ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΚΑΡΑΤ

jarl.nastansson
  • No tags were found...

Βασίλειο της Φραγκίας 1346 μ.Χ.
Οι εφιάλτες αναστατώνουν συχνά τις νύχτες του Αλβίν. Περίεργες, τρομακτικές φιγούρες και πλάσματα των θρύλων, τον κάνουν να αμφιβάλλει για την πνευματική του διαύγεια. Είναι επόμενο για έναν άνθρωπο με τέτοιο περιπετειώδες και σκοτεινό παρελθόν που ναι μεν το έχει εγκαταλείψει, αλλά αυτό συνεχίζει και τον στοιχειώνει.

Τώρα, προσπαθεί να ζήσει μία ήσυχη ζωή με τη γυναίκα του και τη μικρή τους κόρη σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα στον Βορρά του βασιλείου εν μέσω ταραγμένης περιόδου, καθώς ο πόλεμος με την Αγγλία βρίσκεται προ των πυλών και πάλι.

Όταν το σκοτεινό αυτό παρελθόν, από το οποίο νόμιζε πως είχε απελευθερωθεί για πάντα, εμφανιστεί και πάλι μπροστά του, ο Αλβίν αναγκάζεται να ακολουθήσει ξανά τον δρόμο του αίματος προκειμένου να προστατέψει αυτούς που αγαπά. Στον δρόμο αυτό, οι εφιάλτες του θα έρθουν στην επιφάνεια και θα ενωθούν με την πραγματικότητα, δοκιμάζοντας το μυαλό και τις αντοχές του.
Σύντομα, όσο το παρελθόν θα ξετυλίγεται, αυτός θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη δυσκολότερη μάχη που έχει δώσει ποτέ.

Πού σταματά ο εφιάλτης και πού αρχίζει η πραγματικότητα;

Ακολουθήστε τον Αλβίν σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, τρόμου, πολέμου και έρωτα, στην καρδιά του Βορειοευρωπαϊκού μεσαίωνα.


ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΝΑΣΤΟΣ

ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤΟΥ

ΑΓΚΑΡΑΤ


Copyright

ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΚΑΡΑΤ

Αριστείδης Νάστος

Σχέδιο/στήσιμο εξωφύλλου και οπισθοφύλλου:

Γρηγόρης Κιζινόπουλος

Στοιχεία σύνθεσης εξωφύλλου και εσωτερικού: freepiks.com/

free-vector/abstract-dark-texture-vector-background

free-vector/collection-red-ink-splatter-vector

free-vector/rectangular-calligraphic-frames

free-vector/vintage-monochrome-heraldic-elements-collection

Χάρτης: Αριστείδης Νάστος

2020, Αριστείδης Νάστος

Β’ ΕΚΔΟΣΗ, 2021

ISBN: 978-618-00-2439-5

arisnastos.author@gmail.com

Απαγορεύεται η δημοσίευση μέρους ή του βιβλίου αυτού, η

αναπαραγωγή ή η μετάδοσή του με οποιοδήποτε

οπτικοακουστικό μέσο, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη.

2


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τα βήματά του γλιστρούσαν στις πλάκες του πατώματος του

παλιού κάστρου. Το κεφάλι του πονούσε και τα αφτιά του

υπέφεραν από έναν συνεχή και διαπεραστικό ήχο. Όπως περνούσε

με κόπο τους σκοτεινούς διαδρόμους, προσπαθώντας να βρει το

σωστό δωμάτιο, αισθάνονταν φόβο, ρίγη στο κορμί του και ένα

σφίξιμο στο στομάχι. Όμως, έπρεπε να βρει τη δύναμη να

συνεχίσει. Το κλάμα ενός κοριτσιού που ολοένα δυνάμωνε, ήταν ο

μόνος καθοδηγητής του στο σκοτάδι όπως προχωρούσε στο

άγνωστο.

