Ο Γητευτής

selinibooks
  • No tags were found...

Ο Γητευτής (The Witcher) του Andrzej Sapkowski είναι από τις εμπορικότερες σειρές φαντασίας της τελευταίας εικοσαετίας.Η Πολωνική σειρά βιβλίων φαντασίας έχει πουλήσει πάνω από 15 εκατομμύρια βιβλία παγκοσμίως και θεωρείται το κορυφαίο έργο του φανταστικού της ανατολικοευρωπαικής λογοτεχνίας.

Έχει μεταφερθεί με τεράστια επιτυχία σε computer game με πάνω από 40 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως.

Το Δεκέμβριο κυκλοφόρησε στο Netflix η πολυαναμενόμενη πρώτη σεζόν της τηλεοπτικής μεταφοράς των βιβλίων και αμέσως έγινε η πιο πετυχημένη τηλεοπτική παραγωγή του καναλιού. Έχει μεταφραστεί σε 37 γλώσσες. Κυκλοφορεί σε 80 χώρες με πάνω από 15 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως. Η «Τελευταία Ευχή» , το πρώτο βιβλίο της σειράς, είναι στην τέταρτη έκδοση στην Ελλάδα.

Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν επίσης "ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΞΩΤΙΚΩΝ" , "ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ" ενώ Το επόμενο βιβλίο θα είναι "Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗΣ".


Η φωνή της λογικής 1

Πήγε κοντά του το ξημέρωμα.

Μπήκε προσεκτικά, σιγαλά, ακροπατώντας ήσυχα, διασχίζοντας

την κάμαρη σαν φάντασμα, σαν οπτασία, και ο μόνος θόρυβος

που συνόδευε τις κινήσεις της ήταν απ’ το μανδύα της, καθώς

άγγιζε απαλά το γυμνό της δέρμα. Κι όμως, το ανεπαίσθητο,

το απειροελάχιστο εκείνο θρόισμα ξύπνησε το γητευτή, ή ίσως

και να τον τράβηξε απλώς απ’ το μεσοΰπνι, όπου λικνιζόταν μονότονα,

σάμπως σε μια αβυσσαλέα έκταση, μετέωρος ανάμεσα

στο βυθό και την επιφάνεια μιας ήρεμης θάλασσας, παραδομένος

στους απαλούς κυματισμούς απ’ τους θυσάνους των φυκιών.

Εκείνος δεν σάλεψε, δεν έκανε κανένα μορφασμό. Η κοπέλα

τον πλησίασε, άφησε το μανδύα της να γλιστρήσει στο πάτωμα,

κι αργά, διστακτικά ακούμπησε το λυγισμένο της γόνατο στην

άκρη του κρεβατιού. Την παρατηρούσε κάτω απ’ τα μισόκλειστα

βλέφαρα, χωρίς να φανερώνει πως είναι ξύπνιος. Η κοπέλα

σύρθηκε προσεχτικά στα σεντόνια κι ύστερα επάνω του, κλείνοντάς

τον ανάμεσα στους μηρούς της. Στηριγμένη στα τεντωμένα

της μπράτσα, του χάιδεψε το πρόσωπο με τα μαλλιά της που ευωδιάζαν

χαμομήλι. Αποφασιστικά και κάπως ανυπόμονα άγγιξε

με την άκρια του στήθους της τα βλέφαρά του, τα μάγουλα, τα

χείλη. Εκείνος χαμογέλασε και την έπιασε από τα μπράτσα, με

μια πολύ αργή κίνηση, απαλά, προσεκτικά. Όρθωσε το κορμί

της, ξεφεύγοντας από τα δάκτυλά του, λάμποντας ολόκληρη, και

το φέγγος της χωνεύτηκε μες στη φωτερή καταχνιά της αυγής.

Εκείνος προσπάθησε να κουνηθεί, όμως, πιέζοντάς τον θαρρετά


8 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

και με τα δυο της χέρια, του απαγόρευσε ν᾽ αλλάξει θέση, ενώ

με απαλές αλλά αποφασιστικές κινήσεις των λαγονιών της απαίτησε

την απόκρισή του.

Της αποκρίθηκε. Εκείνη δεν απέφυγε τα χέρια του, έριξε

πίσω το κεφάλι, τα μαλλιά της αναδεύτηκαν βίαια. Το δέρμα της

ήταν ψυχρό και παράδοξα λείο. Τα μάτια που αντίκρισε, όταν

πλησίασε το πρόσωπό του στη μορφή της, ήταν μεγάλα και σκοτεινά

σαν της νεράιδας.

Λάμνοντας δυνατά, βούλιαξε σε μια φλογάτη θάλασσα, που

μάνιαζε και θρασομανούσε, έχοντας χάσει εντελώς την πρωτινή

της γαλήνη.


Ο γητευτής

Ι

Αρκετό καιρό μετά, έλεγαν πως ο άνθρωπος εκείνος ήρθε

στα μέρη μας βόρεια απ’ την πύλη των Σκοινάδων. Έφτασε πεζός,

τραβώντας το φορτωμένο άλογό του απ’ το χαλινάρι. Ήταν

αργά το απόγευμα, οι πόρτες των σκοινάδων και των σαμαράδων

ήτανε πια κλειστές, και ο μικρός δρομάκος είχε ερημώσει.

Έκανε ζέστη, μα ο άνθρωπος εκείνος είχε ριγμένο στους ώμους

του ένα μαύρο χιτώνιο. Τον πρόσεξαν όλοι.

Σταμάτησε μπρος στο πανδοχείο Το παλιό Νάρακορτ, στάθηκε

για λίγο, αφουγκράστηκε τον αχό απ’ τις φωνές. Το πανδοχείο,

όπως πάντα την ώρα αυτή, ήταν γεμάτο κόσμο.

Ο άγνωστος δεν μπήκε στο Παλιό Νάρακορτ. Τράβηξε το

άλογο παρακάτω, κατηφορίζοντας το δρομάκι. Εκεί βρισκόταν

ένα άλλο χάνι. Το λέγανε Στης αλεπούς κι ήταν τελείως άδειο.

Το καπηλειό αυτό δεν είχε καλή φήμη. Ο χανιτζής σήκωσε το

κεφάλι από ένα βαρέλι με αγγούρια τουρσί και περιεργάστηκε

το νεοφερμένο απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια. Ο ξένος, δίχως

να βγάλει το χιτώνιο, στάθηκε μπρος απ’ τον πάγκο ακίνητος,

απροσπέλαστος, βουβός.

«Τι να σερβίρω;»

«Μπίρα», είπε ο άγνωστος. Η φωνή του δεν ήτανε ευχάριστη.

Ο χανιτζής σκούπισε τα χέρια σε μια σκουρόχρωμη ποδιά

και γέμισε ένα πήλινο κύπελλο. Το κύπελλο ήταν χαρακωμένο.

Ο άγνωστος δεν ήταν γέρος, τα μαλλιά του όμως ήταν σχε-


10 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

δόν ολότελα λευκά. Κάτω απ᾽ το χιτώνιο φορούσε ένα φθαρμένο

δερμάτινο γιλέκο, με δεσίματα στη βάση του λαιμού και στους

ώμους. Όταν έβγαλε το χιτώνιό του, όλοι πρόσεξαν ότι ζωσμένο

στην πλάτη του κουβάλαγε ένα σπαθί. Αυτό δεν ήταν περίεργο,

στη Βιζίμα όλοι σχεδόν είχαν επάνω τους κάποιο όπλο. Μόνο

που κανείς δεν είχε περασμένο το σπαθί του στην πλάτη, σαν

τόξο ή σαν φαρέτρα.

Ο άγνωστος δεν κάθισε στο τραπέζι, ανάμεσα στους λιγοστούς

θαμώνες. Συνέχισε να στέκεται μπροστά στον πάγκο καρφώνοντας

το χανιτζή με το διαπεραστικό του βλέμμα. Κάπου

κάπου έπινε απ’ το κύπελλο.

«Ψάχνω ένα μέρος να περάσω τη νύχτα».

«Δεν έχω», γρύλλισε ο χανιτζής, ρίχνοντας μια ματιά στις

σκονισμένες και λερές μπότες του ξένου. «Ρώτησε στο Παλιό

Νάρακορτ».

«Θα προτιμούσα εδώ».

«Δεν έχω».

Ο χανιτζής αναγνώρισε επιτέλους την προφορά του ξένου,

ήταν από τη Ρίβια.

«Θα σε πληρώσω», είπε ο ξένος ήσυχα, σαν να μην ήταν

σίγουρος.

Και ακριβώς τότε άρχισε η φριχτή εκείνη ιστορία.

Ένας βλογιοκομμένος κρεμανταλάς, που απ’ τη στιγμή που

μπήκε ο ξένος στο μαγαζί δεν πήρε από πάνω του το απειλητικό

του βλέμμα, σηκώθηκε και πλησίασε τον πάγκο. Οι δύο του σύντροφοι

στάθηκαν δυο βήματα πίσω του.

«Δεν υπάρχει χώρος, παλιολεχρίτη, αγύρτη από τη Ρίβια»,

είπε βραχνά ο βλογιοκομμένος, καθώς στεκόταν δίπλα ακριβώς

από τον άγνωστο. «Εδώ, στη Βιζίμα, δεν μας χρειάζονται

κάτι τέτοιοι σαν του λόγου σου. Είναι πόλη νοικοκυραίων ετούτη!»

Ο άγνωστος πήρε το κύπελλό του και παραμέρισε. Κοίταξε το

χανιτζή, αλλά εκείνος απέφυγε το βλέμμα του. Ούτε του πέρασε


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

11

καν απ’ το μυαλό να υπερασπιστεί το Ρίβιο. Άλλωστε, κανείς δεν

συμπαθούσε τους Ρίβιους.

«Ολοι οι Ρίβιοι είναι λωποδύτες», συνέχισε ο βλογιοκομμένος,

αναδίνοντας μια αποφορά μπίρας, σκόρδου και μοχθηρίας.

«Ακούς τι σου λέω, βρωμιάρη;»

«Δεν ακούει. Τ’ αυτιά του έχουνε φράξει απ’ τις σβουνιές»,

είπε ένας από εκείνους πίσω του, κι ο άλλος κάγχασε.

«Πλήρωσε αμέσως και ξεκουμπίσου από ’δώ!» ούρλιαξε ο

βλογιοκομμένος.

Ο άγνωστος έστρεψε και τον κοίταξε.

«Πρώτα να τελειώσω την μπίρα μου».

«Θα σε βοηθήσουμε κι εμείς», σύριξε ο μαντράχαλος. Με μια

απότομη κίνηση, πέταξε από το χέρι του Ρίβιου το κύπελλο και,

αρπάζοντάς τον από το μπράτσο, έχωσε τα δάχτυλά του στη δερμάτινη

ζώνη που διέτρεχε διαγώνια το στήθος του ξένου. Ένας

από εκείνους που βρίσκονταν πίσω του σήκωσε τη γροθιά του

για να τον χτυπήσει. Ο ξένος κουλουριάστηκε στη θέση που βρισκόταν,

κάνοντας το βλογιοκομμένο να χάσει την ισορροπία του.

Το σπαθί σφύριξε καθώς έβγαινε από τη θήκη και έλαμψε για

λίγο στο φως των πυρσών. Επακολούθησε πανδαιμόνιο. Μια

κραυγή. Κάποιος απ’ τους υπόλοιπους θαμώνες έτρεξε προς την

έξοδο. Μια καρέκλα έσπασε με πάταγο, τα πήλινα σκεύη συντρίφτηκαν

στο πάτωμα υπόκωφα. Ο χανιτζής, που τα χείλια του

έτρεμαν, είχε καρφώσει το βλέμμα στο μακελεμένο πρόσωπο

του βλογιοκομμένου. Εκείνος, αρπάζοντας με τα δάχτυλα την

άκρη του πάγκου, σύρθηκε και χάθηκε απ’ τα μάτια του, σαν

να βούλιαξε στη θάλασσα. Οι άλλοι δύο κείτονταν στο πάτωμα.

Ο ένας ήταν ακίνητος, ο άλλος ούρλιαζε και έτρεμε σύγκορμος

μέσα σε μια σκοτεινή κηλίδα που ολοένα μεγάλωνε. Το υστερικό,

διαπεραστικό σκούξιμο μιας γυναίκας έσκισε τον αέρα. Ο

χανιτζής, που έτρεμε σαν φύλλο, πήρε βαθιά ανάσα και άρχισε

να ξερνοβολάει.

Ο άγνωστος υποχώρησε προς τον τοίχο. Το σώμα του είχε


12 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

ζαρώσει από την ένταση, σε στάση επαγρύπνησης. Κράταγε το

σπαθί και με τα δυο του χέρια, διαγράφοντας με την άκρη του κύκλους

στον αέρα. Κανείς δεν σάλεψε. Ο τρόμος, σαν κρύα λάσπη,

σκέπαζε τα πρόσωπα, παρέλυε τα μέλη, έφραζε τους λαιμούς.

Οι φρουροί μπήκαν στο χάνι με πάταγο και αγριοφωνάρες.

Ήτανε τρεις. Θα ’πρεπε να βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά. Βαστούσαν

ρόπαλα επενδυμένα με δερμάτινους ιμάντες, αλλά μόλις

αντίκρισαν τα πτώματα έβγαλαν αμέσως τα σπαθιά τους. Ο

Ρίβιος στηρίχτηκε με την πλάτη στον τοίχο και, με το αριστερό

χέρι, τράβηξε από την ψηλή του μπότα ένα στιλέτο.

«Πέταξέ το!» βρυχήθηκε ένας απ’ τους φρουρούς με φωνή

που έτρεμε από την ένταση. «Πέταξέ το, κακούργε! Θα έρθεις

μαζί μας!»

Ο δεύτερος φρουρός αναποδογύρισε ένα τραπέζι, κλείνοντας

στον Ρίβιο την πλαϊνή οδό διαφυγής.

«Τρέξε να φέρεις ανθρώπους, Τρέσεκ!» ούρλιαξε στον τρίτο,

που στεκόταν κοντύτερα στην πόρτα.

«Δεν χρειάζεται», είπε ο άγνωστος, κατεβάζοντας το σπαθί

του. «Θα έρθω μόνος μου».

«Θα έρθεις, σπορά της σκύλας, αλλά δεμένος πισθάγκωνα!»

ξελαρυγγίστηκε εκείνος με την τρεμάμενη φωνή. «Πέτα το σπαθί

σου, γιατί σου παίρνω το κεφάλι ετούτη τη στιγμή!»

Ο Ρίβιος ίσιωσε το κορμί του. Έβαλε γρήγορα κάτω απ’ την

αριστερή του μασχάλη τη λεπίδα και, σηκώνοντας το δεξί του

χέρι προς το μέρος των φρουρών, χάραξε στον αέρα βιαστικά

ένα πολύπλοκο σημάδι. Τα καρφιά, που ήταν πυκνά μπηγμένα

στα φαρδιά μανίκια του δερμάτινου πουκαμίσου του, άστραψαν

αλλόκοτα.

