λόγω της εφαρμογής

προληπτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης

της αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας για το

κάπνισμα σε πολλές χώρες. 1 Ωστόσο, παρά τις προαναφερθείσες

θετικές τάσεις, ο επιπολασμός πολλών

παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, ιδίως

της παχυσαρκίας 2 και του σακχαρώδους διαβήτη 3 ,

έχουν αυξηθεί σημαντικά κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Επιπλέον, τα καρδιαγγειακά νοσήματα εκτιμάται

ότι ευθύνονται συνολικά για το 48% των θανάτων

(περισσότεροι από 4,3 εκατομμύρια θάνατοι

ετησίως εκ των οποίων >50% αποδίδονται στη στεφανιαία

νόσο και ~1/3 στο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο)

και τους περισσότερους πρώιμους θανάτους

(πριν την ηλικία των 65 ετών) στην Ευρώπη, ενώ εξακολουθούν

να υπάρχουν σημαντικές ανισότητες μεταξύ

των διαφόρων χωρών ως προς τον αντίκτυπό

τους. 4 Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα αυτά γίνεται

σαφές ότι η εφαρμογή στρατηγικών για τη μείωση

του επιπολασμού των καρδιαγγειακών νοσημάτων

είναι επιτακτική έμφαση πρέπει να δοθεί όχι

μόνο στη μείωση της έντασης των επικρατέστερων

παραγόντων κινδύνου για αυτά, αλλά και στη βελτιστοποίηση

της μακροχρόνιας εφαρμογής κατάλληλων

προληπτικών μέτρων .5, 6

Κατά αντιστοιχία με άλλα χρόνια μη μεταδιδόμενα

νοσήματα, τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί

παράγοντες εμπλέκονται στην παθογένεια των

καρδιαγγειακών νοσημάτων. Ωστόσο, από το σύνολο

των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου,

οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, με κυριότερους

αυτούς που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής, είναι

τροποποιήσιμοι και επομένως αποτελούν πρωταρχικό

στόχο οποιασδήποτε προσπάθειας πρόληψης.

Αναφορικά με τη συνεισφορά του τρόπου ζωής στην

εμφάνιση των καρδιαγγειακών νοσημάτων, ο Παγκόσμιος

Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι οκτώ παράγοντες

κινδύνου συνολικά ευθύνονται για το 60%

των καρδιαγγειακών θανάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι παράγοντες αυτοί είναι η υπερβαίνουσα τις

συστάσεις κατανάλωση αλκοόλ, η χρήση προϊόντων

καπνού, η υψηλή αρτηριακή πίεση, το υπερβάλλον

σωματικό βάρος, τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης

αίματος (υπερχοληστερολαιμία), τα υψηλά επίπεδα

γλυκόζης αίματος (υπεργλυκαιμία), η χαμηλή κατανάλωση

φρούτων και λαχανικών και η σωματική

αδράνεια. 4 Η μείωση της έκθεσης του πληθυσμού σε

αυτούς τους οκτώ παράγοντες κινδύνου θα μπορούσε

να οδηγήσει σε αύξηση του παγκόσμιου προσδόκιμου

ζωής σχεδόν κατά πέντε έτη. Επιπλέον, τα

ευρήματα της μελέτης INTERHEART, μιας μελέτης

ασθενών-μαρτύρων με περισσότερα από 15.000 περιστατικά

οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου από

52 χώρες του κόσμου, επιβεβαίωσε ότι ένας σχετικά

μικρός αριθμός δυνητικά τροποποιήσιμων παραγόντων

καρδιαγγειακού κινδύνου προβλέπουν

το μεγαλύτερο ποσοστό του καρδιαγγειακού κινδύνου.

7 Συγκεκριμένα, εννέα παράγοντες, δηλαδή

το κάπνισμα, ο λόγος της απολιποπρωτεΐνης Β προς

την απολιποπρωτεΐνη Α1 στο αίμα (ApoB/ΑροΑ1),

το ιστορικό υπέρτασης, το ιστορικό σακχαρώδους

διαβήτη, η παρουσία κεντρικού τύπου παχυσαρκίας

(όπως αυτή εκτιμήθηκε μέσω του λόγου της

περιφέρειας μέσης προς την περιφέρεια ισχίων),

διάφοροι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες, η κατανάλωση

φρούτων και λαχανικών, η κατανάλωση αλκοόλ,

και η σωματική δραστηριότητα φάνηκαν να

εξηγούν το 90% και 94% του κινδύνου εμφάνισης

ενός αρχικού οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου

στους άνδρες και τις γυναίκες, αντιστοίχως.

Επομένως, γίνεται σαφές ότι ο τρόπος ζωής αποτε-

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

9


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

λεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα που σχετίζεται

με την εμφάνιση και την εξέλιξη των καρδιαγγειακών

νοσημάτων. Η εφαρμογή αποτελεσματικών

μέτρων με κεντρικό άξονα την προώθηση ενός ισορροπημένου

τρόπου ζωής, τόσο για την πρόληψη της

εμφάνισης της καρδιαγγειακής νόσου (πρωτογενής

πρόληψη) όσο και για την πρόληψη της εξέλιξης της

νόσου σε συμπωματικά άτομα (δευτερογενής πρόληψη)

ή άτομα υψηλού κινδύνου είναι μεγάλης σημασίας

για τη δημόσια υγεία.

2 Η αναγκαιότητα της πρόληψης

των καρδιαγγειακών νοσημάτων και η σημασία

των συστάσεων για την κλινική πράξη

Η

πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων

ορίζεται ως ένα συντονισμένο σύνολο δράσεων,

εστιασμένων είτε σε ένα άτομο είτε

σε επίπεδο πληθυσμού, που αποσκοπούν στην ελαχιστοποίηση

ή την εξάλειψη του φορτίου των καρδιαγγειακών

νοσημάτων και των σχετιζόμενων με

αυτά επιπτώσεων και αναπηριών. 8 Η πρόληψη των

καρδιαγγειακών νοσημάτων μπορεί να εφαρμοσθεί

στο γενικό πληθυσμού μέσω της εφαρμογής στρατηγικών

και πολιτικών υγείας για την προώθηση ισορροπημένων

συνηθειών και συμπεριφορών τρόπου

ζωής, και σε άτομα που διατρέχουν αυξημένο καρδιαγγειακό

κίνδυνο ή σε ασθενείς με εγκατεστημένη

καρδιαγγειακή νόσο, μέσω εξατομικευμένης τροποποίησης

ανθυγιεινών συμπεριφορών του τρόπου

ζωής (π.χ. κακής ποιότητας δίαιτα, έλλειψη σωματικής

δραστηριότητας και κάπνισμα) και αντιμετώπισης

ή βελτιστοποίησης των εκάστοτε παραγόντων

καρδιαγγειακού κινδύνου. 9 Σε κάθε περίπτωση, η

αποτελεσματικότητα της πρόληψης αλλά και η σχέση

κόστους-οφέλους από την εφαρμογή της αποτελούν

δύο καθοριστικούς παράγοντες για την ανάδειξη

της σημασίας της.

Αναφορικά με τον αντίκτυπο της εφαρμογής προληπτικών

μέτρων για τα καρδιαγγειακά νοσήματα,

η πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων είναι

πράγματι αποτελεσματική, και μάλιστα εκτιμάται

ότι η εξάλειψη των συμπεριφορών που σχετίζονται

με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας,

κυρίως αυτών που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής,

θα επέτρεπε να αποφευχθεί τουλάχιστον το 80% των

περιστατικών καρδιαγγειακών νοσημάτων. 10, 11 Η

υπάρχουσα εμπειρία στον τομέα των καρδιαγγειακών

νοσημάτων έχει αναδείξει ότι η καρδιαγγειακή

θνησιμότητα μπορεί να προληφθεί στην πράξη, εάν

κανείς αναλογισθεί τη δραματική μείωση στα ποσοστά

θανάτου λόγω στεφανιαίας νόσου που έχει παρατηρηθεί

κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρώπη,

η οποία αποδίδεται στη μείωση της έκθεσης του

πληθυσμού σε παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου.

1 Είναι, επίσης, γνωστό, ότι η μείωση της έκθεσης

σε παράγοντες κινδύνου μπορεί να έχει άμεσα

αποτελέσματα ως προς την πρόληψη της καρδιαγγειακής

νόσου. Για παράδειγμα, κατά τη δεκαετία

του 1990, παρατηρήθηκε μια σημαντική και άμεσα

εκδηλωθείσα μείωση στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα

στην Πολωνία. Συγκεκριμένα, στους νεαρούς

ενήλικες (20-44 ετών) υπήρξε μια μέση ετήσια μείωση

στα ποσοστά θανάτων από καρδιακή νόσο της τάξης

του 10%, ενώ σε μεγαλύτερους ενήλικες (45-64 ετών)

το αντίστοιχο ποσοστό ετήσιας μείωσης ήταν σχεδόν

7%. 12 Μετά τις πολιτικές και οικονομικές αλλαγές το

1991, η κατάργηση των επιδοτήσεων των τιμών για

τα προϊόντα που περιέχουν ζωικό λίπος, ιδίως για το

βούτυρο, οδήγησε σε μεγαλύτερη κατανάλωση φυτικών

λιπών και ελαίων. Αυτή η αντικατάσταση των

κορεσμένων λιπαρών με πολυακόρεστα λιπαρά οξέα

θεωρείται ότι είναι ο κύριος παράγοντας που οδήγησε

στην προαναφερθείσα θεαματική πτώση της καρδιαγγειακής

θνησιμότητας στην Πολωνία.

Πέρα από την αποτελεσματικότητα της πρόληψης

σε δείκτες υγείας, ένα ακόμα σημαντικό σημείο που

10

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

αφορά οργανισμούς και φορείς σχεδιασμού πολιτικών

υγείας, είναι η αξιολόγηση κόστους-οφέλους, το

εάν δηλαδή η πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων

και η χρήση πόρων και ανθρωπίνου δυναμικού

προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελεί μια οικονομικά

αποδοτική προσέγγιση. Το 2009, οι δαπάνες

που σχετίζονταν με την καρδιαγγειακή νόσο ανήλθαν

σε 106 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιπροσωπεύοντας

το 9% του συνόλου των δαπανών υγειονομικής

περίθαλψης σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. 13

Γίνεται, επομένως, κατανοητό ότι τα καρδιαγγειακά

νοσήματα αντιπροσωπεύουν μια σημαντική οικονομική

επιβάρυνση για την κοινωνία και η πρόληψή

τους αναδεικνύεται αναγκαία και για τους

λόγους αυτούς. Παρότι η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας

εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από παραμέτρους,

όπως η ηλικία του πληθυσμού στόχου, ο

συνολικός καρδιαγγειακός κίνδυνος του πληθυσμού

και το κόστος των παρεμβάσεων 14-16 , σύμφωνα με τα

διαθέσιμα στοιχεία - προερχόμενα κυρίως από τον

συνδυασμό των ευρημάτων της κλινικής έρευνας με

προσεγγίσεις προσομοίωσης και από δεδομένα των

μέχρι σήμερα διαθέσιμων τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων

κλινικών δοκιμών - η πρόληψη των καρδιαγγειακών

νοσημάτων θεωρείται οικονομικά συμφέρουσα.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο

Οργανισμό Υγείας, η τροποποίηση των πολιτικών

και του περιβάλλοντος θα μπορούσε να μειώσει την

έκταση των καρδιαγγειακών νοσημάτων σε όλες τις

χώρες του κόσμου, με κόστος λιγότερο από 1 δολάριο

ανά άτομο ανά έτος. 17 Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση

του Εθνικού Ινστιτούτου Αριστείας για την Υγεία και

τη Φροντίδα (National Institute for Health and Care

Excellence - NICE), ένα εθνικό πρόγραμμα για μείωση

του καρδιαγγειακού κινδύνου του πληθυσμού

του Ηνωμένου Βασιλείου κατά 1% θα προλάμβανε

25.000 περιστατικά καρδιαγγειακών νοσημάτων

και θα οδηγούσε σε εξοικονόμηση 40 εκατομμυρίων

ευρώ ανά έτος.

Με δεδομένα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω,

τα τελευταία χρόνια υπάρχει συναίνεση

των σχετικών οργανισμών, φορέων και πολιτικών

υγείας υπέρ μιας προσέγγισης που συνδυάζει στρατηγικές

για τη βελτίωση της καρδιαγγειακής υγείας

του πληθυσμού, σε μεγάλο βαθμό ξεκινώντας από

την παιδική ηλικία, και έπειτα υπέρ συγκεκριμένων

δράσεων για τη βελτίωση της καρδιαγγειακής υγείας

σε άτομα που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ή με

εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο. Για την αποτελεσματική

μείωση του φόρτου των καρδιαγγειακών

νοσημάτων σε ασθενείς και συστήματα υγείας

απαιτείται μια προσέγγιση ζωής, δεδομένου ότι τόσο

η μεταβολή του καρδιαγγειακού κινδύνου όσο και

η πρόληψη των εν λόγω νοσημάτων είναι διαδικασίες

δυναμικές και συνεχείς, καθώς οι ασθενείς μεγαλώνουν

ηλικιακά και συσσωρεύουν νοσηρότητες.

Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από τη βελτίωση του τρόπου

ζωής και τη διαχείριση των παραγόντων κινδύνου σε

ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο και

εκείνους που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης

αυτής, τα υγιή άτομα όλων των ηλικιών θα

πρέπει, επίσης, να ενθαρρύνονται ως προς την υιοθέτηση

ενός ισορροπημένου τρόπου ζωής. Στο πλαίσιο

αυτό, οι επαγγελματίες υγείας διαδραματίζουν σημαντικό

ρόλο στην επίτευξη του στόχου αυτού στην

κλινική πράξη.

Αναφορικά με την πρόληψη των καρδιαγγειακών

νοσημάτων στην κλινική πράξη, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν

όχι μόνο η γνώση και η επιστημονική

επάρκεια των επαγγελματιών υγείας, αλλά και η

ύπαρξη σαφών οδηγιών για την κατάλληλη εφαρμογή

αποτελεσματικών προσεγγίσεων, στρατηγικών

και παρεμβάσεων από αυτούς. Στο πλαίσιο αυτό, οι

κατευθυντήριες οδηγίες για την κλινική πράξη αποτελούν

απαραίτητο βοήθημα στα χέρια των ειδικών,

δεδομένου ότι αποτελούν δηλώσεις-προτάσεις που

έχουν δημιουργηθεί με συστηματικό τρόπο για να

βοηθήσουν τον κλινικό ιατρό, και γενικότερα τον

επαγγελματία υγείας, να λάβει αποφάσεις αναφορικά

με την κατάλληλη φροντίδα υγείας σε ειδικές

κλινικές περιστάσεις. 18 Βασικός στόχος των κατευθυντήριων

οδηγιών για την κλινική πράξη είναι να

προσφέρουν συνοπτικές οδηγίες για τον τρόπο παροχής

υπηρεσιών υγείας 19 , ενώ η χρησιμότητά τους

έγκειται στη βελτίωση τόσο της ποιότητας και της διαδικασίας

της παροχής φροντίδας, όσο και των εκβάσεων

υγείας των ασθενών. 20

Ως προς τους ίδιους τους ασθενείς, το μεγαλύτερο

όφελος που οι κατευθυντήριες οδηγίες μπορούν να

επιφέρουν είναι η βελτίωση των δεικτών υγείας. Οι

κατευθυντήριες οδηγίες, που προωθούν τις παρεμβάσεις

με επιβεβαιωμένα οφέλη και από την άλλη

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

11


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

αποθαρρύνουν τις μη αποτελεσματικές, έχουν τη δυνατότητα

να μειώσουν τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα

και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής,

τουλάχιστον για κάποιες κλινικές καταστάσεις. Οι

κατευθυντήριες οδηγίες μπορούν, επίσης, να βελτιώσουν

τη συστηματικότητα με την οποία παρέχεται

η περίθαλψη. Μελέτες από διαφορετικές χώρες του

κόσμου δείχνουν ότι η συχνότητα με την οποία εκτελούνται

οι διαδικασίες ποικίλει σημαντικά μεταξύ

των γιατρών, των ειδικοτήτων και των γεωγραφικών

περιοχών, ακόμη και ύστερα από στάθμιση για τα

διαφορετικά κλινικά περιστατικά. 21 Ασθενείς με τα

ίδια κλινικά προβλήματα λαμβάνουν διαφορετική

φροντίδα, η οποία εξαρτάται από το γιατρό τους, το

νοσοκομείο ή την τοποθεσία που βρίσκονται. Οι κατευθυντήριες

οδηγίες προσφέρουν μια λύση στο πρόβλημα

αυτό, εξασφαλίζοντας ότι οι ασθενείς θα αντιμετωπίζονται

με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το

που βρίσκονται ή από τον ποιον τους παρακολουθεί

και τους φροντίζει.

Πέρα από τα παραπάνω, οι κατευθυντήριες οδηγίες

που συνοδεύονται από εκδοχές για το κοινό (φυλλάδια,

κασέτες ήχου ή βίντεο σε απλή γλώσσα) ή δημοσιοποιούνται

σε περιοδικά, δελτία ειδήσεων και

ιστοσελίδες, ενημερώνουν τους ασθενείς και το κοινό

σχετικά με το τι θα πρέπει να κάνουν οι γιατροί τους.

Όλο και περισσότερο, οι κατευθυντήριες οδηγίες συνοψίζουν

τα οφέλη και τους κινδύνους των διαθέσιμων

επιλογών, καθώς και τις εκτιμήσεις των πιθανοτήτων

εμφάνισης ή του μεγέθους των σχετιζόμενων

καταληκτικών σημείων. 22 Συνεπώς, οι εν λόγω κατευθυντήριες

οδηγίες βοηθούν τους ασθενείς να κάνουν

πιο συνειδητές επιλογές υγειονομικής περίθαλψης

και να εξετάσουν τις προσωπικές τους ανάγκες και

προτιμήσεις, με στόχο την καλύτερη επιλογή. Πράγματι,

οι κλινικοί γιατροί μπορούν να μάθουν για τις

νέες κατευθυντήριες οδηγίες (ή να θυμηθούν τυχόν

παραλείψεις), όταν οι ασθενείς τους ρωτούν για συστάσεις

ή θεραπευτικές επιλογές.

Τέλος, οι κατευθυντήριες οδηγίες για την κλινική

πράξη μπορούν να βοηθήσουν τους ασθενείς, επηρεάζοντας

την υγειονομική πολιτική. Συγκεκριμένα, οι

κατευθυντήριες οδηγίες μπορούν να στρέψουν την

προσοχή σε μη αναγνωρίσιμα προβλήματα υγείας,

σε κλινικές υπηρεσίες, σε προληπτικές παρεμβάσεις,

σε ομάδες ασθενών που έχουν παραμεληθεί και

σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Οι υπηρεσίες που δεν

προσφέρονταν προηγουμένως στους ασθενείς μπορούν

να γίνουν διαθέσιμες ως απάντηση στις κατευθυντήριες

οδηγίες. Επιπλέον, οι κλινικές κατευθυντήριες

οδηγίες, που έχουν αναπτυχθεί με προσοχή

για να το δημόσιο όφελος, μπορούν να προωθήσουν

δίκαιη κατανομή των ιατρικών υπηρεσιών σε αυτούς

που τις έχουν ανάγκη. Σε ένα σύστημα υγείας,

με περιορισμένους οικονομικούς πόρους οι κατευθυντήριες

οδηγίες που βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα

της υγειονομικής περίθαλψης μπορούν να

απελευθερώσουν πόρους που απαιτούνται για άλλες

υπηρεσίες.

Αναφορικά με τους επαγγελματίες υγείας, οι κατευθυντήριες

οδηγίες για την κλινική πράξη μπορούν

να βελτιώσουν την ποιότητα των κλινικών αποφάσεων.

Προσφέρουν ρητές οδηγίες στους κλινικούς

ιατρούς που είναι αβέβαιοι για το πως θα προχωρήσουν,

ανατρέπουν τις αντιλήψεις αναφορικά με

ξεπερασμένες πρακτικές, βελτιώνουν τη συστηματικότητα

με την οποία παρέχεται η περίθαλψη και παρέχουν

έγκυρες συστάσεις που καθησυχάζουν τους

επαγγελματίες υγείας σχετικά με την καταλληλότητα

των θεραπευτικών σχημάτων τους. Οι κατευθυντήριες

οδηγίες που βασίζονται σε μια κριτική αξιολόγηση

των επιστημονικών στοιχείων (βασισμένες σε

ενδείξεις) αποσαφηνίζουν ποιες παρεμβάσεις έχουν

αποδεδειγμένη αξία και την τεκμηριώνουν την ποιότητα

των υποστηρικτικών δεδομένων. Συνεπώς, αποτελούν

έναν οδηγό για την ιατρική πρακτική, καθώς

προειδοποιούν για παρεμβάσεις που δεν έχουν επιστημονική

βάση, ενισχύουν τη σημασία και τις μεθόδους

της κριτικής αξιολόγησης και αποτρέπουν

από αναποτελεσματικές, επικίνδυνες και σπάταλες

πρακτικές.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες για την κλινική πράξη

μπορούν, επίσης, να υποστηρίξουν τη διαδικασία

βελτίωσης της ποιότητας τόσο της παρεχόμενης ιατρικής

φροντίδας όσο και της έρευνας. Αναφορικά

με το πρώτο σκέλος, το πρώτο βήμα για το σχεδιασμό

εργαλείων αξιολόγησης της ποιότητας των παρεχόμενων

ιατρικών υπηρεσιών (πάγιες εντολές, συστήματα

υπενθύμισης, μονοπάτια εντατικής θεραπείας,

αλγόριθμοι, έλεγχοι, κ.λπ.) είναι να υπάρξει συμφωνία

σχετικά με το πως οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται.

Στο πλαίσιο αυτό, οι κατευθυντήριες

12

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

οδηγίες είναι ένα κοινό σημείο αναφοράς για προοπτικούς

και αναδρομικούς ελέγχους των πρακτικών

των κλινικών ιατρών ή νοσοκομείων: οι εξετάσεις, οι

θεραπείες και οι θεραπευτικοί στόχοι που συστήνονται

στις κατευθυντήριες οδηγίες παρέχουν έτοιμα

μέτρα (κριτήρια αναθεώρησης) για την αξιολόγηση

της συμμόρφωσης με τις καλύτερες πρακτικές φροντίδας.

