Views
7 months ago

Tα τραγούδια της ξενιτιάς

1/2/2015

1/2/2015 Τραγούδι α της ξενι τι άς | Δι σκογραφί α | Δόμνα Σαμί ου - Άι-Γιώργη, Γιώργη φοβερέ και σκορποφαμελίτη εγώ μαζώνω φαμιλιές κι εσύ μου τις σκορπίζεις, μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες, μαζώνω και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα»… Την ίδια περίοδο οι Τούρκοι όριζαν ως ελεύθερο χρόνο ναυσιπλοϊας (οπότε και καλούσαν στο ναυτικό τα τυχόν ελληνικά πληρώματα), ενώ λίγο πριν, συνήθως τον Μάρτιο ξανάρχιζαν οι ναυτικοί τα ταξίδια τους. Γι’ αυτό και το σχετικό τραγούδι (βλ. τραγούδι Όλους τους μήνες τους θέλω) ονομάζει τον μήνα «ταξιδιάρη, γιατί αρματώνει κάτεργα και ξεκινάει καράβια». «Ο Ρόβας εξεκίνησε μεσ’ στη Βλαχιά να πάει… Σαράντα μέρες έκαμε, σαράντα μερονύχτια ως που να φτάσει στη Βλαχιά, στο έρμο Μπουκουρέστι… - Σας έφερα εκατό παιδιά, όλα Γιαννιωτοπαίδια» Αντίθετα με τους εποχιακούς μετανάστες, τα μεγάλα καραβάνια για την Κεντρική Ευρώπη και τη Βόρεια Βαλκανική έφευγαν κυρίως τον Σεπτέμβριο (συνήθως του Σταυρού - 14). Ονομαστοί καραβανάρηδες (κυρατζήδες) υπήρξαν ο Ρόβας, ο Σίνας (παππούς του ευεργέτη), ο Φετάνης, ο Κιοπέκος και άλλοι που διέθεταν ειδικούς πράκτορες για να συγκεντρώνουν από τα χωριά τους υποψήφιους (βλ. τραγούδι Αλησμονώ και χαίρομαι ). Σταθμοί εκκίνησης ήταν κυρίως τα Γιάννενα, η Δοβρά του Ζαγορίου, η Κοζάνη και η Σαλονίκη. Εδώ επίσης έφταναν και τα γράμματα, τα χρήματα και τα δώρα από τους ξενιτεμένους, για να μοιραστούν στα χωριά με ειδικούς «ταχυδρόμους» (τατάρηδες ή αμανατζήδες). Τα καραβάνια των μεταναστών χρησιμοποιούσαν ως και εκατό άλογα και μουλάρια, ενώ τα εμπορικά διέθεταν και πολύ περισσότερα υποζύγια. Οδηγούσε το καλύτερο άλογο (σερεϊδάρης ή κολαούζος) κι ο αρχηγός με το δικό του (μπεϊνάκι) ερχόταν στο τέλος. Συχνά μπορούσαν να ενωθούν δύο και τρία καραβάνια μαζί, ενώ επίσης ακολουθούσαν πεζοί και κάποιοι από τα μπουλούκια των εποχιακών μαστόρων για μεγαλύτερη ασφάλεια από τις επιθέσεις των ληστών, που ήταν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τους ταξιδιώτες της εποχής. (Ο Χρ. Χριστοβασίλης αναφέρει περιπτώσεις μεταναστών που γύρισαν πίσω πάμπτωχοι, όταν, στο ταξίδι της επιστροφής, τους άρπαξαν ληστές όλα όσα εξοικονόμησαν δουλεύοντας για χρόνια στη ξενιτιά). Οι συνηθέστερες διαδρομές που ακολουθούσαν τα καραβάνια ήταν οι εξής: 1. Γιάννενα - Γρεβενά - Κοζάνη - Μοναστήρι (Μπιτόλια) - Σκόπια - Κουμάνοβο - Βελιγράδι (ακολουθώντας τις κοιλάδες του Αλιάκμονα, του Βαρδάρη - Αξιού, του Μοράβα και του Δούναβη). 2. Από το Βελιγράδι ξεκινούσαν δύο διαδρομές: μία προς Βουδαπέστη - Βιέννη και μία προς Ιάσιο - Βεσσαραβία (σημερινή Σοβιετική Μολδαβία) - Ρωσσία. 3. Γιάννενα - Κοζάνη - Σαλονίκη - Σέρρες - Κωνσταντινούπολη - Φιλιππούπολη - Σόφια - Βουκουρέστι. 4. Από την Κωνσταντινούπολη άλλος δρόμος οδηγούσε στη Μικρά Ασία (Προύσσα - Σμύρνη) κι από κει (μέσω Τοκάτ και Ερζερούμ) στην Περσία. Το ταξίδι Θεσσαλονίκη - Βιέννη διαρκούσε περίπου 35 ημέρες και η διαδρομή Γιάννενα - Βουκουρέστι 40 - 50 ημέρες, με καθημερινή πορεία 8 - 10 ωρών και διανυκτέρευση στα χάνια και στα καραβάν - σεράγια στις μεγάλες οδικές αρτηρίες και που τα περισσότερα ανήκαν σε Ηπειρώτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μαγαλύτερο χάνι στο Βουκουρέστι ήταν το Γκρέτζι - Χάνι («Των Ελλήνων»). Στο δρόμο από τα Γιάννενα στην Κωνσταντινούπολη αναφέρονται 45 χάνια, που εκτός από καταλύμματα αποτελούσαν κι ένα είδος ταξιδιωτικών πρακτορείων, γραφείων για εξεύρεση εργασίας και εντευκτηρίων. Τα χάνια πρόσφεραν πολύ συχνά υπηρεσίες με πίστωση, που εξωφλούσαν οι μετανάστες στο ταξίδι της επιστροφής, όταν γύριζαν επιτέλους «καζαντισμένοι». «Και τα τραγούδια λόγια είναι, τα λεν οι πικραμένοι, πάσχουν να βγάλουν το πικρό, μα το πικρό δε βγαίνει» Υπήρξαν περίοδοι που ο ξενιτεμός - κεντρικό φαινόμενο στη ζωή του Έλληνα - αναδείχτηκε σε αναπόδραστο http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.albums&id=16&t=t 4/11