Οι φρουροί έκαναν ένα βήμα πίσω, σκεπάζοντας τα μάτια

τους με τα μπράτσα. Κάποιος θαμώνας πετάχτηκε επάνω, ένας

άλλος χάθηκε πίσω από την πόρτα. Η γυναίκα έσκουξε ξανά,

άγρια, τρομαχτικά.

«Θα έρθω μόνος μου», επανέλαβε ο άγνωστος με μια ηχερή,


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

13

μεταλλική φωνή. «Κι εσείς οι τρείς τραβάτε μπρος. Θέλω να με

πάτε στον καστελάνο. Το δρόμο δεν τον ξέρω».

«Μάλιστα, κύριε», ψέλλισε ο φρουρός, χαμηλώνοντας το κεφάλι.

Κινήθηκε προς την εξώπορτα, κοιτώντας γύρω του αβέβαια.

Οι άλλοι δύο βγήκαν ξοπίσω του, πισωπατώντας, βιαστικά.

Ο άγνωστος τους ακολούθησε, βάζοντας το σπαθί του στο

θηκάρι και το στιλέτο στην μπότα του. Καθώς περνούσαν δίπλα

από τα τραπέζια, οι θαμώνες έκρυβαν τα πρόσωπά τους με τις

άκριες απ’ τις πουκαμίσες τους.

ΙΙ

Ο Βέλεραντ, ο καστελάνος της Βιζίμας, έξυσε αμήχανα το

πηγούνι του και έπεσε σε βαθιά συλλογή. Δεν ήταν ούτε προληπτικός

ούτε αλαφροΐσκιωτος, αλλά δεν ένιωθε άνετα να μείνει

μόνος με τούτον τον ασπρομάλλη. Τελικά το πήρε απόφαση.

«Αφήστε μας μόνους», διέταξε τους φρουρούς. «Κι εσύ, κάθισε.

Όχι, όχι εδώ. Εκεί, πιο πέρα, αν έχεις την καλοσύνη».

Ο άγνωστος κάθισε. Δεν είχε πια ούτε το σπαθί του ούτε το

μαύρο του χιτώνιο.

«Σε ακούω», είπε ο Βέλεραντ, παίζοντας με ένα βαρύ σιδερένιο

ακιδωτό ρόπαλο, που βρισκόταν επάνω στο τραπέζι. «Είμαι

ο Βέλεραντ, ο καστελάνος της Βιζίμας. Τι έχεις να πεις, αξιότιμε

λήσταρχε, προτού σε στείλω στο μπουντρούμι; Τρεις σκοτωμένοι,

απόπειρα μαγγανείας, δεν τα πήγες και άσχημα. Για κάτι

τέτοια, εμείς εδώ στη Βιζίμα σε ανασκολοπίζουμε στο πι και φι.

Αλλά, καθώς είμαι δίκαιος άνθρωπος, θ’ ακούσω πριν τι έχεις

να μου πεις. Μίλα!»

Ο Ρίβιος ξεκούμπωσε το γιλέκο του κι έβγαλε από μέσα ένα

κομματάκι άσπρο κατσικίσιο δέρμα.

«Τα καρφώνετε στα σταυροδρόμια και στα χάνια», είπε ήσυχα.

«Είναι αλήθεια αυτό που γράφει;»


14 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

«Α», έκανε ο Βέλεραντ, κοιτάζοντας τα γράμματα πάνω στο

κακοπαθημένο δέρμα. «Ώστε περί αυτού πρόκειται. Έπρεπε να

το καταλάβω απ’ την αρχή. Ε, λοιπόν, αλήθεια είναι. Το υπογράφει

ο Φόλτεστ, ο βασιλιάς και κύρης της Τεμερίας, του Πόνταρ

και του Μαχακάμ. Δηλαδή, πέρα για πέρα αληθινό. Όμως

η προκήρυξη είναι προκήρυξη και ο νόμος είναι νόμος. Κι εγώ,

εδώ στη Βιζίμα, το νόμο προσέχω και την τάξη! Και δεν θα επιτρέψω

σε κανέναν να σφάζει τον κοσμάκη ατιμωρητί. Κατάλαβες;»

Ο Ρίβιος κούνησε το κεφάλι, σημάδι πως κατάλαβε. Ο Βέλεραντ

ρώτησε θυμωμένα:

«Έχεις το διακριτικό του γητευτή;»

Ο άγνωστος έψαξε ξανά στο άνοιγμα του γιλέκου του και

έβγαλε ένα στρογγυλό μενταγιόν περασμένο σε ασημένια αλυσιδίτσα.

Στο μενταγιόν εικονιζόταν ένα κεφάλι λύκου με ορθάνοιχτα

σαγόνια.

«Όνομα έχεις; Μπορείς να πεις ένα οποιοδήποτε, δεν ρωτάω

από περιέργεια αλλά για να διευκολυνθεί η συζήτηση».

«Γκέραλτ με λένε».

«Ας είναι και Γκέραλτ. Από τη Ρίβια, όπως συμπεραίνω από

την προφορά σου…»

«Από τη Ρίβια».

«Έχει καλώς. Ξέρεις κάτι, Γκέραλτ; Μ’ αυτό μην ασχολείσαι».

Ο Βέλεραντ χτύπησε την προκήρυξη με την ανοιχτή του παλάμη.

«Πρόκειται για πολύ σοβαρή υπόθεση. Αρκετοί δοκίμασαν την

τύχη τους ώς τώρα. Όμως, φιλαράκο, αυτό δεν είναι το ίδιο με

το να κάνεις κιμά δυο τρεις αχρείους».

«Το ξέρω, καστελάνε. Αυτή είναι η δουλειά μου. Κι εδώ γράφει:

τρεις χιλιάδες όρεν αμοιβή».

«Τρεις χιλιάδες». Ο Βέλεραντ σήκωσε τα φρύδια του. «Και τη

βασιλοπούλα για γυναίκα, όπως ψιθυρίζει ο κόσμος, αν και κάτι

τέτοιο ο προσφιλής μας Φόλτεστ δεν το έγραψε.

«Δεν με νοιάζει η βασιλοπούλα», αποκρίθηκε ήρεμα ο Γκέ-


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

15

ραλτ. Καθόταν ακίνητος, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατά

του. «Εδώ γράφει: τρεις χιλιάδες».

«Σε τι καιρούς ζούμε», αναστέναξε ο καστελάνος. Σε τι καιρούς

ελεεινούς! Είκοσι χρόνια πριν, ποιος θα μπορούσε να διανοηθεί,

ακόμη και πιωμένος, πως θα ήταν δυνατόν να υπάρχουν

τέτοια επαγγέλματα; Γητευτές! Πλανόδιοι εξολοθρευτές βασιλίσκων!

Περιπλανώμενοι φονιάδες δράκων και βρικολάκων! Για

πες μου, Γκέραλτ. Στη δουλειά που κάνεις επιτρέπεται να πίνεις

μπίρα;»

«Βεβαίως».

Ο Βέλεραντ χτύπησε τις παλάμες του.

«Μπίρα!» φώναξε. «Κι εσύ, Γκέραλτ, έλα να κάτσεις πιο κοντά.

Δεν με πειράζει».

Η μπίρα ήταν κρύα και αφρισμένη.

«Μας βρήκαν καιροί ελεεινοί», μονολόγησε ο Βέλεραντ

ρουφώντας την μπίρα του. «Η φρίκη έχει κατακλύσει το καθετί.

Στο Μαχακάμ, επάνω στα βουνά, τα τελώνια πλημμύρισαν τον

τόπο. Στα δάση, εκεί όπου παλιά ζούσαν μονάχα λύκοι, τώρα

τριγυρνούν βρικόλακες, παγανά, όπου και να πας θα πέσεις

πάνω σε κάποιο λυκάνθρωπο ή ένα άλλο τέρας. Στα χωριά, νεράιδες

και στοιχειά αρπάζουν τα παιδιά απ’ τις μανάδες τους,

υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια περιστατικά. Κι ακόμη, αρρώστιες

που κανένας δεν έχει ξανακούσει, να σου σηκώνεται η τρίχα

της κεφαλής. Και τώρα, για να ολοκληρωθεί η συμφορά μας,

ετούτο!» Έσπρωξε το κομματάκι του δέρματος στην επιφάνεια

του τραπεζιού. «Δεν είναι περίεργο, Γκέραλτ, που οι υπηρεσίες

που προσφέρεις έχουνε τόση ζήτηση».

«Πρόκειται για προκήρυξη του βασιλιά, καστελάνε». Ο Γκέραλτ

σήκωσε το κεφάλι του. «Μήπως ξέρετε λεπτομέρειες;»

Ο Βέλεραντ τεντώθηκε στην καρέκλα, έπλεξε τις παλάμες

επάνω στο στομάχι του.

«Λεπτομέρειες; Και βέβαια ξέρω. Όχι από πρώτο χέρι, πάντως

από αξιόπιστες πηγές».


16 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

«Αυτό ακριβώς γυρεύω και εγώ».

«Ώστε επιμένεις. Ας είναι. Άκου, λοιπόν». Ο Βέλεραντ ήπιε

μια γουλιά μπίρα και χαμήλωσε τη φωνή του. «Ο προσφιλής

μας Φόλτεστ, ως πρίγκιπας ακόμα, όταν κυβερνούσε ο γερο-Μέντελ,

ο πατέρας του, καυχιότανε για το τι είναι ικανός να κάνει.

Και ήταν ικανός για αρκετά. Πιστέψαμε πως όταν μεγαλώσει θα

του περάσει. Κι ωστόσο, λίγο καιρό μετά τη στέψη του, αμέσως

μόλις πέθανε ο γερο-βασιλιάς, ο Φόλτεστ ξεπέρασε τον ίδιο του

τον εαυτό. Μας άφησε όλους άναυδους. Να μην σ’ τα πολυλογώ,

σκάρωσε παιδί με την ομογάλακτη αδερφή του, την Άντα.

Η Άντα ήταν μικρότερή του, τους έβλεπαν συνέχεια μαζί, κανείς

όμως δεν υποψιαζόταν κάτι, εκτός ίσως από την ίδια τη βασίλισσα.

Εν ολίγοις: μια μέρα κοιτάμε, και η Άντα έχει μια κοιλιά

ίσαμε εκεί κάτω. Και ο Φόλτεστ ήδη μιλάει για γάμο. Με την

αδερφή του, με προσέχεις, Γκέραλτ; Η κατάσταση κρεμόταν από

μια κλωστή, γιατί εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Βίζιμιρ από το

Νόβιγκραντ σκέφτηκε να δώσει στον Φόλτεστ για γυναίκα την

κόρη του, Ντάλκα. Έστειλε πρεσβεία κι εμείς έπρεπε να κρατάμε

τον βασιλιά απ’ το γιακά γιατί ήθελε να πάει και να ξυλοφορτώσει

τους απεσταλμένους. Τελικά, ευτυχώς, τα καταφέραμε, γιατί

διαφορετικά ο τσαντισμένος Βίζιμιρ θα μας είχε κολατσίσει για

πρωινό. Ύστερα, με τη βοήθεια της Άντας, που είπε δυο λογάκια

στον αδελφούλη της, πετύχαμε να αποτρέψουμε το μυξιάρικο

από έναν πρόωρο γάμο. Κι ύστερα η Άντα γέννησε την

καθορισμένη ώρα – πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Και

τώρα άκου, γιατί εδώ αρχίζει το καλύτερο. Αυτό που γεννήθηκε,

ελάχιστοι το είδαν, ενώ η μαμή πήδηξε από το παράθυρο του

πύργου και σκοτώθηκε και μιας δεύτερης της σάλεψε το λογικό

και μέχρι σήμερα γυρίζει σαν αλλοπαρμένη. Έχω, λοιπόν,

λόγους να πιστεύω ότι το υπερφυσικό μπάσταρδο δεν ήταν και

τόσο χαριτωμένο. Ήτανε κοριτσάκι. Πέθανε αμέσως μετά, απ’

ό,τι φάνηκε κανείς δεν βιάστηκε να του δέσει τον ομφάλιο λώρο.

Η Άντα, για καλή της τύχη, δεν έζησε μετά τον τοκετό. Κι ύστε-


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

17

ρα, φιλαράκο, ο Φόλτεστ αποδείχτηκε βλαμμένος για ακόμη μια

φορά. Το υπερφυσικό μπάσταρδο έπρεπε ή να το κάψουν ή να

το παραχώσουν σε κανέναν ερημότοπο, κι όχι να το βάλουν σε

σαρκοφάγο στα υπόγεια του παλατιού».

«Τώρα είναι αργά για ν’ αλλάξουν τα πράγματα». Ο Γκέραλτ

σήκωσε το κεφάλι. «Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να καλέσετε κάποιον

απ’ τους Σοφούς».

«Μιλάς για τους απατεώνες αυτουνούς, που πάνω στα καπέλα

τους έχουν άστρα; Μα φυσικά, ήρθαν καμιά δεκαριά από

δαύτους, όταν μαθεύτηκε τι βρίσκεται μέσα σ’ εκείνη τη σαρκοφάγο.

Και τι είναι αυτό που βγαίνει τις νύχτες από ’κεί μέσα. Αν

και δεν άρχισε να βγαίνει αμέσως. Για εφτά χρόνια μετά από την

κηδεία όλα ήταν ήσυχα. Ώσπου μια νύχτα με πανσέληνο, στο παλάτι

ξεσπάει φασαρία. Κραυγές, ουρλιαχτά! Δεν έχει νόημα να

σου τα διηγηθώ, ξέρεις περί τίνος πρόκειται. Διάβασες και την

προκήρυξη. Το μωρό μέστωσε μέσα στο κιβούρι του, θέριεψε

κυριολεκτικά. Μα πιο πολύ απ’ όλα θέριεψαν τα δοντάκια του.

Με μία λέξη, έγινε λάμια. Κρίμα, που δεν έχεις δει πτώματα.

Τουλάχιστον, όσα έχω δει εγώ. Σίγουρα θα παρατούσες τη Βιζίμα

και όπου φύγει φύγει…»

Ο Γκέραλτ σώπαινε.