23 Πέρα όμως από την κλινική πράξη, οι ερευνητές

επωφελούνται, επίσης, από το γεγονός ότι οι

κατευθυντήριες οδηγίες που βασίζονται σε ενδείξεις

αντανακλούν τα υπάρχοντα κενά και προσφέρουν

κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα. Συγκεκριμένα,

οι μέθοδοι της ανάπτυξης των κατευθυντήριων οδηγιών

που δίνουν έμφαση στις συστηματικές ανασκοπήσεις

εστιάζουν την προσοχή τους σε βασικά ερευνητικά

ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν για

να καθοριστεί η αποτελεσματικότητα μιας παρέμβασης

και επισημαίνουν τα κενά στην υπάρχουσα βιβλιογραφία.

24 Η κριτική αξιολόγηση των ενδείξεων

εντοπίζει ελαττώματα μεθοδολογικού σχεδιασμού σε

υπάρχουσες μελέτες, ενώ παράλληλα η αναγνώριση

της παρουσίας ή της απουσίας ενδείξεων μπορεί να

ανακατευθύνει το έργο των ερευνητών και να ενθαρρύνει

τους χρηματοδοτικούς οργανισμούς να υποστηρίξουν

μελέτες που επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητά

τους.

Δεν θα πρέπει, τέλος, να παραβλέπονται τα πιθανά

οφέλη της ύπαρξης συστάσεων για τα συστήματα

υγείας. Τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης που

παρέχουν υπηρεσίες, καθώς και κυβερνητικοί οργανισμοί

και ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες που πληρώνουν

για αυτά, έχουν διαπιστώσει ότι οι κατευθυντήριες

οδηγίες για την κλινική πράξη μπορούν

να συμβάλλουν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας

(συχνά τυποποιώντας τη φροντίδα), βελτιστοποιώντας

παράλληλα τη σχέση ποιότητας-τιμής. 25

H εφαρμογή κατευθυντήριων οδηγιών μειώνει δαπάνες

για νοσηλεία, συνταγογραφούμενα φάρμακα,

χειρουργική επέμβαση και άλλες διαδικασίες.

Η δημοσίευση της προσκόλλησης σε κατευθυντήριες

γραμμές μπορεί, επίσης, να βελτιώσει τη δημόσια

εικόνα, στέλνοντας μηνύματα δέσμευσης στην αριστεία

και στην ποιότητα. Τέτοιου είδους μηνύματα

μπορούν να προωθήσουν τη φήμη, την πολιτική στήριξη

και (σε μερικά συστήματα υγειονομικής περίθαλψης)

τα έσοδα.

3 συστάσεις για την πρόληψη των καρδιαγγειακών

νοσημάτων στην κλινική πραξη

3.1 Υπόβαθρο Συστάσεων

Το παρόν κείμενο βασίστηκε στις κατευθυντήριες

γραμμές για την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων

στην κλινική πράξη, που δημοσιεύτηκαν το

2016 από την 6η ομάδα ειδικών της ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ

ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ (European Society of

Cardiology) και άλλων επιστημονικών φορέων που

δραστηριοποιούνται στον τομέα της πρόληψη των

καρδιαγγειακών παθήσεων (εμπειρογνώμονες από

10 επιστημονικούς φορείς), με τη συμβολή του Ευρωπαϊκού

Συλλόγου για την Καρδιαγγειακή Πρόληψη

& Αποκατάσταση (European Association for

Cardiovascular Prevention & Rehabilitation). 26

Έπειτα από αξιολόγηση των διαθέσιμων δεδομένων

και τον εντοπισμό των κενών στην πρόληψη

των καρδιαγγειακών νοσημάτων, η συγκεκριμένη

ομάδα ειδικών διατύπωσε προτάσεις για να κατευθύνουν

τις δράσεις πρόληψης της καρδιαγγειακής

νόσου στην κλινική πράξη. Η ομάδα ειδικών ακολούθησε

τα κριτήρια ποιότητας για την ανάπτυξη

κατευθυντήριων γραμμών (διαθέσιμα στην ηλεκτρονική

διεύθυνση http://goo.gl/vKbEb2). Για λόγους

απλούστευσης και σύμφωνα με άλλες κατευθυντήριες

γραμμές της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας,

χρησιμοποιήθηκε το σύστημα βαθμολόγησης

που βασίζεται στο επίπεδο των ενδείξεων (Πίνακας

3.1) και στην τάξη των συστάσεων (Πίνακας 3.2),

αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι αυτό μπορεί να είναι

λιγότερο κατάλληλο για την εκτίμηση του αντίκτυπου

των στρατηγικών πρόληψης, ιδίως εκείνων που

σχετίζονται με συμπεριφορές και παρεμβάσεις σε

επίπεδο πληθυσμού.

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

13


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.1. Επίπεδα ενδείξεων

Επίπεδο ενδείξεων

Επίπεδο Α

Επίπεδο Β

Επίπεδο C

Επεξήγηση

Δεδομένα που προέρχονται από πολλές τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές ή

μετααναλύσεις

Δεδομένα που προέρχονται από μία τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή ή μεγάλες μη

τυχαιοποιημένες μελέτες

Συναίνεση της γνώμης των εμπειρογνωμόνων ή/και δεδομένα που προέρχονται

από μικρές μελέτες, συγχρονικές μελέτες και μητρώα

Πίνακας 3.2. Τάξη Συστάσεων

Τάξη συστάσεων

Ορισμός

Συνιστώμενη

ορολογία

Τάξη Ι

Τάξη ΙΙ

Τάξη ΙΙa

Ενδείξεις ή/και γενική συμφωνία ότι μια συγκεκριμένη θεραπεία ή

διαδικασία είναι ευεργετική, χρήσιμη ή αποτελεσματική

Αντικρουόμενα στοιχεία ή/και διάσταση απόψεων σχετικά με τη

χρησιμότητα ή αποτελεσματικότητα μιας συγκεκριμένης θεραπείας

ή διαδικασίας

Το βάρος των ενδείξεων/απόψεων είναι υπέρ της χρησιμότητας ή

αποτελεσματικότητας μιας συγκεκριμένης θεραπείας ή διαδικασίας

Συστήνεται,

ενδείκνυται

Θα πρέπει να

λαμβάνεται υπόψη

Τάξη ΙΙb

Τάξη ΙΙΙ

Η χρησιμότητα ή αποτελεσματικότητα μιας συγκεκριμένης θεραπείας

ή διαδικασίας υποστηρίζεται λιγότερο από τις ενδείξεις/απόψεις

Ενδείξεις ή/και γενική συμφωνία ότι μια συγκεκριμένη θεραπεία ή

διαδικασία δεν είναι χρήσιμη ή αποτελεσματική, και σε ορισμένες

περιπτώσεις μπορεί να είναι επιβλαβής

Μπορεί να ληφθεί

υπόψη

Δεν συστήνεται

Οι συγκεκριμένες συστάσεις αποτελούν αναθεώρηση

των συστάσεων της 5ης ομάδας ειδικών που

δημοσιεύτηκαν το 2012 27 και αναπτύχθηκαν για

να υποστηρίξουν τους επαγγελματίες υγείας που

δραστηριοποιούνται στην κλινική πράξη στο να

επικοινωνούν με άτομα σχετικά με τον καρδιαγγειακό

τους κίνδυνο και την έγκαιρη

τροποποίηση αυτού μέσω της υιοθέτησης

ενός ισορροπημένου τρόπου

ζωής.

3.2 Αλλαγή Συμπεριφοράς

Ο τρόπος ζωής βασίζεται συνήθως

σε μακροχρόνια πρότυπα συμπεριφοράς

που διατηρούνται από το

Βασικό μήνυμα

Οι γνωσιακές συμπεριφορικές

τεχνικές είναι αποτελεσματικές

ως προς την υποστήριξη των

ατόμων στην υιοθέτηση ενός

ισορροπημένου τρόπου ζωής

κοινωνικό περιβάλλον. Ατομικοί και περιβαλλοντικοί

παράγοντες μπορούν να παρεμποδίσουν την

ικανότητα ενός ατόμου να υιοθετήσει έναν ισορροπημένο

τρόπο ζωής, όπως επίσης και οι περίπλοκες,

ασαφείς ή αναξιόπιστες συμβουλές από τους επαγγελματίες

υγείας. Αντιθέτως, μια φιλική και θετική

αλληλεπίδραση ενισχύει την ικανότητα

ενός ατόμου να αντιμετωπίσει

την ασθένεια και να συμμορφώνεται

με τις προτεινόμενες αλλαγές

στον τρόπο ζωής («ενδυνάμωση»).

Είναι σημαντικό να διερευνώνται

οι εμπειρίες, οι σκέψεις, οι ανησυχίες,

οι προηγούμενες γνώσεις και οι

περιστάσεις της καθημερινής ζωής

14

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.3. Συστάσεις για τη διευκόλυνση αλλαγών στη συμπεριφορά

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Συστήνεται η εφαρμογή αναγνωρισμένων γνωσιακών-συμπεριφορικών

στρατηγικών (π.χ. συνέντευξη κινητοποίησης) για τη

διευκόλυνση αλλαγών στον τρόπο ζωής

Ι Α 28

Συστήνεται η εμπλοκή διεπιστημονικών επαγγελματιών υγείας

(π.χ. νοσηλευτών, διαιτολόγων-διατροφολόγων, ψυχολόγων)

Ι Α 29, 30

1 Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

Πίνακας 3.4. Αρχές αποτελεσματικής επικοινωνίας για τη διευκόλυνση αλλαγών στη συμπεριφορά

Περάστε αρκετό χρόνο με το άτομο για να δημιουργήσετε μια θεραπευτική σχέση – ακόμα και λίγα λεπτά παραπάνω μπορούν

να κάνουν τη διαφορά

Αναγνωρίστε την οπτική του ίδιου του ατόμου σχετικά με τη νόσο και τους παράγοντες που έχουν οδηγήσει σε αυτήν

Ενθαρρύνετε την έκφραση ανησυχιών και αγωνιών, την αυτοαξιολόγηση των κινήτρων για την αλλαγή συμπεριφοράς και

τις πιθανότητες επιτυχίας

Μιλήστε στο άτομο στη δική του/της γλώσσα και υπάρξτε υποστηρικτικοί της οποιασδήποτε βελτίωσης στον τρόπο ζωής

Κάντε ερωτήσεις για να ελέγξετε ότι το άτομο έχει κατανοήσει τις συμβουλές και έχει την απαιτούμενη υποστήριξη ώστε να

τις ακολουθήσει

Αναγνωρίστε ότι η αλλαγή των συνηθειών του τρόπου ζωής μπορεί να είναι δύσκολη και ότι η μακροχρόνια σταδιακή αλλαγή

είναι συχνά πιο μόνιμη από μια ταχεία αλλαγή

Δεχτείτε ότι το άτομο μπορεί να χρειάζεται υποστήριξη για μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι οι επανειλημμένες προσπάθειες

για την ενθάρρυνση και τη διατήρηση των αλλαγών στον τρόπο ζωής μπορεί να είναι απαραίτητη

Βεβαιωθείτε ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες παρέχουν συνεπείς πληροφορίες.

κάθε ασθενούς, ενώ η εξατομικευμένη συμβουλευτική

αποτελεί τη βάση για την κινητοποίηση και τη

δέσμευσή του. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων θα

πρέπει να μοιράζεται ισάξια μεταξύ του επαγγελματία

υγείας και του ασθενούς (συμπεριλαμβανομένης

και του/της συντρόφου και της οικογένειας του

ατόμου) 29, 32 , ενώ η χρήση των αρχών της αποτελεσματικής

επικοινωνίας 33 (Πίνακας 3.4) διευκολύνει

τη θεραπεία και την πρόληψη της νόσου.

Οι επαγγελματίες υγείας μπορούν, επίσης, να στηριχθούν

σε γνωσιακές συμπεριφορικές στρατηγικές

για την αξιολόγηση των σκέψεων, των συμπεριφορών

και των πεποιθήσεων του ατόμου σχετικά με την

αυτοαντιλαμβανόμενη ικανότητά του να αλλάξει

τη συμπεριφορά του, καθώς και την αξιολόγηση του

περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, συμπεριφορικές

παρεμβάσεις, όπως η «συνέντευξη κινητοποίησης»,

ενισχύουν την κινητοποίηση και την αυτοαποτελεσματικότητα

του ατόμου. 28 Επιπλέον, προηγούμενες

ανεπιτυχείς προσπάθειες επηρεάζουν συχνά την αυτοαποτελεσματικότητα

για μελλοντικές αλλαγές. Συνεπώς,

ένα σημαντικό σημείο είναι η διευκόλυνση

του ατόμου να θέσει ρεαλιστικούς στόχους σε συνδυασμό

με την αυτοπαρακολούθηση της επιλεχθείσας

συμπεριφοράς 29 , ενώ η μετάβαση προς τα εμπρός

σε μικρά, διαδοχικά στάδια είναι το κλειδί για τη

μακροπρόθεσμη αλλαγή της συμπεριφοράς.29 Στο

πλαίσιο αυτό, η εκπαίδευση στην επικοινωνία είναι

σημαντική για τους επαγγελματίες υγείας. Τα «δέκα

στρατηγικά βήματα» που παρουσιάζονται στον

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

15


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.5. Δέκα στρατηγικά βήματα για τη διευκόλυνση αλλαγών στη συμπεριφορά

1. Δημιουργείστε μια θεραπευτική σχέση

2. Συμβουλέψτε όλα τα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου ή με ήδη εγκατεστημένη καρδιαγγειακή

νόσο

3. Βοηθήστε τα άτομα να κατανοήσουν τη σχέση μεταξύ της συμπεριφοράς και της υγείας τους

4. Βοηθήστε τα άτομα να αξιολογήσουν τα εμπόδια για την αλλαγή της συμπεριφοράς

5. Αποσπάστε δεσμεύσεις από τα άτομα για τις αλλαγές συμπεριφοράς που τα ίδια επιλέγουν

6. Εμπλέξτε τα άτομα στην αναγνώριση και επιλογή των παραγόντων κινδύνου για αλλαγή

7. Χρησιμοποιήστε έναν συνδυασμό στρατηγικών, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της ικανότητας των ατόμων

για αλλαγή

8. Σχεδιάστε ένα πλάνο τροποποίησης του τρόπου ζωής

9. Εμπλέξτε και άλλους επαγγελματίες υγείας όταν αυτό είναι δυνατό

10. Παρακολουθείστε την πρόοδο μέσω επανελέγχου

Πίνακα 3.5 μπορούν να ενισχύσουν τη συμβουλευτική

με στόχο την αλλαγή συμπεριφοράς. 34

Υπάρχουν

Ο συνδυασμός των γνώσεων διαφόρων επαγγελματιών

υγείας (π.χ. ιατροί, νοσηλευτές, ψυχολόγοι, διαιτολόγοι-διατροφολόγοι,

καρδιολόγοι και αθλίατροι)

σε πολυδιάστατες συμπεριφορικές παρεμβάσεις

μπορεί να βελτιστοποιήσει τις προσπάθειες πρόληψης

της καρδιαγγειακής νόσου. 29-31 Οι πολυδιάστατες συμπεριφορικές

παρεμβάσεις ενδείκνυνται ιδίως για

άτομα πολύ υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου. 29-31

Οι παρεμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν την προώθηση

ενός ισορροπημένου τρόπου ζωής μέσα από αλλαγές

συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένης της διατροφής,

της σωματικής δραστηριότητας, ασκήσεων χαλάρωσης,

της διαχείρισης του σωματικού βάρους και

προγραμμάτων διακοπής του καπνίσματος για ανθεκτικούς

καπνιστές. 30, 31 Τέτοιου είδους παρεμβάσεις

ενισχύουν την αντιμετώπιση της νόσου και παράλληλα

βελτιώνουν την προσκόλληση και τις καρδιαγγειακές

εκβάσεις. 35, 36 Οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες

κινδύνου (άγχος, κοινωνική απομόνωση και αρνητικά

συναισθήματα) που μπορούν να λειτουργήσουν

ως εμπόδια της αλλαγής της συμπεριφοράς θα πρέπει,

επίσης, να αντιμετωπίζονται σε εξατομικευμένες ατομικές

ή ομαδικές συμβουλευτικές

30, 31

συνεδρίες.

ενδείξεις ότι πιο εκτεταμένες/μακροχρόνιες

παρεμβάσεις οδηγούν μακροπρόθεσμα σε

καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με την αλλαγή

συμπεριφοράς και την πρόγνωση της καρδιαγγειακής

νόσου. 29 Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι

τα άτομα χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου,

μεγάλης ηλικίας ή οι γυναίκες ενδεχομένως

να χρειάζονται εξατομικευμένα προγράμματα,

προκειμένου να καλύψουν τις ιδιαίτερες ανάγκες

τους όσον αφορά την ενημέρωση και τη συναισθηματική

υποστήριξη.

29, 37, 38

Υπάρχουν περιορισμένες ενδείξεις για να καθοριστεί

το ποιες παρεμβάσεις είναι πιο αποτελεσματικές

σε συγκεκριμένες ομάδες (π.χ. άτομα νεαρής ηλικίας

- ηλικιωμένοι, άνδρες - γυναίκες, υψηλό έναντι χαμηλού

κοινωνικοοικονομικού επιπέδου).

3.3 Ψυχοκοινωνικοί Παράγοντες

Οι επαγγελματίες υγείας που δραστηριοποιούνται

στην κλινική πράξη είναι σε μοναδική θέση να υποστηρίξουν

άμεσα τους ασθενείς τους σχετικά με τους

ψυχοκοινωνικούς παράγοντες κινδύνου σε άτομα

υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου ή με εγκατεστημένη

νόσο. Μια ασθενοκεντρική προσέγγιση που βασίζεται

στην εν συναίσθηση συμβάλλει στην εγκατά-

16

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

σταση και διατήρηση μιας σχέσης εμπιστοσύνης και

αποτελεί μια ισχυρή πηγή για συναισθηματική υποστήριξη

και επαγγελματική καθοδήγηση στην αντιμετώπιση

των ψυχοκοινωνικών στρεσσογόνων παραγόντων,

της κατάθλιψης, του άγχους, των παραγόντων

καρδιαγγειακού κινδύνου και της καρδιαγγειακής

νόσου. 44, 45 Οι αρχές της υποστηρικτικής αλληλεπίδρασης

μεταξύ επαγγελματία υγείας και

ασθενούς είναι 44, 45 :

Περάστε αρκετό χρόνο με τον/

την ασθενή, ακούστε προσεκτικά

και επαναλάβετε σημαντικές

λέξεις-κλειδιά.

Εξετάστε ιδιαίτερες ψυχοκοινωνικές

πτυχές που σχετίζονται με το

φύλο και την ηλικία.

Ενθαρρύνετε την έκφραση των

συναισθημάτων και μην μειώνετε

τη σημασία που έχουν για τον

ασθενή ποικίλες ανησυχίες και ψυχοκοινωνικά

βάρη.

Εξηγήστε βασικές ιατρικές έννοιες

στη γλώσσα του/της ασθενούς,

μεταδώστε ελπίδα και ανακούφιση

από αισθήματα ενοχής και ενισχύστε

προσαρμοστικές σκέψεις και

δράσεις.

Σε περίπτωση σοβαρών ψυχικών

συμπτωμάτων, αξιολογήστε τις προτιμήσεις θεραπείας

του ασθενούς και λάβετε από κοινού αποφάσεις

σχετικά με επόμενα διαγνωστικά και θεραπευτικά

βήματα.

Συνοψίστε τις σημαντικές πτυχές της συμβουλευτικής

για να επιβεβαιώσετε ότι ο/η ασθενής έχει γίνει

κατανοητός/ή.

Προσφέρετε τακτική παρακολούθηση.

Οι εξειδικευμένες ψυχολογικές παρεμβάσεις έχουν

επιπρόσθετες ευεργετικές επιδράσεις στην αγωνία,

την κατάθλιψη και το άγχος, ακόμα και όταν προστίθενται

στη συνήθη αποκατάσταση. 39 Οι παρεμβάσεις

αυτές περιλαμβάνουν ατομική ή ομαδική συμβουλευτική

πάνω σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες

κινδύνου και την αντιμετώπιση της νόσου, προγράμματα

διαχείρισης του στρες, διαλογισμό, αυτογενή

εξάσκηση (χαλάρωση), βιοανάδραση, τεχνικές αναπνοής,

γιόγκα ή/και ασκήσεις μυϊκής χαλάρωσης.

Βασικά μήνυματα

Η θεραπεία των ψυχοκοινωνικών

παραγόντων κινδύνου

μπορεί να αντιμετωπίσει το ψυχοκοινωνικό

στρες, την κατάθλιψη

και το άγχος, διευκολύνοντας

έτσι την αλλαγή της

συμπεριφοράς και βελτιώνοντας

την ποιότητα ζωής και την

πρόγνωση της νόσου.

Η αλληλεπίδραση επαγγελματία

υγείας – ασθενούς θα πρέπει

να ακολουθεί τις αρχές της

ασθενοκεντρικής επικοινωνίας.

Οι ιδιαίτερες ψυχοκοινωνικές

πτυχές που σχετίζονται με

το φύλο και την ηλικία θα πρέπει

να λαμβάνονται υπόψη.