Τελικά, το ατελείωτο μαύρο υποχώρησε στο φως του

φεγγαριού που εισέβαλλε από ένα διαλυμένο παράθυρο του

κάστρου. Τότε είδε μια ξύλινη πόρτα την οποία άνοιξε παρόλο που

δεν ήθελε. Βρέθηκε σε μια μεγάλη αποθήκη όπου οι ιστοί από τις

αράχνες είχαν απλωθεί παντού σαν ένα πελώριο λευκό σεντόνι.

Έκανε στην άκρη με τα χέρια του όσους μπορούσε και με αργά

βήματα πλησίαζε το σημείο από όπου ακουγόταν το κλάμα του

κοριτσιού.

Παραπάτησε σε κάτι μεταλλικό το οποίο όπως διαπίστωσε,

ήταν ένα σκουριασμένο ξίφος. Ξίφη, δόρατα, ασπίδες και

βαλλίστρες βρίσκονταν παντού, είτε σκορπισμένα είτε

τοποθετημένα στις σαπισμένες από τον καιρό ξύλινες θήκες τους.

Ένας άντρας ντυμένος στα κόκκινα, καθόταν γονατιστός και

τρέκλιζε στη γωνία της αποθήκης στραμμένος προς τον τοίχο. Η

περίεργη αυτή μορφή συνέχιζε να τρέμει και να παραμιλά με

λυγμούς. Η φωνή του θύμιζε μικρού κοριτσιού αλλά τίποτα σε αυτό

που έβλεπε δεν έμοιαζε με παιδί. Όταν από την ταραχή άρχισε να

δυσκολεύεται να αναπνεύσει, διαπίστωσε πως ίσως αυτά που

ζούσε δεν ήταν πραγματικότητα. Μια άγνωστη δύναμη όμως τον

ανάγκαζε να πλησιάσει και άλλο την περίεργη μορφή που έκλαιγε

3


σαν κορίτσι. Με το χέρι του ακούμπησε τελικά την τρεμάμενη

φιγούρα ενώ η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.

Ο μυστηριώδης άντρας γύρισε τότε απότομα και αποκάλυψε

το πρόσωπό του τινάζοντάς τον πίσω από τρόμο. Τώρα

προσπαθούσε να συρθεί προς την έξοδο όσο το ακατανόητο

πλάσμα με τα κόκκινα ρούχα τον ακολουθούσε. Δεν μπορούσε να

το πιστέψει ότι έβλεπε τον ίδιο του τον εαυτό να χαμογελά

χαιρέκακα και να τον πλησιάζει. Η φωνή του κοριτσιού ακούστηκε

ξανά αλλά τώρα όχι από την αποθήκη.

Έπρεπε να ξυπνήσει από αυτόν τον εφιάλτη. Έπρεπε να

ξυπνήσει άμεσα. Ανέκτησε τις δυνάμεις του και σηκώθηκε πριν το

ανεξήγητο που έβλεπε μπροστά του τον φτάσει. Άνοιξε την ξύλινη

πόρτα και βγήκε και πάλι στον σκοτεινό διάδρομο όπου άρχισε να

τρέχει.

Μόλις πέρασε από το μισογκρεμισμένο παράθυρο που ήταν

και η μοναδική πηγή φωτός σε εκείνο το σημείο, η προσοχή του

έπεσε σε δύο ανθρώπους που φαίνονταν να τρέχουν έξω από το

κάστρο, κατεβαίνοντας τον μεγάλο λόφο. Το φεγγάρι ήταν τόσο

δυνατό που μπόρεσε να ξεχωρίσει την πράσινη μακριά κάπα με τη

μεγάλη κουκούλα του ενός. Ο άλλος ήταν ένα παιδί. Ένα μικρό

κορίτσι με πλούσια ξανθά μαλλιά. Οι δύο φιγούρες κατέβαιναν μαζί

την απότομη κλίση του λόφου.