«Τότε», συνέχισε ο Βέλεραντ, «όπως σου είπα ήδη, ο Φόλτεστ

περιμάζεψε εδώ όλο τον άθλιο συρφετό των μάγων. Κάνανε

φοβερό σαματά μιλώντας ο ένας με τον άλλο, και παραλίγο

να έρθουνε στα χέρια κραδαίνοντας εκείνα τα ραβδιά τους, που

σίγουρα τα έχουν για να διώχνουνε τους σκύλους, αν κάποιος

απ’ αυτούς τους μυριστεί και τους πάρει στο κυνήγι. Και, απ’ ό,τι

φαίνεται τους παίρνουν στο κυνήγι ταχτικά. Να με συμπαθάς,

Γκέραλτ, αν έχεις άλλη γνώμη για τους μάγους –σίγουρα με το

επάγγελμα που κάνεις θα έχεις άλλη γνώμη– όμως για μένα όλοι

αυτοί δεν είναι παρά μια δράκα χαραμοφάηδες και ρεμπεσκέδες.

Εσείς οι γητευτές δημιουργείτε στον κόσμο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Τουλάχιστον είσαστε –πώς να το θέσω;– πιο χειροπιαστοί».


18 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

Ο Γκέραλτ χαμογέλασε, αλλά δεν έκανε κάποιο σχόλιο.

«Ας ξανάρθουμε, όμως, στο θέμα μας». Ο καστελάνος έριξε

μια ματιά στο κύπελλό του και συμπλήρωσε μπίρα στον ίδιο

και στον Ρίβιο. «Ορισμένες από τις συμβουλές των μάγων ήσαν

αρκετά έξυπνες. Ένας πρότεινε να κάψουνε τη λάμια μαζί με το

παλάτι και τη σαρκοφάγο, κάποιος άλλος συμβούλεψε να της κόψουν

με φτυάρι το κεφάλι, οι υπόλοιποι ήθελαν να καρφώσουνε

παλούκια από λεύκα σε διάφορα μέρη του σώματός της, στη διάρκεια

της μέρας φυσικά, όταν η λάμια θα κοιμάται αποκαμωμένη

απ’ τα νυχτερινά της ξεφαντώματα. Δυστυχώς, βρέθηκε κι

ένας θεοπάλαβος που στο φαλακρό του κρανίο φορούσε μυτερό

σκουφί, ένας καμπούρης ερημίτης, που στοχάστηκε πως με τα

μάγια και με τις γητειές μπορεί να μεταμορφώσει ξανά τη λάμια

σε κορούλα του Φόλτεστ, και μάλιστα όμορφη σαν ζωγραφιά.

Θα ήταν αρκετό, έλεγε, να ξενυχτήσει κάποιος στην κρύπτη και

το θέμα θα λυνόταν. Μπορείς να φανταστείς, Γκέραλτ, τι ηλίθιος

ήταν, που κατέβηκε την ίδια εκείνη νύχτα στα υπόγεια ολομόναχος.

Όπως εύκολα μαντεύεις, δεν έμειναν και πολλά από

δαύτον, αν θυμάμαι καλά, μόνο ο σκούφος και το ραβδί του.

Όμως, ο Φόλτεστ γαντζώθηκε από αυτή την ιδέα, όπως ο σκύλος

πασχίζει να δαγκώσει την ουρά του. Απαγόρευσε οποιαδήποτε

απόπειρα να σκοτώσουνε τη λάμια και από κάθε γωνιά της

χώρας έφερε στη Βιζίμα τσαρλατάνους, ώστε να μεταμορφώσουν

τη λάμια σε βασιλοπούλα. Τι υπέροχη σύναξη ήταν εκείνη!

Κάτι συφοριασμένες, κακορίζικες γριές, κάτι βρομιάρηδες κουλοί,

κάτι σιχαμεροί ψωριάρηδες, σ’ έπιανε η ψυχή σου από όλη

αυτή τη δυστυχία. Και δώσ’ του να κάνουν μαγικά, ιδίως πάνω

από τα πιάτα με το ψητό και πάνω απ’ τα κύπελλα της μπίρας.

Μερικούς, βέβαια, ο Φόλτεστ και το Συμβούλιο τους πήρανε χαμπάρι

και τους ξεσκέπασαν, ορισμένους μάλιστα τους κρέμασαν

από τις επάλξεις. Αυτοί όμως ήταν λίγοι. Εγώ θα τους κρεμούσα

ολουνούς, μηδενός εξαιρουμένου. Δεν χρειάζεται, βέβαια, να

προσθέσω, πως όλο αυτό το διάστημα η λάμια περιφερόταν ανε-


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

19

νόχλητη και δάγκωνε κάθε μέρα και άλλον, χωρίς να ενοχλείται

από τις μαγγανείες εκείνων των απατεώνων. Τότε ο Φόλτεστ,

πήρε των ομματιών του και έφυγε από το παλάτι, κανείς πια δεν

απόμεινε εκεί».

Ο Βέλεραντ σώπασε και ρούφηξε μια γουλιά από την μπίρα

του. Ο Γκέραλτ δεν μιλούσε.

«Κι αυτό, Γκέραλτ, συνεχίζεται εδώ και έξι χρόνια, γιατί το

πλάσμα εκείνο γεννήθηκε πριν δεκατέσσερα χρόνια. Είχαμε εν

τω μεταξύ κάποιες άλλες σκοτούρες, γιατί ήρθαμε σε σύγκρουση

με τον Βίζιμιρ του Νόβιγκραντ, εξαιτίας όμως φυσιολογικών,

κατανοητών διαφορών. Είχαν να κάνουν με τη μετατόπιση μερικών

πασσάλων στη μεθόριο, κι όχι με τίποτε θυγατέρες ή συμπεθεριά.

Ειρήσθω εν παρόδω, ο Φόλτεστ αρχίζει σιγά σιγά να σκέφτεται

το γάμο και ρίχνει και καμιά ματιά στα πορτρέτα που του

στέλνουν οι αυλές των όμορων κρατών, τα οποία παλιότερα συνήθιζε

να τα πετάει στον απόπατο. Αλλά κάθε τόσο τον κυριεύει

πάλι η μανία και στέλνει έφιππους αγγελιαφόρους να βρουν και

να του φέρουνε καινούργιους μάγους. Και, όπως ξέρεις, όρισε

και αμοιβή, τρεις χιλιάδες, που προσέλκυσε κάμποσους παλαβούς,

κάτι ιππότες σαλεμένους, ώς κι ένα βοσκόπουλο μουρλό,

γνωστό σε όλη την περιοχή για την αποκοτιά του, ο Θεός να αναπαύσει

την ψυχή του. Και η λάμια χαίρει άκρας υγείας. Απλώς,

κάθε τρεις και λίγο δαγκώνει κάποιον. Θα μπορούσε και να το

συνηθίσει κανείς. Κι από αυτούς τους παλικαράδες, που προσπαθούν

να λύσουν τα μάγια, το μόνο θετικό είναι ότι το τέρας

τούς χλαπακιάζει επί τόπου και δεν χρειάζεται να εγκαταλείπει το

υπόγειο. Και ο Φόλτεστ έχτισε καινούργιο παλάτι, πολύ όμορφο

κι αυτό».

«Και για έξι χρόνια», είπε ο Γκέραλτ σηκώνοντας το κεφάλι,

«για έξι ολόκληρα χρόνια κανείς δεν έλυσε το πρόβλημα;»

«Όχι βέβαια». Ο Βέλεραντ κοίταξε το γητευτή εξεταστικά.

«Γιατί, απ’ ό,τι φαίνεται, το πρόβλημα είναι άλυτο κι αυτό πρέπει

κανείς να το δεχτεί. Αναφέρομαι στον Φόλτεστ, τον σεβαστό


20 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

και προσφιλή μας μονάρχη, ο οποίος συνεχίζει να κρεμάει αυτές

τις προκηρύξεις στα σταυροδρόμια. Μόνο που τελευταία έχουνε

μειωθεί οι εθελοντές. Πριν λίγο καιρό εμφανίστηκε κάποιος,

ήθελε όμως τις τρεις χιλιάδες προκαταβολικά. Τον βάλαμε κι

εμείς λοιπόν σε ένα σάκο και τον φουντάραμε στη λίμνη».

«Δεν λείπουν ποτέ οι απατεώνες».

«Όχι, δεν λείπουν. Και μάλιστα είναι αρκετοί», μουρμούρισε

ο καστελάνος, χωρίς να αφήνει από τα μάτια του το γητευτή. «Γι’

αυτό, όταν πας στο παλάτι, μη ζητήσεις το χρυσάφι προκαταβολικά.

Αν βέβαια, πας ίσαμε ’κεί».

«Θα πάω».

«Αυτό είναι δικό σου θέμα. Πάντως, θυμήσου τη συμβουλή

μου. Και όσο αφορά την αμοιβή, τελευταία, όπως σου είπα, άρχισαν

να κάνουν λόγο για το δεύτερο μέρος της. Τη βασιλοπούλα

για γυναίκα. Δεν ξέρω ποιος το σκέφτηκε αυτό, αν όμως η λάμια

μοιάζει με αυτό που διηγούνται, τότε το αστείο είναι αληθινά εφιαλτικό.

Κι ωστόσο, δεν έλειψαν οι κρετίνοι που έτρεξαν δίχως

να το πολυσκεφτούν στα υπόγεια του παλατιού, μόλις έσκασε η

είδηση πως είναι δυνατόν να μπουν στη βασιλική οικογένεια.

Συγκεκριμένα δυο παπουτσήδες παραγιοί. Γιατί, άραγε, οι παπουτσήδες

να είναι τόσο βλάκες, Γκέραλτ;»

«Δεν ξέρω. Και γητευτές, καστελάνε, προσπάθησαν;»

«Μα βέβαια, ήρθανε μερικοί. Τις πιο πολλές φορές, μόλις

άκουγαν πως της λάμιας πρέπει να της λύσουν τα μάγια και δεν

μπορούν να τη σκοτώσουν, σήκωναν τους ώμους και έφευγαν.

Γι’ αυτό και τώρα, Γκέραλτ, σέβομαι πιο πολύ τους γητευτές. Κι

ύστερα ήρθε ένας, ήταν πιο νέος από σένα, το όνομά του δεν το

θυμάμαι, αν είπε κάποιο όνομα. Εκείνος το προσπάθησε».

«Και τι έγινε;»

«Η βασιλοπούλα με τα υπερτροφικά δοντάκια, σκόρπισε τ’

άντερά του σε τόση απόσταση, όση μπορεί να φτάσει μια σαΐτα

με το τόξο».

Ο Γκέραλτ έγνεψε με το κεφάλι.


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

21

«Άλλοι δεν ήρθαν;»

«Εμφανίστηκε ένας ακόμα».

Ο καστελάνος σώπασε προς στιγμή. Ο γητευτής δεν τον πίεσε

να μιλήσει.

«Ναι», είπε τέλος ο καστελάνος. «Ήρθε άλλος ένας. Στην

αρχή, όταν ο Φόλτεστ τον φοβέρισε πως θα τον στείλει στην

κρεμάλα εάν σκοτώσει ή πληγώσει τη λάμια, εκείνος γέλασε και

άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Ύστερα όμως…»

Ο Βέλεραντ χαμήλωσε ξανά τη φωνή του, που τώρα ακουγόταν

σαν ψίθυρος, και έσκυψε πάνω από το τραπέζι. «Ύστερα

δέχτηκε να αναλάβει το εγχείρημα. Βλέπεις, Γκέραλτ, εδώ στη

Βιζίμα υπάρχουν κάποιοι μυαλωμένοι άνθρωποι, ακόμα και

υψηλά ιστάμενοι, που όλη αυτή την ιστορία την έχουν σιχαθεί.

Οι διαδόσεις λένε, πως οι άνθρωποι αυτοί έπεισαν κρυφά το

γητευτή να μην ασχοληθεί με μαγικά και αλχημείες, αλλά να

σφάξει επί τόπου τη λάμια και στο βασιλιά να πει ότι τα μαγικά

του δεν πέτυχαν και πως η κορούλα του έπεσε από τα σκαλιά και

τσάκισε το σβέρκο της, πως πρόκειται για ένα φοβερό ατύχημα.

Ο βασιλιάς, βέβαια, θα θυμώσει, και τελικά δεν θα πληρώσει

ούτε ένα όρεν απ’ την αμοιβή. Ο γητευτής μάς απάντησε πως αν

το τραβάει η όρεξή μας ας κυνηγήσουμε μόνοι μας λάμιες, και

πως εκείνος δεν ενδιαφέρεται. Τι να κάνουμε κι εμείς… Αρχίσαμε

τα παζάρια… Τελικά, όμως, δεν έγινε τίποτα».

Ο Γκέραλτ ανασήκωσε τα φρύδια.

«Τίποτα», επανέλαβε ο Βέλεραντ. «Ο γητευτής δεν ήθελε να

πάει αμέσως, από την πρώτη νύχτα. Όλο γυρόφερνε το μέρος,

έστηνε καρτέρι, χασομερούσε χωρίς λόγο. Τελικά, όπως λένε,

είδε το τέρας εν δράσει, γιατί η λάμια δεν βγαίνει από την κρύπτη

μόνο και μόνο για να τεντώσει τα ποδάρια της. Την είδε

λοιπόν, και την ίδια εκείνη νύχτα έγινε καπνός. Ούτε αντίο δεν

μας είπε».

Ο Γκέραλτ έκανε ένα μορφασμό με το στόμα, που θα πρέπει

να ήτανε χαμόγελο.


22 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

«Οι μυαλωμένοι άνθρωποί σου», ρώτησε, «έχουν ακόμα

εκείνα τα χρήματα; Οι γητευτές δεν ζητάνε προκαταβολή».

«Ναι», αποκρίθηκε ο Βέλεραντ, «θα πρέπει να τα έχουν».

«Και οι διαδόσεις δεν λένε πόσα είναι;»

Ο Βέλεραντ έτριξε τα δόντια του.

«Κάποιοι κάνουνε λόγο για οχτακόσια…»

Ο Γκέραλτ έστρεψε το κεφάλι του.

«Άλλοι», γρύλλισε ο καστελάνος, «μιλάνε για χίλια».

«Δεν είναι πολλά, αν λάβουμε υπόψη ότι οι διαδόσεις μεγεθύνουν

το καθετί. Εξάλλου, ο βασιλιάς δίνει τρεις χιλιάδες».

«Μην ξεχνάς την αρραβωνιαστικιά», τον ειρωνεύτηκε ο Βέλεραντ.

«Όμως, για τι πράγμα μιλάμε; Το ξέρουμε, τόσο εγώ

όσο κι εσύ, πως εκείνες τις τρεις χιλιάδες δεν πρόκειται να τις

πάρεις ποτέ».

«Πώς άραγε το ξέρουμε;»

Ο Βέλεραντ χτύπησε με τη γροθιά του την επιφάνεια του τραπεζιού.

«Γκέραλτ, μη μου χαλάς την εντύπωση που έχω για τους γητευτές!

Αυτό κρατάει ήδη έξι χρόνια! Η λάμια εξολοθρεύει πενήντα

ανθρώπους το χρόνο, τελευταία όλο και λιγότερους, γιατί καθένας

φυλάγεται και δεν πλησιάζει το παλάτι. Όχι, αδερφέ, εγώ πιστεύω

στις μαγγανείες, έχουν δει πολλές τα μάτια μου, και εμπιστεύομαι,

μέχρις ενός σημείου, τις ικανότητες των μάγων και των γητευτών.