H «συνεργατική φροντίδα» έχει φανεί να επιφέρει

σημαντικά και συστηματικά αποτελέσματα στην κατάθλιψη:

μπορεί να περιλαμβάνει μια συστηματική

αξιολόγηση της κατάθλιψης, ένα (μη-ιατρό) συντονιστή

της φροντίδας για τη διενέργεια της προοπτικής

παρακολούθησης των συμπτωμάτων, των θεραπευτικών

παρεμβάσεων και το συντονισμό της φροντίδας

του/της ασθενούς, καθώς και

συστάσεις φροντίδας και θεραπεία

που παρέχονται από ειδικούς. 41 Συγκεκριμένα,

η συνεργατική φροντίδα

για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης

έχει φανεί να οδηγεί σε 48%

[σχετικός κίνδυνος (ΣΚ): 0,52, 95%

διάστημα εμπιστοσύνης (ΔΕ): 0,31-

0,86] χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης

των πρώτων εκδηλώσεων

της στεφανιαίας νόσου 8 χρόνια

μετά τη θεραπεία, σε σύγκριση με

τη συνήθη φροντίδα. 42 Επιπλέον,

η εφαρμογή γνωσιακής συμπεριφορικής

θεραπείας μέσω διαδικτύου

σε καταθλιπτικούς ασθενείς

υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου

έχει βρεθεί να επιφέρει μικρή αλλά

σημαντική βελτίωση σε καταθλιπτικά

συμπτώματα, την προσκόλληση

και κάποιες συμπεριφορές υγείας. 43

Σε ασθενείς με εγκατεστημένη στεφανιαία νόσο, θεραπείες

ψυχικής υγείας για την κατάθλιψη (ψυχοθεραπεία

ή/και φαρμακευτική αγωγή) έχουν μέτρια

αποτελεσματικότητα στη μείωση των καρδιακών

συμβάντων (αναγκαίος αριθμός πασχόντων για θεραπεία:

34), αλλά δεν φαίνεται να μειώνουν τη συνολική

θνησιμότητα. 40 Η συνεργατική φροντίδα είναι

ιδιαιτέρως αποτελεσματική ως προς την αντιμετώπιση

των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και εν μέρει αποτελεσματική

ως προς την πρόγνωση της νόσου. 46, 47 Επιπλέον,

υπάρχουν ενδείξεις ότι η σωματική δραστηριότητα

μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την κατάθλιψη

σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο. 48 Εκτός από τη θεραπεία

των συμπτωμάτων της διάθεσης, υπάρχουν αρκετές

άλλες προσεγγίσεις ψυχοκοινωνικής παρέμβασης

που έχουν αποδειχθεί χρήσιμες. Δύο τυχαιοποιημένες

κλινικές δοκιμές 49, 50 έχουν αναδείξει την ευεργετική

επίδραση της διαχείρισης του άγχους και των ομάδων

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

17


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.6. Συστάσεις για τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Η εφαρμογή πολυδιάστατων συμπεριφορικών παρεμβάσεων,

που ενσωματώνουν την εκπαίδευση για την υγεία, τη σωματική

δραστηριότητα και την ψυχολογική θεραπεία για την αντιμετώπιση

των ψυχοκοινωνικών παραγόντων κινδύνου και της ασθένειας,

συστήνεται σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή

νόσο και ψυχοκοινωνικά συμπτώματα, ώστε να βελτιωθεί η ψυχική

τους υγεία

Η παραπομπή για ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή ή συνεργατική

φροντίδα αποτελεί επιλογή που θα πρέπει να λαμβάνεται

υπόψη σε περίπτωση ύπαρξης σημαντικών κλινικών συμπτωμάτων

κατάθλιψης, άγχους ή εχθρότητας.

Ι Α 39

ΙΙα Α 40, 41

Η θεραπεία των ψυχοκοινωνικών παραγόντων κινδύνου με

στόχο την πρόληψη της στεφανιαίας νόσου αποτελεί επιλογή

που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν ο ίδιος ο παράγοντας

κινδύνου είναι μια διαγνώσιμη διαταραχή (π.χ. κατάθλιψη) ή

όταν επιδεινώνει τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου

ΙΙα Α 42, 43

1 Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

κοινωνικής υποστήριξης στην πρόγνωση της κλινικής

στεφανιαίας νόσου. Επιπλέον, παρεμβάσεις από νοσηλευτές

φαίνεται να επιφέρουν ευεργετικά αποτελέσματα

στο άγχος, την κατάθλιψη και τη γενική ευημερία

σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο.

51, 52

Σε εχθρικούς ή επιθετικούς ασθενείς με στεφανιαία

νόσο, μια ομαδική παρέμβαση διαχείρισης αυτής

της εχθρικής συμπεριφοράς μπορεί να οδηγήσει όχι

μόνο σε μείωσή της, αλλά και σε μειωμένα επίπεδα

κατάθλιψης, καρδιακής συχνότητας ηρεμίας, και

καρδιαγγειακής αντιδραστικότητας στο ψυχολογικό

στρες, καθώς και σε αυξημένη κοινωνική υποστήριξη

και ικανοποίηση με τη ζωή. 53 Επιπλέον, οι αναδιοργανώσεις

εργασίας με στόχο τη βελτίωση της αυτονομίας

και την αύξηση του ελέγχου στο χώρο εργασίας

έχουν φανεί να οδηγούν σε βελτιωμένη κοινωνική

υποστήριξη και μειωμένες φυσιολογικές αντιδράσεις

στο στρες. Ως εκ τούτου, η μείωση του εργασιακού

άγχους σε άτομα με θέσεις ευθύνης μπορεί να έχει ευεργετικές

επιδράσεις στην υγεία τους και να βελτιώσει

την αντίληψη της κοινωνικής υποστήριξης στους

υφιστάμενούς τους. 54

Οι ενδείξεις ότι η θεραπεία της κατάθλιψης και του

άγχους μπορεί αποκλειστικά να προλάβει την εκδήλωση

καρδιαγγειακών νοσημάτων και να βελτιώσει

καρδιαγγειακές εκβάσεις είναι ασαφείς.

3.4 Καθιστική συμπεριφορά και σωματική

δραστηριότητα

Η τακτική σωματική δραστηριότητα μειώνει τον κίνδυνο

πολλών αρνητικών επιδράσεων στην υγεία σε

ένα μεγάλο ηλικιακό εύρος: η ολική και η καρδιαγγειακή

θνησιμότητα μειώνεται σε υγιή άτομα κατά

20-30%, με ένα δοσοεξαρτώμενο τρόπο 55-57, 64, 66 , σε

άτομα με παράγοντες κινδύνου στεφανιαίας νόσου

και σε ασθενείς με καρδιακή νόσο. 67 Η σωματική δραστηριότητα

έχει θετική επίδραση σε πολλούς παράγοντες

κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της υπέρτασης,

της LDL χοληστερόλης και της non-HDL

χοληστερόλης (ολική χοληστερόλη – HDL χοληστερόλη),

του σωματικού βάρους και του σακχαρώδους

διαβήτη τύπου 2. 64 Αυτό ισχύει για τους άνδρες αλλά

και για τις γυναίκες, σε ένα μεγάλο ηλικιακό εύρος,

ξεκινώντας από την παιδική μέχρι τη γεροντική

ηλικία. Επίσης, ο καθιστικός τρόπος ζωής είναι ένας

από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για τα

καρδιαγγειακά νοσήματα, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή

σε σωματική δραστηριότητα. 68

18

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Οδηγίες για σωματική δραστηριότητα

Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να αξιολογούν τα

επίπεδα σωματικής δραστηριότητας κάθε ατόμου

(πόσες ημέρες και πόσα λεπτά ανά ημέρα αφιερώνει

κατά μέσο όρο στη μέτριας έντασης και έντονη

σωματική δραστηριότητα). Πρέπει να προειδοποιούν

για τις επιπτώσεις της απουσίας σωματικής δραστηριότητας

και να βοηθούν στην

ενσωμάτωσή της στην καθημερινότητά

του. Τα άτομα πρέπει να

λαμβάνουν οδηγίες και συμβουλές

για το κατάλληλο είδος δραστηριοτήτων

και για τρόπους βελτίωσής

τους, καθώς και βοήθεια για

να θέσουν προσωπικούς στόχους

και να διατηρήσουν τα οφέλη που

επιφέρει η άσκηση. Για τον σκοπό

αυτό, τα άτομα πρέπει να ενθαρρύνονται

να βρουν δραστηριότητες

που είναι ευχάριστες για αυτά ή/

και μπορούν να τις συμπεριλάβουν

στην καθημερινότητά τους, καθώς

τέτοια είδη δραστηριότητας είναι

πιο πιθανό να είναι ανεκτά. Για μια

πιο αποτελεσματική αλλαγή συμπεριφοράς,

οι κλινικοί γιατροί πρέπει

να διερευνούν πρακτικούς τρόπους

για να ξεπεραστούν τα εμπόδια

που αποτρέπουν τη σωματική δραστηριότητα. Για το

λόγο αυτό, η συνεργασία της πρωτογενούς φροντίδας

με τις τοπικές κοινωνικές δομές που σχετίζονται

με τη δραστηριότητα, τη διασκέδαση και τα αθλήματα

είναι πολύ σημαντική. 59 Ο χρόνος που αφιερώνεται

σε καθιστικές δραστηριότητες πρέπει, επίσης, να

ελαχιστοποιηθεί, και τα άτομα να μετακινούνται με

τα πόδια ή με το ποδήλατο, καθώς και να κάνουν

διαλείμματα σε παρατεταμένες περιόδους καθιστικών

δραστηριοτήτων και να μειώνουν τον χρόνο τηλεθέασης.

37 Οι σύντομες ασκήσεις είναι περισσότερο

οικονομικά αποδοτικές από τη συμμετοχή σε συνεδρίες

άσκησης στο γυμναστήριο ή σε προγράμματα

για περπάτημα υπό επίβλεψη. 61

Βασικά μήνυματα

Η τακτική σωματική δραστηριότητα

είναι ουσιώδες συστατικό

της πρόληψης των καρδιαγγειακών

νοσημάτων και

μειώνει την καρδιαγγειακή και

την ολική θνησιμότητα.

Η σωματική δραστηριότητα

βελτιώνει τη φυσική κατάσταση

και την ψυχική υγεία.

Τα άτομα με καθιστική ζωή

πρέπει να παροτρύνονται

να ξεκινήσουν ελαφριάς

έντασης αερόβια σωματική

δραστηριότητα.

Αερόβια σωματική δραστηριότητα

Η αερόβια σωματική δραστηριότητα, το πιο μελετημένο

και συνιστώμενο είδος σωματικής δραστηριότητας,

με ευεργετική επίδραση δόσης-απάντησης

για την πρόγνωση 56, 57, 65 περιλαμβάνει κινήσεις μεγάλων

μυϊκών ομάδων με ρυθμικό τρόπο για παρατεταμένο

χρονικό διάστημα. Σε αυτήν εντάσσονται

δραστηριότητες της καθημερινότητας, όπως ο ενεργός

τρόπος μετακίνησης (περπατώντας ή ποδηλατώντας),

οι βαριές δουλειές του σπιτιού, η κηπουρική,

κάποιες δραστηριότητες στην εργασία

και στον ελεύθερο χρόνο, όπως

γρήγορο περπάτημα, πεζοπορία,

αργό ή γρήγορο τρέξιμο, ποδηλασία,

χορός ή κολύμπι. Παρόμοια με

όλες τις άλλες παρεμβάσεις, πρέπει

να δίνονται οδηγίες για τη συχνότητα,

τη διάρκεια και την ένταση

της αερόβιας σωματικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, πρέπει να ενθαρρύνεται

η ένταξη της σωματικής

δραστηριότητας στην καθημερινότητα

σε χαμηλότερα επίπεδα

από τα συνιστώμενα σε άτομα που

είναι αδύνατον να φτάσουν τα κατώτερα

συνιστώμενα επίπεδα ή σε

άτομα που υιοθετούν έναν καθιστικό

τρόπο ζωής, τα οποία μόλις

έχουν ξεκινήσει να ασκούνται.

Πρέπει να συστήνεται μέτριας

έντασης ή έντονη αερόβια άσκηση.

Τα είδη αυτά της άσκησης μπορούν να εκφραστούν

είτε με απόλυτους είτε με σχετικούς όρους. Η απόλυτη

ένταση αντιστοιχεί στο ποσό της ενέργειας που

δαπανάται ανά λεπτό της δραστηριότητας και αξιολογείται

από την πρόσληψη οξυγόνου ανά μονάδα

χρόνου (mL/min ή L/min) ή με το μεταβολικό ισοδύναμο

(MET), το οποίο αντιστοιχεί στον ρυθμό

ενεργειακής κατανάλωσης σε συνθήκες ηρεμίας.

Αυτό αντιστοιχεί σε 3,5 mL O2/kg/min 69 , ενώ υπάρχει

διαθέσιμη λίστα με τις τιμές MET που αντιστοιχούν

σε κάθε σωματική δραστηριότητα διαφορετικής

έντασης. 70 Μια απόλυτη μέτρηση δεν λαμβάνει

υπόψη ατομικούς παράγοντες, όπως το σωματικό

βάρος, το φύλο και το επίπεδο φυσικής κατάστασης:

ένα άτομο μεγαλύτερης ηλικίας μπορεί να ασκείται

έντονα αν η δραστηριότητά του αντιστοιχεί σε 6

MET, ενώ για ένα νεότερο άτομο η ίδια δραστηριότητα

να θεωρείται μέτριας έντασης. Η σχετική ένταση

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

19


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.7. Συστάσεις για τη σωματική δραστηριότητα

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Συστήνεται οι υγιείς ενήλικες ανεξαρτήτως ηλικίας να συμμετέχουν

σε μέτριας έντασης αερόβια σωματική δραστηριότητα

τουλάχιστον για 150 λεπτά την εβδομάδα ή σε έντονη αερόβια

σωματική δραστηριότητα για 75 λεπτά την εβδομάδα ή σε ένα

ισοδύναμο συνδυασμό αυτών

Ι Α 55-58

Επιπρόσθετα, συστήνεται σε υγιείς ενήλικες η σταδιακή αύξηση

της μέτριας έντασης αερόβιας σωματικής δραστηριότητας σε

300 λεπτά την εβδομάδα και της έντονης αερόβιας σωματικής

δραστηριότητας σε 150 λεπτά την εβδομάδα ή σε ένα ισοδύναμο

συνδυασμό αυτών.

Συστήνεται η τακτική αξιολόγηση και συμβουλευτική για τη σωματική

δραστηριότητα για την προώθηση της δέσμευσης για

έναρξη σωματικής δραστηριότητας και αν είναι απαραίτητο για

την αύξηση της εβδομαδιαίας σωματικής δραστηριότητας στην

πάροδο του χρόνου

Ι Α 56, 57

Ι B 59-61

H σωματική δραστηριότητα συστήνεται σε άτομα χαμηλού κινδύνου

χωρίς αξιολόγηση περαιτέρω

Ι C 62, 63

Πρέπει να αξιολογείται η δυνατότητα των πολλαπλών συνεδριών

σωματικής δραστηριότητας, εκ των οποίων η καθεμία να διαρκεί

≥10 λεπτά και να κατανέμονται ομοιόμορφα κατά τη διάρκεια

της εβδομάδας, π.χ. 4-5 φορές την εβδομάδα και κατά

προτίμηση καθημερινά

ΙΙa B 64, 65

Η κλινική εκτίμηση, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμών άσκησης,

πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για άτομα με καθιστική ζωή

και παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου που προτίθενται να

ξεκινήσουν έντονη σωματική δραστηριότητα ή αθλήματα

ΙΙa C 62

1 Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

αντιστοιχεί στο επίπεδο της προσπάθειας που απαιτείται

για την εκτέλεση μιας δραστηριότητας. Τα

άτομα που βρίσκονται σε χειρότερη φυσική κατάσταση,

γενικά, καταβάλλουν υψηλότερη προσπάθεια

για να εκτελέσουν μια δραστηριότητα, σε σχέση

με άτομα σε καλύτερη φυσική κατάσταση. Αυτό καθορίζεται

με βάση το επίπεδο της καρδιοαναπνευστικής

αντοχής του ατόμου (VO2 max) ή το ποσοστό

του μέγιστου ή εκτιμώμενου καρδιακού παλμού

(heart rate – HR) (% HRmax), ο οποίος υπολογίζεται

ως 220 - ηλικία. Μπορεί, επίσης, να εκφραστεί

ως δείκτης της ατομικής βαθμολόγησης της προσπάθειας

(πόσο σκληρά αισθάνεται το άτομο ότι ασκείται),

δηλαδή είτε να προσδιοριστεί μέσω της κλίμακας

υποκειμενικής αντίληψης της κόπωσης (Rating

of perceived exertion – RPE), είτε μέσω της συχνότητας

της αναπνοής (δοκιμασία ελέγχου ομιλίας – talk

test). Στα άτομα υπό φαρμακευτική αγωγή, είναι σημαντικό

να εξεταστεί η πιθανή μεταβολή της απόκρισης

του καρδιακού παλμού, καθώς και άλλες σχετικές

παράμετροι της έντασης. Ειδικά για τους ηλικιωμένους

και τα άτομα με κακή φυσική κατάσταση, η μέ-

20

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.8. Ταξινόμηση της έντασης της σωματικής δραστηριότητας και παραδείγματα επιπέδων

απόλυτης και σχετικής έντασης

Απόλυτη ένταση

Σχετική ένταση

Ένταση ΜΕΤ Παραδείγματα

% HR

max

RPE (Borg

Scale

Score)

Talk Test

Ελαφριά 1,1-2,9

Περπάτημα


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

του σώματος, η μεταφορά φορτίων με βάρος και δύσκολη

κηπουρική. Για κάθε συνεδρία άσκησης, η

προτεινόμενη οδηγία είναι: 2-3 σετ των 8-12 επαναλήψεων

με ένταση ίση με το 60-80% της 1 μέγιστης

επανάληψης του ατόμου (1 RM, το μέγιστο φορτίο

που μπορεί να ανυψωθεί μία φορά) σε συχνότητα

τουλάχιστον 2 ημέρες την εβδομάδα. Για ενήλικες μεγαλύτερης

ηλικίας ή άτομα που έχουν πολύ καιρό

να γυμναστούν, προτείνεται να ξεκινήσουν με ένα

σετ των 10-15 επαναλήψεων στο 60-70% του 1 RM. 76

Νευροκινητική σωματική δραστηριότητα

Για ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας, που βρίσκονται

σε κίνδυνο πτώσεων, η νευροκινητική δραστηριότητα

βοηθά στη διατήρηση και βελτίωση της ισορροπίας

και των κινητικών δεξιοτήτων (ισορροπία,

ευκινησία, συντονισμός και βάδιση). Αυτό το είδος

δραστηριότητας περιλαμβάνει δραστηριότητες,

όπως tai chi και γιόγκα και διασκεδαστικές δραστηριότητες,

χρησιμοποιώντας μπάρες ή μπάλες για να

βελτιωθεί ο συντονισμός χεριών – ματιών. Η ιδανική

συχνότητα και διάρκεια δεν είναι γνωστή. 72

Φάσεις και εξέλιξη σωματικής δραστηριότητας

Οι συνεδρίες άσκησης πρέπει να περιλαμβάνουν τις

ακόλουθες φάσεις: ζέσταμα, κυρίως πρόγραμμα (αερόβια,

μυϊκής ενδυνάμωσης / αντίστασης και νευροκινητική

άσκηση αντίστοιχα), χαλάρωση και διατάσεις/

ευλυγισία. Το προοδευτικό ζέσταμα και η

χαλάρωση μπορούν να προλάβουν τραυματισμούς

και ανεπιθύμητα καρδιακά επεισόδια. Οι μη δραστήριοι

ενήλικες πρέπει να ξεκινούν σταδιακά, με

δραστηριότητες ελαφριάς ή μέτριας έντασης μικρής

διάρκειας (ακόμα και


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

στηριότητα ελαφριάς έντασης στον ελεύθερο χρόνο

τους ή δραστηριότητα μέτριας έντασης. 62

Τα σημαντικότερα ερευνητικά κενά είναι τα

ακόλουθα:

Το ανώτερο και το κατώτερο όριο για την ένταση,

διάρκεια και συχνότητα της σωματικής δραστηριότητας

που επιφέρουν ευεργετικά οφέλη είναι άγνωστα.

Η αποτελεσματικότητα της επίβλεψης της σωματικής

δραστηριότητας έναντι της

απλής συμβουλευτικής για να βελτιωθεί

η κινητοποίηση των ασθενών

να υιοθετήσουν ένα δραστήριο

τρόπο ζωής είναι άγνωστη.

Ο ρόλος και η βιωσιμότητα της

σύγχρονης τεχνολογίας (όπως η τεχνολογία

wearable, η άσκηση μέσω

βιντεοπαιχνιδιών και οι εφαρμογές

κινητών) για την κινητοποίηση των

ατόμων να ασκηθούν περισσότερο

δεν έχουν ακόμα καθιερωθεί.

3.5 Κάπνισμα

Το κάπνισμα είναι μια θανατηφόρα

εθιστική διαταραχή. Ένας χρόνιος

καπνιστής έχει 50% πιθανότητα

να πεθάνει εξαιτίας του καπνίσματος

και κατά μέσο όρο θα χάσει 10

χρόνια ζωής. 83 Αντιθέτως, ένα άτομο

με σοβαρή υπέρταση θα χάσει κατά

μέσο όρο


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.9. Συστάσεις για τις στρατηγικές διακοπής του καπνίσματος

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Συστήνεται να αναγνωρίζονται οι καπνιστές και να παρέχονται

επανειλημμένως συμβουλές για τη διακοπή του καπνίσματος με

παροχή βοήθειας μέσω παρακολούθησης και υποστήριξης, μέσω

θεραπειών υποκατάστασης νικοτίνης, βουπροπιόνης και βαρενικλίνης,

μεμονωμένα ή συνδυαστικά

Ι Α 79-82

Συστήνεται η διακοπή του καπνίσματος με χρήση καπνού ή φυτικών

προϊόντων, καθώς σχετίζεται ισχυρά και ανεξάρτητα με

τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Ι Β 83-87

Συστήνεται να αποφεύγεται το παθητικό κάπνισμα Ι Β 88, 89

1 Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

βλαβή. 88 Το κάπνισμα είναι επιβλαβές ανεξαρτήτως

με ποιον τρόπο γίνεται, συμπεριλαμβανομένης της

πίπας νερού. Ο καπνός είναι περισσότερο επιβλαβής

όταν εισπνέεται, ωστόσο οι καπνιστές που ισχυρίζονται

ότι δεν εισπνέουν τον καπνό (π.χ. καπνιστές που

κάνουν χρήση πίπας) έχουν εξίσου αυξημένο κίνδυνο

εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Ο μασώμενος

καπνός ή ο καπνός που εμφυσάται μέσα στη

μύτη σχετίζεται με μικρό αλλά στατιστικά σημαντικά

αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης εμφράγματος του

μυοκαρδίου και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.