Προσπάθησε να φύγει, τα πόδια του πάγωσαν και

συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να κινηθεί. Βαριά βήματα

ακούγονταν τώρα από το απόλυτο σκοτάδι του διαδρόμου,

συνοδευόμενα από τον ανατριχιαστικό ήχο ενός συριγμού που

θύμιζε φίδι. Τα βήματα πλησίαζαν αλλά τα πόδια του παρέμεναν

ακίνητα.

4


5


6


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ

7


I.

Αλβίν εκείνο το απόγευμα απομακρύνθηκε από

το φτωχικό του σπίτι για να βρει την απομόνωση

O

στον αγαπημένο του βράχο δίπλα στον βάλτο. Ο

εφιάλτης της προηγούμενης νύχτας και ο

ταραγμένος του ύπνος, του έδωσαν την ανάγκη να

αναζητήσει τη γαλήνη του τραγουδιού των

πλασμάτων της φύσης στο πνευματικό του καταφύγιο, το οποίο

ήταν ένας λασπώδης βάλτος που βρισκόταν στους πρόποδες του

μικρού λόφου του σπιτιού του. Οι ώρες περνούσαν με τον νεαρό

άντρα να προσπαθεί να βρει την ηρεμία και την αισιοδοξία, μέχρι

που νύχτωσε.

Είχε μια παράδοξη ξαστεριά εκείνη τη βραδιά. Η πανσέληνος

έντυσε τον άσχημο βάλτο στα αργυρόλευκα και ταυτόχρονα από το

δάσος, κυριαρχούσε μια πελώρια επιβλητική σκιά. Πάντα οργίαζε η

φαντασία του Αλβίν. Πάντα έβλεπε εκεί που οι περισσότεροι

αδυνατούσαν να δουν. Εκείνη τη νύχτα όμως η ατμόσφαιρα

έμοιαζε σαν έναν περίεργο οιωνό που δεν μπορούσε κανείς να

ερμηνεύσει καθώς έπεφτε πρόθυμα έρμαιο της ομορφιάς του. Το

μόνο που έλειπε, ήταν το αγαπημένο τραγούδι του Αλβίν. Τα

δεκάδες κρωξίματα των βατράχων που του χάριζαν στιγμές

διαύγειας και δύναμης. Το τραγούδι του βάλτου θύμιζε στον Αλβίν

πως η ζωή συνεχίζει τον κύκλο της παρόλο που ο άνθρωπος θέλει

να ταράζει συνεχώς την ηρεμία της.

Τη νύχτα αυτή όμως ο βάλτος σιώπησε και το μόνο τραγούδι

που ακουγόταν, ήταν αυτό του ανέμου που χάιδευε τα δέντρα και

τα έκανε να λικνίζονται σαν μεθυσμένους στρατιώτες μετά από

νικηφόρα μάχη. Ο αέρας δυνάμωσε και έκανε τα ξανθά του μαλλιά

8


να ανεμίσουν. Πάλι η σκέψη του πήγε στους εφιάλτες που άλλοτε

επέστρεφαν και άλλοτε τον άφηναν, αλλά πάντα έβρισκαν τον

δρόμο να του ταράζουν τον ύπνο. Σχεδόν όλοι ξεκινούσαν με

γαλήνη και ομορφιά και αρκούσε ένα ξαφνικό αεράκι όπως αυτό,

για να μετατραπούν σε έναν αγώνα επιβίωσης και τρόμου.

Αναρωτιόταν συχνά μήπως ο λόγος που βασανίζεται πηγάζει στα

ταραγμένα χρόνια της ζωής του, που άρχισαν μόλις είδε για

τελευταία φορά τον πατέρα του και την πόλη που μεγάλωσε. Τον

μοναδικό γονιό που γνώρισε εκτός από τις υπηρέτριες που είχε το

αρχοντικό του σπίτι. Είχαν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από

όταν χώρισαν οι δρόμοι του Αλβίν με εκείνον και με τη ζωή όπως

την ήξερε, εξαιτίας ενός άσχημου παιχνιδιού της μοίρας. Δεκαπέντε

χρόνια πέρασαν και πολλά άλλαξαν.