Αλλά, το να λυθούν τα μάγια είναι μια ανοησία, που σκέφτηκε

εκείνος ο σιχαμερός γερο-καμπούρης, που αυτά που έτρωγε στην

ερημιά τού σάλεψαν το λογικό, μια ανοησία που κανένας δεν πιστεύει.

Εκτός από τον Φόλτεστ, φυσικά. Όχι, Γκέραλτ! Η Άντα

γέννησε λάμια επειδή πλάγιασε με τον ίδιο της τον αδερφό και

κανένα ξόρκι δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Η λάμια τρώει

ανθρώπους, γιατί είναι λάμια, και πρέπει να τη σκοτώσεις. Όμορφα

και παστρικά. Άκουσε: πριν δύο χρόνια κάτι βλαχαδερά από

ένα ξεροβούνι στην περιοχή του Μαχακάμ, που ένας δράκος τούς

έτρωγε τα πρόβατα, πήγαν όλοι μαζί με τα στειλιάρια τους και τον


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

23

ξεκάναν στο άψε σβήσε και μάλιστα δεν θεώρησαν απαραίτητο να

παινευτούν για ό,τι έκαναν. Κι εμείς, εδώ στη Βιζίμα, περιμένουμε

ένα θαύμα και κάθε πανσέληνο κλειδαμπαρώνουμε τις πόρτες

δυο και τρεις φορές ή δένουμε σ’ ένα στύλο στα υπόγεια του παλατιού

κακούργους, υπολογίζοντας να τους φάει το τέρας και να

γυρίσει χορτασμένο στο κιβούρι του».

«Δεν είναι κι άσχημος τρόπος», χαμογέλασε ο γητευτής.

«Τουλάχιστον, η εγκληματικότητα μειώθηκε καθόλου;»

«Ούτε στο ελάχιστο».

«Πώς πάει κανείς στο καινούργιο παλάτι;»

«Εγώ ο ίδιος θα σε πάω. Και για την πρόταση των μυαλωμένων

ανθρώπων, τι έχεις να πεις;»

«Καστελάνε», είπε ο Γκέραλτ. «Δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε.

Άλλωστε, ανεξάρτητα από τις προθέσεις μου, μπορεί

πραγματικά να συμβεί κάποιο ατύχημα. Τότε, οι μυαλωμένοι

άνθρωποί σου θα πρέπει να σκεφτούν πώς θα με γλιτώσουν απ’

την οργή του βασιλιά και να ετοιμάσουν εκείνα τα χίλια πεντακόσια

όρεν, για τα οποία μιλούν οι διαδόσεις».

«Είχαμε συμφωνήσει χίλια».

«Όχι, κύριε Βέλεραντ», είπε αποφασιστικά ο γητευτής. «Εκείνος

που του προσφέρατε χίλια, το ’σκασε την ίδια στιγμή που

αντίκρισε τη λάμια. Αυτό σημαίνει πως ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος

από χίλια. Αν δε, είναι μεγαλύτερος κι από χίλια πεντακόσια,

αυτό δεν μένει παρά ν’ αποδειχθεί. Φυσικά, εγώ πριν

φύγω, θα πω ένα αντίο».

Ο Βέλεραντ έξυσε το κεφάλι του.

«Γκέραλτ; Χίλια διακόσια γίνεται;»

«Όχι, καστελάνε. Δεν είναι εύκολη η δουλειά. Ο βασιλιάς

δίνει τρία χιλιάρικα και, πρέπει να ξέρεις, πως το να λύσεις τα

μάγια συχνά είναι ευκολότερο από το να σκοτώσεις. Και τελικά,

αν ήταν τόσο απλό, κάποιος από εκείνους που ήρθαν εδώ πριν

από μένα, θα την ξεπάστρευε τη λάμια. Νομίζετε ότι άφησαν το

τέρας να τους δαγκώσει, γιατί σκιαζόντουσαν το βασιλιά;»


24 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

«Εντάξει, αδερφέ». Ο Βέλεραντ κούνησε κουρασμένα το κεφάλι.

«Η συμφωνία μας ισχύει. Όμως, στο βασιλιά ούτε κουβέντα

πως μπορεί να συμβεί κάποιο ατύχημα. Λάβε το σοβαρά

υπόψη σου αυτό».

ΙΙΙ

Ο Φόλτεστ ήταν αδύνατος, και είχε όμορφο –θα ’λεγες,

υπερβολικά όμορφο– πρόσωπο. Όπως υπολόγισε ο γητευτής,

ακόμη δεν είχε κλείσει τα σαράντα. Καθόταν σε θρόνο σκαλισμένο

πάνω σε μαύρο ξύλο, κι είχε τα πόδια απλωμένα προς

τη μεριά του τζακιού, όπου ξαπλωμένα εμπρός του ζεσταίνονταν

δύο σκυλιά. Πλάι του, σε ένα είδος μπαούλου, καθόταν ένας

μεγαλύτερος, εξαιρετικά σωματώδης άντρας με γένια. Πίσω

από το βασιλιά στεκόταν ένας άλλος άντρας, ντυμένος με ρούχα

πλουμιστά και ξινισμένη, ξιπασμένη μορφή. Ένας ευπατρίδης με

τα όλα του.

«Ένας γητευτής από τη Ρίβια», είπε ο βασιλιάς ύστερα από

μια στιγμή σιωπής, που ακολούθησε τις συστάσεις που έκανε ο

Βέλεραντ.

«Μάλιστα, εξοχότατε», είπε ο Γκέραλτ χαμηλώνοντας το κεφάλι.

«Πώς έγινε κι άσπρισαν έτσι τα μαλλιά σου, αν κι όπως βλέπω

είσαι νέος; Από τα ξόρκια κι απ’ τα μαγικά; Καλά, εντάξει,

ένα χωρατό έκανα, δεν χρειάζεται να απαντήσεις. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω,

έχεις αρκετή πείρα».

«Μάλιστα, εξοχότατε».

«Για πες μου, λοιπόν».

Ο Γκέραλτ υποκλίθηκε ακόμα πιο βαθιά.

«Γνωρίζετε, εξοχότατε, ότι ο κώδικάς μας δεν επιτρέπει να

εκθέτουμε όσα έχουμε κάνει».

«Βολικός κώδικας, αγαπητέ γητευτή. Εξαιρετικά βολικός, θα


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

25

έλεγα. Όμως, δίχως ν’ αναφερθείς σε λεπτομέρειες, πες μου,

έχεις αναμετρηθεί με τελώνια;»

«Μάλιστα».

«Με βρικόλακες; Με αερικά;»

«Βεβαίως».

Ο Φόλτεστ δίστασε.

«Με λάμιες;»

Ο Γκέραλτ σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το βασιλιά ολόισια

στα μάτια.

«Και με λάμιες».

Ο Φόλτεστ απέστρεψε το βλέμμα.

«Βέλεραντ!»

«Στις διαταγές σας, εξοχότατε!»

«Του είπες τις λεπτομέρειες;»

«Μάλιστα, εξοχότατε. Υποστηρίζει πως είναι δυνατόν να λυθούν

τα μάγια της βασιλοπούλας».

«Αυτό το ξέρω από παλιά. Με ποιον τρόπο, αγαπητέ γητευτή;

Α, ναι… Το λησμόνησα. Ο κώδικας. Ας είναι. Όμως, να

έχεις υπόψη σου κάτι. Ήδη έχουν περάσει από ’δώ κάμποσοι

γητευτές. Βέλεραντ, του μίλησες σχετικά; Καλώς. Ξέρω, λοιπόν,

πως ειδικότητά σας είναι περισσότερο οι σκοτωμοί και λιγότερο

τα ξόρκια και τα μάγια. Αυτό, όμως, ούτε να το διανοηθείς. Αν

πειραχθεί έστω και μία τρίχα από την κεφαλή της κόρης μου, θα

σε φάει το μαύρο χώμα. Συνεννοηθήκαμε, νομίζω. ΄Οστριτ κι

εσείς, κύριε Σέγκελιν, μείνετε μαζί του, και δώστε του ό,τι πληροφορίες

σας ζητήσει. Αυτοί οι γητευτές, πάντα ρωτούν διάφορα.

Να του δοθεί τροφή και να μείνει στο παλάτι. Καλύτερα να

μην τριγυρνάει στα καπηλειά».

Ο βασιλιάς σηκώθηκε, σφύριξε στα σκυλιά και βάδισε προς

την πόρτα, παρασέρνοντας το άχυρο που ήταν στρωμένο στο

πάτωμα της μεγάλης αίθουσας. Λίγο πριν φτάσει στην πόρτα,

στράφηκε.

«Εάν τα καταφέρεις, γητευτή, η αμοιβή είναι δική σου. Αν


26 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

φέρεις σε πέρας τη δουλειά, ίσως σου δώσω κάτι παραπάνω.

Φυσικά, οι ανοησίες του όχλου περί γάμου με τη βασιλοπούλα

δεν περιέχουν ίχνος αλήθειας. Δεν πιστεύω να νομίζεις κι εσύ

πως θα δώσω τη θυγατέρα μου γυναίκα στον πρώτο διακονιάρη,

που θα βρεθεί στο δρόμο μου;»

«Όχι, εξοχότατε, δεν το πιστεύω».

«Ωραία. Αυτό δείχνει πως είσαι γνωστικός».

Ο Φόλτεστ βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Ο Βέλεραντ

και ο ευπατρίδης, που ίσαμε τότε στέκονταν όρθιοι, κάθισαν αμέσως

στο τραπέζι. Ο καστελάνος ρούφηξε μέχρι τη μέση το ολόγιομο

κύπελλο του βασιλιά, έριξε μια ματιά στο κάνιστρο, βλαστήμησε.

Ο ΄Οστριτ, που κάθισε στο θρόνο του Φόλτεστ, κοίταξε με

μισό μάτι το γητευτή, χαϊδεύοντας με τις παλάμες του τις ξυλόγλυπτες

λαβές. Ο γενειοφόρος Σέγκελιν έκανε νόημα στον Γκέραλτ.

«Καθίστε, αγαπητέ γητευτή, καθίστε. Όπου να ’ναι θα σερβίρουν

το δείπνο. Τι θα θέλατε να κουβεντιάσουμε; Ο καστελάνος

Βέλεραντ σας ενημέρωσε, υποθέτω, σχετικά. Τον ξέρω καλά,

απ’ ό,τι φαίνεται σας είπε αρκετά σε πολύ λίγο χρόνο».

«Δύο τρεις ερωτήσεις μοναχά».

«Σας ακούω».

«Μου είπε ο καστελάνος, πως μετά την εμφάνιση της λάμιας

ο βασιλιάς κάλεσε αρκετούς Σοφούς».

«Έτσι είναι. Όμως μη λέτε ‘λάμια’, πείτε καλύτερα ‘βασιλοπούλα’.

Έτσι θα αποφύγετε αυτό το λάθος παρουσία του βασιλιά…

και κάποιες τυχόν δυσάρεστες καταστάσεις, που ίσως συνδέονται

μ’ αυτό».

«Ανάμεσα σ’ εκείνους τους Σοφούς υπήρχε κάποιος γνωστός;

Κάποιος σπουδαίος;»

«Υπήρξαν ορισμένοι, και τότε και κατοπινά. Όμως δεν θυμάμαι

ονόματα… Εσείς, κύριε ΄Οστριτ;»

«Πού να θυμάμαι, αγαπητέ», είπε ο ευπατρίδης. «Ξέρω όμως

πως μερικοί διέθεταν και φήμη και αναγνώριση. Γινότανε τότε

πολύς λόγος για αυτό».


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

27

«Υπήρχε ανάμεσά τους ομοφωνία ότι τα μάγια μπορούσαν

να τα λύσουν;»

«Δεν συμφωνούσαν σε τίποτα σχεδόν», είπε με ένα πλατύ

χαμόγελο ο Σέγκελιν. «Όμως ένας το υποστήριξε αυτό. Και μάλιστα

είπε πως είναι απλό, πως απαιτεί μαγικές ικανότητες και

πως αρκεί να περάσει κάποιος τη νύχτα, από το δειλινό μέχρι να

λαλήσει τρίτη φορά ο πετεινός, στο υπόγειο, δίπλα στη σαρκοφάγο».

«Απλό, απλούστατο», κάγχασε ο Βέλεραντ.

«Θα ήθελα να μου περιγράψετε τη… βασιλοπούλα».

Ο Βέλεραντ τινάχτηκε από την καρέκλα του.

«Η βασιλοπούλα μοιάζει με λάμια!» φώναξε. «Πιο χαρακτηριστική

λάμια δεν υπάρχει από δαύτην! Η βασιλική της υψηλότητα,

το υπερφυσικό αυτό μπάσταρδο, έχει ύψος τέσσερις πήχες,

θυμίζει βαρέλι της μπίρας, το στόμα της πιάνει από το ένα αυτί

ίσαμε το άλλο και ξεχειλίζει δόντια που μοιάζουν με στιλέτα,

έχει κόκκινα γουρλωτά μάτια και τρίχωμα πορφυρό! Τα χέρια

της, οπλισμένα με νύχια σαν της αγριόγατας, κρέμονται ίσαμε

τη γη! Μου κάνει εντύπωση που δεν αρχίσαμε ακόμα να στέλνουμε

τη μινιατούρα της στις αυλές των αδελφών βασιλικών

οίκων! Η βασιλοπούλα, που να την κόψει η λοιμική, μπήκε στα

δεκατέσσερα, είναι καιρός πια να την παντρέψουμε με κάποιο

βασιλόπουλο!»

«Πρόσεχε τα λόγια σου, καστελάνε», μόρφασε ο ΄Οστριτ,

κοιτάζοντας προς τη μεριά της πόρτας. Ο Σέγκελιν χαμογέλασε

αχνά.

«Η περιγραφή, αν και κάπως γλαφυρή, ήταν κατά το δυνατόν

πιστή. Αυτό, άλλωστε, δεν θέλατε, αγαπητέ γητευτή; Ο Βέλεραντ

λησμόνησε να προσθέσει πως η βασιλοπούλα κινείται με απίστευτη

ταχύτητα και είναι πολύ πιο χεροδύναμη απ’ όσο μπορεί

να συμπεράνει κανείς από το ύψος κι από το σκαρί της. Και είναι

αλήθεια πως έχει κλείσει τα δεκατέσσερα. Αν αυτό έχει την

οποιαδήποτε σημασία».