Παθητικό κάπνισμα

Το παθητικό κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης

στεφανιαίας νόσου. 89, 93 Ένας σύντροφος που

καπνίζει ή η έκθεση στον καπνό του τσιγάρου στο

εργασιακό περιβάλλον αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης

καρδιαγγειακών νοσημάτων περίπου κατά 30%.

Τα κυριότερα οφέλη για την υγεία προέρχονται από

τη μειωμένη ύπαρξη καπνού στο περιβάλλον. Μάλιστα,

η απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους

χώρους σε ποικίλες διαφορετικές γεωγραφικές τοποθεσίες

οδήγησε σε σημαντική μείωση στα ποσοστά εμφάνισης

εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Μηχανισμοί με τους οποίους το κάπνισμα αυξάνει τον

καρδιαγγειακό κίνδυνο

Το κάπνισμα συμβάλλει στη δημιουργία αθηροσκλήρωσης

και επάλληλων θρομβωτικών επεισοδίων.

Το κάπνισμα επηρεάζει την ενδοθηλιακή λειτουργία,

τις οξειδωτικές διαδικασίες, τη λειτουργία

των αιμοπεταλίων, την ινωδόλυση, τη φλεγμονή, την

οξείδωση των λιπιδίων και την αγγειοκινητική λειτουργία.

Σε πειραματικές μελέτες έχει φανεί ότι αρκετές

από αυτές τις επιδράσεις είναι πλήρως ή μερικώς

αναστρέψιμες σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η δημιουργία της αθηρωματικής πλάκας, όμως, δεν

φαίνεται να είναι πλήρως αναστρέψιμη, συνεπώς οι

καπνιστές δεν αναμένεται να έχουν τον ίδιο κίνδυνο

εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων με τους

μη καπνιστές. Η υποκατάσταση νικοτίνης δεν φαίνεται

να επιφέρει ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς

94, 95

με καρδιακή νόσο.

Διακοπή του καπνίσματος

Τα οφέλη που επιφέρει η διακοπή του καπνίσματος

έχουν μεγάλη επιστημονική βάση. Κάποια πλεονεκτήματα

είναι σχεδόν άμεσα, ενώ κάποια άλλα χρειάζονται

περισσότερο χρόνο. Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος

των πρώην καπνιστών βρίσκεται ανάμεσα σε

αυτόν των καπνιστών και των μη καπνιστών αντίστοιχα.

Η διακοπή του καπνίσματος μετά από ένα

έμφραγμα του μυοκαρδίου είναι δυνητικά το πιο

αποτελεσματικό μέτρο πρόληψης: μια συστηματική

ανασκόπηση και μετα-ανάλυση έδειξε μειωμένη εμφάνιση

εμφραγμάτων και συνδυαστικών καταληκτι-

24

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.10. Τα «5 Α- (Five As)» για τη στρατηγική διακοπής του καπνίσματος

στην καθημερινή πράξη

Α- ASK (Ρωτήστε) Συστηματικά, με κάθε ευκαιρία, ρωτήστε για τις καπνιστικές συνήθειες

Α- ΑDVISE (Συμβουλέψτε) Χωρίς αμφιβολία, παροτρύνετε όλους τους καπνιστές να διακόψουν το κάπνισμα

A-ASSESS (Αξιολογήστε)

A-ASSIST (Βοηθήστε)

Προσδιορίστε το βαθμό εθισμού και την ετοιμότητα του ατόμου για διακοπή του

καπνίσματος

Συμφωνήστε για τη στρατηγική διακοπής του καπνίσματος που θα ακολουθηθεί.

Ορίστε ημερομηνία διακοπής, συνεδρίες συμπεριφορικής συμβουλευτικής και φαρμακολογική

υποστήριξη

Α- ARRANGE (Κανονίστε) Κανονίστε χρονοδιάγραμμα παρακολούθησης

κών σημείων (θάνατος / έμφραγμα του μυοκαρδίου)

(ΣΚ: 0,57 και 0,74, αντιστοίχως), σε σχέση με τη συνέχιση

του καπνίσματος.96 Τα παρατηρούμενα οφέλη

είναι σταθερά ανεξαρτήτως φύλου, διάρκειας παρακολούθησης,

περιοχής που διενεργείται η μελέτη και

χρονικής περιόδου. Σημαντικές μειώσεις στη νοσηρότητα

παρατηρούνται τους πρώτους 6 μήνες. 97 Τα

οφέλη από τη διακοπή του καπνίσματος υποστηρίζονται

και από τυχαιοποιημένες δοκιμές, οι οποίες

αναδεικνύουν ότι ο καρδιαγγειακός κίνδυνος πλησιάζει

(αλλά ποτέ δεν εξισώνεται) με τον καρδιαγγειακό

κίνδυνο των μη καπνιστών κατά τη διάρκεια

μιας περιόδου 10-15 ετών. Η μείωση του καπνίσματος

δεν φαίνεται να αυξάνει την πιθανότητα διακοπής

του καπνίσματος στο μέλλον, αλλά μερικοί υποστηρίζουν

τη μείωση του καπνίσματος με τη βοήθεια

της νικοτίνης στους καπνιστές που έχουν δυσκολίες

ή είναι απρόθυμοι να σταματήσουν το κάπνισμα. Η

διακοπή του καπνίσματος πρέπει να ενθαρρύνεται

σε όλους τους καπνιστές (Πίνακας 3.10). Δεν υπάρχει

όριο ηλικίας για τα οφέλη της διακοπής του καπνίσματος.

Το παθητικό κάπνισμα θα πρέπει επίσης

να αποφεύγεται.

Η υποστήριξη από κάποιον επαγγελματία μπορεί

να αυξήσει την πιθανότητα διακοπής του καπνίσματος

(ΣΚ: 1,66, 95% ΔΕ: 1,42-1,94). 98 Μια ώθηση για τη

διακοπή του καπνίσματος επέρχεται κατά το χρόνο

της διάγνωσης ή της (επεμβατικής) θεραπείας της

καρδιαγγειακής νόσου. Η προτροπή ενός ατόμου να

προσπαθήσει να σταματήσει το κάπνισμα, η σύντομη

επανάληψη των σχετιζόμενων κινδύνων για την

υγεία, καθώς και για τα καρδιαγγειακά νοσήματα

και η συμφωνία για ένα συγκεκριμένο πλάνο παρακολούθησης

είναι τεκμηριωμένες παρεμβάσεις βάσει

ενδείξεων (Εικόνα 3.1). Τα προγράμματα διακοπής

του καπνίσματος που ξεκινούν αμέσως μετά την εισαγωγή

σε νοσοκομείο θα πρέπει να συνεχίζονται

για παρατεταμένο χρονικό διάστημα μετά το εξιτήριο.

Το ιστορικό του καπνίσματος που περιλαμβάνει

τη συχνότητα καθημερινής χρήσης καπνού και το

βαθμό του εθισμού (συνήθως αξιολογείται με την κλίμακα

Fagerström 98 ) μπορεί να καθορίσει το βαθμό

υποστήριξης και τα φαρμακολογικά βοηθήματα.

Οι καπνιστές θα πρέπει να ενημερώνονται για την

αναμενόμενη αύξηση του σωματικού βάρους τους, η

οποία αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε 5 κιλά και ότι τα

οφέλη για την υγεία που απορρέουν από τη διακοπή

του καπνίσματος υπερτερούν κατά πολύ των κινδύνων

που επιφέρει η αύξηση του σωματικού βάρους.

Τεκμηριωμένες παρεμβάσεις με φάρμακα βάσει ενδείξεων

Μετά από αποτυχία της παροχής συμβουλών, πρέπει

να ακολουθούν τεχνικές ενθάρρυνσης και κινητοποίησης

ή επιπροσθέτως θεραπεία υποκατάστασης

νικοτίνης, βαρενικλίνη ή βουπροπιόνη με στόχο

την υποστήριξη της προσπάθειας διακοπής του κα-

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

25


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Εικόνα 3.1: Τροποποιημένος αλγόριθμος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τη διακοπή του καπνίσματος. Ιδανικά το

δεύτερο ραντεβού συστήνεται να ορίζεται μέσα στον ίδιο μήνα και κάθε μήνα για 4 μήνες στο εξής και να γίνεται επανεκτίμηση

μετά από ένα χρόνο. Αν δεν είναι εφικτό, ενισχύστε το κομμάτι της συμβουλευτικής, κάθε φορά που ο ασθενής σας επισκέπτεται

για την παρακολούθηση της αρτηριακής του πίεσης.

πνίσματος. 81 Όλα τα είδη θεραπείας υποκατάστασης

νικοτίνης (τσίχλα, επιθέματα, ρινικό σπρέι, εισπνευστήρας-inhaler,

υπογλώσσια δισκία) είναι

αποτελεσματικά: σε μια συστηματική ανασκόπηση, ο

ΣΚ για αποχή από το κάπνισμα με θεραπεία υποκατάστασης

νικοτίνης ήταν 1,60, σε σύγκριση με ομάδα

ελέγχου, και η θεραπεία υποκατάστασης νικοτίνης

βρέθηκε να αυξάνει την πιθανότητα διακοπής του καπνίσματος

κατά 50-70%, ανεξάρτητα από το είδος της. 99

Η βουπροπιόνη (αντικαταθλιπτικό) βοηθάει στη

μακρόχρονη προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος,

έχοντας παρόμοια αποτελεσματικότητα με τη

θεραπεία υποκατάστασης νικοτίνης. 82 Μια μετα-ανάλυση

44 κλινικών δοκιμών που συνέκριναν τη μακροπρόθεσμη

αποτελεσματικότητα της βουπροπιόνης

στη διακοπή του καπνίσματος έναντι ομάδας

26

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

ελέγχου, έδειξε ότι η βουπροπιόνη είχε σχετικό ποσοστό

επιτυχίας. 1,62.79 Είναι γνωστό ότι η βουπροπιόνη

σχετίζεται με κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων

(έχουν αναφερθεί σε ~1/1.000 άτομα) 82 , χωρίς

ωστόσο να σχετίζεται με νευροψυχιατρικά ή καρδιαγγειακά

και κυκλοφορικά προβλήματα. Σε γενικές

γραμμές, η θεραπεία υποκατάστασης νικοτίνης και

η βουπροπιόνη βοηθούν ~80% περισσότερα άτομα

να διακόψουν το κάπνισμα, σε σύγκριση με εικονικό

φάρμακο, το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι για κάθε

10 άτομα που διακόπτουν το κάπνισμα με εικονικό

φάρμακο, αναμένεται να διακόψουν το κάπνισμα

~18 άτομα με θεραπεία υποκατάστασης νικοτίνης ή

βουπροπιόνη. 81

Η βαρενικλίνη, ένας μερικός αγωνιστής που ενεργεί

όπως η νικοτίνη, σε συνήθη δόση αυξάνει τις πιθανότητες

διακοπής περισσότερο από 2 φορές, σε

σύγκριση με εικονικό φάρμακο (14 κλινικές δοκιμές,

6166 συμμετέχοντες). 79 Ο αριθμός των ατόμων

που διακόπτει το κάπνισμα με τη βοήθεια βαρενικλίνης

είναι υψηλότερος από τον αντίστοιχο αριθμό

ατόμων που διακόπτει το κάπνισμα με βουπροπιόνη

(3 κλινικές δοκιμές, 1.622 συμμετέχοντες). Η βαρενικλίνη

υπερδιπλασιάζει τις πιθανότητες διακοπής

του καπνίσματος, σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο,

επομένως για κάθε 10 άτομα που διακόπτουν το

κάπνισμα με εικονικό φάρμακο, αναμένεται να διακόψουν

το κάπνισμα με βαρενικλίνη ~28 άτομα.

Η βαρενικλίνη βοηθά ~50% περισσότερα άτομα να

διακόψουν το κάπνισμα σε σχέση με τα επιθέματα

νικοτίνης και άλλα είδη θεραπείας υποκατάστασης

νικοτίνης (δισκία, σπρέι, καραμέλες και εισπνευστήρες)

και ~70% περισσότερα άτομα, σε σχέση με

την τσίχλα νικοτίνης. Επομένως, για κάθε 10 άτομα

που διακόπτουν το κάπνισμα με επίθεμα νικοτίνης ή

άλλα είδη θεραπείας υποκατάστασης νικοτίνης, ~15

άτομα αναμένεται να διακόψουν το κάπνισμα με βαρενικλίνη

και για κάθε 10 άτομα που διακόπτουν το

κάπνισμα με τσίχλα νικοτίνης, ~17 άτομα αναμένεται

να διακόψουν το κάπνισμα με βαρενικλίνη. 81 Η

χαμηλή δόση βαρενικλίνης (4 κλινικές δοκιμές, 1.272

συμμετέχοντες) σχεδόν διπλασιάζει τις πιθανότητες

διακοπής του καπνίσματος και μειώνει τον αριθμό

και τη σοβαρότητα των παρενεργειών. Η κυριότερη

παρενέργεια της βαρενικλίνης είναι η ναυτία, αλλά

είναι κυρίως ήπια ή μέτριου βαθμού και συνήθως

υποχωρεί με την πάροδο του χρόνου. 81

Παρότι έχουν διατυπωθεί ανησυχίες, αναδρομικές

μελέτες κοόρτης και μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη

κλινική δοκιμή 100 δεν υποδεικνύουν σοβαρές ανεπιθύμητες

ενέργειες της βαρενικλίνης σε ασθενείς με

οξύ στεφανιαίο σύνδρομο η μεγάλη κλινική δοκιμή

EVITA είναι ακόμη σε εξέλιξη. Η κλονιδίνη φαίνεται

να βοηθάει στη διακοπή του καπνίσματος, αλλά

προκαλεί παρενέργειες και γι’ αυτό το λόγο αποτελεί

δεύτερη επιλογή. Δεν είναι ακόμη σαφές αν η μεκαμυλαμίνη

σε συνδυασμό με θεραπεία υποκατάστασης

νικοτίνης είναι αποτελεσματική. Άλλοι φαρμακευτικοί

τρόποι αντιμετώπισης δεν φαίνεται να

βοηθούν. Μέχρι στιγμής, τα εμβόλια νικοτίνης δεν

έχουν λάβει έγκριση για χρήση σε κανένα μέρος του

κόσμου. 81 Ο συνδυασμός δύο ειδών θεραπείας υποκατάστασης

νικοτίνης είναι το ίδιο αποτελεσματικός

με τη βαρενικλίνη και βοηθά περισσότερα άτομα να

κόψουν το κάπνισμα, σε σχέση με ένα μόνο είδος θεραπείας

υποκατάστασης νικοτίνης. 81

Ηλεκτρονικά τσιγάρα

Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι συσκευές που λειτουργούν

με μπαταρίες και προσομοιώνουν τα τσιγάρα,

θερμαίνοντας νικοτίνη και άλλες χημικές ουσίες και

παράγοντας ατμό που εισπνέεται. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα

παρέχουν την εθιστική νικοτίνη χωρίς τη συντριπτική

πλειονότητα των χημικών ουσιών του καπνού

και είναι πιθανώς λιγότερο επιβλαβή από αυτόν. 101

Οι ενδείξεις της αποτελεσματικότητας των ηλεκτρονικών

τσιγάρων είναι περιορισμένες, καθώς ο

αριθμός των κλινικών δοκιμών είναι μικρός, τα ποσοστά

συμμετοχής είναι μικρά και υπάρχουν μεγάλα

διαστήματα εμπιστοσύνης. 102 Τα δεδομένα από κάποιες

μελέτες παρατήρησης και μια τυχαιοποιημένη

κλινική δοκιμή υποδεικνύουν ότι η αποτελεσματικότητα

των ηλεκτρονικών τσιγάρων πρώτης γενιάς

είναι παρόμοια με αυτή των επιδερμικών επιθεμάτων

νικοτίνης 103 και των εισπνευστήρων 104 αντίστοιχα.

Τα παρατηρούμενα οφέλη ίσως δικαιολογούνται

από τη μειωμένη παροχή νικοτίνης ή από

συμπεριφορικούς παράγοντες που συνδέονται με τη

χρήση του ηλεκτρονικού τσιγάρου. Περίπου το 6%

πρώην καπνιστών που χρησιμοποιούσαν ηλεκτρονικό

τσιγάρο καθημερινά ξεκίνησαν πάλι το κάπνισμα

μετά από 1 μήνα και 6% μετά από 1 χρόνο και

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

27


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

σχεδόν οι μισοί χρήστες κανονικού και ηλεκτρονικού

τσιγάρου ταυτόχρονα διέκοψαν το κάπνισμα μετά

από 1 χρόνο, υποδηλώνοντας ότι η χρήση ηλεκτρονικού

τσιγάρου μπορεί να είναι αποτελεσματική στην

πρόληψη υποτροπών και στη διακοπή

του καπνίσματος. 105 Αυτές οι

μελέτες και παρατηρήσεις από την

καθημερινή πρακτική δείχνουν ότι

τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι μερικώς

αποτελεσματικά βοηθήματα

διακοπής του καπνίσματος και

μείωσης της βλάβης που προκαλεί

το κάπνισμα. Ωστόσο, το γεγονός

αυτό φαίνεται να οφείλεται κυρίως

στις αλλαγές στη συμπεριφορά και

όχι στην παροχή νικοτίνης. Πρόσφατα

δεδομένα έχουν δείξει ότι

τα ηλεκτρονικά τσιγάρα που χρησιμοποιούνται

αυτή την εποχή

σχετίζονται με σημαντικά λιγότερα

ποσοστά διακοπής του καπνίσματος.

106 Παρόλο που δεν έχουν

παρατηρηθεί ζητήματα ασφάλειας

βραχυπρόθεσμα (2 χρόνια), ο

προσδιορισμός των μακροπρόθεσμων

επιδράσεων των ηλεκτρονικών

τσιγάρων στην υγεία (και ιδιαίτερα

όταν χρησιμοποιούνται σε

συνδυασμό με τα κανονικά τσιγάρα) απαιτεί περισσότερη

διερεύνηση. 101

Άλλες παρεμβάσεις για τη διακοπή του καπνίσματος

Ατομικές και ομαδικές συμπεριφορικές παρεμβάσεις

έχει βρεθεί ότι παρέχουν αποτελεσματική βοήθεια

για τη διακοπή του καπνίσματος. Η υποστήριξη

από τον/τη σύντροφο και την οικογένεια είναι

εξίσου σημαντική. Δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα

αναφορικά με την αποτελεσματικότητα του βελονισμού,

της πιεσοθεραπείας, της θεραπείας με laser,

της υπνοθεραπείας ή της ηλεκτροδιέγερσης στην

προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος.

Ερευνητικά κενά

Απαιτούνται περισσότερα αποτελεσματικά, ασφαλή

και οικονομικά- αποδοτικά βοηθήματα για τη διακοπή

του καπνίσματος.

Βασικά μήνυματα

Οι διαιτητικές συνήθειες επηρεάζουν

τον κίνδυνο εμφάνισης

καρδιαγγειακών νοσημάτων,

καθώς και άλλων χρόνιων

νοσημάτων, όπως ο καρκίνος.

Η ενεργειακή πρόσληψη πρέπει

να περιορίζεται στην ενέργεια

που χρειάζεται το άτομο

για να διατηρήσει (ή να αποκτήσει)

ένα υγιές σωματικό βάρος,

το οποίο αντιστοιχεί σε Δείκτη

Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) >20 kg/

m2 και


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.11. Συστάσεις για τη διατροφή

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Μια ισορροπημένη διατροφή συστήνεται ως ακρογωνιαίος

λίθος για την πρόληψη εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων

σε όλα τα άτομα

Ι Β 107-82

1 Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

όταν τα κορεσμένα λιπαρά οξέα αντικαθίστανται από

υδατάνθρακες και μονοακόρεστα λιπαρά οξέα. Η πρόσληψη

κορεσμένων λιπαρών οξέων πρέπει ιδανικά να

κυμαίνεται στο 10% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης

και η περίσσεια να αντικαθίσταται από πολυακόρεστα

λιπαρά οξέα. 108

Τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα επιδρούν θετικά στα

επίπεδα της HDL χοληστερόλης όταν αντικαθιστούν

τα κορεσμένα λιπαρά οξέα ή τους υδατάνθρακες 109 ,

αλλά δεν έχει αποδειχθεί πλήρως ότι τα μονοακόρεστα

λιπαρά οξέα μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης

στεφανιαίας νόσου. Τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα

μειώνουν τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης και σε μικρότερο

βαθμό την HDL χοληστερόλη, όταν αντικαθιστούν

τα κορεσμένα λιπαρά οξέα. Τα πολυακόρεστα

λιπαρά οξέα μπορούν να διαχωριστούν σε δύο υποομάδες:

τα ωμέγα-6 (ω-6) λιπαρά οξέα, τα οποία προέρχονται

κυρίως από φυτικές πηγές, και τα ωμέγα-3 (ω-3)

λιπαρά οξέα, τα οποία εμπεριέχονται κυρίως στο λίπος

και στα έλαια των ψαριών. Ανάμεσα στα ω-3 λιπαρά

οξέα, το εικοσιπενταενοϊκό οξύ (eicosipentaenoic acid

– EPA) και το δοκοσαεξαενοϊκό οξύ (docosahexaenoic

acid – DHA) είναι, ιδιαιτέρως, σημαντικά. Δεν μεταβάλλουν

τις συγκεντρώσεις χοληστερόλης στον ορό

και, εν συγκρίσει με τις υπάρχουσες καρδιοπροστατευτικές

θεραπείες, είναι αμφισβητούμενο το αν και

κατά πόσο ασκούν προστατευτική επίδραση στη θνησιμότητα

από κάθε αιτία, από στεφανιαία νόσο και

110, 111

από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, αντιστοίχως.

Τα τρανς λιπαρά οξέα, μια υποκατηγορία των ακόρεστων

λιπαρών οξέων, φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως

επιβλαβή λόγω της αρνητικής επίδρασής τους τόσο

στις συγκεντρώσεις ολικής χοληστερόλης (την αυξάνουν),

όσο σε αυτές της HDL χοληστερόλης (τη μειώνουν).