1/2/2015 Τραγούδι α της ξενι τι άς | Δι σκογραφί α | Δόμνα Σαμί ου στοιχείο του κύκλου της ζωής του (γέννηση - γάμος - ξενιτιά - θάνατος) προδιαγραμμένο «από τη μοίρα του» στα πλαίσια των κοινωνικών ρόλων που καλείται να εκπληρώσει. Έτσι στην παραδοσιακή κοινωνία «ο ξενιτεμός ταυτίζεται με την ενηλικίωση του νέου άντρα, που κάνει υποχρεωτική τη φυγή του για αναζήτηση τύχης, πλούτου, γνώσης του κόσμου και παίρνει το χαρακτήρα διαβατήριας τελετής. Έχουμε δηλαδή κι εδώ, όπως στη γέννηση, τον γάμο ή τον θάνατο, μια κρίσιμη φάση της ζωής κατά την οποία το άτομο περνάει κοινωνικά και υπαρξιακά από τη μια κατάσταση στην άλλη, από τον ένα τόπο στον άλλο» (Μιράντα Τερζοπούλου - Ελένη Ψυχογιού). Και βέβαια δεν είναι τυχαία η ευχή «και στη πόλη κουλουρτζής» (αρτοποιός) που έδιναν στα νεογέννητα και τα παιδιά στην Ήπειρο, μια και πολύ συχνά προορίζονταν ν’ ακολουθήσουν από μικρή ηλικία (12 χρονών) τους μεγαλύτερους στην αναζήτηση της τύχης τους στα ξένα. Όπως δεν είναι τυχαία και τα κοινά ποιητικά μοτίβα ανάμεσα στα τραγούδια της ξενιτιάς και αυτά του γάμου ή τα μοιρολόγια (λ.χ. το τραγούδι Ένα καράβι κρητικό, ποντιακό τραγούδι της ξενιτιάς τραγουδιέται και χορεύεται - κοτσαγγέλ’ - στους γάμους, την ώρα που η πεθερά δείχνει τελετουργικά στη νύφη το καινούργιο της σπίτι). Η αναχώρηση ενός μέλους, με τον γάμο, τη μετανάστευση ή τον θάνατο, στάθηκε πάντοτε τραυματική για το κλειστό κύτταρο της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας. Και βέβαια όντας μια οικογένεια «κρυπτομητριαρχική» είναι η μάνα αυτή που αναλαμβάνει να «διώξει» τελετουργικά τόσο το γιο για τα ξένα (βλ. τραγούδια Μάνα πολλά μαλώνεις με και Διώχνεις με μάνα, διώχνεις με) όσο και την κόρη για τη δική της «ξενιτιά», το σπίτι ή το χωριό του άντρα της («Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδι, μάνα μ’ έδιωχνε… φεύγω κλαίγοντας…» τραγουδούν και στο γάμο). Και στις δύο περιπτώσεις αναχώρησης υπάρχει μια ολόκληρη τελετουργία, όπου αξιόλογη θέση κατέχει το ζύμωμα του ψωμιού (βλ. τραγούδι Αλησμονώ και χαίρομαι). Ένα από τα ψωμιά, με σταυρό, φυλασσόταν στα εικονίσματα, ενώ με διάφορες πράξεις «συμπαθητικής μαγείας» επικαλούνταν την καλή τύχη: ένας ασημένιος παράς στο ψωμί που δινόταν στον μετανάστη, πέρασμα του την ώρα της αναχώρησης μέσα από κοπάδι λευκών προβάτων (σύμβολο ευτυχίας), το τελευταίο νερό από τη βρύση του χωριού ρίχνοντας με τις παλάμες νερό προς τα πίσω, ένα δοχείο με σιτάρι και χρήματα που βγαίνοντας από το σπίτι έπρεπε ν’ αναποδογυρίσει με το δεξί του πόδι κι ύστερα να τα μαζέψει και να τα πάρει μαζί του. «Ανάθεμα στους μαραγκούς που χτίζουν τα καράβια και φεύγουνε οι νιόπαντροι και κλαίνε οι νυφάδες» Τα τραγούδια της ξενιτιάς είναι συνήθως δημιουργίες αυτών που μένουν πίσω και κυρίως των γυναικών, με «πρωταγωνίστριες» τη μητέρα και τη γυναίκα -η αγαπητικιά- του ξενιτεμένου (σπανιότερα παίζει ρόλο και η αδερφή). Είναι χαρακτηριστική η παντελής έλλειψη του πατέρα (όπως επίσης και στα υπόλοιπα «διαβατήρια» έθιμα, όπου κυριαρχούν οι γυναίκες). Ο πατέρας στην ποιητική έκφραση μιας παραδοσιακής κοινωνίας επιτρέπεται να εμφανίζεται μόνον ως δυνατός-άρχοντας. Έτσι, στην περίπτωση που δεν μπορεί να προφυλάξει την οικογένειά του από τις οδυνηρές συνέπειες του ξενιτεμού, καταργείται από τις γυναίκες που επιβάλλουν στο τραγούδι τα δικά τους συναισθήματα, τη δική τους ερμηνεία του γεγονότος. Γιατί «αν η ξενιτιά σαν κοινωνικό γεγονός είναι υπόθεση των αντρών, σαν φαινόμενο που υπάγεται στην ηθική κρίση του ανθρώπου στο όνομα των βασικών αρχών της λαϊκής κοινωνίας αλλά και καθαρά φιλοσοφικής σκέψης, είναι υπόθεση γυναικών» (Guy Saunier). Έτσι η γυναίκα του ξενιτεμένου, παρόλο που αρχικά επιμένει να την πάρει μαζί του για τις «πρακτικές γυναικείες δουλειές» (βλ. τραγούδι Όλους τους μήνες τους θέλω) ή για συντροφιά (βλ. τραγούδι Σαν πας στα ξένα) υποτάσσεται τελικά στην απάντηση «Κει που πηγαίνω λυγερή γυναίκες δε διαβαίνουν». Το ίδιο και η μάνα, που πρέπει να «διώξει» το γιο της για να εκπληρώσει τον κοινωνικό του ρόλο, αν και εύχεται την ματαίωση της αναχώρησης (βλ. τραγούδι Αλησμονώ και χαίρομαι). Και οι δύο - φορείς της συλλογικής γνώσης και μνήμης - φοβούνται ότι κατάληξη θα είναι ο θάνατος (βλ. τραγούδι Διώχνεις με μάνα, διώχνεις με) ή ισοδύναμο με αυτόν, το «πλάνεμα» από άλλη γυναίκα, σε μια χώρα άγνωστη και γι’ αυτό αρνητικά μυθοποιημένη. Έτσι - παρόλο που επιθυμούν και αναγνωρίζουν τα υλικά κέρδη από την ξενιτιά και σε ορισμένα τραγούδια μάλιστα εξαναγκάζουν οι ίδιες τον άντρα να ξενιτευτεί για να φέρει («Σύρε στης Πόλης τα τσιαρσιά, σύρε στης Σαλονίκης / να φέρεις φράγκικο γυαλί και φιλντισένιο χτένι / να φέρεις και καραμπογιά να βάψω τα μαλλιά μου») - καταλήγουν να την απορρίψουν κάτω από τις δυσβάστακτες συνέπειες της («Πύρα να κάψει τα φλωριά και φλόγα τα καλά της / εγώ θέλω το ταίρι μου, να παίξω να http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.albums&id=16&t=t 5/11