28 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

«Έχει», είπε ο γητευτής. «Οι επιθέσεις σε ανθρώπους συμβαίνουν

μόνο κατά την πανσέληνο;»

«Ναι», είπε ο Σέγκελιν. «Όταν επιτίθεται έξω απ’ το παλιό

παλάτι. Μέσα όμως στο παλάτι, σκοτώνει ανεξάρτητα από τις

φάσεις του φεγγαριού. Πάντως, ξεπορτίζει μόνο όταν έχει πανσέληνο

κι αυτό όχι πάντοτε».

«Υπήρξε έστω και μια περίπτωση επίθεσης στο φως της ημέρας;»

«Όχι. Την ημέρα, ποτέ».

«Καταβροχθίζει πάντοτε τα θύματά της;»

Ο Βέλεραντ έφτυσε στο άχυρο εμφαντικά.

«Α, που να σε πάρει, Γκέραλτ, σε λίγο θα φέρουνε το δείπνο.

Φτου! Τους καταβροχθίζει, τους δαγκώνει, τους αφήνει, ανάλογα

με τα κέφια της. Κάποιου του δάγκωσε μόνο το κεφάλι,

άλλους τους ξεκοίλιασε, και μερικούς τους έκοψε μονάχα ένα

κομμάτι. Π’ ανάθεμα τη μάνα της!»

«Πρόσεχε, Βέλεραντ» σύριξε ο ΄Οστριτ. «Για τη λάμια λέγε ό,τι

θες, όμως την Άντα μην την προσβάλλεις παρουσία μου, γιατί βέβαια

μπροστά στο βασιλιά δεν θα τολμούσες να το κάνεις!»

«Υπήρξε κανείς που του επιτέθηκε και επέζησε;» ρώτησε ο

γητευτής, που φάνηκε να μη δίνει σημασία στην έκρηξη του ευπατρίδη.

Ο Σέγκελιν και ο ΄Οστριτ κοιτάχτηκαν.

«Ναι», απάντησε ο γενειοφόρος. «Στην αρχή, πάνε έξι χρόνια

από τότε, ρίχτηκε σε δυο στρατιώτες που φύλαγαν την κρύπτη. Ο

ένας κατάφερε να γλιτώσει».

«Κι αργότερα», πετάχτηκε ο Βέλεραντ, «ένας μυλωνάς, που

του επιτέθηκε έξω από την πόλη. Το θυμάστε;»

IV

Την επομένη, αργά τη νύχτα, έφεραν το μυλωνά στην αί-


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

29

θουσα πάνω απ’ το πειθαρχείο που έδωσαν για κατάλυμα στο

γητευτή. Τον έφερε ένας στρατιώτης που φορούσε χιτώνιο με

κουκούλα.

Η συζήτηση δεν ήταν ιδιαίτερα αποδοτική. Ο μυλωνάς ήτανε

τρομοκρατημένος, τραύλιζε και μπέρδευε τα λόγια του. Περισσότερα

είπαν στο γητευτή οι πληγές του: η λάμια είχε εντυπωσιακό

άνοιγμα σαγονιών και πολύ κοφτερά δόντια, ανάμεσά τους,

τεράστιους επάνω κυνόδοντες – τέσσερις, δύο από κάθε πλευρά.

Τα νύχια της ήταν σίγουρα πιο μυτερά από της αγριόγατας, αν

και όχι τόσο γαμψά. Κι αυτός ήταν ο μόνος λόγος που κατάφερε

ο μυλωνάς να της ξεφύγει.

Έχοντας τελειώσει την εξέταση, ο Γκέραλτ έγνεψε στο μυλωνά

και στο στρατιώτη ότι μπορούν να φύγουν. Ο στρατιώτης

έσπρωξε το νεαρό από την πόρτα και έβγαλε την κουκούλα.

Ήταν ο Φόλτεστ αυτοπροσώπως.

«Κάθισε, δεν υπάρχει λόγος να στέκεσαι», είπε ο βασιλιάς.

«Πρόκειται για ανεπίσημη επίσκεψη. Είσαι ικανοποιημένος από

τη συνέντευξη; Άκουσα ότι επισκέφτηκες το υπόγειο πριν το μεσημέρι».

«Μάλιστα, εξοχότατε».

«Πότε σκοπεύεις να αναλάβεις δράση;»

«Ώς την πανσέληνο μεσολαβούνε τέσσερις ημέρες. Μετά την

πανσέληνο».

«Δεν θα ήθελες να της ρίξεις ο ίδιος μια ματιά;»

«Δεν υπάρχει λόγος. Πάντως χορτασμένη… η βασιλοπούλα…

θα είναι λιγότερο ευκίνητη».

«Λάμια, δάσκαλε, λάμια. Ας μην παριστάνουμε τους διπλωμάτες.

Βασιλοπούλα, πρόκειται να γίνει. Γι’ αυτό, άλλωστε,

ήρθα να σου μιλήσω. Απάντησέ μου, χωρίς υπεκφυγές, καθαρά

και ξάστερα: θα τα καταφέρεις ή όχι; Και μην οχυρωθείς πάλι

πίσω από τίποτε κώδικες».

Ο Γκέραλτ σφούγγισε το μέτωπό του.

«Εγγυώμαι, μεγαλειότατε, πως τα μάγια μπορούν να λυθούν.


30 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

Και, αν δεν κάνω λάθος, θα χρειαστεί να περάσω μια νύχτα στο

υπόγειο. Αν το τρίτο λάλημα του πετεινού προλάβει τη λάμια

έξω από τη σαρκοφάγο, η γητειά θα καταστραφεί. Έτσι δουλεύουμε

συνήθως με τις λάμιες».

«Τόσο απλό είναι, λοιπόν;»

«Δεν είναι καθόλου απλό. Πρέπει να επιβιώσεις ολόκληρη τη

νύχτα, αυτό είναι το ένα. Επίσης μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις

που ξεφεύγουν απ’ το κανονικό. Για παράδειγμα, να χρειαστεί

να μείνω όχι μια νύχτα, αλλά τρεις. Τη μία μετά την άλλη.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις… ε… που δεν υπάρχει ελπίδα».

«Ναι», αναστέναξε ο Φόλτεστ. «Το ακούω συνεχώς αυτό από

ορισμένους. Να σκοτώσω το τέρας, γιατί έχουμε να κάνουμε

με περίπτωση αγιάτρευτη. Δάσκαλε, είμαι σίγουρος πως έχουν

μιλήσει ήδη και σε σένα. Να σφάξεις τη μέγαιρα χωρίς χρονοτριβή,

αμέσως, και να πεις στο βασιλιά πως δεν μπορούσε να

γίνει διαφορετικά. Ο βασιλιάς δεν θα σε πληρώσει, αλλά θα σε

πληρώσουμε εμείς. Πολύ συμφερτική λύση. Και φτηνή. Γιατί ο

βασιλιάς θα βάλει να αποκεφαλίσουν ή να κρεμάσουν το γητευτή

και το παραδάκι θα μείνει στην τσέπη τους».

«Ο βασιλιάς θα βάλει, όπως και να ‘χει, να σκοτώσουν το

γητευτή;» μόρφασε ο Γκέραλτ.

Ο Φόλτεστ κοίταξε παρατεταμένα τον Ρίβιο στα μάτια.

«Ο βασιλιάς δεν ξέρει», είπε τέλος. «Όμως ο γητευτής θα πρέπει

να λάβει σοβαρά υπόψη του ένα τέτοιο ενδεχόμενο».

Ο Γκέραλτ σώπασε για μια στιγμή.

«Σκοπεύω να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου», είπε αμέσως

μετά. «Αν όμως κάτι πάει στραβά, θα υπερασπιστώ τον εαυτό

μου. Κι εσείς, εξοχότατε, θα πρέπει να αντιμετωπίσετε σοβαρά

μια τέτοια πιθανότητα».

Ο Φόλτεστ σηκώθηκε.

«Δεν νομίζω πως έγινα κατανοητός. Δεν πρόκειται γι’ αυτό.

Είναι ξεκάθαρο ότι, αν αρχίσει να γίνεται επικίνδυνη, θα τη σκοτώσεις,

είτε μου αρέσει εμένα είτε όχι. Γιατί, σε διαφορετική πε-


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

31

ρίπτωση θα σε σκοτώσει εκείνη, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

Δεν το διατυμπανίζω, αλλά δεν θα τιμωρούσα κάποιον που θα

τη σκότωνε προσπαθώντας να σώσει τη ζωή του. Αλλά δεν θα

επιτρέψω να τη σκοτώσουν δίχως να προσπαθήσουν να τη σώσουν.

Ήδη αποπειράθηκαν να κάψουν το παλιό παλάτι, τη χτύπησαν

με τόξα, της έστησαν δόκανα και βρόχους, ώσπου έπιασα

μερικούς από δαύτους και τους κρέμασα. Όμως δεν πρόκειται γι’

αυτό. Άκουσέ με, δάσκαλε!»

«Σας ακούω».

«Αν κατάλαβα καλά, μετά το τρίτο λάλημα του πετεινού δεν

θα υπάρχει πια λάμια. Και τι θα υπάρχει στη θέση της;»

«Αν όλα πάνε κατ’ ευχήν, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι».

«Με μάτια κόκκινα και δόντια κροκοδείλου;»

«Ένα φυσιολογικό δεκατετράχρονο κορίτσι. Μόνο που…»

«Nαι;»

«Σωματικά…»

«Eδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Και από ψυχικής απόψεως; Για

το πρωινό της θα χρειάζεται έναν κουβά με αίμα; Ένα ολόκληρο

κοριτσίστικο μπούτι;»

«Όχι. Από ψυχολογικής απόψεως… Δεν μπορώ να προβλέψω…

Θα βρίσκεται, υποθέτω, στο επίπεδο ενός δεκατριάχρονου,

δεκατετράχρονου παιδιού. Θα χρειαστεί στοργική φροντίδα

για πολύ καιρό μετά».

«Φυσικά. Και, για πες μου, δάσκαλε…»

«Ναι».

«Μπορεί αργότερα αυτό να της ξανάρθει;»

Ο γητευτής σώπασε.

«Κατάλαβα», είπε ο βασιλιάς. «Μπορεί. Και τότε τι θα γίνει;»

«Αν πέσει σε λήθαργο για πολλές ημέρες κι ύστερα πεθάνει,

πρέπει να κάψετε το σώμα της. Και μάλιστα, όσο πιο γρήγορα

μπορείτε».

Ο Φόλτεστ συνοφρυώθηκε.

«Δεν πιστεύω όμως πως θα συμβεί κάτι τέτοιο. Για να σι-


32 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

γουρευτούμε, εξοχότατε, θα σας δώσω μερικές οδηγίες, πώς να

ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος».

«Από τώρα; Δεν είναι νωρίς, δάσκαλε; Κι αν…»

«… από τώρα, εξοχότατε, τον έκοψε ο Ρίβιος. «Διάφορα μπορούν

να συμβούν. Μπορεί μόλις χαράξει να βρείτε την πριγκίπισσα

λυτρωμένη από τα μάγια και πλάι της το κουφάρι μου».

«Είναι δυνατόν; Παρά την άδεια που σου δίνω να υπερασπιστείς

τον εαυτό σου; Η οποία, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, δεν

έχει και πολύ σημασία για σένα;»

«Πρόκειται για σοβαρή υπόθεση, μεγαλειότατε. Ο κίνδυνος

δεν είναι αμελητέος. Γι’ αυτό, ακούστε με: η βασιλοπούλα πρέπει

να φοράει διαρκώς στο λαιμό ένα ζαφείρι, ένα κράμα πιο

καλά, με ασημένια αλυσιδίτσα. Πάντοτε. Μέρα και νύχτα».

«Τι είναι το κράμα;»

«Ζαφείρι με μια φουσκίτσα αέρα στο κέντρο του. Εκτός από

αυτό, στην κάμαρη που θα κοιμάται, θα πρέπει κατά διαστήματα

να καίτε στο τζάκι κλαριά από αμμόχορτο, κέδρο και φουντουκιά».

Ο Φόλτεστ βυθίστηκε σε σκέψεις.

«Σ’ ευχαριστώ για τις συμβουλές σου, δάσκαλε. Θα τις εφαρμόσω,

στην περίπτωση που… Τώρα, όμως, άκου κι εμένα προσεχτικά.

Αν δεις πως η περίπτωση είναι ανίατη, θα τη σκοτώσεις.

Αν λύσεις τα μάγια, και το κορίτσι δεν επανέλθει, αν έχεις

την παραμικρή αμφιβολία πως τα κατάφερες να την απαλλάξεις

τελειωτικά, πάλι θα τη σκοτώσεις. Μη δειλιάσεις. Απ’ τη δική

μου τη μεριά δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Θα σου βάλω τις φωνές

μπροστά στο πλήθος, θα σε διώξω από το παλάτι και απ’ την

πόλη, αλλά μέχρις εκεί. Την αμοιβή σου, βεβαίως, θα τη χάσεις.

Ίσως όμως κερδίσεις κάτι, ξέρεις εσύ από ποιον».

Σωπάσανε για λίγο.

«Γκέραλτ». Ο Φόλτεστ αποτάθηκε για πρώτη φορά στο γητευτή

με το όνομά του.

«Μάλιστα».


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

33

«Πόση αλήθεια υπάρχει σ’ αυτά που λένε, πως τάχα το παιδί

γεννήθηκε έτσι επειδή η Άντα ήταν αδερφή μου;»

«Ελάχιστη. Πρέπει κάποιος να ρίξει τη γητειά, κανένα μαγικό

δεν γίνεται από μόνο του. Πιστεύω, όμως, πως η σχέση σας με

την αδερφή σας ήταν η αιτία που σας έκαναν μάγια, κι άρα εκείνη

που προκάλεσε το αποτέλεσμα αυτό».

«Το ίδιο νομίζω και εγώ. Έτσι έλεγαν και κάποιοι από τους

Σοφούς, όχι όμως όλοι. Γκέραλτ, πώς συμβαίνουν αυτά τα

πράγματα; Η μαγεία, οι γητειές;»

«Δεν ξέρω, μεγαλειότατε. Με τη μελέτη αυτών των φαινομένων

καταπιάνονται οι Σοφοί. Για μας τους γητευτές, είναι αρκετό

να ξέρουμε πως η συμπυκνωμένη θέληση μπορεί να προκαλέσει

τέτοια φαινόμενα. Και να έχουμε τη γνώση πώς να τα αντιμετωπίσουμε».

«Πώς; Με το να σκοτώνετε;»

«Τις περισσότερες φορές. Τουλάχιστον, γι᾽ αυτό μας πληρώνουν

πιο συχνά. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που ζητούν να λύσουμε

τα μάγια, μεγαλειότατε. Συνήθως οι άνθρωποι θέλουν να φυλαχτούν

από την απειλή. Κι άμα ένα τέρας έχει αφαιρέσει ζωές,

τότε εμφανίζεται και το κίνητρο της εκδίκησης».