Τα συγκεκριμένα λιπαρά οξέα σχηματίζονται

κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επεξεργασίας

(υδρογόνωση/ σκλήρυνση) των λιπών και περιέχονται,

για παράδειγμα, στη μαργαρίνη και σε διάφορα

αρτοσκευάσματα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα

μιας μετά-ανάλυσης προοπτικών μελετών κοόρτης,

μια αύξηση της ενεργειακής πρόσληψης κατά 2% από

την κατανάλωση τρανς λιπαρών οξέων, αυξάνει τον

κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου κατά 23% 112 .

Συστήνεται η κατανάλωση τρανς λιπαρών οξέων να

αντιστοιχεί στο 1% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης

- όσο το λιγότερο, τόσο το καλύτερο.

Η επίδραση της χοληστερόλης της δίαιτας στις συγκεντρώσεις

χοληστερόλης στον ορό είναι αμελητέα,

εν συγκρίσει με τη σύσταση της δίαιτας σε λιπαρά οξέα.

Όταν ακολουθούνται οι συστάσεις για τη μείωση της

πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών οξέων, αυτό συνήθως

οδηγεί έμμεσα και σε μείωση της διαιτητικής πρόσληψης

χοληστερόλης. Συνεπώς, κάποιες κατευθυντήριες

οδηγίες (συμπεριλαμβανομένων των παρόντων)

δεν περιλαμβάνουν κάποια συγκεκριμένη σύσταση

για την πρόσληψη χοληστερόλης, ωστόσο κάποιες

άλλες συστήνουν περιορισμό της πρόσληψης από τη

δίαιτα σε ποσότητα μικρότερη από 300 mg ημερησίως.

Ανόργανα Στοιχεία

Σύμφωνα με μία μετα-ανάλυση, έστω μια μικρή

μείωση στην πρόσληψη νατρίου κατά 1 γραμμάριο/

ημέρα μειώνει τη συστολική αρτηριακή πίεση κατά 3,1

mmHg σε υπερτασικούς ασθενείς και κατά 1,6 mmHg

σε άτομα με φυσιολογική αρτηριακή πίεση αντίστοιχα.

113 Η κλινική δοκιμή Dietary Approaches to Stop

Hypertension (DASH) ανέδειξε μια δοσοεξαρτώμενη

σχέση ανάμεσα στη μείωση της πρόσληψης να-

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

29


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.12. Χαρακτηριστικά μιας ισορροπημένης διατροφής

Η πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών οξέων να αντιστοιχεί σε


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

άλλη μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών

βρέθηκε 11% μικρότερος κίνδυνος θνησιμότητας

από κάθε αιτία ύστερα από λήψη συμπληρώματος βιταμίνης

D3 σε σχέση με τη μη λήψη (ΣΚ: 0,89, 95% ΔΕ:

0.80-0.99), ενώ η λήψη συμπληρώματος βιταμίνης D2

δε συσχετίστηκε τη θνησιμότητα. 116 Εξαιτίας της έλλειψης

στατιστικής ισχύος, δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί

μόνο η θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα.

Συνεπώς, δεν μπορούν, ακόμη, να διατυπωθούν συμπεράσματα

αναφορικά με τη συμπληρωματική χορήγηση

βιταμίνης D [είδος συμπληρώματος (D2 ή D3),

δοσολογία και διάρκεια λήψης) στην πρόληψη εμφάνισης

καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Διαιτητικές ίνες

Σύμφωνα με πρόσφατες μετά-αναλύσεις προοπτικών

μελετών κοόρτης, η αύξηση της συνολικής πρόσληψης

διαιτητικών ινών κατά 7 γραμμάρια ημερησίως σχετίζεται

με 9% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας

νόσου (ΣΚ: 0,91, 95% ΔΕ: 0,87-0,94) 118 και η αύξηση

της πρόσληψης διαιτητικών ινών κατά 10 γραμμάρια

ημερησίως σχετίζεται με 16% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης

εγκεφαλικού επεισοδίου (ΣΚ: 0,84, 95% ΔΕ:

0,75-0,94) 119 και με 6% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης

σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (ΣΚ: 0,94, 95% ΔΕ:

0,91-0,97), αντιστοίχως. 120 Δεν έχουν, ακόμη, βρεθεί παρόμοιες

συσχετίσεις ειδικά για τις διαιτητικές ίνες που

περιέχονται σε φρούτα και λαχανικά. Παρόλο που ο

ακριβής μηχανισμός δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, η

υψηλή πρόσληψη διαιτητικών ινών φαίνεται να μειώνει

τις μεταγευματικές αποκρίσεις γλυκόζης ύστερα από

κατανάλωση γευμάτων πλούσιων σε υδατάνθρακες και

τις συγκεντρώσεις ολικής και LDL χοληστερόλης.

Μεμονωμένα τρόφιμα και ομάδες τροφίμων

Φρούτα και λαχανικά

Αρκετές προοπτικές μελέτες κοόρτης έχουν αναδείξει

τον προστατευτικό ρόλο της κατανάλωσης φρούτων

και λαχανικών στα καρδιαγγειακά νοσήματα, ωστόσο

οι διαθέσιμες τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές είναι

ελάχιστες. Τα αποτελέσματα μιας μετα-ανάλυσης έδειξαν

ότι η θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα

μειώνεται κατά 4% (ΣΚ: 0,96, 95% ΔΕ: 0,92-0,99),

όταν καταναλώνεται μια επιπρόσθετη μερίδα φρούτων

(77 γραμμάρια) και λαχανικών (80 γραμμάρια)

ημερησίως. Ωστόσο, η ολική θνησιμότητα δεν βρέθηκε

να μειώνεται περαιτέρω όταν η κατανάλωση φρούτων

και λαχανικών ξεπερνούσε τις 5 μερίδες ημερησίως. 121

Μια άλλη μετα-ανάλυση έδειξε ότι ο κίνδυνος εμφάνισης

εγκεφαλικού επεισοδίου μειώνεται κατά 11% (ΣΚ:

0,89, 95% ΔΕ: 0,83-0,97) όταν η ημερήσια κατανάλωση

φρούτων και λαχανικών αντιστοιχεί σε 3-5 μερίδες

ημερησίως, σε σύγκριση με την κατανάλωση λιγότερων

μερίδων (


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

ρησίως σε ασθενείς που έχουν υποστεί οξύ έμφραγμα

του μυοκαρδίου ή με στεφανιαία νόσο δεν συσχετίστηκε

με μειωμένο αριθμό καρδιαγγειακών συμβάντων.

Μια πρόσφατη μετα-ανάλυση 20 κλινικών δοκιμών οι

οποίες πραγματεύονταν κυρίως την επίδραση της συμπληρωματικής

χορήγησης ιχθυελαίων στην πρόληψη

επανεμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων, δεν

κατάφερε να αναδείξει κάποιο όφελος. 111

Αλκοολούχα ροφήματα

Η κατανάλωση τριών ή περισσότερων αλκοολούχων

ροφημάτων ημερησίως έχει σχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο

εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Αποτελέσματα

επιδημιολογικών μελετών έχουν δείξει ότι η

μέτρια κατανάλωση αλκοόλ (1-2 μονάδες ημερησίως)

σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών

νοσημάτων, σε σχέση με τη μη κατανάλωση.

Αυτή η συσχέτιση δεν φαίνεται να εξηγείται από

ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ατόμων που απέχουν

από το αλκοόλ 127 , ωστόσο δεν μπορεί να αποκλειστεί

πλήρως η πιθανότητα να υπάρχει υπολειπόμενη συγχυτική

δράση και αντίστροφη αιτιότητα. Επιπλέον,

μια πρόσφατη μετα-ανάλυση με Μενδελική τυχαιοποίηση

που συμπεριλαμβάνει αναλύσεις από 59

επιδημιολογικές μελέτες δεν κατάφερε να αναδείξει

καμία ευεργετική επίδραση της μέτριας κατανάλωσης

αλκοόλ 128 , καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα

άτομα που δεν καταναλώνουν αλκοόλ έχουν χαμηλότερο

κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων

καθώς και ότι η κατανάλωση αλκοόλ, ανεξαρτήτως

της ποσότητας, συσχετίζεται με αυξημένη αρτηριακή

πίεση και αυξημένο ΔΜΣ.

Αναψυκτικά και ζάχαρη

Τα αναψυκτικά με προσθήκη ζάχαρης είναι η σημαντικότερη

πηγή θερμίδων στη δίαιτα των Αμερικανών και

καταλαμβάνουν εξίσου υψηλή θέση και στην Ευρώπη.

Σε παιδιά και εφήβους, τα ροφήματα αντιπροσωπεύουν

το 10-15% των θερμίδων που προσλαμβάνουν.

Η τακτική κατανάλωση αναψυκτικών έχει σχετιστεί

με υπέρβαρο/παχυσαρκία, με την εμφάνιση μεταβολικού

συνδρόμου και σακχαρώδους διαβήτη τύπου

2. Η αντικατάσταση των αναψυκτικών με ζάχαρη

με τα αντίστοιχα αναψυκτικά με τεχνητά γλυκαντικά

φάνηκε να οδηγεί σε μικρότερη αύξηση βάρους σε

παιδιά, ύστερα από 18 μήνες παρακολούθησης. 129 Τα

αναψυκτικά με προσθήκη ζάχαρης επιφέρουν επίσης

αύξηση του σωματικού βάρους στους ενήλικες. Η τακτική

κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη σχετίστηκε

με 35% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας

νόσου σε γυναίκες (2 μερίδες ημερησίως σε σχέση

με 1 μερίδα το μήνα), ακόμα και ύστερα από στάθμιση

για άλλους παράγοντες που σχετίζονται με ανθυγιεινό

τρόπο ζωής και διατροφής. Αντιθέτως, η κατανάλωση

ροφημάτων με γλυκαντικά δεν συσχετίστηκε με τη στεφανιαία

νόσο. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό

Υγείας, συστήνεται τα σάκχαρα (μονο- και δι-σακχαρίτες),

στα οποία περιλαμβάνονται τα προστιθέμενα

σάκχαρα καθώς και αυτά που υπάρχουν στα φρούτα

και στους χυμούς, να μην ξεπερνούν το 10% της συνολικής

ενεργειακής πρόσληψης. 130

Λειτουργικά τρόφιμα

Τα λειτουργικά τρόφιμα που περιέχουν φυτοστερόλες

(στερόλες και στανόλες) έχουν βρεθεί να είναι αποτελεσματικά

στη μείωση των συγκεντρώσεων της LDL

χοληστερόλης κατά 10%. Το αποτέλεσμα αυτό αφορά

την κατανάλωση 2 γραμμαρίων φυτοστερολών ημερησίως.

Η θετική επίδραση στη μείωση της χοληστερόλης

είναι επιπρόσθετη από αυτή που επιτυγχάνεται μέσω

μιας δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπίδια ή

μέσω της λήψης στατινών. Μπορεί να επιτευχθεί μεγαλύτερη

μείωση στα επίπεδα χοληστερόλης με υψηλότερες

δόσεις φυτοστερολών. 131 Μέχρι στιγμής, δεν είναι

διαθέσιμες μελέτες με κλινικά καταληκτικά σημεία.

Διαιτητικά πρότυπα

Η μελέτη ενός συνολικού διαιτητικού προτύπου δείχνει

θεωρητικά τη συνολική προστατευτική δυνατότητα

της δίαιτας, καθώς προκύπτει μια συνδυασμένη

εκτίμηση των επιδράσεων αρκετών ωφέλιμων διαιτητικών

συνηθειών. Η Μεσογειακή δίαιτα περιλαμβάνει

πολλά από τα θρεπτικά συστατικά και τρόφιμα

που έχουν αναφερθεί παραπάνω: χαρακτηρίζεται

από υψηλή κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, οσπρίων,

προϊόντων ολικής άλεσης, ψαριών και ακόρεστων

λιπαρών οξέων (κυρίως από ελαιόλαδο), από κατανάλωση

αλκοόλ με μέτρο (κυρίως κρασί, κατά προτίμηση

μαζί με τα γεύματα) και από χαμηλή κατανάλωση

(κόκκινου) κρέατος, γαλακτοκομικών και κορεσμένων

λιπαρών οξέων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας

μετά-ανάλυσης προοπτικών μελετών κοόρτης, η με-

32

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

γαλύτερη προσκόλληση στη Μεσογειακή δίαιτα σχετίζεται

με 10% χαμηλότερη επίπτωση καρδιαγγειακών

νοσημάτων ή θνησιμότητα (pooled ΣΚ: 0,90, 95%

ΔΕ: 0,87-0,93) και με 8% χαμηλότερη θνησιμότητα από

κάθε αιτία (pooled ΣΚ: 0,92, 95% ΔΕ: 0,90-0,94).132

Μια τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή σε άτομα υψηλού

καρδιαγγειακού κινδύνου έδειξε ότι η υιοθέτηση της

Μεσογειακής δίαιτας σχετίζεται με 29% χαμηλότερο

κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, σε

σχέση με τη δίαιτα ελέγχου (ΣΚ: 0,71, 95% ΔΕ: 0,56-

0,90), ύστερα από 5ετή παρακολούθηση. 133

Ερευνητικά κενά

Η μεγαλύτερη πρόκληση στη σχετιζόμενη με τη

δίαιτα πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων

είναι η ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών στρατηγικών

που θα κάνουν τους ανθρώπους να αλλάξουν τη

δίαιτά τους (ποσοτικές και ποιοτικές

αλλαγές) και να διατηρήσουν αυτή

την ισορροπημένη δίαιτα και ένα

φυσιολογικό σωματικό βάρος.

Η διερεύνηση των συστατικών

που υπάρχουν στα τρόφιμα και ευθύνονται

για την προστατευτική

τους δράση είναι σε εξέλιξη.

3.7 Σωματικό Βάρος

Τα τελευταία χρόνια, σε πολλές

χώρες του κόσμου έχουν παρατηρηθεί

ευνοϊκές τάσεις στους μείζονες

παράγοντες κινδύνου για την

εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων,

όπως μειώσεις στις συγκεντρώσεις

χοληστερόλης του αίματος,

στα επίπεδα αρτηριακής πίεσης

και στον επιπολασμό του καπνίσματος,

μεταβολές που με τη σειρά τους

σχετίζονται με μείωση της καρδιαγγειακής

θνησιμότητας. Ωστόσο,

ο ΔΜΣ έχει αυξηθεί σημαντικά σε

όλες τις χώρες παγκοσμίως κατά τις

τελευταίες δεκαετίες, με αποτέλεσμα

την ταυτόχρονη αύξηση του επιπολασμού

του σακχαρώδους διαβήτη

τύπου 2, ο οποίος αποτελεί ισοδύναμο

της καρδιαγγειακής νόσου.

Βασικά μήνυματα

Τόσο το υπέρβαρο όσο και το

παχύσαρκο άτομο παρουσιάζουν

αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης

καρδιαγγειακών νοσημάτων

και θνησιμότητας από όλα

τα αίτια. Η θνησιμότητα από

όλα τα αίτια είναι η μικρότερη

δυνατή σε τιμές ΔΜΣ που κυμαίνονται

μεταξύ 20 και 25 kg/

m2 (σε άτομα


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Πίνακας 3.13. Συστάσεις για το σωματικό βάρος

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Τα άτομα με υγιές σωματικό βάρος 4 συστήνεται να διατηρήσουν

το τρέχον βάρος τους. Τα υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα

συστήνεται να εξασφαλίσουν ένα υγιές σωματικό βάρος (ή

να στοχεύσουν σε απώλεια βάρους), προκειμένου να μειωθεί η

αρτηριακή πίεση, τα λιπίδια αίματος και ο κίνδυνος ανάπτυξης

σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, και άρα να βελτιωθεί το προφίλ

τους αναφορικά με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο

Ι Α 134, 135

1 Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις. 4 ΔΜΣ: 20-25 kg/m2 (υπάρχουν ενδείξεις

ότι το ιδανικό σωματικό βάρος για τους ηλικιωμένους είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο των νεαρών ατόμων και

των μεσηλίκων 134 ).

Πίνακας 3.14. Αξιολόγηση του σωματικού βάρους μέσω του δείκτη μάζας σώματος,

βάσει του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας

Δείκτης μάζας σώματος

(kg/m2)

Αξιολόγηση

< 18,5 Λιποβαρές

18,5 – 24,9 Φυσιολογικό βάρος

25,0 – 29,9 Υπέρβαρο

≥ 30,0

Παχυσαρκία

30,0 – 34,9 Παχυσαρκία τάξης Ι

35,0 – 39,9 Παχυσαρκία τάξης ΙΙ

≥ 40,0

Παχυσαρκία τάξης ΙΙΙ

Πίνακας 3.15. Δείκτες αξιολόγησης γενικής και κεντρικής παχυσαρκίας

Δείκτες γενικής

παχυσαρκίας

Δείκτες κεντρικής

παχυσαρκίας

Άμεσοι δείκτες λιπώδους

μάζας σώματος

Δείκτης μάζας σώματος

Περίμετρος μέσης

Λόγος περιμέτρου μέσης προς περίμετρο ισχύων

Λόγος περιμέτρου μέσης προς ύψος

Βιοηλεκτρική εμπέδηση

Δερματοπτυχές

Απορροφησιομετρία ακτίνων X διπλής ενέργειας

Δείκτες γενικής και

κεντρικής παχυσαρκίας

Υπερηχογράφημα

Αξονική τομογραφία

Μαγνητική τομογραφία

34

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

αξιολόγηση της περιμέτρου μέσης αποτελούν τα πιο

ευρέως αποδεκτά στην Ευρώπη. Με βάση τα όρια

αυτά, συστήνονται δύο επίπεδα δράσης:

1. τιμές περιμέτρου μέσης ≥94 cm στους άνδρες και

≥80 cm στις γυναίκες αντιπροσωπεύουν το όριο

στο οποίο το βάρος δεν θα πρέπει να αυξηθεί

περαιτέρω,

2. τιμές περιμέτρου μέσης ≥102 cm στους άνδρες

και ≥88 cm στις γυναίκες αντιπροσωπεύουν το

όριο στο οποίο θα πρέπει να συστήνεται απώλεια

βάρους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα συγκεκριμένα όρια έχουν

προκύψει από μελέτες σε δείγματα Καυκάσιων, ενώ

είναι προφανές ότι διαφορετικές οριακές τιμές απαιτούνται

σε διαφορετικές φυλές και εθνικότητες. Τέλος,

αξίζει να αναφερθεί ότι μια πρόσφατη μετα-ανάλυση

κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο ο ΔΜΣ όσο και η

περίμετρος μέσης είναι εξίσου ισχυροί δείκτες αναφορικά

με την πρόβλεψη του κινδύνου εμφάνισης σακχαρώδους

διαβήτη και καρδιαγγειακών νοσημάτων

138

, και ως εκ τούτου, ο υπολογισμός και η αξιολόγηση

του ΔΜΣ θεωρείται ότι επαρκεί στην καθημερινή κλινική

πράξη.

Ισχύει πράγματι ο όρος «μεταβολικά υγιής παχυσαρκία»;

Ο φαινότυπος των «μεταβολικά υγιών παχύσαρκων»,

ο οποίος αναφέρεται στην παρουσία παχυσαρκίας

απουσία μεταβολικών παραγόντων κινδύνου, έχει κεντρίσει

το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας

τα τελευταία χρόνια. Κάποιες μελέτες υποστηρίζουν ότι

μια συγκεκριμένη υποομάδα παχύσαρκων ατόμων του

πληθυσμού είναι ανθεκτική σε μεταβολικές επιπλοκές,

όπως η αρτηριακή υπέρταση και η αντίσταση στην ινσουλίνη.

Ωστόσο, οι μεταβολικά υγιείς παχύσαρκοι παρουσιάζουν

υψηλότερη θνησιμότητα από όλα τα αίτια,

σε σύγκριση με μεταβολικά υγιή άτομα φυσιολογικού

σωματικού βάρους. 139, 140 Μάλιστα, αποτελέσματα της

μελέτης Whitehall υποστηρίζουν ότι ο φαινότυπος των

«μεταβολικά υγιών παχύσαρκων» είναι ουσιαστικά

μια παροδική φάση, η οποία σταδιακά οδεύει προς διαταραχές

του μεταβολισμού της γλυκόζης, και όχι μια

συγκεκριμένη «κατάσταση». 141

Το παράδοξο της παχυσαρκίας σε εγκατεστημένη

καρδιαγγειακή νόσο

Σε επίπεδο πληθυσμού, η παχυσαρκία σχετίζεται αναμφισβήτητα

με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Ωστόσο,

στα άτομα με εγκατεστημένη στεφανιαία νόσο, τα δεδομένα

για την προαναφερθείσα σχέση παραμένουν

αντιφατικά. Συστηματικές ανασκοπήσεις ασθενών με

στεφανιαία νόσο ή ασθενών που υποβάλλονται σε διαδερμική

στεφανιαία επέμβαση προτείνουν το «παράδοξο

της παχυσαρκίας», σύμφωνα με το οποίο, η

παχυσαρκία φαίνεται να είναι προστατευτική για

τους ασθενείς αυτούς 135, 142 , ενώ το ίδιο φαίνεται να

ισχύει και για τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν θα πρέπει να παρερμηνευθούν

και να οδηγήσουν σε σύσταση για υψηλότερες

τιμές ΔΜΣ σε άτομα με εγκατεστημένα καρδιαγγειακά

νοσήματα, δεδομένου ότι στην περίπτωση

αυτή θα μπορούσε να ισχύει το φαινόμενο της αντίστροφης

αιτιότητας. Στο πλαίσιο της ερμηνείας του

«παράδοξου της παχυσαρκίας», η καρδιοαναπνευστική

αντοχή θα μπορούσε δυνητικά να επηρεάσει

τη σχέση ανάμεσα στην παχυσαρκία και την κλινική

πρόγνωση της καρδιαγγειακής νόσου. Συγκεκριμένα,

φυσιολογικού βάρους άτομα με κακή φυσική

κατάσταση διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας

σε σχέση με άτομα με καλή φυσική κατάσταση,

ανεξαρτήτως του ΔΜΣ, ενώ υπέρβαρα και παχύσαρκα

άτομα με καλή φυσική κατάσταση φαίνεται να διατρέχουν

αντίστοιχο κίνδυνο θνησιμότητας, συγκριτικά

με φυσιολογικού βάρους άτομα με καλή φυσική

κατάσταση. 143 Επιπλέον, τα αποτελέσματα της μελέτης

EPIC αναδεικνύουν ότι η επίδραση της σωματικής

αδράνειας στη θνησιμότητα φαίνεται να είναι ισχυρότερη

από εκείνη του υψηλού ΔΜΣ. 144

Στόχοι και μέσα θεραπείας

Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος παρουσιάζει μια συνεχή

θετική συσχέτιση με το ΔΜΣ και άλλους δείκτες εκτίμησης

του σωματικού λίπους. Δεδομένου ότι η θνησιμότητα

από όλα τα αίτια φαίνεται να αυξάνεται σε επίπεδα

ΔΜΣ


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

ρήματα μιας πρόσφατης μετα-ανάλυσης, ασθενείς που

υποβάλλονται σε βαριατρική χειρουργική εμφανίζουν

μειωμένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού

εγκεφαλικού επεισοδίου, καρδιαγγειακών

συμβάντων και καρδιαγγειακής θνησιμότητας, σε σύγκριση

με μη χειρουργημένα άτομα. 145

Βιβλιογραφικά κενά

Η γνώση και η εφαρμογή αποτελεσματικών στρατηγικών

για την επίτευξη απώλειας βάρους και τη διατήρηση

ενός υγιούς βάρους μακροπρόθεσμα.