Ύστερα, οι ταραγμένες του σκέψεις πήγαν κατευθείαν στο

παιδί του. Ήταν και αυτός πατέρας πλέον εδώ και καιρό και αυτό

τον είχε κάνει να αναθεωρήσει την αξία της ζωής που τόσο την είχε

ξεχάσει. Για να τιμήσει επιτέλους αυτή την αξία, εγκατέλειψε την

προηγούμενη ζωή του για να εγκατασταθεί σε εκείνον τον

ερημότοπο του Βορρά του τεράστιου βασιλείου της Φραγκίας. Εκεί

όπου πίστευε πως θα έβρισκε την ηρεμία και θα κρατούσε τα

φαντάσματα του παρελθόντος μακριά από τη Μαριέτ και τη μικρή

τους κόρη.

Στις χρόνιες περιπλανήσεις του είδε πολλούς θησαυρούς,

κατάφερε ακόμα και να αποκτήσει λίγο από τα μυθικά πλούτη του

κόσμου, όμως η πανέμορφη μικρή Ζιζέλ, ήταν ο πραγματικός

θησαυρός της οικογένειας Λοράν. Τα λίγα χρόνια που ζούσαν εκεί,

η Μαριέτ είχε αποτύχει δύο φορές να γεννήσει υγιή ή ζωντανά

παιδιά. Η Ζιζέλ όμως ήρθε ως θαύμα και παρόλο που η μητέρα της

κινδύνευσε να πεθάνει, ήταν ένα υγιέστατο βρέφος γεμάτο

ζωντάνια.

Η Μαριέτ, μια έξυπνη και σκληραγωγημένη γυναίκα,

χρωστούσε τη ζωή και την ευτυχία της στον Αλβίν και το γνώριζε

πολύ καλά. Μαζί προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να

9


μεγαλώσουν την κόρη τους σε μια απρόβλεπτη γη. Μια γη που

μαστίζονταν από βροχοπτώσεις και πλημμύρες και σαν απόρροια

αυτού, ατελείωτη λάσπη η οποία δυσκόλευε πιο πολύ τη ζωή τους,

ιδιαίτερα τους χειμώνες που οι κρύοι άνεμοι πιρούνιαζαν τα

κορμιά τους και το χώμα μετατρεπόταν σε σκληρό πάγο.

Παρόλα αυτά, η δύσκολη ζωή δεν εμπόδισε τη Ζιζέλ στην

ηλικία των τεσσάρων, να γίνει ένα χαρούμενο κορίτσι με

ενεργητικότητα και έξυπνο βλέμμα. Μπορεί να πήρε τα μπλε μάτια

της μητέρας της αλλά έμοιαζε περισσότερο στον Αλβίν και όχι μόνο

στο χρώμα των μαλλιών της. Του έμοιαζε και στην ανάγκη για

εξερεύνηση, έτσι, έτρεχε ασταμάτητα από το πρωί ως το βράδυ

που έπεφτε εξαντλημένη για ύπνο. Πάντα οι σκέψεις για την κόρη

του, του προκαλούσαν χαμόγελα, σύντομα όμως τα διαδέχονταν η

ανησυχία. Ειδικά εκείνο το βράδυ, ένα παράδοξο και

απροσδιόριστο άγχος τον κατέβαλλε καθώς δεν υπήρχε κάποιο

ξεκάθαρο σημάδι που να υποδείκνυε, ότι θα αλλάξει η δύσκολη

ρουτίνα της καθημερινότητάς τους.