Ο βασιλιάς σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα στην κάμαρη,

κοντοστάθηκε μπρος στο σπαθί του γητευτή που κρεμόταν στον

τοίχο.

«Με αυτό;» ρώτησε, δίχως να κοιτάζει τον Γκέραλτ.

«Όχι. Αυτό είναι για ανθρώπους».

«Έτσι άκουσα να λένε. Ξέρεις κάτι, Γκέραλτ; Θα ’ρθω κι εγώ

μαζί σου μες στην κρύπτη».

«Αυτό αποκλείεται».

Ο Φόλτεστ στράφηκε, τα μάτια του έλαμπαν.

«Το ξέρεις, μάγε, πως δεν την έχω δει ώς τώρα; Ούτε όταν

γεννήθηκε, ούτε… κατόπιν. Φοβόμουνα. Μπορεί να μην την ξαναδώ

ποτέ, έτσι δεν είναι; Έχω το δικαίωμα τουλάχιστον να την

αντικρίσω, ακόμη και τη στιγμή που θα τη σκοτώνεις».


34 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

«Σας επαναλαμβάνω: αποκλείεται. Αυτό θα ήταν σίγουρος

θάνατος. Όχι μονάχα για σας, αλλά και για μένα. Αν διασπαστεί

η προσοχή μου, η θέλησή μου… Όχι, μεγαλειότατε, αυτό δεν

γίνεται».

Ο Φόλτεστ στράφηκε και βάδισε προς την πόρτα. Ο Γκέραλτ

νόμισε προς στιγμή, ότι θα βγει χωρίς να πει κουβέντα, δίχως να

τόνε χαιρετίσει. Όμως, ο βασιλιάς γύρισε και τον κοίταξε.

«Μου εμπνέεις εμπιστοσύνη», είπε. «Αν και ξέρω τι απόβρασμα

είσαι. Μου διηγήθηκαν τι συνέβη στο χάνι. Είμαι σίγουρος

πως εκείνους τους λεχρίτες τούς καθάρισες μόνο και μόνο για να

φτάσει στ’ αυτιά μου. Είμαι βέβαιος πως θα μπορούσες να τους

εξουδετερώσεις χωρίς να τους σκοτώσεις. Φοβάμαι πως δεν θα

μάθω ποτέ αν πας για να γλιτώσεις την κόρη μου ή για να τη

σκοτώσεις. Όμως συμφώνησα μ’ αυτό. Έπρεπε να συμφωνήσω,

δεν είχα άλλη επιλογή. Και ξέρεις γιατί;»

Ο Γκέραλτ δεν απάντησε.

«Γιατί, νομίζω», είπε ο βασιλιάς, «νομίζω πως εκείνη υποφέρει.

Έτσι δεν είναι;»

Ο γητευτής κάρφωσε στο βασιλιά το διαπεραστικό του βλέμμα.

Δεν έγνεψε, δεν χαμήλωσε το κεφάλι, δεν έκανε την παραμικρή

κίνηση. Όμως ο Φόλτεστ ήξερε. Ήξερε την απάντηση.

V

Ο Γκέραλτ έριξε μια τελευταία ματιά απ’ το παράθυρο του

υπογείου. Η νύχτα έπεφτε γοργά. Πέρα από τη λίμνη τρεμόσβηναν

χλωμά τα φώτα της Βιζίμα. Τριγύρω του απλωνόταν μια

έρημη έκταση, μια ζώνη χέρσας γης που δεν ανήκε σε κανέναν,

και που μ’ αυτήν η πόλη προστατευόταν για έξι ολόκληρα χρόνια

από το επικίνδυνο εκείνο μέρος, έχοντας εγκαταλείψει πίσω της,

εκτός από μερικά άθλια ερείπια, μονάχα κάτι σαπισμένα πατόξυλα

και τα υπολείμματα ενός φράχτη από πασσάλους, που δεν


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

35

άξιζε ο κόπος να τα πάρουν και να τα μεταφέρουν κάπου αλλού.

Ο βασιλιάς είχε μεταφέρει την κατοικία του μακρύτερα, στην

αντίθετη πλευρά της πόλης – ο κοντόχοντρος πύργος του καινούργιου

του παλατιού υψωνόταν σταχτής στο βάθος, πλαισιωμένος

από έναν βαθυπόρφυρο ουρανό, που σκούραινε ολοένα.

Ο γητευτής επέστρεψε στο σκονισμένο τραπέζι, σε μια από

τις λεηλατημένες κάμαρες του οικήματος, όπου και άρχισε να

ετοιμάζεται αργά, ήρεμα, σχολαστικά. Ήξερε πως είχε αρκετό

χρόνο μπροστά του. Η λάμια δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει την

κρύπτη της πριν από τα μεσάνυχτα.

Εμπρός του, στο τραπέζι, υπήρχε ένα μικρό, καπλαντισμένο

κουτάκι. Το άνοιξε. Στο εσωτερικό του συνωστίζονταν σε χωρίσματα

στρωμένα με χόρτο ξερό, μπουκαλάκια από σκουρόχρωμο

γυαλί. Ο γητευτής έβγαλε τρία.

Από το πάτωμα πήρε ένα μακρόστενο πακέτο, τυλιγμένο με

χοντρές προβιές και δεμένο με δερμάτινα λουριά. Το ξετύλιξε,

έβγαλε από μέσα του ένα σπαθί με πλουμιστή λαβή, μέσα σε

μαύρη, λαμπερή θήκη, καλυμμένη από σειρές ολόκληρες αρχαίων

σκανδιναβικών σημαδιών και συμβόλων. Το έβγαλε από τη

θήκη και η λάμα του άστραψε με ένα εκτυφλωτικό φως. Ήταν

από καθαρό ασήμι.

Ο Γκέραλτ ψιθύρισε μια μαγική φράση, ήπιε το υγρό που περιείχαν

δύο από τα μπουκαλάκια, ακουμπώντας μετά από κάθε

γουλιά τα χέρι του στη λαβή του σπαθιού. Κατόπιν, τυλίχτηκε

σφιχτά το μαύρο του χιτώνιο και κάθισε στο πάτωμα. Στην κάμαρη

δεν υπήρχε ούτε μια καρέκλα, όπως άλλωστε και σε ολόκληρο

το υπόγειο.

Καθόταν ακίνητος με τα μάτια του σφαλιστά. Η αναπνοή του,

που στην αρχή ήταν κανονική, ξαφνικά εντάθηκε και έγινε ακανόνιστη

και συριστική. Και ύστερα σταμάτησε εντελώς. Το μίγμα,

με το οποίο ο γητευτής ήλεγχε όλα τα όργανα του σώματός

του, απαρτιζόταν κυρίως από βέρατρο, στραμώνιο, οξυάκανθο

και γάλα λύκαινας. Τα άλλα συστατικά του δεν διέθεταν όνομα


36 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

σε καμιά ανθρώπινη γλώσσα. Για κάποιον που δεν το είχε συνηθίσει

από παιδί, όπως ο Γκέραλτ, αυτό το μίγμα θα ήταν ένα

θανατηφόρο φαρμάκι.

Ο γητευτής έστρεψε ξαφνικά το κεφάλι. Η ακοή του, που είχε

αποκτήσει τώρα μια υπερφυσική διάσταση, με ευκολία συνέλαβε

μέσα στη σιωπή το θόρυβο βημάτων στην κατάσπαρτη με

λογής θάμνους αυλή. Δεν μπορούσε να είναι η λάμια. Ακόμα

δεν είχε σκοτεινιάσει. Ο Γκέραλτ έριξε το σπαθί του στην πλάτη,

έκρυψε το πακέτο του στην καμινάδα του τζακιού κι αθόρυβα,

σαν νυχτερίδα, ανέβηκε τα σκαλοπάτια.

Στην αυλή είχε ακόμα τόσο φως, ώστε κάποιος που πλησιάζει

να μπορεί να ξεχωρίσει τη μορφή του γητευτή. Ο κάποιος,

που όπως αποδείχθηκε ήταν ο ΄Οστριτ, έκανε πίσω απότομα,

μια αθέλητη γκριμάτσα απέχθειας και τρόμου παραμόρφωσαν

το στόμα του. Ο γητευτής χαμογέλασε σαρδόνια – είχε συνείδηση

του πώς έμοιαζε. Αν πιείς ένα μίγμα μπελαντόνας, στριγκλοβότανου

και ευφρασίας, το πρόσωπο παίρνει το χρώμα της

κιμωλίας και οι κόρες των ματιών διαστέλλονται υπερβολικά.

Όμως, το μίγμα σού επιτρέπει να βλέπεις μέσα στο πιο βαθύ

σκοτάδι και αυτό ακριβώς επεδίωκε ο Γκέραλτ.

Ο ΄Οστριτ συνήλθε γρήγορα απ’ την τρομάρα.

«Μοιάζεις με πεθαμένο, μάγε» είπε. «Από το φόβο σου, σίγουρα.

Μη σκιάζεσαι. Ήρθα να σε γλιτώσω».

Ο γητευτής δεν απάντησε.

«Ακούς τι σου λέω, κομπογιαννίτη από τη Ρίβια; Έχεις σωθεί.

Και είσαι πλούσιος».

Ο ΄Οστριτ ζύγισε στο χέρι του ένα μεγάλο πουγκί και το πέταξε

στα πόδια του Γκέραλτ. «Χίλια όρεν. Πάρ’ τα, καβάλα το

ψοφίμι σου και δρόμο από ’δώ».

Ο Ρίβιος παρέμεινε ανέκφραστος και βουβός.

«Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου!» Ο ΄Οστριτ ύψωσε τη

φωνή του. «Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος. Δεν έχω σκοπό να

μείνω εδώ ώς τα μεσάνυχτα. Καταλαβαίνεις; Δεν θέλω να κά-


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

37

νεις τα ξόρκια σου. Όχι, δεν είμαι με τον Βέλεραντ και τον Σέγκελιν.

Απλώς, δεν θέλω να τη σκοτώσεις. Το μόνο που θέλω

είναι να ξεκουμπιστείς από ’δώ. Όλα πρέπει να μείνουν όπως

πριν».

Ο γητευτής ούτε τώρα κουνήθηκε. Δεν ήθελε να καταλάβει ο

ευπατρίδης πόσο γρήγορες ήταν πια οι κινήσεις και οι αντιδράσεις

του. Το σκοτάδι έπεφτε γοργά, κι αυτό ήτανε καλό, γιατί

ακόμα και το μισοσκόταδο του δειλινού ήταν υπερβολικά φωτεινό

για τις διεσταλμένες κόρες των ματιών του.

«Και γιατί, κύριέ μου, πρέπει όλα να μείνουν όπως πριν;»

ρώτησε, προσπαθώντας να προφέρει όσο πιο αργά γινόταν την

κάθε λέξη.

«Αυτό», είπε ο ΄Οστριτ σηκώνοντας ξιπασμένα το κεφάλι,

«δεν υπάρχει κανένας λόγος να σε απασχολεί».

«Κι άμα το ξέρω κιόλας;»

«Ενδιαφέρον. Για πες μου το, λοιπόν, να το μάθω και εγώ».

«Πιο εύκολα εκθρονίζεις τον Φόλτεστ, αν η λάμια αρχίσει να

τρομοκρατεί τον κόσμο ακόμα πιο πολύ. Αν η τρέλα του βασιλιά

κάνει να τον σιχαθούν τόσο οι ευγενείς όσο και ο λαουτζίκος.

Έφτασα εδώ από τη Ρεδανία μέσω Νόβιγκραντ. Εκεί γίνεται πολύς

λόγος, πως αρκετοί είναι εκείνοι στη Βιζίμα που βλέπουν το

βασιλιά Βίζιμιρ σαν λυτρωτή και τον αληθινό μονάρχη. Όμως εμένα,

κύριε ΄Οστριτ, δεν με ενδιαφέρει ούτε η πολιτική, ούτε η διαδοχή

των δυναστειών, ούτε οι παλατιανές συνομωσίες. Είμαι εδώ

για να κάνω τη δουλειά μου. Δεν έχετε, άραγε, ακούσει να μιλούν

ποτέ για αίσθηση του καθήκοντος; Για επαγγελματική ηθική;»

«Πρόσεχε τα λόγια σου, παλιοαγύρτη!» ούρλιαξε ξαναμμένος

ο ΄Οστριτ, αδράχνοντας τη λαβή του σπαθιού του. «Αρκετά! Δεν

είμαι συνηθισμένος να ανοίγω κουβέντα με τον κάθε τιποτένιο!

Για δέστε: ηθική, κώδικες, καθήκον. Και ποιος τα λέει όλα αυτά;

Ένας κοινός ληστής που, μόλις πάτησε το πόδι του εδώ, έσφαξε

καμπόσους νοματαίους. Που ενώ γονάτιζε και προσκυνούσε τον

Φόλτεστ, διαπραγματευόταν πίσω από τις πλάτες του με τον Βέ-


38 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

λεραντ σαν κανένας πληρωμένος φονιάς. Και τώρα τολμάς να

σηκώνεις το ανάστημά σου, άθλιε σαλτιμπάγκε; Να παριστάνεις

το Σοφό; Το μάγο; Τον εξορκιστή;

Καταραμένε γητευτή! Τσακίσου από μπροστά μου πριν σου

αργάσω το τομάρι!»

Ο γητευτής ούτε που σάλεψε, συνέχισε να στέκεται ατάραχος.

«Εσείς να φύγετε από ’δώ, κύριε ΄Οστριτ», είπε. «Όπου να

’ναι σκοτεινιάζει».

Ο ΄Οστριτ, έκανε ένα βήμα πίσω και, σαν αστραπή, τράβηξε

το σπαθί του.

«Ο ίδιος το θέλησες, μάγε. Θα σε σκοτώσω. Τα τεχνάσματά

σου δεν πρόκειται να σε γλιτώσουν. Έχω επάνω μου τη χελωνίσια

πέτρα».

Ο Γκέραλτ χαμογέλασε. Οι διαδόσεις για τη δύναμη της χελωνίσιας

πέτρας όσο ευρέως ήτανε γνωστές, άλλο τόσο ήταν

εσφαλμένες. Όμως ο γητευτής δεν είχε σκοπό να χασομερήσει

με καυγάδες, ούτε να καταπονήσει την ασημένια λάμα του σπαθιού

του με το πανηγυριώτικο μπιχλιμπίδι που κρατούσε στα

χέρια του ο ΄Οστριτ. Ρίχτηκε κάτω από το σπαθί του, που στριφογύριζε

στον αέρα και με την ανάστροφη της γροθιάς και τα

καρφιά που ήταν μπηγμένα στα μανίκια του, χτύπησε τον ευπατρίδη

κατευθείαν στα μηλίγγια.