Ο προσδιορισμός των σχετικών ρόλων της δίαιτας,

της άσκησης και της τροποποίησης της συμπεριφοράς

στη διαχείριση υπέρβαρων και παχύσαρκων

ατόμων.

Το βέλτιστο επίπεδο του ΔΜΣ κατά τη διάρκεια

της ζωής (σε μεγαλύτερες ηλικίες και μετά από ένα

καρδιαγγειακό συμβάν).

4 συμπεράσματα

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα καρδιαγγειακά

νοσήματα αποτελούν μια σημαντική αιτία

νοσηρότητας και θνησιμότητας, καθιστώντας

επιτακτική την ανάγκη για την πρόληψη της εμφάνισης

αλλά και την έγκαιρη αντιμετώπισή τους. Η

αναγνώριση και η εφαρμογή αποτελεσματικών προληπτικών

μέτρων που θα μπορούσαν να μειώσουν

τον επιπολασμό τους είναι υψίστης σημασίας, καθώς

παράλληλα θα μειωθούν τα κόστη περίθαλψης

και θεραπείας. Στο πλαίσιο αυτό, οι προαναφερθείσες

κατευθυντήριες οδηγίες για την κλινική πράξη

μπορούν να βοηθήσουν τους επαγγελματίες υγείας

να λάβουν σωστές αποφάσεις και να βοηθήσουν

αναλόγως τους ασθενείς, με στόχο τη μείωση των παραγόντων

κινδύνου που σχετίζονται με την εμφάνιση

των καρδιαγγειακών νοσημάτων και τη βελτίωση

της ποιότητας ζωής των ασθενών, καθώς και της

φροντίδας που λαμβάνουν.

Τα βασικά μηνύματα που αναδεικνύονται από τις

συστάσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι:

Η ανάγκη για εφαρμογή πολυδιάστατων συμπεριφορικών

παρεμβάσεων, οι οποίες ενσωματώνουν

την εκπαίδευση για την υγεία, τη σωματική δραστηριότητα

και την ψυχολογική θεραπεία, για την αντιμετώπιση

των ψυχοκοινωνικών παραγόντων κινδύνου

και τη βελτίωση της ψυχικής υγείας ασθενών με

Η σημασία της υιοθέτησης ισορροπημένων συνηθειών

τρόπου ζωής, με έμφαση:

στην υιοθέτηση ενός ισορροπημένου διαιτητικού

προτύπου,

στη συμμετοχή, ανεξαρτήτως ηλικίας, σε μέτριας

έντασης αερόβια σωματική δραστηριότητα τουλάχιστον

για 150 λεπτά την εβδομάδα ή σε έντονη

αερόβια σωματική δραστηριότητα για 75 λεπτά

την εβδομάδα ή σε ένα ισοδύναμο συνδυασμό των

παραπάνω.

Η σημασία του εντοπισμού των καπνιστών και

η συστηματική παροχή συμβουλών για τη διακοπή

του καπνίσματος, μέσω παρακολούθησης και

υποστήριξης, θεραπειών υποκατάστασης νικοτίνης,

βουπροπιόνης και βαρενικλίνης, μεμονωμένα

ή συνδυαστικά.

Η επίτευξη και διατήρηση ενός υγιούς σωματικού

βάρους μέσω της δίαιτας, της άσκησης και της

τροποποίησης της συμπεριφοράς, ή και μέσω φαρμακολογικών

και χειρουργικών προσεγγίσεων κατά

περίπτωση.

Η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου μπορεί

να προλάβει την εμφάνιση αλλά και τους θανάτους

από καρδιαγγειακά νοσήματα σε υψηλό ποσοστό.

Σαφώς, η υιοθέτηση υγιών στάσεων και συμπεριφορών

δεν είναι εύκολη στις περισσότερες περιπτώσεις.

Απαιτεί συστηματική προσπάθεια από τον ασθενή

και συνεχή παροχή βοήθειας και υποστήριξης από

τους επαγγελματίες υγείας. Είναι εξίσου αναγκαίο

να ληφθούν μέτρα και σε κοινωνικό και κρατικό επίπεδο,

με στόχο την ενημέρωση του κοινού και την

τροποποίηση των συμπεριφορών που σχετίζονται με

τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου (για παράδειγμα

απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους

χώρους και αύξηση δυνατοτήτων για σωματική

δραστηριότητα).

36

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

5 Βιβλιογραφία

1. Moran AE, Forouzanfar MH, Roth GA, et al. Temporal

trends in ischemic heart disease mortality in 21 world

regions, 1980 to 2010: the Global Burden of Disease

2010 study. Circulation 2014; 129: 1483-1492

2. Finucane MM, Stevens GA, Cowan MJ, et al. National,

regional, and global trends in body-mass index

since 1980: systematic analysis of health examination

surveys and epidemiological studies with 960 country-years

and 9.1 million participants. Lancet 2011; 377:

557-567

3. Danaei G, Finucane MM, Lu Y, et al. National, regional,

and global trends in fasting plasma glucose and diabetes

prevalence since 1980: systematic analysis of health

examination surveys and epidemiological studies with

370 country-years and 2.7 million participants. Lancet

2011; 378: 31-40

4. European Heart Network. Diet, physical activity and

cardiovascular disease prevention in Europe. 2011

5. Kotseva K, Wood D, De Backer G, et al. EUROASPIRE

III. Management of cardiovascular risk factors in

asymptomatic high-risk patients in general practice:

cross-sectional survey in 12 European countries. Eur J

Cardiovasc Prev Rehabil 2010; 17: 530-540

6. Authors/Task Force M, Piepoli MF, Hoes AW, et al.

2016 European Guidelines on cardiovascular disease

prevention in clinical practice: The Sixth Joint Task

Force of the European Society of Cardiology and Other

Societies on Cardiovascular Disease Prevention in

Clinical Practice (constituted by representatives of 10

societies and by invited experts): Developed with the

special contribution of the European Association for

Cardiovascular Prevention & Rehabilitation (EACPR).

Eur J Prev Cardiol 2016; 23: NP1-NP96

7. Yusuf S, Hawken S, Ounpuu S, et al. Effect of potentially

modifiable risk factors associated with myocardial

infarction in 52 countries (the INTERHEART study):

case-control study. Lancet 2004; 364: 937-952

8. A Dictionary of Epidemiology. 4th ed. New York: Oxford

University Press.

9. Cooney MT, Dudina A, Whincup P, et al. Re-evaluating

the Rose approach: comparative benefits of the population

and high-risk preventive strategies. Eur J Cardiovasc

Prev Rehabil 2009; 16: 541-549

10. Liu K, Daviglus ML, Loria CM, et al. Healthy lifestyle

through young adulthood and the presence of low

cardiovascular disease risk profile in middle age: the

Coronary Artery Risk Development in (Young) Adults

(CARDIA) study. Circulation 2012; 125: 996-1004

11. NICE. Public Health Guidance 25. Prevention of Cardiovascular

Disease

12. World Health Organization. Preventing chronic diseases:

a vital investment: WHO global report. Geneva:

WHO, 2005

13. Nichols MT, Scarborough P, Rayner P. European Cardiovascular

Disease Statistics, 2012 edition

14. McConnachie A, Walker A, Robertson M, et al. Longterm

impact on healthcare resource utilization of statin

treatment, and its cost effectiveness in the primary

prevention of cardiovascular disease: a record linkage

study. Eur Heart J 2014; 35: 290-298

15. Mistry H, Morris S, Dyer M, et al. Cost-effectiveness of

a European preventive cardiology programme in primary

care: a Markov modelling approach. BMJ Open

2012; 2

16. Plans-Rubio P. The cost effectiveness of statin therapies

in Spain in 2010, after the introduction of generics and

reference prices. Am J Cardiovasc Drugs 2010; 10: 369-382

17. World Health Organization. Scaling up action agains

noncommunicable diseases: how much will it cost? Geneva:

WHO, 2011

18. Field MJ, Lohr KN. Institute of Medicine. Committee

on Clinical Practice Guidelines. Division of Health Care

Services. Guidelines for clinical practice: from development

to use. Washington: 1992

19. Woolf SH, Grol R, Hutchinson A, et al. Clinical guidelines:

potential benefits, limitations, and harms of clinical

guidelines. BMJ 1999; 318: 527-530

20. Grimshaw J, Freemantle N, Wallace S, et al. Developing

and implementing clinical practice guidelines. Qual

Health Care 1995; 4: 55-64

21. Chassin MR, Brook RH, Park RE, et al. Variations in the

use of medical and surgical services by the Medicare

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

37


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

population. N Engl J Med 1986; 314: 285-290

22. Entwistle VA, Watt IS, Davis H, et al. Developing information

materials to present the findings of technology

assessments to consumers. The experience of the NHS

Centre for Reviews and Dissemination. Int J Technol Assess

Health Care 1998; 14: 47-70

23. Schoenbaum SC, Sundwall DN, United States. Agency

for Health Care Policy and Research. Office of the

Forum for Quality and Effectiveness in Health Care.

Using clinical practice guidelines to evaluate quality of

care. Rockville, Md.?: U.S. Dept. of Health and Human

Services, Public Health Service, Agency for Health Care

Policy and Research, Office of the Forum for Quality

and Effectiveness in Health Care; 1995

24. Cook DJ, Mulrow CD, Haynes RB. Systematic reviews:

synthesis of best evidence for clinical decisions. Ann Intern

Med 1997; 126: 376-380

25. Shapiro DW, Lasker RD, Bindman AB, et al. Containing

costs while improving quality of care: the role of profiling

and practice guidelines. Annu Rev Public Health

1993; 14: 219-241

26. Piepoli MF, Hoes AW, Agewall S, et al. 2016 European

Guidelines on cardiovascular disease prevention in

clinical practice: The Sixth Joint Task Force of the European

Society of Cardiology and Other Societies on

Cardiovascular Disease Prevention in Clinical Practice

(constituted by representatives of 10 societies and by

invited experts)Developed with the special contribution

of the European Association for Cardiovascular

Prevention & Rehabilitation (EACPR). Eur Heart J 2016;

37: 2315-2381

27. Perk J, De Backer G, Gohlke H, et al. European Guidelines

on cardiovascular disease prevention in clinical

practice (version 2012). The Fifth Joint Task Force of the

European Society of Cardiology and Other Societies on

Cardiovascular Disease Prevention in Clinical Practice

(constituted by representatives of nine societies and by

invited experts). Eur Heart J 2012; 33: 1635-1701

28. Rubak S, Sandbaek A, Lauritzen T, et al. Motivational

interviewing: a systematic review and meta-analysis.

Br J Gen Pract 2005; 55: 305-312

29. Artinian NT, Fletcher GF, Mozaffarian D, et al. Interventions

to promote physical activity and dietary lifestyle

changes for cardiovascular risk factor reduction in

adults: a scientific statement from the American Heart

Association. Circulation 2010; 122: 406-441

30. Balady GJ, Williams MA, Ades PA, et al. Core components

of cardiac rehabilitation/secondary prevention

programs: 2007 update: a scientific statement from the

American Heart Association Exercise, Cardiac Rehabilitation,

and Prevention Committee, the Council on

Clinical Cardiology; the Councils on Cardiovascular

Nursing, Epidemiology and Prevention, and Nutrition,

Physical Activity, and Metabolism; and the American

Association of Cardiovascular and Pulmonary Rehabilitation.

Circulation 2007; 115: 2675-2682

31. Piepoli MF, Corra U, Benzer W, et al. Secondary prevention

through cardiac rehabilitation: from knowledge

to implementation. A position paper from the

Cardiac Rehabilitation Section of the European Association

of Cardiovascular Prevention and Rehabilitation.

Eur J Cardiovasc Prev Rehabil 2010; 17: 1-17

32. General Medical Council. Consent: patients and doctors

making decisions together. Manchester, UK: General

Medical Council, 2008

33. Martin LR, DiMatteo MR, eds. The Oxford Handbook

of Health Communication, Behaviour Change, and

Treatment Adherence. New York: Oxford University

Press; 2014

34. U.S. Preventive Services Task Force. Guide to Clinical

Preventive Services. 2nd ed. Baltimore: Williams &

Wilkins; 1996

35. Auer R, Gaume J, Rodondi N, et al. Efficacy of in-hospital

multidimensional interventions of secondary prevention

after acute coronary syndrome: a systematic

review and meta-analysis. Circulation 2008; 117: 3109-

3117

36. Janssen V, De Gucht V, Dusseldorp E, et al. Lifestyle

modification programmes for patients with coronary

heart disease: a systematic review and meta-analysis of

randomized controlled trials. Eur J Prev Cardiol 2013; 20:

620-640

37. Hazelton G, Williams JW, Wakefield J, et al. Psychosocial

benefits of cardiac rehabilitation among women

compared with men. J Cardiopulm Rehabil Prev 2014; 34:

21-28

38

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

38. Burell G, Granlund B. Women’s hearts need special

treatment. Int J Behav Med 2002; 9: 228-242

39. Whalley B, Thompson DR, Taylor RS. Psychological

interventions for coronary heart disease: cochrane systematic

review and meta-analysis. Int J Behav Med 2014;

21: 109-121

40. Rutledge T, Redwine LS, Linke SE, et al. A meta-analysis

of mental health treatments and cardiac rehabilitation

for improving clinical outcomes and depression

among patients with coronary heart disease. Psychosom

Med 2013; 75: 335-349

41. Huffman JC, Mastromauro CA, Beach SR, et al. Collaborative

care for depression and anxiety disorders in

patients with recent cardiac events: the Management

of Sadness and Anxiety in Cardiology (MOSAIC) randomized

clinical trial. JAMA Intern Med 2014; 174: 927-

935

42. Stewart JC, Perkins AJ, Callahan CM. Effect of collaborative

care for depression on risk of cardiovascular

events: data from the IMPACT randomized controlled

trial. Psychosom Med 2014; 76: 29-37

43. Glozier N, Christensen H, Naismith S, et al. Internet-delivered

cognitive behavioural therapy for adults with

mild to moderate depression and high cardiovascular

disease risks: a randomised attention-controlled trial.

PLoS One 2013; 8: e59139

44. Albus C, Ladwig KH, Herrmann-Lingen C. [Psychocardiology:

clinically relevant recommendations regarding

selected cardiovascular diseases]. Dtsch Med

Wochenschr 2014; 139: 596-601

45. Ladwig KH, Lederbogen F, Albus C, et al. Position paper

on the importance of psychosocial factors in cardiology:

Update 2013. Ger Med Sci 2014; 12: Doc09

46. Huffman JC, Niazi SK, Rundell JR, et al. Essential articles

on collaborative care models for the treatment of

psychiatric disorders in medical settings: a publication

by the academy of psychosomatic medicine research

and evidence-based practice committee. Psychosomatics

2014; 55: 109-122

47. Katon WJ, Lin EH, Von Korff M, et al. Collaborative

care for patients with depression and chronic illnesses.

N Engl J Med 2010; 363: 2611-2620

48. Blumenthal JA, Sherwood A, Babyak MA, et al. Exercise

and pharmacological treatment of depressive

symptoms in patients with coronary heart disease: results

from the UPBEAT (Understanding the Prognostic

Benefits of Exercise and Antidepressant Therapy)

study. J Am Coll Cardiol 2012; 60: 1053-1063

49. Orth-Gomer K, Schneiderman N, Wang HX, et al.

Stress reduction prolongs life in women with coronary

disease: the Stockholm Women’s Intervention Trial for

Coronary Heart Disease (SWITCHD). Circ Cardiovasc

Qual Outcomes 2009; 2: 25-32

50. Gulliksson M, Burell G, Vessby B, et al. Randomized

controlled trial of cognitive behavioral therapy vs

standard treatment to prevent recurrent cardiovascular

events in patients with coronary heart disease: Secondary

Prevention in Uppsala Primary Health Care project

(SUPRIM). Arch Intern Med 2011; 171: 134-140

51. Lie I, Arnesen H, Sandvik L, et al. Effects of a homebased

intervention program on anxiety and depression

6 months after coronary artery bypass grafting: a randomized

controlled trial. J Psychosom Res 2007; 62: 411-

418

52. Page T, Lockwood C, Conroy-Hiller T. Effectiveness of

nurse-led cardiac clinics in adult patients with a diagnosis

of coronary heart disease. Int J Evid Based Healthc

2005; 3: 2-26

53. Bishop GD, Kaur D, Tan VL, et al. Effects of a psychosocial

skills training workshop on psychophysiological

and psychosocial risk in patients undergoing coronary

artery bypass grafting. Am Heart J 2005; 150: 602-609

54. Theorell T, Emdad R, Arnetz B, et al. Employee effects

of an educational program for managers at an insurance

company. Psychosom Med 2001; 63: 724-733

55. Lollgen H, Bockenhoff A, Knapp G. Physical activity

and all-cause mortality: an updated meta-analysis

with different intensity categories. Int J Sports Med 2009;

30: 213-224

56. Sattelmair J, Pertman J, Ding EL, et al. Dose response

between physical activity and risk of coronary heart

disease: a meta-analysis. Circulation 2011; 124: 789-795

57. Moore SC, Patel AV, Matthews CE, et al. Leisure time

physical activity of moderate to vigorous intensity and

mortality: a large pooled cohort analysis. PLoS Med

2012; 9: e1001335.

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

39


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

58. Samitz G, Egger M, Zwahlen M. Domains of physical

activity and all-cause mortality: systematic review and

dose-response meta-analysis of cohort studies. Int J Epidemiol

2011; 40: 1382-1400

59. Campbell FB, Messina J, Day M, et al. National Institute

for Health and Clinical Excellence (NICE) public health

intervention guidance physical activity: BA for adults

in primary care. Review of effectiveness evidence. London:

National Institute for Health and Clinical Excellence:

2012

60. Elley CR, Kerse N, Arroll B, et al. Effectiveness of counselling

patients on physical activity in general practice:

cluster randomised controlled trial. BMJ 2003; 326: 793

61. Garrett S, Elley CR, Rose SB, et al. Are physical activity

interventions in primary care and the community

cost-effective? A systematic review of the evidence. Br J

Gen Pract 2011; 61: e125-133

62. Borjesson M, Urhausen A, Kouidi E, et al. Cardiovascular

evaluation of middle-aged/ senior individuals

engaged in leisure-time sport activities: position stand

from the sections of exercise physiology and sports cardiology

of the European Association of Cardiovascular

Prevention and Rehabilitation. Eur J Cardiovasc Prev Rehabil

2011; 18: 446-458

63. Fletcher GF, Ades PA, Kligfield P, et al. Exercise standards

for testing and training: a scientific statement from

the American Heart Association. Circulation 2013; 128:

873-934

64. United States. Department of Health and Human Services.

Physical Activity Guidelines Advisory Committee.,

United States. Department of Health and Human

Services. Physical Activity Guidelines Advisory Committee

report, 2008 to the Secretary of Health and Human

Services. Washington, DC: U.S. Dept. of Health

and Human Services,; 2008. Available from: http://

purl.fdlp.gov/GPO/gpo23524

65. Lee DC, Pate RR, Lavie CJ, et al. Leisure-time running

reduces all-cause and cardiovascular mortality risk. J

Am Coll Cardiol 2014; 64: 472-481

66. Talbot LA, Morrell CH, Fleg JL, et al. Changes in leisure

time physical activity and risk of all-cause mortality in

men and women: the Baltimore Longitudinal Study of

Aging. Prev Med 2007; 45: 169-176

67. Piepoli MF, Davos C, Francis DP, et al. Exercise training

meta-analysis of trials in patients with chronic heart

failure (ExTraMATCH). BMJ 2004; 328: 189

68. Lee IM, Shiroma EJ, Lobelo F, et al. Effect of physical

inactivity on major non-communicable diseases worldwide:

an analysis of burden of disease and life expectancy.

Lancet 2012; 380: 219-229

69. Vanhees L, Geladas N, Hansen D, et al. Importance of

characteristics and modalities of physical activity and

exercise in the management of cardiovascular health

in individuals with cardiovascular risk factors: recommendations

from the EACPR. Part II. Eur J Prev Cardiol

2012; 19: 1005-1033

70. Ainsworth BE, Haskell WL, Herrmann SD, et al. 2011

Compendium of Physical Activities: a second update

of codes and MET values. Med Sci Sports Exerc 2011; 43:

1575-1581

71. Howley ET. Type of activity: resistance, aerobic and

leisure versus occupational physical activity. Med Sci

Sports Exerc 2001; 33: 364-369, 419-320

72. Garber CE, Blissmer B, Deschenes MR, et al. American

College of Sports Medicine position stand. Quantity

and quality of exercise for developing and maintaining

cardiorespiratory, musculoskeletal, and neuromotor

fitness in apparently healthy adults: guidance for prescribing

exercise. Med Sci Sports Exerc 2011; 43: 1334-

1359

73. Glazer NL, Lyass A, Esliger DW, et al. Sustained and

shorter bouts of physical activity are related to cardiovascular

health. Med Sci Sports Exerc 2013; 45: 109-115

74. Donnelly JE, Blair SN, Jakicic JM, et al. American College

of Sports Medicine Position Stand. Appropriate

physical activity intervention strategies for weight loss

and prevention of weight regain for adults. Med Sci

Sports Exerc 2009; 41: 459-471

75. Schwingshackl L, Missbach B, Dias S, et al. Impact of

different training modalities on glycaemic control and

blood lipids in patients with type 2 diabetes: a systematic

review and network meta-analysis. Diabetologia

2014; 57: 1789-1797.