Ο εφιάλτης είχε πια ξεθωριάσει στη μνήμη του αλλά έμεινε

το συναίσθημα του άγχους και του φόβου αποτυπωμένο στο μυαλό

και την καρδιά του. Μήπως ήταν αυτός ο λόγος ή οι έντονες φήμες

των χωρικών πως οι Άγγλοι πλησίαζαν επικίνδυνα προς τα

ανατολικά ενώ ο βασιλιάς παραμένει αδρανής; Ο χειμώνας άφησε

εδώ και μήνες την τελευταία του ψυχρή πνοή και η δίνη του

πολέμου μπορεί να τους χτυπούσε την πόρτα. Δεν ήθελε βέβαια με

τίποτα να παραδοθεί σε φήμες και κινδυνολογίες. Αν ήταν μόνος

του, θα τα αντιμετώπιζε όλα ως πρόκληση ή και ως χλευασμό.

Τώρα δεν άντεχε με τίποτα την ιδέα να πάθει κάτι η Μαριέτ και η

Ζιζέλ όταν η καταστροφή τους πλησιάσει. Εκείνη τη νύχτα

αναζητούσε απεγνωσμένα τη συμβουλή του βάλτου αλλά έλειπε το

τραγούδι των βατράχων. Αραιά ακούγονταν μερικοί χωρίς όρεξη

και σπασμωδικά, αλλά τα τριζόνια τους κάλυπταν με την

εκκωφαντική τους συναυλία. Σαν να συνωμότησε και η πανίδα στο

να ταΐσει τις ανήσυχές του σκέψεις. Δε θα ηρεμούσε ούτε απόψε.

10


Έκανε μια μικρή προσευχή για να συνεχίσει η ευημερία για εκείνον

και τους δικούς του σφίγγοντας έναν περίτεχνο ασημένιο σταυρό,

που είχε περασμένο με δερμάτινο λουράκι στον λαιμό, καλά

κρυμμένο. Μια έντονη αντίθεση σε σχέση με τα φτωχικά του

ρούχα.

Την προσευχή του, διέκοψε ξαφνικά ένας αγριόγατος που

έκανε τις καλαμιές της ανατολικής όχθης του βάλτου να

κροταλίσουν. Σηκώθηκε από τον βράχο που καθόταν και πήρε το

δρόμο για το σπίτι του. Έφτασε με γοργά βήματα στο κατώφλι και

έσπρωξε με τρόπο την ξύλινη πόρτα μπαίνοντας αργά αργά. Μέσα

επικρατούσε ησυχία και ένα υπνωτιστικό αμυδρό πορτοκαλί χρώμα

από τα αναμμένα ακόμα κάρβουνα της εστίας.

«Αν πάθεις… κάτι εγώ τι θα απογίνω με τη μικρή;»

Τη σιωπή του σπιτιού έσπασε η κουρασμένη φωνή της

Μαριέτ. Καθόταν σε μια μικρή πολυθρόνα δίπλα στη σβηστή εστία.

Τα καστανά της μαλλιά έπεφταν πλούσια και ανάκατα στους ώμους

και το σοβαρό της βλέμμα κάρφωνε ανελέητα τον Αλβίν

αναμένοντας κάποια απάντηση.

«Κάτι σε ρώτησα!» Επανέλαβε με σπασμένη φωνή αυτή τη

φορά. Ο Αλβίν σάστισε για λίγο, χάιδεψε αμήχανα τα ξανθά του

μαλλιά και προσπάθησε άκομψα να διαφύγει.

«Είναι καλά; κοιμήθηκε;»

«Η Ζιζέλ είναι μια χαρά και φυσικά κοιμήθηκε Αλβίν! Επίσης,

δειπνήσαμε χωρίς εσένα! Μπορείς να μου πεις τι να κάνω για να μη

φοβάμαι κάθε φορά που απομακρύνεσαι βράδυ και χάνεσαι πέρα

από τον λόφο;»

Ο Αλβίν κατάλαβε πως ο βαθύς προβληματισμός του αυτή

τη φορά τον έκανε να χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου.

«Μη φοβάσαι... Τι μπορεί να συμβεί σε αυτή την ερημιά; Δε

θα το ξανακάνω πάντως αν αυτό σε κάνει να νιώσεις καλύτερα».

Η απάντησή του είχε τον τόνο ειλικρίνειας και έκανε τη

Μαριέτ να μαλακώσει το θυμωμένο της ύφος, μετατρέποντάς το

αμέσως σε αυτό της ανησυχίας.