VI

Ο ΄Οστριτ ανέκτησε σύντομα τις αισθήσεις του και περιέφερε

το βλέμμα στο πηχτό σκοτάδι. Παρατήρησε πως ήταν δεμένος

χειροπόδαρα. Δεν έβλεπε τον Γκέραλτ, που στεκόταν ακριβώς

δίπλα του. Συνειδητοποίησε, όμως, πού ήταν και άρχισε να ουρλιάζει

ασταμάτητα, τρομαχτικά.

«Σώπα», είπε ο γητευτής, «γιατί θα την προσελκύσεις εδώ

πριν την ώρα της».


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

39

«Καταραμένε αντεροβγάλτη! Πού είσαι; Λύσε με αμέσως,

παλιοκανάγια! Θα σε στείλω στην κρεμάλα, απόβρασμα!»

«Σκάσε».

Ο ΄Οστριτ ξεφύσησε βαριά.

«Θα με αφήσεις εδώ να με φάει η λάμια; Έτσι, δεμένο χειροπόδαρα;»

ρώτησε με ήσυχη, χαμηλή φωνή αυτή τη φορά, σχεδόν

ψιθυριστά.

«Όχι», είπε ο γητευτής. «Θα σε αφήσω ελεύθερο. Αλλά όχι

ακόμα».

«Ελεεινέ», βρυχήθηκε ο Όστριτ. «Με κρατάς, λοιπόν, δόλωμα

για τη λάμια;»

«Ναι».

Ο ΄Οστριτ σώπασε, έπαψε να χτυπιέται, χαλάρωσε.

«Γητευτή;»

«Ναι».

«Είναι αλήθεια πως ήθελα να εκθρονίσω τον Φόλτεστ. Δεν

ήμουνα ο μόνος. Αλλά μονάχα εγώ ποθούσα όσο τίποτε άλλο

το θάνατό του. Ήθελα να πεθάνει μαρτυρικά, να τρελαθεί, να

σαπίσει ζωντανός. Και ξέρεις γιατί;»

Ο Γκέραλτ σώπαινε.

«Αγαπούσα την Άντα. Την αδελφή του βασιλιά. Τη βασιλική

ερωμένη! Τη βασιλική πόρνη! Την αγαπούσα… Είσαι εδώ,

γητευτή;»

«Εδώ είμαι».

«Ξέρω τι σκέφτεσαι. Όμως δεν έγινε έτσι. Δεν έριξα εγώ

τη γητειά. Δεν έχω ιδέα από μάγια. Μονάχα μια φορά, από τη

φούρκα μου, είπα… Μονάχα μια φορά. Μ’ ακούς, γητευτή;»

«Σ’ ακούω».

«Η μητέρα του ήταν, η γριά βασίλισσα. Εκείνη το έκανε.

Δεν μπορούσε να βλέπει πως εκείνος και η Άντα… Δεν ήμουν

εγώ. Εγώ μονάχα μια φορά προσπάθησα να τη μεταπείσω, και

η Άντα… Γητευτή! Θόλωσε το μυαλό μου και είπα… Γητευτή;

Εγώ το έκανα; Εγώ;»


40 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

«Καμιά σημασία δεν έχει πια».

«Πλησιάζουν μεσάνυχτα, γητευτή;»

«Ναι».

«Άφησέ με νωρίτερα. Δώσε μου λίγο περισσότερο χρόνο».

«Όχι».

Ο ΄Οστριτ δεν άκουσε το τρίξιμο από την πλάκα της σαρκοφάγου

που μετακινήθηκε. Ο γητευτής, όμως, το άκουσε. Έσκυψε

και έκοψε με το στιλέτο του τα δεσμά του ευπατρίδη. Ο ΄Οστριτ

δεν δίστασε στιγμή.

Σηκώθηκε, ταλαντεύτηκε πάνω στα πιασμένα του μέλη, το

έβαλε στα πόδια όπως μπορούσε. Το βλέμμα του, που είχε συνηθίσει

στο σκοτάδι, μπόρεσε να διακρίνει το δρόμο που οδηγούσε

από την κύρια αίθουσα στην έξοδο.

Η πλάκα που έφραζε την είσοδο της κρύπτης πετάχτηκε με

πάταγο. Ο Γκέραλτ, κρυμμένος πρόχειρα κάτω από τα σκαλοπάτια,

διέκρινε την αποτρόπαιη φιγούρα της λάμιας να ορμάει

σβέλτα και σίγουρα ακολουθώντας τα χνάρια που άφηναν τα παπούτσια

του ΄Οστριτ. Η λάμια δεν έκανε τον παραμικρό θόρυβο.

Ένα τερατώδες, εφιαλτικό, ξέφρενο ουρλιαχτό έσκισε τη νύχτα,

τράνταξε τους αρχαίους τοίχους και συνέχισε, πότε πιο δυνατά,

πότε πιο σιγανά, σαν μια δαιμονισμένη δίνη στον αέρα.

Ο γητευτής δεν μπορούσε ακριβώς να εκτιμήσει την απόσταση

–η ευαίσθητη ακοή του τον παραπλανούσε– όμως ήξερε πως η

λάμια άρπαξε τον ΄Οστριτ πολύ γρήγορα. Υπερβολικά γρήγορα,

θα ’λεγε κανείς.

Πήγε στη μέση της αίθουσας, στάθηκε ακριβώς δίπλα από

την είσοδο της κρύπτης. Πέταξε κάτω το χιτώνιό του. Τέντωσε

την πλάτη του, διορθώνοντας τη θέση του σπαθιού του. Έσιαξε

τα γάντια του. Είχε ακόμα λίγο χρόνο. Ήξερε ότι η λάμια, αν και

είχε χορτάσει την τελευταία πανσέληνο, δεν θα παρατούσε εύκολα

το κουφάρι του ΄Οστριτ. Η καρδιά και το συκώτι αποτελούσαν

γι’ αυτήν πολύτιμα αποθέματα τροφής, για όσο διάστημα

έπεφτε σε λήθαργο.


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

41

Ο γητευτής περίμενε. Όπως υπολόγιζε, ώς το ξημέρωμα υπολείπονταν

ακόμα τρεις ώρες, πάνω κάτω. Το λάλημα του πετεινού

θα μπορούσε να τον μπερδέψει. Κι άλλωστε, όπως φαίνεται,

στη γύρω περιοχή δεν είχε απομείνει ούτε ένα πετεινάρι.

Έστησε αυτί. Ερχόταν αργά, σέρνοντας τα βήματά της στο

πάτωμα. Και ύστερα την είδε.

Η περιγραφή ήταν ακριβής. Το ασύμμετρα μεγάλο κεφάλι

στηριζόταν σε έναν κοντό λαιμό, πλαισιωμένο από το φωτοστέφανο

των μπερδεμένων κατσαρών κοκκινωπών μαλλιών. Τα

μάτια της έλαμπαν στο σκοτάδι σαν δυο κάρβουνα. Η λάμια στάθηκε

ακίνητη, με το βλέμμα της πάνω στον Γκέραλτ. Άξαφνα

άνοιξε τον καταπιόνα της –σαν να ήθελε να παινέψει τις σειρές

των κάτασπρων μυτερών δοντιών– και μετά σφάλισε τα σαγόνια

της με έναν πάταγο που θύμιζε κλείσιμο μπαούλου. Κι αμέσως

χίμηξε στο γητευτή με τα ματωμένα της γαμψώνυχα.

Ο Γκέραλτ έδωσε ένα σάλτο στα πλάγια, στριφογύρισε με

μια αστραπιαία πιρουέτα, η λάμια τον άγγιξε σχεδόν, στροβιλίστηκε

κι εκείνη, χαράζοντας τον αέρα με τα νύχια της. Δεν έχασε

την ισορροπία της, επιτέθηκε ξανά, στη στιγμή, πριν ολοκληρώσει

την περιστροφή της, κλείνοντας τα δόντια της λίγο μπροστά

από το στέρνο του Γκέραλτ. Ο Ρίβιος πετάχτηκε στην άλλη άκρη,

άλλαξε τρεις φορές την κατεύθυνση της βουερής πιρουέτας,

μπέρδεψε τη λάμια. Κάνοντας ένα μεγάλο άλμα, χωρίς φόρα

ωστόσο, τη χτύπησε στο πλάι του κεφαλιού με τα ασημένια καρφιά,

που στόλιζαν την επιφάνεια του γαντιού στις αρθρώσεις των

δακτύλων.

Η λάμια άφησε ένα φοβερό ουρλιαχτό, που γέμισε το υπόγειο

με έναν καμπανιστό αντίλαλο, έπεσε κάτω, κι άρχισε να

βρυχιέται κακιασμένα, στεντόρεια, με λύσσα.

Ο γητευτής χαμογέλασε χαιρέκακα. Η πρώτη προσπάθεια,

όπως το περίμενε, είχε πετύχει. Το ασήμι μπορούσε να αποδειχτεί

φονικό για τη λάμια, όπως άλλωστε και για τα περισσότερα

από τα τέρατα που τα φέρνει στη ζωή μια γητειά. Υπήρχε λοιπόν


42 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

ελπίδα: το τέρας έμοιαζε με τα άλλα, οπότε τα μάγια μπορούσαν

να λυθούν, ενώ σε ύστατη ανάγκη το ασημένιο του σπαθί θα του

έσωζε τη ζωή.

Η λάμια δεν βιαζόταν να εκδηλώσει την επόμενη επίθεσή

της. Αυτή τη φορά πλησίαζε αργά, ανοίγοντας τα σαγόνια της,

ενώ τα σάλια της έτρεχαν σιχαμερά. Ο Γκέραλτ υποχώρησε, βάδισε

ημικυκλικά, πατώντας κάτω πολύ προσεκτικά. Πότε επιταχύνοντας

και πότε επιβραδύνοντας αποπροσανατόλισε τη λάμια,

απέτρεψε να του ριχτεί ξανά. Καθώς βάδιζε, ο γητευτής άρχισε

να ξεδιπλώνει μια μακριά, λεπτή, γερή αλυσίδα, που στην άκρη

της είχε ένα τρόχαλο. Η αλυσίδα ήταν από ατόφιο ασήμι.

Τη στιγμή ακριβώς που η λάμια ζάρωσε και πήδηξε, η αλυσίδα

σφύριξε στον αέρα σαν φίδι και κουλουριάστηκε αστραπιαία

γύρω από το μπράτσο, το σβέρκο και το κεφάλι του τέρατος. Η

λάμια δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το άλμα, αφήνοντας ένα διαπεραστικό

στρίγκλισμα. Χτυπιόταν στο πάτωμα, ουρλιάζοντας

φριχτά, χωρίς να ξέρει κανείς αν ήταν από τη λύσσα της ή από

το κάψιμο του πόνου, που της προκαλούσε το απεχθές μέταλλο.

Ο Γκέραλτ ήταν ικανοποιημένος – αν το ήθελε, θα μπορούσε

να σκοτώσει τη λάμια εκείνη τη στιγμή, χωρίς καμία δυσκολία.

Όμως ο γητευτής δεν έλεγε να τραβήξει το σπαθί του. Μέχρι

στιγμής, τίποτα στη συμπεριφορά της λάμιας δεν επέτρεπε να

υποθέσει κανείς ότι θα μπορούσε να είναι περίπτωση ανίατη. Ο

Γκέραλτ τραβήχτηκε μακριά της, σε απόσταση ασφαλείας, δίχως

ν’ αφήνει από τα μάτια του αυτό το πλάσμα που σφάδαζε στο

πάτωμα, και ανέπνευσε βαθιά. Συγκεντρωνόταν.

Η αλυσίδα έσπασε, οι κρίκοι της, σαν ασημένια βροχή, σκορπίστηκαν

σε κάθε γωνιά, αφήνοντας καμπανιστούς ήχους πάνω

στην πέτρα. Τυφλωμένη από τη λύσσα της, η λάμια τού επιτέθηκε

ουρλιάζοντας. Ο Γκέραλτ περίμενε ατάραχος, με υψωμένο το

δεξί του χέρι σχημάτισε μπροστά του το Σύμβολο Άαρντ.

Η λάμια τινάχτηκε κάμποσα βήματα πίσω σαν να τη χτύπησε

σφυρί, όμως δεν έπεσε, τέντωσε τα νύχια, ανοιγόκλεισε τα


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

43

σαγόνια της. Τα μαλλιά της ορθώθηκαν και μπλέχτηκαν ακόμα

περισσότερο, σαν να τη φύσηξε ένας αόρατος ξαφνικός άνεμος.

Προχωρούσε με δυσκολία, βήμα βήμα, αγκομαχώντας. Ωστόσο

προχωρούσε.

Ο Γκέραλτ ανησύχησε. Δεν πίστευε πως ένα τόσο απλό Σύμβολο

θα παραλύσει εντελώς τη λάμια, δεν περίμενε όμως πως

το τέρας θα νικήσει την αντίστασή του με τόση ευκολία. Δεν

μπορούσε να κρατήσει το Σύμβολο για πολλή ώρα, ήταν φοβερά

εξαντλητικό, και η λάμια δεν είχε να διανύσει περισσότερο

από δέκα βήματα. Έβγαλε απότομα το Σύμβολο και πήδηξε στο

πλάι. Όπως ακριβώς το περίμενε, η αιφνιδιασμένη λάμια όρμησε

μπροστά, έχασε την ισορροπία της, έπεσε, γλίστρησε στο

πάτωμα και κατρακύλησε στα σκαλοπάτια, μέχρι την είσοδο της

κρύπτης, που έχασκε ορθάνοιχτη. Από ’κεί κάτω έφτασε στ’ αυτιά

του το επιτιμητικό της ουρλιαχτό.

Ο Γκέραλτ, για να κερδίσει χρόνο, πήδησε στα σκαλοπάτια

που οδηγούσαν σε μια αψιδωτή στοά. Δεν πρόλαβε να ανέβει

ούτε στα μισά της σκάλας, όταν η λάμια εμφανίστηκε από την

κρύπτη ορμώντας πάνω του σαν θεόρατη μαύρη αράχνη. Ο γητευτής

περίμενε ώσπου να τον προφτάσει στα σκαλοπάτια, κι

αμέσως ανέβηκε στο κιγκλίδωμα και πήδηξε κάτω. Η λάμια γύρισε

στα σκαλοπάτια, πήρε φόρα και όρμησε καταπάνω του με ένα

απίστευτο άλμα που ξεπερνούσε τα δέκα μέτρα. Τώρα δεν παραδινόταν

τόσο εύκολα στις πιρουέτες του, τα νύχια της σε δύο περιπτώσεις

είχαν χαράξει το δερμάτινο γιλέκο του Ρίβιου. Όμως,

ένα ακόμα, φοβερά δυνατό χτύπημα από το ασημοκαρφωμένο

γάντι του έκανε τη λάμια να κλονιστεί. Ο Γκέραλτ, νιώθοντας το

μίσος να μαζεύεται μέσα της και να την πλημμυρίζει, ταλαντεύτηκε,

λύγισε το επάνω μέρος του κορμιού του προς τα πίσω και

με μια τρομερή κλοτσιά στα πλευρά, έριξε το τέρας στο έδαφος.