76. Swain DP, American College of Sports Medicine,

American College of Sports Medicine. ACSM’s resource

manual for Guidelines for exercise testing and

40

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

prescription. 7th ed. Baltimore, MD ; Philadelphia,

PA: Wolters Kluwer Health/Lippincott Williams &

Wilkins; 2014. xv, 862 p. p

77. Marijon E, Tafflet M, Celermajer DS, et al. Sports-related

sudden death in the general population. Circulation

2011; 124: 672-681

78. Thompson PD, Franklin BA, Balady GJ, et al. Exercise

and acute cardiovascular events placing the risks into

perspective: a scientific statement from the American

Heart Association Council on Nutrition, Physical Activity,

and Metabolism and the Council on Clinical Cardiology.

Circulation 2007; 115: 2358-2368

79. Cahill K, Stevens S, Perera R, et al. Pharmacological

interventions for smoking cessation: an overview and

network meta-analysis. Cochrane Database Syst Rev

2013: CD009329

80. Hughes JR, Stead LF, Lancaster T. Antidepressants for

smoking cessation. Cochrane Database Syst Rev 2007:

CD000031

81. Cahill K, Stead LF, Lancaster T. Nicotine receptor partial

agonists for smoking cessation. Cochrane Database

Syst Rev 2012: CD006103

82. Hughes JR, Stead LF, Hartmann-Boyce J, et al. Antidepressants

for smoking cessation. Cochrane Database Syst

Rev 2014: CD000031

83. Doll R, Peto R, Boreham J, et al. Mortality in relation

to smoking: 50 years’ observations on male British doctors.

BMJ 2004; 328: 1519

84. Kiiskinen U, Vartiainen E, Puska P, et al. Long-term

cost and life-expectancy consequences of hypertension.

J Hypertens 1998; 16: 1103-1112

85. Prescott E, Hippe M, Schnohr P, et al. Smoking and risk

of myocardial infarction in women and men: longitudinal

population study. BMJ 1998; 316: 1043-1047

86. Taylor TL, Bryant A, Keyse L, et al. Smoking-related

behaviour and attitudes, 2005. London: Office for National

Statistics: 2006

87. West R. Key performance indicators: findings from the

Smoking Toolkit Study. Available from: http://www.

smokinginengland.info

88. He J, Vupputuri S, Allen K, et al. Passive smoking and

the risk of coronary heart disease-a meta-analysis of epidemiologic

studies. N Engl J Med 1999; 340: 920-926.

89. Law MR, Morris JK, Wald NJ. Environmental tobacco

smoke exposure and ischaemic heart disease: an evaluation

of the evidence. BMJ 1997; 315: 973-980

90. Prescott E, Scharling H, Osler M, et al. Importance of

light smoking and inhalation habits on risk of myocardial

infarction and all cause mortality. A 22 year follow

up of 12 149 men and women in The Copenhagen City

Heart Study. J Epidemiol Community Health 2002; 56:

702-706

91. Kotseva K, Wood D, De Backer G, et al. EUROASPIRE

III: a survey on the lifestyle, risk factors and use of cardioprotective

drug therapies in coronary patients from

22 European countries. Eur J Cardiovasc Prev Rehabil

2009; 16: 121-137

92. United States. Public Health Service. Office of the Surgeon

General. How tobacco smoke causes disease the

biology and behavioral basis for smoking-attributable

disease : a report of the Surgeon General. Rockville,

MD Washington, D.C.: U.S. Dept. of Health and Human

Services, Public Health Service, Office of the

Surgeon General; For sale by the Supt. of Docs., U.S.

G.P.O.,; 2010. Available from: http://purl.fdlp.gov/

GPO/gpo4801.

93. Joseph AM, Norman SM, Ferry LH, et al. The safety of

transdermal nicotine as an aid to smoking cessation in

patients with cardiac disease. N Engl J Med 1996; 335:

1792-1798

94. Critchley J, Capewell S. Smoking cessation for the secondary

prevention of coronary heart disease. Cochrane

Database Syst Rev 2004: CD003041

95. Woolf KJ, Zabad MN, Post JM, et al. Effect of nicotine

replacement therapy on cardiovascular outcomes after

acute coronary syndromes. Am J Cardiol 2012; 110: 968-

970

96. Chow CK, Jolly S, Rao-Melacini P, et al. Association of

diet, exercise, and smoking modification with risk of

early cardiovascular events after acute coronary syndromes.

Circulation 2010; 121: 750-758

97. Stead LF, Bergson G, Lancaster T. Physician advice for

smoking cessation. Cochrane Database Syst Rev 2008:

CD000165

98. Heatherton TF, Kozlowski LT, Frecker RC, et al. The

Fagerstrom Test for Nicotine Dependence: a revision

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

41


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

of the Fagerstrom Tolerance Questionnaire. Br J Addict

1991; 86: 1119-1127

99. Stead LF, Perera R, Bullen C, et al. Nicotine replacement

therapy for smoking cessation. Cochrane Database

Syst Rev 2012; 11: CD000146

100. Eisenberg MJ, Windle SB, Roy N, et al. Varenicline

for Smoking Cessation in Hospitalized Patients With

Acute Coronary Syndrome. Circulation 2016; 133: 21-30

101. Pisinger C, Dossing M. A systematic review of health

effects of electronic cigarettes. Prev Med 2014; 69: 248-

260

102. McRobbie H, Bullen C, Hartmann-Boyce J, et al. Electronic

cigarettes for smoking cessation and reduction.

Cochrane Database Syst Rev 2014: CD010216

103. Bullen C, Howe C, Laugesen M, et al. Electronic cigarettes

for smoking cessation: a randomised controlled

trial. Lancet 2013; 382: 1629-1637

104. Henningfield JE. Nicotine medications for smoking cessation.

N Engl J Med 1995; 333: 1196-1203

105. Etter JF, Bullen C. A longitudinal study of electronic

cigarette users. Addict Behav 2014; 39: 491-494

106. Kalkhoran S, Glantz SA. E-cigarettes and smoking cessation

in real-world and clinical settings: a systematic

review and meta-analysis. Lancet Respir Med 2016; 4:

116-128

107. European Heart Network. Diet, Physical Activity and

Cardiovascular Disease Prevention in Europe. Brussels,

Belguim: European Heart Network: 2011

108. Astrup A, Dyerberg J, Elwood P, et al. The role of reducing

intakes of saturated fat in the prevention of cardiovascular

disease: where does the evidence stand in

2010? Am J Clin Nutr 2011; 93: 684-688

109. Mensink RP, Katan MB. Effect of dietary fatty acids on

serum lipids and lipoproteins. A meta-analysis of 27

trials. Arterioscler Thromb 1992; 12: 911-919

110. Wen YT, Dai JH, Gao Q. Effects of Omega-3 fatty acid

on major cardiovascular events and mortality in patients

with coronary heart disease: a meta-analysis of

randomized controlled trials. Nutr Metab Cardiovasc Dis

2014; 24: 470-475.

111. Rizos EC, Ntzani EE, Bika E, et al. Association between

omega-3 fatty acid supplementation and risk of major

cardiovascular disease events: a systematic review and

meta-analysis. JAMA 2012; 308: 1024-1033

112. Mozaffarian D, Katan MB, Ascherio A, et al. Trans fatty

acids and cardiovascular disease. N Engl J Med 2006;

354: 1601-1613

113. He FJ, MacGregor GA. Effect of modest salt reduction

on blood pressure: a meta-analysis of randomized

trials. Implications for public health. J Hum Hypertens

2002; 16: 761-770

114. Sacks FM, Svetkey LP, Vollmer WM, et al. Effects on

blood pressure of reduced dietary sodium and the Dietary

Approaches to Stop Hypertension (DASH) diet.

DASH-Sodium Collaborative Research Group. N Engl J

Med 2001; 344: 3-10

115. Aburto NJ, Hanson S, Gutierrez H, et al. Effect of increased

potassium intake on cardiovascular risk factors

and disease: systematic review and meta-analyses.

BMJ 2013; 346: f1378

116. Chowdhury R, Stevens S, Gorman D, et al. Association

between fish consumption, long chain omega 3 fatty

acids, and risk of cerebrovascular disease: systematic

review and meta-analysis. BMJ 2012; 345: e6698

117. Schottker B, Jorde R, Peasey A, et al. Vitamin D and

mortality: meta-analysis of individual participant data

from a large consortium of cohort studies from Europe

and the United States. BMJ 2014; 348: g3656

118. Threapleton DE, Greenwood DC, Evans CE, et al. Dietary

fiber intake and risk of first stroke: a systematic

review and meta-analysis. Stroke 2013; 44: 1360-1368

119. Zhang Z, Xu G, Liu D, et al. Dietary fiber consumption

and risk of stroke. Eur J Epidemiol 2013; 28: 119-130

120. Yao B, Fang H, Xu W, et al. Dietary fiber intake and risk

of type 2 diabetes: a dose-response analysis of prospective

studies. Eur J Epidemiol 2014; 29: 79-88

121. Wang X, Ouyang Y, Liu J, et al. Fruit and vegetable consumption

and mortality from all causes, cardiovascular

disease, and cancer: systematic review and dose-response

meta-analysis of prospective cohort studies.

BMJ 2014; 349: g4490

122. He FJ, Nowson CA, MacGregor GA. Fruit and vegetable

consumption and stroke: meta-analysis of cohort

studies. Lancet 2006; 367: 320-326

123. Dauchet L, Amouyel P, Hercberg S, et al. Fruit and

vegetable consumption and risk of coronary heart dis-

42

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

ease: a meta-analysis of cohort studies. J Nutr 2006; 136:

2588-2593

124. Luo C, Zhang Y, Ding Y, et al. Nut consumption and

risk of type 2 diabetes, cardiovascular disease, and allcause

mortality: a systematic review and meta-analysis.

Am J Clin Nutr 2014; 100: 256-269

125. Zheng J, Huang T, Yu Y, et al. Fish consumption and

CHD mortality: an updated meta-analysis of seventeen

cohort studies. Public Health Nutr 2012; 15: 725-737

126. Chowdhury R, Kunutsor S, Vitezova A, et al. Vitamin

D and risk of cause specific death: systematic review

and meta-analysis of observational cohort and randomised

intervention studies. BMJ 2014; 348: g1903

127. Ronksley PE, Brien SE, Turner BJ, et al. Association of

alcohol consumption with selected cardiovascular disease

outcomes: a systematic review and meta-analysis.

BMJ 2011; 342: d671

128. Holmes MV, Dale CE, Zuccolo L, et al. Association between

alcohol and cardiovascular disease: Mendelian

randomisation analysis based on individual participant

data. BMJ 2014; 349: g4164

129. de Ruyter JC, Olthof MR, Seidell JC, et al. A trial of sugar-free

or sugar-sweetened beverages and body weight

in children. N Engl J Med 2012; 367: 1397-1406

130. World Health Organization. Nutrition for Health and

Development. Guideline. Sugars intake for adults and

children. 1 online resource (1 PDF file (vii, 49 pages)) p.

131. Ras RT, Geleijnse JM, Trautwein EA. LDL-cholesterol-lowering

effect of plant sterols and stanols across

different dose ranges: a meta-analysis of randomised

controlled studies. Br J Nutr 2014; 112: 214-219

132. Sofi F, Abbate R, Gensini GF, et al. Accruing evidence

on benefits of adherence to the Mediterranean diet on

health: an updated systematic review and meta-analysis.

Am J Clin Nutr 2010; 92: 1189-1196

133. Estruch R, Ros E, Salas-Salvado J, et al. Primary prevention

of cardiovascular disease with a Mediterranean

diet. N Engl J Med 2013; 368: 1279-1290

134. Berrington de Gonzalez A, Hartge P, Cerhan JR, et

al. Body-Mass Index and Mortality among 1.46 Million

White Adults. New England Journal of Medicine 2010;

363: 2211-2219

135. Oreopoulos A, Padwal R, Norris CM, et al. Effect of

obesity on short- and long-term mortality postcoronary

revascularization: a meta-analysis. Obesity (Silver

Spring) 2008; 16: 442-450

136. Stewart ST, Cutler DM, Rosen AB. Forecasting the effects

of obesity and smoking on U.S. life expectancy. N

Engl J Med 2009; 361: 2252-2260

137. Poirier P, Alpert MA, Fleisher LA, et al. Cardiovascular

evaluation and management of severely obese patients

undergoing surgery: a science advisory from the American

Heart Association. Circulation 2009; 120: 86-95

138. Emerging Risk Factors C, Wormser D, Kaptoge S, et al.

Separate and combined associations of body-mass index

and abdominal adiposity with cardiovascular disease:

collaborative analysis of 58 prospective studies.

Lancet 2011; 377: 1085-1095

139. Kramer CK, Zinman B, Retnakaran R. Are metabolically

healthy overweight and obesity benign conditions?:

A systematic review and meta-analysis.

2013; 159: 758-769

140. van der AD, Nooyens AC, van Duijnhoven FJ, et al.

All-cause mortality risk of metabolically healthy abdominal

obese individuals: the EPIC-MORGEN study.

Obesity (Silver Spring) 2014; 22: 557-564

141. Bell JA, Hamer M, Sabia S, et al. The natural course of

healthy obesity over 20 years. J Am Coll Cardiol 2015;

65: 101-102

142. Romero-Corral A, Montori VM, Somers VK, et al. Association

of bodyweight with total mortality and with

cardiovascular events in coronary artery disease: a systematic

review of cohort studies. Lancet 2006; 368: 666-

678

143. Barry VW, Baruth M, Beets MW, et al. Fitness vs. fatness

on all-cause mortality: a meta-analysis. Prog Cardiovasc

Dis 2014; 56: 382-390

144. Ekelund U, Ward HA, Norat T, et al. Physical activity

and all-cause mortality across levels of overall and abdominal

adiposity in European men and women: the

European Prospective Investigation into Cancer and

Nutrition Study (EPIC). Am J Clin Nutr 2015; 101: 613-621

145. Kwok CS, Pradhan A, Khan MA, et al. Bariatric surgery

and its impact on cardiovascular disease and mortality:

a systematic review and meta-analysis. Int J Cardiol

2014; 173: 20-28

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

43


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Παράρτημα

Σύνοψη κατευθυντήριων συστάσεων για τις συνήθειες

του τρόπου ζωής ως μέσο πρόληψης της καρδιαγγειακής νόσου

Επίπεδα ενδείξεων

Επίπεδο ενδείξεων

Επίπεδο Α

Επίπεδο Β

Επίπεδο C

Επεξήγηση

Δεδομένα που προέρχονται από πολλές τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές

ή μετααναλύσεις.

Δεδομένα που προέρχονται από μία τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή ή μεγάλες

μη τυχαιοποιημένες μελέτες.

Συναίνεση της γνώμης των εμπειρογνωμόνων ή/και δεδομένα που προέρχονται

από μικρές μελέτες, συγχρονικές μελέτες και μητρώα.

Τάξη Συστάσεων

Τάξη συστάσεων

Τάξη Ι

Τάξη ΙΙ

Τάξη ΙΙa

Τάξη ΙΙb

Τάξη ΙΙΙ

Ορισμός

Ενδείξεις ή/και γενική συμφωνία ότι μια συγκεκριμένη θεραπεία ή διαδικασία

είναι ευεργετική, χρήσιμη ή αποτελεσματική.

Αντικρουόμενα στοιχεία ή/και διάσταση απόψεων σχετικά με τη χρησιμότητα

ή αποτελεσματικότητα μιας συγκεκριμένης θεραπείας ή

διαδικασίας.

Το βάρος των ενδείξεων/απόψεων είναι υπέρ της χρησιμότητας ή αποτελεσματικότητας

μιας συγκεκριμένης θεραπείας ή διαδικασίας.

Η χρησιμότητα ή αποτελεσματικότητα μιας συγκεκριμένης θεραπείας ή

διαδικασίας υποστηρίζεται λιγότερο από τις ενδείξεις/απόψεις.

Ενδείξεις ή/και γενική συμφωνία ότι μια συγκεκριμένη θεραπεία ή διαδικασία

δεν είναι χρήσιμη ή αποτελεσματική, και σε ορισμένες περιπτώσεις

μπορεί να είναι επιβλαβής.

Συνιστώμενη

ορολογία

Συστήνεται,

ενδείκνυται

Θα πρέπει να λαμβάνεται

υπόψη

Μπορεί να ληφθεί

υπόψη

Δεν συστήνεται

44

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Συστάσεις για τη διευκόλυνση αλλαγών στη συμπεριφορά

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Συστήνεται η εφαρμογή αναγνωρισμένων γνωσιακών-συμπεριφορικών στρατηγικών

(π.χ. συνέντευξη κινητοποίησης) για τη διευκόλυνση αλλαγών στον

τρόπο ζωής.

Συστήνεται η εμπλοκή διεπιστημονικών επαγγελματιών υγείας (π.χ. νοσηλευτών,

διαιτολόγων-διατροφολόγων, ψυχολόγων).

Σε άτομα πολύ υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου, συστήνεται η εφαρμογή

πολυδιάστατων παρεμβάσεων που συνδυάζουν ιατρικούς πόρους με την εκπαίδευση

για έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής, τη σωματική δραστηριότητα,

τη διαχείριση του άγχους και τη συμβουλευτική σχετικά με τους ψυχοκοινωνικούς

παράγοντες κινδύνου.

Ι Α 28

Ι Α 29, 30

Ι Α 30, 31

1

Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

Συστάσεις για τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Η εφαρμογή πολυδιάστατων συμπεριφορικών παρεμβάσεων, που ενσωματώνουν

την εκπαίδευση για την υγεία, τη σωματική δραστηριότητα και την ψυχολογική

θεραπεία για την αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών παραγόντων

κινδύνου και της ασθένειας, συστήνεται σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή

νόσο και ψυχοκοινωνικά συμπτώματα, ώστε να βελτιωθεί η ψυχική

τους υγεία.

Η παραπομπή για ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή ή συνεργατική φροντίδα

αποτελεί επιλογή που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση

ύπαρξης σημαντικών κλινικών συμπτωμάτων κατάθλιψης, άγχους ή

εχθρότητας.

Ι Α 39

ΙΙα Α 40, 41

Η θεραπεία των ψυχοκοινωνικών παραγόντων κινδύνου με στόχο την πρόληψη

της στεφανιαίας νόσου αποτελεί επιλογή που θα πρέπει να λαμβάνεται

υπόψη όταν ο ίδιος ο παράγοντας κινδύνου είναι μια διαγνώσιμη διαταραχή

(π.χ. κατάθλιψη) ή όταν επιδεινώνει τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου.

ΙΙα Β 42, 43

1

Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

45


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Συστάσεις για τη σωματική δραστηριότητα

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Συστήνεται οι υγιείς ενήλικες ανεξαρτήτως ηλικίας να συμμετέχουν σε μέτριας

έντασης αερόβια σωματική δραστηριότητα τουλάχιστον για 150 λεπτά την

εβδομάδα ή σε έντονη αερόβια σωματική δραστηριότητα για 75 λεπτά την

εβδομάδα ή σε ένα ισοδύναμο συνδυασμό αυτών.

Επιπρόσθετα, συστήνεται σε υγιείς ενήλικες η σταδιακή αύξηση της μέτριας

έντασης αερόβιας σωματικής δραστηριότητας σε 300 λεπτά την εβδομάδα και

της έντονης αερόβιας σωματικής δραστηριότητας σε 150 λεπτά την εβδομάδα ή

σε ένα ισοδύναμο συνδυασμό αυτών.

Ι Α 55-58

Ι Α 56, 57

Συστήνεται η τακτική αξιολόγηση και συμβουλευτική για τη σωματική δραστηριότητα

για την προώθηση της δέσμευσης για έναρξη σωματικής δραστηριότητας

και αν είναι απαραίτητο για την αύξηση της εβδομαδιαίας σωματικής

δραστηριότητας στην πάροδο του χρόνου.

Ι Β 59-61

H σωματική δραστηριότητα συστήνεται σε άτομα χαμηλού κινδύνου χωρίς

αξιολόγηση περαιτέρω.

Ι C 62, 63

Πρέπει να αξιολογείται η δυνατότητα των πολλαπλών συνεδριών σωματικής

δραστηριότητας, εκ των οποίων η καθεμία να διαρκεί ≥10 λεπτά και να κατανέμονται

ομοιόμορφα κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, π.χ. 4-5 φορές την

εβδομάδα και κατά προτίμηση καθημερινά.

ΙΙa B 64, 65

Η κλινική εκτίμηση, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμών άσκησης, πρέπει να

λαμβάνεται υπόψη για άτομα με καθιστική ζωή και παράγοντες καρδιαγγειακού

κινδύνου που προτίθενται να ξεκινήσουν έντονη σωματική δραστηριότητα

ή αθλήματα.

ΙΙa C 62

1

Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

Συστάσεις για τις στρατηγικές διακοπής του καπνίσματος

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Συστήνεται να αναγνωρίζονται οι καπνιστές και να παρέχονται επανειλημμένως

συμβουλές για τη διακοπή του καπνίσματος με παροχή βοήθειας μέσω παρακολούθησης

και υποστήριξης, μέσω θεραπειών υποκατάστασης νικοτίνης,

βουπροπιόνης και βαρενικλίνης, μεμονωμένα ή συνδυαστικά.

Συστήνεται η διακοπή του καπνίσματος με χρήση καπνού ή φυτικών προϊόντων,

καθώς σχετίζεται ισχυρά και ανεξάρτητα με τα καρδιαγγειακά

νοσήματα.

Ι Α 79-82

Ι Β 83-87

Συστήνεται να αποφεύγεται το παθητικό κάπνισμα. Ι Β 88, 89

1

Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

46

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Συστάσεις για τη διατροφή

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Μια ισορροπημένη διατροφή συστήνεται ως ακρογωνιαίος λίθος για την πρόληψη

εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων σε όλα τα άτομα.

Ι Β 107

1

Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις.