11


«Δύσκολοι καιροί έρχονται Αλβίν! Το απόγευμα συνάντησα

τυχαία στην πηγή τη Ζανέτ, την κόρη του Μαρσέλ. Ο πατέρας της

ξέρεις πως γυρνά από εδώ και από κει με την πραμάτειά του και

είπε πως η Δύση φλέγεται στον πόλεμο ξανά. Ο Έντουαρντ

συνεχίζει την εκστρατεία στα εδάφη μας εξαπολύοντας τους

τοξότες του και λένε πως τίποτα δεν τον εμποδίζει να φτάσει και

στα μέρη μας μιας και έχουμε ήδη Καλοκαίρι. Ποιος μου λέει εμένα

πως δεν έχουν έρθει ήδη μερικοί Άγγλοι στην περιοχή ενώ εσύ

τριγυρνάς από εδώ και από κει ανέμελος και ξεχνάς να γυρίσεις;»

«Δεν το πιστεύω πως κάθεσαι και ακούς τα κουτσομπολιά

της ηλίθιας της Ζανέτ και τις φήμες του γεροξεκούτη που πλέον δεν

ξεχωρίζει νομίσματα από χαλίκια!»

«Καταλαβαίνεις Αλβίν τι θέλω να σου πω!»

Ο Αλβίν καταλάβαινε πολύ καλά. Ήξερε, πως δυστυχώς ναι

μεν τον Μαρσέλ τον πλήρωνες με βότσαλα και σου έλεγε

ευχαριστώ, αλλά αυτές οι φήμες δεν ήταν τελείως αβάσιμες. Ως

όφειλε όμως έκανε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τη Μαριέτ με

μάταια αποτελέσματα. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που κατά

βάθος θέλησε να πάει στο καταφύγιο του εκείνη την περίεργη

ξάστερη νύχτα, εκτός από τον χθεσινό του εφιάλτη. Τώρα ξεκάθαρα

αντιλαμβανόταν πως φοβόταν για το μέλλον. Πλησίασε προς το

μέρος της και την πήρε αγκαλιά. Εκείνη αφού έβγαλε ένα αδύναμο

κλαψούρισμα, ανταπέδωσε.

«Δε θα αφήσω να πάθετε τίποτα με ακούς; τίποτα». Την

τελευταία λέξη την είπε χωρίς ήχο γιατί ένιωσε μια μαχαιριά στην

ψυχή του στην περίπτωση που αδυνατίσει να κρατήσει αυτή την

υπόσχεση. Ο Αλβίν φίλησε την κόρη του και αφού ψιθύρισε κάτι

για το μέλλον τους, ξάπλωσε δίπλα στη Μαριέτ. Έξω ο αέρας

φώναζε οργισμένος πλέον και η Μαριέτ κούρνιασε για ασφάλεια

στην αγκαλιά του. Εκείνος τη χάιδευε για αρκετή ώρα αφού αυτή

αποκοιμήθηκε και ύστερα παραδόθηκε και εκείνος σε ένα βαθύ

ύπνο, παρακαλώντας τα όνειρά του, έστω αυτή τη φορά, να είναι

καλά και να του δώσουν κουράγιο.

12


II.

νυχτερινός αέρας δεν άφησε κανένα σύννεφο να

θολώσει αυτή την ξαστεριά. O Αλβίν αυτή τη φορά

O

δεν έκανε ταραγμένο ύπνο. Η μέρα ξεκίνησε

ηλιόλουστη κάνοντάς τον να σηκωθεί ευδιάθετος.