Η κραυγή, που έβγαλε, ήταν πιο δυνατή από όλες τις προηγούμενες.

Μέχρι και τα γύψινα φατνώματα έγιναν θρύψαλα και

γκρεμίστηκαν από το ταβάνι.


44 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

Η λάμια σηκώθηκε τρέμοντας από το απύθμενο μίσος και

τη λαγνεία του αίματος. Ο Γκέραλτ περίμενε. Είχε τραβήξει το

σπαθί του και διέγραφε μ’ αυτό κύκλους στον αέρα. Προχώρησε,

έφερε ένα γύρο το τέρας, προσέχοντας ώστε οι κινήσεις του

σπαθιού να μην συμπίπτουν με το ρυθμό και τη συχνότητα των

βημάτων του. Η λάμια δεν διακινδύνευσε σάλτο, τον πλησίαζε

αργά, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο στη λαμπερή αχτίδα της

λάμας.

Απότομα ο Γκέραλτ στάθηκε, πέτρωσε με το σπαθί του υψωμένο.

Η λάμια, σαν κεραυνοβολημένη, στάθηκε κι αυτή. Ο γητευτής

χάραξε αργά με την αιχμή του σπαθιού ένα ημικύκλιο και

προχώρησε ένα βήμα προς τη μεριά της. Ύστερα άλλο ένα. Και

μετά πήδηξε, ανεμίζοντας το σπαθί πάνω από το κεφάλι του.

Η λάμια ζάρωσε, οπισθοχωρώντας με ζιγκ ζαγκ, ο Γκέραλτ

βρέθηκε όμως πάλι κοντά της. Η λάμα στο χέρι του πέταγε σπίθες.

Τα μάτια του γητευτή φλογίστηκαν από μια μοχθηρή λάμψη,

από τα σφιγμένα του δόντια ξεχύθηκε ένα βραχνό μούγκρισμα.

Η λάμια πισωπάτησε ξανά, σπρωγμένη από τη δύναμη του

αυγατισμένου μίσους, του φθόνου και της βίας που ξεχύνονταν

από τον επιτιθέμενο εχθρό της, που τη μαστίγωνε κατά κύματα

και εισχωρούσε στον εγκέφαλο και τα σπλάχνα της. Τρομοκρατημένη

από ένα οδυνηρό, άγνωστο σ’ αυτήν αίσθημα, άφησε

να της ξεφύγει ένα τρεμουλιαστό, ένρινο σκλήρισμα, έκανε επί

τόπου μεταβολή και ρίχτηκε σε μια ξέφρενη φυγή μέσα από τους

παγωμένους δαιδαλώδεις διαδρόμους του υπογείου.

Ο Γκέραλτ στεκόταν στη μέση της αίθουσας αναρριγώντας.

Ήταν ολομόναχος. Είχε περάσει πολύς χρόνος, αναλογίστηκε,

ώσπου αυτός ο χορός στην άκρη του γκρεμού, αυτό το παλαβό,

μακάβριο μπαλέτο της πάλης να τον οδηγήσει στο ποθητό

αποτέλεσμα, να του επιτρέψει να πετύχει ψυχική ενότητα με

τον αντίπαλό του, να επιλέξει τη φλέβα της συμπυκνωμένης

θέλησης που κατέκλυσε και σάρωσε τη λάμια. Μιας θέλησης

μοχθηρής και αρρωστημένης, που από την ισχύ της δημιουργή-


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

45

θηκε το τέρας. Ο γητευτής ανατρίχιασε στη θύμηση της στιγμής

που κατάπιε αυτό το φορτίο του κακού, ώστε να το κατευθύνει,

σαν κάτοπτρο, επάνω στη λάμια. Ποτέ ώς τώρα δεν συνάντησε

τόσο συγκεντρωμένο μίσος, τέτοια μανία δολοφονική. Ούτε καν

στους βασιλίσκους, που από αυτή την άποψη έχουνε τη χειρότερη

φήμη.

‘Τόσο το καλύτερο’, σκεφτόταν βαδίζοντας προς την είσοδο

της κρύπτης που έχασκε κατασκότεινη στο πάτωμα, σαν τεράστιος

λάκκος. ‘Τόσο το καλύτερο’. Τα χτυπήματα που δέχτηκε

η λάμια ήταν πολύ δυνατά. Αυτό θα του έδινε λίγο περισσότερο

χρόνο ώστε να κάνει μερικά ακόμη πράγματα, μέχρι το τέρας να

συνέλθει από το σοκ. Ο γητευτής είχε σοβαρές αμφιβολίες αν θα

μπορούσε να επιχειρήσει άλλη μια τέτοια προσπάθεια. Η δράση

από τα ελιξίρια είχε εξασθενήσει και η αυγή ήταν ακόμη μακριά.

Η λάμια δεν έπρεπε να μπει στην κρύπτη ώσπου να ξημερώσει,

διαφορετικά όλος ο μόχθος του θα πήγαινε χαμένος.

Κατέβηκε τα σκαλιά. Η κρύπτη δεν ήταν μεγάλη, μόλις που

χωρούσε τρεις λίθινες σαρκοφάγους. Η πρώτη κοντά στην είσοδο

είχε τραβηγμένη την πλάκα της. Ο Γκέραλτ έβγαλε από την

τσέπη του στήθους του το τρίτο μπουκαλάκι, ήπιε γρήγορα το περιεχόμενό

του και γλίστρησε μέσα στον τάφο. Όπως το περίμενε,

ο τάφος ήταν διπλός – για τη μητέρα και την κόρη.

Τράβηξε την πλάκα τη στιγμή ακριβώς που άκουσε από

πάνω το σκούξιμο της λάμιας. Ξάπλωσε ανάσκελα δίπλα στο

μουμιοποιημένο πτώμα της Άντας. Μέσα από την πλάκα χάραξε

το Σύμβολο ΄Υρντεν. Έβαλε στο στήθος του το σπαθί και άφησε

κάτω μια μικροσκοπική κλεψύδρα γεμάτη με φωσφορική άμμο.

Σταύρωσε τα χέρια. Τώρα δεν άκουγε τα ουρλιαχτά της λάμιας

που δονούσαν το υπόγειο. Καθώς το τρίλλιο και το βοτάνι του

χελιδονιού άρχισαν να επιδρούν, έπαψε να ακούει οτιδήποτε.


46 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

VII

Όταν ο Γκέραλτ άνοιξε τα μάτια, η άμμος στην κλεψύδρα είχε

σχεδόν σωθεί, πράγμα που σήμαινε ότι ο λήθαργός του κράτησε

περισσότερο απ’ όσο είχε αρχικά υπολογίσει. Έστησε αυτί, δεν

άκουσε τίποτα. Οι αισθήσεις του λειτουργούσαν κανονικά.

Πήρε το σπαθί του στο χέρι, ψαχούλεψε με το άλλο το σκέπασμα

της σαρκοφάγου ψιθυρίζοντας τον μαγικό τύπο και μετακίνησε

αργά, λίγα εκατοστά, την πλάκα.

Σιωπή.

Μετακίνησε περισσότερο το σκέπασμα, ανακάθισε έχοντας

το σπαθί σε ετοιμότητα, έβγαλε το κεφάλι από τη σαρκοφάγο.

Στην κρύπτη ήταν σκοτάδι, όμως ο γητευτής ήξερε πως έξω είχε

αρχίσει να χαράζει. Άναψε φωτιά, και ύστερα ένα λιλιπούτειο

λυχνάρι. Το σήκωσε και ακολούθησε με το βλέμμα τις αλλόκοτες

σκιές στους τοίχους της κρύπτης. Δεν υπήρχε κανείς.

Βγήκε με κόπο απ’ τη σαρκοφάγο. Πονούσε σε όλο του το

σώμα, είχε κοκαλώσει και τουρτούριζε. Τότε μόνο την είδε.

Ήταν ανάσκελα, ξαπλωμένη δίπλα στη σαρκοφάγο, ολόγυμνη,

έχοντας χάσει τις αισθήσεις της.

Ήτανε μάλλον άσχημη. Λιπόσαρκη, βρόμικη, με μικρά μυτερά

στήθη. Τα πυρρόξανθα μαλλιά της, της έφταναν μέχρι τη

μέση. Ακουμπώντας το λυχνάρι στην πλάκα της σαρκοφάγου,

γονάτισε κι έσκυψε πάνω της. Τα χείλη της ήταν χλωμά, στο

μάγουλό της είχε ένα αιμάτωμα από το χτύπημά του. Ο Γκέραλτ

έβγαλε τα γάντια του, άφησε κάτω το σπαθί, τράβηξε απότομα το

πάνω χείλος της. Τα δόντια της ήταν φυσιολογικά. Έψαξε το χέρι

της που είχε χωθεί μες στα μπλεγμένα της μαλλιά. Τη στιγμή

ακριβώς που άγγιζε την παλάμη της, είδε τα μάτια της ν’ ανοίγουν.

Ήταν όμως αργά.

Τον χτύπησε με τα νύχια της στο λαιμό, κόβοντάς τον βαθιά,

το αίμα τής πιτσίλισε το πρόσωπο. Άφησε ένα σκούξιμο, κατευθύνοντας

το άλλο χέρι της στα μάτια του. Έπεσε πάνω της με


Μια Περιπετεια Του Γητευτη: Η Τελευταια Ευχη

47

όλη του τη δύναμη και, αρπάζοντάς την από τους καρπούς, τους

κάρφωσε στο πάτωμα. Ανοιγόκλεισε τα σαγόνια της –τα δόντια

της ήτανε πια μικρά– μπρος απ’ το πρόσωπό του. Της έδωσε

μια κουτουλιά στο πρόσωπο, την έσφιξε με όλη του τη δύναμη.

Τώρα ήτανε πια ανίσχυρη, όμως έσκουζε από κάτω του, έσκουζε,

φτύνοντας αίμα –το δικό του αίμα– που της πλημμύριζε τα

χείλια. Το αίμα κυλούσε ποτάμι. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Ο

γητευτής βλαστήμησε και της έδωσε μια γερή δαγκωματιά στο

λαιμό κάτω από το αυτί της, της έμπηξε τα δόντια του και τα πίεσε

δυνατά, ώσπου το εφιαλτικό σκούξιμο έγινε μια λεπτή, λυπημένη

κραυγή, και ύστερα ένα βραχνό αναφιλητό – το κλάμα ενός

κακοπαθημένου δεκατετράχρονου κοριτσιού.

Την άφησε όταν έπαψε να κινείται, στηρίχτηκε στα γόνατά

του, έβγαλε από την τσέπη ένα κομμάτι ύφασμα, το πίεσε στο

λαιμό του. Έψαξε με το χέρι το σπαθί του που ήταν ριγμένο πλάι

του, έβαλε την κόψη του στο λαιμό του λιπόθυμου κοριτσιού,

έσκυψε πάνω στην παλάμη της. Τα νύχια της ήταν λερωμένα,

σπασμένα και βουτηγμένα στο αίμα, αλλά… φυσιολογικά. Εντελώς

φυσιολογικά.

Ο γητευτής σηκώθηκε με δυσκολία. Από την είσοδο της κρύπτης

χυνόταν μέσα η νοτισμένη και πηχτή, σταχτιά απόχρωση

του πρωινού. Έκανε να πάει προς τη σκάλα, αλλά παραπάτησε

και κάθισε στο πάτωμα βαριά. Από το μουλιασμένο ύφασμα το

αίμα έτρεχε στο χέρι του ποτάμι, έσταζε στο μανίκι. Ξεκούμπωσε

το γιλέκο, έσκισε το πουκάμισο λωρίδες, ένωσε τα κουρέλια και

τα έδεσε γύρω από το λαιμό του, ξέροντας πως δεν είχε πολύ

χρόνο και πως σε λίγο θα λιποθυμούσε.

Τα κατάφερε. Κι ύστερα λιποθύμησε.

Πέρα από τη λίμνη, στη Βιζίμα, ο πετεινός, ορθώνοντας το

φτέρωμά του στην υγρή και διαπεραστική ψύχρα, λάλησε βραχνά

για τρίτη φορά.


48 Αντζεϊ Σαπκόφσκι

VIII

Ο Γκέραλτ αντίκρισε τους ασπρισμένους τοίχους και το ξύλινο

ταβάνι της κάμαρης πάνω απ’ το πειθαρχείο. Κούνησε το κεφάλι

του, μορφάζοντας απ’ τον πόνο∙ βόγκηξε. Ο λαιμός του ήταν τυλιγμένος

με έναν παχύ επίδεσμο, παστρικά, επαγγελματικά.

«Ξάπλωσε, μάγε», είπε ο Βέλεραντ. «Ξάπλωσε, μην κινείσαι».

«Το… σπαθί μου…»

«…ναι, ησύχασε. Το πιο σπουδαίο είναι βέβαια το ασημένιο

σου σπαθί. Εδώ είναι, μη φοβάσαι. Και το σπαθί και το κουτάκι.

Και τα τρεις χιλιάδες όρεν. Ναι, ναι, μη μιλάς. Εγώ είμαι ένας

βλάκας με περικεφαλαία, κι εσύ ένας σοφός γητευτής. Ο Φόλτεστ

το επαναλαμβάνει διαρκώς αυτό εδώ και δύο μέρες…»

«Δύο μέρες…»

«Ναι, δύο μέρες. Μια χαρά σού κανόνισε το λαιμό, μέχρι που

είδαμε και τι υπάρχει εκεί μέσα. Έχασες πολύ αίμα. Ευτυχώς

τρέξαμε στο υπόγειο αμέσως μόλις λάλησε ο τρίτος πετεινός. Στη

Βιζίμα κανείς δεν έκλεισε μάτι εκείνη τη νύχτα. Δεν μπορούσαμε.

Κάνατε δαιμονισμένο θόρυβο εκεί κάτω. Δεν σε κουράζει

που σου μιλάω;»

«Η βασι…λοπούλα;»

«Μια χαρά είναι. Λίγο αδύνατη. Και κάπως χαζούλα. Κλαίει

ασταμάτητα. Και κατουριέται στο κρεβάτι της. Όμως ο Φόλτεστ

λέει πως θα της περάσει. Θα πάει καλύτερα, έτσι δεν είναι, Γκέραλτ;»

Ο γητευτής έκλεισε τα μάτια.

«Εντάξει, σ’ αφήνω». Ο Βέλεραντ σηκώθηκε. «Ξεκουράσου.

Γκέραλτ, προτού φύγω, πες μου, γιατί της δάγκωσες το λαιμό;

Ε, Γκέραλτ;»

Ο γητευτής βυθίστηκε σ’ ένα βαθύ ύπνο.

Similar magazines