Συστάσεις για το σωματικό βάρος

Συστάσεις Τάξη 1 Επίπεδο 2 Αναφορές 3

Τα άτομα με υγιές σωματικό βάρος 4 συστήνεται να διατηρήσουν το τρέχον

βάρος τους. Τα υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα συστήνεται να εξασφαλίσουν

ένα υγιές σωματικό βάρος (ή να στοχεύσουν σε απώλεια βάρους), προκειμένου

να μειωθεί η αρτηριακή πίεση, τα λιπίδια αίματος και ο κίνδυνος ανάπτυξης

σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, και άρα να βελτιωθεί το προφίλ τους αναφορικά

με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

I A 134, 135

1 Τάξη συστάσεων. 2 Επίπεδο ενδείξεων. 3 Αναφορές που υποστηρίζουν τις συστάσεις. 4 ΔΜΣ: 20-25 kg/m2 (υπάρχουν ενδείξεις

ότι το ιδανικό σωματικό βάρος για τους ηλικιωμένους είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο των νεαρών ατόμων και

των μεσηλίκων 134).

© 2016 Hellenic Atherosclerosis Society

47


Hellenic Journal of Atherosclerosis

Instructions to Authors

Scope

The “Hellenic Journal of Atherosclerosis” is a peer-reviewed

academic journal which publishes all sources

papers concerned with research and investigation on

atherosclerosis, its complications, and related diseases,

including: Lipoprotein metabolism, arterial and vascular

biology and disease, thrombosis, inflammation, disorders

of lipid transport diabetes and hypertension as

related to atherosclerosis, and cardiovascular risk factors.

The editors are also interested in clinical papers

dealing with case studies of specific or general interest,

new or unusual lipid syndromes, and the genetic

basis and familial incidence of atherosclerosis and related

diseases. High quality reports of controlled clinical

trials of drugs or diets will be considered provided

the paper deals with the mechanism of action of the

drug or diet.

Objective

The “Hellenic Journal of Atherosclerosis” is the official

scientific journal of the Hellenic Atherosclerosis Society.

Its main objective is the continuous education of

scientists of various disciplines including Medical doctors,

Biologists, Biochemists, Dieticians, etc. in various

topics related to the pathogenesis, diagnosis and treatment

of atherosclerosis.

Types of papers

Types of papers that can be submitted for consideration

by the Editorial Board include:

1. Editorials. Brief review articles on current and/or

ambiguous topics related to Atherosclerosis and cardiovascular

disease without abstract, written after invitation

of the Editorial Board. Three key-words should

be listed.

2. Reviews. Detailed surveys of medical subjects

with the emphasis on current points of view related to

atherosclerosis and cardiovascular disease.

3. Original papers. Reports on clinical trials or experimental

work and epidemiological prospective or retrospective

research in topics related to atherosclerosis,

based on a research protocol described in detail in the

methodology section. The results of the study should

not have been previously published (except in abstract

form). Clinical and epidemiological studies with particular

interest to Greek healthcare workers will be

given priority. Quite exceptionally original papers

published in distinguished foreign journals by Greek

scientists especially when their results are relevant for

the Greek medical community can be republished in

HELLENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS after

been approved by the Editorial Board. These papers

must be translated by the authors, who also have

to obtain written permission by the copyright owners.

4. Clinical points of view. A diagnostic, therapeutic

or epidemiological approach to several clinical syndromes

of the atherosclerotic disease; the data for and

against should be in algorithmic form.

5. Case reports. Reports on new or very rare clinical

cases of atherosclerotic disease, new diagnostic criteria

or new therapeutic methods with proven results.

6. Conferences, seminars, round tables. Abstracts

or short texts of speakers participated in conferences,

seminars or round tables related to atherosclerosis organized

by, or been under, the auspices of the Hellenic

Atherosclerosis Society or abstracts presented as posters

in conferences organized by the Hellenic Atherosclerosis

Society.

7. Book presentations. They should refer to the title

of the book, the authors’ name(s), the number of pages,

the name of the publisher, the date and the place of

publication and the price.

8. Correspondence. Letters containing comments on

papers published in the journal, preliminary results,

remarks about untoward eff ects of drugs, judgments

concerning the journal etc. They must be signed. Previous

or duplicate publication.

Length of papers

Editorials not exceed the 1,000 words. Review articles

should not exceed 5,000 words including tables, legends

to the figures and references and could include


Hellenic Journal of Atherosclerosis

up to three figures. However, the Editorial Board may

allow the publication of longer reviews upon judgement.

Original papers should be shorter, generally not

exceeding 4,000 words including tables, legends to the

figures and references and could include up to six fi

gures. Clinical points of view should not exceed 1,500

words, case reports 1,000 words and letters to the Editor

500 words.

Assembling a paper

HELLENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS has

agreed to conform to the Uniform Requirements for

Manuscripts submitted to Biomedical Journals (Vancouver

System) and its guidelines for authors are in accordance

to the above requirements. Papers must be

typed doublespace of the usual dimensions (ISO A4

210x297 mm), with margins of at least 3.5 cm. A separate

page must be used for the title, the abstract and keywords,

the main text, the acknowledgements, the references,

the tables, the figures and the figure legends.

Title page: Concise and informative. Titles are often

used in information-retrieval systems. Avoid abbreviations

and formulae where possible. It contains (a) the

title of the article, which must be brief (up to 12 words),

(b) running title up to 50 characters, (c) name and position

of the authors(s), (d) institutional affi liation of

each author, (e) name, address, telephone number, fax

number of the author responsible for correspondence.

Author names and affiliations: Where the family

name may be ambiguous (e.g., a double name), please

indicate this clearly. Present the authors’ affiliation addresses

(where the actual affiliations with a lower-case

superscript letter immediately after the author’s name

and in front of the appropriate address. Provide the full

postal address of each affiliation, including the country

name and, if available, the e-mail address of each

author.

Corresponding author: Clearly indicate who will

handle correspondence at all stages of refereeing and

publication. Ensure that phone numbers (with country

and area code) are provided in addition to the e-mail

address and the complete postal address. Contact details

must be kept up to date by the corresponding

author.

Abstract and key words: A concise and factual abstract

is required in English and in Greek. It must include

the title, the names of the authors and the institutional

affi liation of each author. It should state

briefly the purpose of the research, the principal results

and major conclusions. An abstract is often presented

separately from the article, so it must be able to stand

alone.For this reason, references should be avoided,

but if essential, then cite the author(s) and year(s). Also,

non-standard or uncommon abbreviations should be

avoided, but if essential they must be defined at their

first mention in the abstract. Abstracts are limited

to 250 words with the exception of clinical points of

view and case reports whose length is limited to 150

words. The abstracts of the reviews must be descriptive,

mentioning all chapters contained and the main

conclusions. Abstracts of the original papers, should

be structured into four paragraphs, under the following

captions: Aim, Material or Patients and Methods,

Results, Conclusions. It is important that the quality of

the English abstract should be excellent, because it is a

major criterion for the acceptance of the journal in the

international lists of Biomedical journals

Immediately after the abstract, provide 3-10 keywords,

using American spelling and avoiding general

and plural terms and multiple concepts (avoid, for

example, ‘and’, ‘of’). chosen from the MeSH terms of

Index Medicus.

Text: Original papers usually contain the following

chapters: Introduction, Material or Patients and Methods,

Results, Discussion. The introduction contains the

background and the necessary references and cites the

objective of the study. The study protocol must be thoroughly

described in the methodology section. Details

such as the mode of patient or material selection, as

well as the methodology applied must be fully disclosed

in order that the research may be reproduced

by future investigators. In the case of research related

to human beings it must be stated that the research was

performed according to the principles of the Declaration

of Helsinki (1975). The pharmaceutical substances

used must be mentioned by their generic names. In

the same chapter the data evaluated must be described

and the chapter should be completed by an analysis


Instructions to Authors

of the statistical criteria used. In the next chapter the

results should be presented fully but briefly. Results

shown in tables should not be repeated in the text. In

the Discussion, the perspectives opened up by the results

of the study as well as the final conclusions are

discussed. The results must not be repeated in this section.

A comparison with the results of other similar

studies may be done. The results may also be related

to the objectives of the study but it is advisable to avoid

arbitrary conclusions, not emerging from the results

themselves. Acknowledgements. They are addressed

only to persons who have contributed substantially.

References: They are numbered in the order in which

they are first cited in the text. (e.g. Infl ammation is an

independent risk factor for atherosclerosis. 1). If author

names are cited in the text, first author’s surname

is followed by et al. If there are only two authors, place

an “and” between the two surnames. All references

cited in the text -and those only- must be shown in the

reference section. (e.g. 1. Libby P, Ridker PM, Maseri

A. Infl ammation and atherosclerosis. Circulation 2002,

105:1135-1143).

The number of references must be limited to those

absolutely necessary. Reviews must have no more than

100 references, current issues and editorials up to 10

articles or monographs considered by the author to be

necessary for complete information on the subject, and

letters to the Editor up to 5 references. The reference

section is organized numerically based on the consecutive

numbers and order of references in the text. Cite

the surnames and initials of all authors up to 3 (if more,

add et al after the third), the title of the article, the abbreviation

of journal title, the year, volume, first and

last page of the publication; e.g. You CH, Lee KY, Chey

WY et al. The role of oxidative stress in atherosclerosis.

Circulation 1980, 79:311–314. In case that no author

name is given, cite Anonymous; e.g. Anonymous. Coffee

drinking and atherosclerosis (Editorial). Br Med J

1981, 283:628-629. References of papers published in

supplements, must also note the number of supplement

in parenthesis after the volume, e.g. Eur Heart

Journal 1996, 54(Suppl 1):26-27.

The abbreviations of journal titles must be compatible

to Index Medicus. No full stops are placed after

author acronyms and journal abbreviations. For

books or monographs, list the surnames and initials

of the authors, the title, and the number of edition,

the editor, and the town of edition, the year and the

pages cited. For chapter in a book, the reference must

be written as follows: Papathanasiou IB. Pleiotropic

actions of statins. In: Hypolipidemic drugs in atherosclerosis.

BETA, Athens, 1983:67-113. If the reference

consists of chapter in a book written by another author,

it must be written as follows: Κuhn L, Swartz

MN. Toll-like receptors. In: Lee WA (Ed) or (Eds) Infl

ammation and Atherosclerosis. Saunders, Philadelphia,

1987:457-472. Unpublished material as well as personal

communications should not be used as references,

whereas articles accepted for publication but

not yet published may be included. In this last case

after the journal title abbreviation there should be an

indication “to be published”. Citation of Greek references

is mandatory. Greek literature can be sought

at the Data Base of the Greek Medical Literature

(IATROTEK), www.iatrotek.org.

Chapter numbering in reviews and current issues.

All chapters must be numbered with Arabic numbers

1, 2, 3 etc. Subchapters should have the number of the

initial chapter, point and the number of the subchapter,

e.g. 1.1., 1.2. or 1.1.1., 1.2.1. etc.

Tables: They are typed double-space, in a separate

page. They are numbered by the order they appear

in the text, with Arabic numbers. They should have

a brief, comprehensive explanation so that the reader

need not turn to the text. Each column must have

a brief explanatory heading. Explanations of the abbreviations

should be made at the bottom of the table.

Figures: If your electronic artwork is created in a Microsoft

Office application (Word, PowerPoint, Excel)

then please supply ‘as is’ in the native document format.

Regardless of the application used other than Microsoft

Office, when your electronic artwork is finalized,

please ‘Save as’ or convert the images to one of

the following formats (note the resolution requirements

for line drawings, halftones, and line/halftone

combinations given below): PDF or JPEG.


Hellenic Journal of Atherosclerosis

Images: It is extremely important that a high enough

file resolution is used. All separate images that you import

into a figure file must be at the correct resolution

before they are placed. Note, however, that the higher

the resolution, the larger the file and the longer the

upload time. Publication quality will not be improved

by using a resolution higher than the minimum. Keep

to a minimum of 300 dpi Vector drawings, embed all

used fonts.

Please do not:

Supply files that are optimized for screen use (e.g.,-

GIF, BMP, PICT, WPG); these typically have a low

number of pixels and limited set of colors;

Supply files that are too low in resolution.

Submit graphics that are disproportionately large

for the content.

Whilst it is accepted that authors sometimes need to

manipulate images for clarity, manipulation for purposes

of deception or fraud will be seen as scientific

ethical abuse and will be dealt with accordingly. No

specific feature within an image may be enhanced, obscured,

moved, removed, or introduced. Adjustments

of brightness, contrast, or color balance are acceptable

if and as long as they do not obscure or eliminate any

information present in the original.

Figure legends: On initial submission, each legend

should be placed in the text file and be incorporated

into the image file beneath the figure to assist review.

Legends should provide enough information so that

the figure is understandable without frequent reference

to the text. However, detailed experimental methods

must be described in the Materials and Methods

section, not in a figure legend. A method that is unique

to one of several experiments may be reported in a legend

only if the discussion is very brief (one or two sentences).

Define all symbols used in the figure and define

all abbreviations that are not used in the text.

Terms and units of measurement: The authors must

use the universally accepted terms and the SI units of

measurement. For the choice of terms and names (of

substances, entities, organizations, diseases etc.) please

consult the MeSH of Index Medicus.

Acknowledgements: Collate acknowledgements in a

separate section at the end of the article before the references.

List here those individuals who provided assistance

during the research.

Math formulae: Present simple formulae in the line of

normal text where possible and use the solidus (/) instead

of a horizontal line for small fractional terms, e.g.,

X/Y. In principle, variables are to be presented in italics.

Powers of “e” are often more conveniently denoted

by exp. Number consecutively any equations that have

to be displayed separately from the text (if referred to

explicitly in the text).

Footnotes: Footnotes should be used sparingly. Number

them consecutively throughout the article, using

superscript Arabic numbers. Many word processors

build footnotes into the text, and this feature may be

used. Should this not be the case, indicate the position

of footnotes in the text and present the footnotes themselves

separately at the end of the article. Do not include

footnotes in the reference list.

Reprints: Photocopy reproduction of published papers

is not allowed.

General Information

Papers submitted to HELLENIC JOURNAL OF ATH-

EROSCLEROSIS are judged for publication on the condition

that the results or the paper itself have not been

previously published or submitted for publication in

another journal.

The corresponding author should report in the cover

letter that the research work has not been published or

submitted for publication in an other journal. An exception

to this rule is the final research results that have been

published as preliminary results or as an abstract form. In

this case, the author(s) should also submit electronically

these previous publications in a PDF form. Submission

of papers. Papers submitted to the journal should

be written in English with a Greek abstract. All manuscripts

should be submitted electronically in a PDF form

to the Journal’s website, www.hjatherosclerosis.com.

For any further information you may need please

contact the editorial secretariat Dr Tellis Constantinos

(Laboratory of Biochemistry, Department of Chemis-


try, University of Ioannina, 45 110 Ioannina, Greece,

Τel.: +30 26510 08326, Fax: +30 26510-08785, Ε-mail:

hjathero@uoi.gr).

All manuscripts must be accompanied by a letter,

in PDF form, signed by the author responsible for correspondence.

The cover letter should include a statement,

indicating that the manuscript has been approved

by all authors.

Copyright Transfer

Papers published in “Hellenic Journal of Atherosclerosis”

constitute copyright ownership of the manuscript

to the Hellenic Atherosclerosis Society. The corresponding

author should submit to the journal the copywrite

transfer agreement form signed by all authors.

In case of submission of an original paper been already

published in a foreign journal, it must be clearly stated

that the authors have obtained the written permission of

the copyright owners, a copy of which must be attached.

The final revised text will be resubmitted electronically

in WORD and PDF form. All papers published in HEL-

LENIC JOURNAL OF ATHEROSCLEROSIS are owned

by the journal and are not allowed to be republished

without the written consent of the Editor in chief.

Primary publication

Manuscripts submitted to the journal must represent reports

of original research, and the original data must be

available for review by the editor if necessary. By submitting

a manuscript to the journal, the authors guarantee

that they have the authority to publish the work and

that the manuscript, or one with substantially the same

content, was not published previously, is not being considered

or published elsewhere, and was not rejected on

scientific grounds by another journal. It is incumbent

upon the author to acknowledge any prior publication,

including his/her own articles, of the data contained in a

manuscript submitted to the journal. A copy of the relevant

work should be submitted with the paper as supplemental

material not for publication. Whether the material

constitutes the substance of a paper and therefore

renders the manuscript unacceptable for publication is

an editorial decision. In the event that the authors’ previously

published figures and/or data are included in

a submitted manuscript, it is incumbent upon the corresponding

author to (i) identify the duplicated material

and acknowledge the source on the submission form, (ii)

obtain permission from the original publisher (i.e., copyright

owner), (iii) acknowledge the duplication in the

figure legend, and (iv) cite the original article.

Review Process

All manuscripts are considered to be confidential and

are reviewed by the editors, members of the editorial

board, or qualified ad hoc reviewers. To expedite

the review process, authors should recommend at least

two editors and also at least three reviewers (i) who are

either Editorial Board members or otherwise qualified

scientists who are not members of their institution(s),

(ii) who have not recently been associated with their

laboratory(ies), and (iii) who could not otherwise be

considered to pose a conflict of interest regarding the

submitted manuscript. Please provide their contact information

where indicated on the submission form. Impersonation

of another individual during the review

process is considered serious misconduct.

When a manuscript is submitted to the journal, it is

given a control number (e.g., and assigned to one of the

editors. It is the responsibility of the corresponding author

to inform the coauthors of the manuscript’s status

throughout the submission, review, and publication

processes. The corresponding author is informed

for receipt of the manuscript and the number of registration.

The manuscripts are first checked whether they

have been written and submitted according to the instructions

of the Journal (instructions to authors). Manuscripts

which do not meet the requirements of correct

submission are returned to the corresponding author

with instructions for due corrections. The manuscript is

double - blind checked by special consultant reviewers

of the Journal. The revised manuscript must be accompanied

by a signed letter by the corresponding author,

in which he /she declares that all corrections have been

made. The final decision of the manuscript acceptance

lies on the Editorial Board that decides for approval, or

return of manuscript for supplementary information,

decision for re-approval or to reject the manuscript. As

soon as the paper is accepted and has been allotted final

publication, a proof is dispatched to the authors for

final checking.


Hellenic Journal of Atherosclerosis

Editors’ responsibilities

1. Publication decisions: The editor is responsible for

deciding which of the articles submitted to the journal

should be published. The decision will be based

on the paper’s importance, originality and clarity, and

the study’s validity and its relevance to the journal's

scope. The decision is guided by the policies of the

journal's editorial board. The decision is constrained

by current legal requirements regarding libel, copyright

infringement, and plagiarism. The decision

should not be restricted by the authors' race, gender,

sex, religious belief, ethnic origin, and citizenship.

The editor may confer with other editors or reviewers

in making this decision.

2. Confidentiality: The editor and any editorial staff

must not disclose any information about a submitted

manuscript to anyone other than the corresponding

author, reviewers, potential reviewers, other editorial

advisers, and the publisher, as appropriate.

3. Disclosure and conflicts of interest: Unpublished

materials disclosed in a submitted paper will not be

used either in an editor's own project or by the members

of the editorial board for their own research

purposes without the express written consent of the

author.

Duties of reviewers

1. Contribution to Editorial Decisions: Reviewers’

assists the editor in making editorial decisions

and through the editorial communications with the

author may also assist the author in improving the

paper.

2. Promptness: Any selected referee who feels unable

or unqualified to review the research reported in a

manuscript should notify the editor and exclude himself

from the review process.

3. Confidentiality: Any manuscripts received for review

must be treated as confidential documents. They

must not be shown to or discussed with others except

as authorized by the editor.

4. Standards of Objectivity: Reviews should be conducted

objectively. Personal criticism of the author is

inappropriate. Referees should express their views

clearly with supporting arguments.

5. Acknowledgement of Sources: Reviewers should

identify relevant published work that has not been

cited by the authors. Any statement that an observation,

derivation, or argument had been previously

reported should be accompanied by the relevant

citation.

Reviewers should also call to the editor's attention

any substantial similarity or overlap between the

manuscript under consideration and any other published

paper of which they have personal knowledge.

6. Disclosure and Conflict of Interest: Information

or ideas obtained through peer review must be kept

confidential and not used for personal advantage. Reviewers

should not consider manuscripts in which

they have conflicts of interest resulting from competitive,

collaborative, or other relationships or connections

with any of the authors, companies, or institutions

connected to the papers.

Duties of authors

1. Reporting standards: Authors of original research

papers should present accurately the work performed

and provide an objective discussion of its significance.

Underlying data should be properly represented in

the paper. A paper should contain sufficient detail

and references to permit others to replicate the work.

2. Data Access and Retention: Authors are asked to

provide the raw data in connection with a paper for

editorial review, and should be prepared to provide

public access to such data and should in any event be

prepared to retain such data for a reasonable time after

publication.

3. Originality and Plagiarism: The authors should

ensure that they have written entirely original works,

and if the authors have used the work and/or words

of others that this has been appropriately cited or

quoted.

4. Multiple, Redundant or Concurrent Publication:

Authors should not publish manuscripts describing


Editors’ responsibilities

essentially the same research in more than one journal

or primary publication.

5. Acknowledgement of Sources: Proper acknowledgment

of the work of others must always be given.

Authors should cite publications that have been influential

in determining the nature of the reported work.

6. Authorship of the Paper: Authorship should be limited

to those who have made a significant contribution

to the conception, design, execution, or interpretation

of the reported study. All those who have made significant

contributions should be listed as co - authors

while those who have participated in certain substantive

aspects of the research should be acknowledged

or listed as contributors. The corresponding author

should ensure that all appropriate co - authors are included

on the paper and that all co - authors have seen

and approved the final version of the paper.

7. Hazards and Human or Animal Subjects: If the

work involves chemicals, procedures or equipment

that have any unusual hazards inherent in their

use, the author must clearly identify these in the

manuscript.

8. Disclosure and Conflicts of Interest: All authors

should disclose in their manuscript any financial or

other substantive conflict of interest that might be

construed to influence the results or interpretation of

their manuscript.

All sources of financial support for the project

should be disclosed.

9. Errors in published works: When an author discovers

a significant error or inaccuracy in his/her

own published work, it is the author’s obligation to

promptly notify the journal editor or publisher and

cooperate with them to correct the paper.

More magazines by this user
Similar magazines