Ήταν η υπέροχη ζεστασιά του ήλιου που χαϊδεύει το

δέρμα καθώς και η εκτυφλωτική λάμψη του, που σε κάνει να

αφήνεις μόνο μια μικρή χαραμάδα στα βλέφαρά σου. Ένα σημάδι

πως ανεξάρτητα από το πλήθος των καταιγίδων που μαστίζουν τον

κόσμο, πάντα θα υπάρχουν μέρες γαλήνης. Ίσως, ο Θεός δίνει

στους ανθρώπους ένα ελάχιστο μέρος της παρουσίας του για να

τους δώσει να καταλάβουν, πως βρίσκεται στο πλάι τους. Ίσως

πάλι, να είναι μια από τις πάρα πολλές ψευδαισθήσεις που

προσφέρουν όλοι οι θεοί από την αυγή της ανθρωπότητας. Γιατί να

διαφέρει αυτός; Πάντα οι άρχοντες των πάντων αρέσκονταν να

δοκιμάζουν τον άνθρωπο. Ή μήπως ο ίδιος ο άνθρωπος έχει την

ανάγκη να περιπαίζεται από ανώτερες δυνάμεις γιατί φοβάται να

χρεωθεί την αποτυχία και τη δυστυχία;

Αφήνοντας τα αναπάντητα ερωτήματα και τις ιερόσυλές του

σκέψεις, άνοιξε αργά αργά την εξώπορτα για να συναντήσει την

οικογένειά του. Εκείνο το όμορφο καλοκαιρινό πρωινό

συνειδητοποίησε πως οι άνθρωποι τελικά δε χρειάζεται να ξέρουν

περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να αντέξουν. Όσο λιγότερο

σκέφτεσαι την πηγή των δυσκολιών σου, τόσο πιο εύκολα

αφήνεσαι στη σύντομη ευτυχία που προσφέρει μια τέτοια λιακάδα.

Ζεις και ευχαριστιέσαι την κάθε μέρα ως οφείλουν οι άνθρωποι σε

ταραγμένους καιρούς. Σαν να είναι η τελευταία σου.

13


Αυτά σκεφτόταν ενώ παρακολουθούσε την κόρη του να

προσπαθεί να κόψει ξύλα με ένα μεγάλο τσεκούρι. Τα μικρά της

χέρια έσφιγγαν την ξύλινη λαβή και κράδαιναν άτσαλα το τσεκούρι

όπως προσπαθούσε να σημαδέψει ένα δύσμορφο κομμάτι

κούτσουρου. Ο πέλεκυς ήταν βαρύς όμως και πάντα το μικρό

κορίτσι αποτύγχανε να τον ελέγξει. Η ενοχλητική φασαρία του

χοντροκομμένου εργαλείου όπως έπεφτε συνέχεια στις πλάκες του

μονοπατιού μπροστά από το σπίτι, έκανε τον Αλβίν να

εγκαταλείψει τις σκέψεις του και να απολαύσει τα παθήματά της.

Ενώ ο πατέρας ξεσπούσε σε γέλια κάθε φορά που η Ζιζέλ

αστοχούσε, η Μαριέτ δε συμμεριζόταν την ίδια διασκέδαση

τρέχοντας πανικόβλητη να πάρει τον κίνδυνο από τα χέρια της. Η

Ζιζέλ αναζήτησε υποστήριξη από τον πατέρα της μόνο για να

εισπράξει ένα αρνητικό νεύμα από εκείνον. Τότε σαν να μην

πτοήθηκε κλότσησε έναν σφαιρικό μπόγο από παλιά κουρέλια

δεμένα μεταξύ τους. Με τα μικρά της πόδια κατάφερε να δώσει μία

ακόμη γερή κλοτσιά στο τόπι της στέλνοντάς το μακριά. Ενώ αυτό

ανέπτυσσε ταχύτητα από την κατηφόρα της πλαγιάς, η Ζιζέλ

έγνεψε με ζαβολιάρικο βλέμμα στον πατέρα της να την

ακολουθήσει. Αυτός χαμογελώντας άρχισε να ακολουθεί πρόθυμα

την κόρη του αποφασισμένος να κάνει ό,τι μπορούσε για να διώξει

μακριά τα σύννεφα της καταιγίδας που κατέκλυζαν το μυαλό του.