Συνέντευξη της Μαρίας Μπούρα στο Infocom
Η σιωπή της πόλης - Νίκος Καρακάσης || eBooks4Greeks.gr
σκοπός της ηλεκτρονικής διαβούλευσης ... - ΤΕΙ Αθήνας
Οδηγός Σπουδών της ΑΣΠΑΙΤΕ - Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής ...
Ψυχιατρικό Τμήμα Ενηλίκων - Ινστιτούτο έρευνας και θεραπείας της ...
Η αλήθεια της ψυχής - eBooks4Greeks.gr
δραση κατα της ενδοοικογενειακης βιας
Τεύχος 27 - Εκκλησία της Ελλάδος
Η της γαστρός ηδονή - BioNews
Η εταιρική παρουσίαση της Σιδενόρ - Euro2day.gr
Προσαρμογές αναλυτικών προγραμμάτων για το μάθημα της ...
Η παρουσίαση της Σφακιανάκης στους αναλυτές - Euro2day.gr
ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΥΠΟΣ ΔΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΤΗς 4ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ (ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΕΤΩΝ)
Προσαρμογές αναλυτικών προγραμμάτων για το μάθημα της ...
Το μενταγιόν της ευτυχίας – Μαρούλλα Πανάγου - eBooks4Greeks.gr
Ασύρματο σύστημα συζήτησης DCN της Bosch Οπουδήποτε ...