«Περίμενε… περίμενε διαβολάκο, λυπήσου τον γέρο πατέρα

σου!» Η Ζιζέλ μετά από ένα ξέφρενο τρέξιμο, τον περίμενε κοντά

στον αγαπημένο του βάλτο κάνοντάς του νόημα να συνεχίσει να

την ακολουθεί.

«Αρκετά απομακρύνθηκες δε νομίζεις;» Αυτό που

ακολούθησε όμως στη συνέχεια, δεν ήταν δυνατόν να το περιμένει

ο ξανθομάλλης άντρας. Η κόρη του μεταμορφώθηκε σε γεράκι

μπροστά τα μάτια του τα οποία και ανοιγόκλεισε γρήγορα πολλές

φορές για να το συνειδητοποιήσει.

Όνειρο… βρίσκομαι σε έναν ακόμη εφιάλτη;

14


«Είσαι σίγουρος Αλβίν; είσαι σίγουρος που τελειώνει ο

εφιάλτης και που αρχίζει η πραγματικότητα;»

Η μικρή Ζιζέλ εμφανίστηκε απότομα πίσω του

καταφέρνοντάς του ένα δυνατό σπρώξιμο. Τα μπλε μάτια της τώρα

ήταν κίτρινα σαν γάτας και η παιδική της φωνή απούσα. Η όμορφη

κόρη του Αλβίν ακουγόταν σαν βραχνιασμένος αιωνόβιος γέρος.

Σηκώθηκε από το λασπωμένο έδαφος και άρχισε να ανεβαίνει με

μία πνοή την τραχιά ανηφόρα του μικρού λόφου που βρισκόταν το

σπίτι. Δίχως να κοιτάξει στιγμή πίσω του να ελέγξει αν τον

ακολουθούσε το έκτρωμα που είχε τη μορφή της κόρης του,

έφτασε για να αντικρίσει την απόλυτη φρίκη. Η Μαριέτ κείτονταν

ματωμένη ανάσκελα στο κόκκινο χορτάρι με το κοφτερό τσεκούρι

να βρίσκεται βαθιά καρφωμένο στο στήθος της. Το δεξί της χέρι

κρατούσε ακόμα το καλάθι με τα ρούχα που άπλωνε που τώρα

ήταν ματωμένα.

Ο Αλβίν έκανε και πάλι πολλές προσπάθειες να ξυπνήσει,

χτυπώντας δυνατά χαστούκια το πρόσωπό του. Τελικά, πλησίασε τη

νεκρή γυναίκα και γονατίζοντας, προσπαθούσε να

συνειδητοποιήσει το μέγεθος της τραγωδίας. Τα χέρια του

ασυναίσθητα έπιασαν το ματωμένο καλάθι το οποίο

αναποδογύρισε. Το κομμένο κεφάλι της κόρης του κατρακύλησε

στην κατηφόρα. Σηκώθηκε γρήγορα και έκανε πανικόβλητος τις

τελευταίες του προσπάθειες να δραπετεύσει από αυτόν τον

εφιάλτη. Αν όλα αυτά ήταν πραγματικότητα; Όσο παρέμενε σε

αυτή τη φρικιαστική παράσταση, τόσο δεν ξεχώριζε την αλήθεια

από την πλάνη που σε βυθίζουν τα όνειρα. Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια

του και τώρα βρισκόταν ανακουφισμένος στο κρεβάτι. Σηκώθηκε

ιδρωμένος και κοίταξε αμέσως από το μικρό παράθυρο για να

εντοπίσει την οικογένειά του.

«Μπράβο, συγχαρητήρια να πεις στον πατέρα σου μόλις

ξυπνήσει! Μου περιέγραφε με καμάρι πόσο καλά τρόχισε αυτό το

παλιοτσέκουρο! Άφησέ το αμέσως μη μας βρει κανένα μεγάλο

κακό...»

15


Όλα ήταν ακριβώς όπως στην αρχή του εφιάλτη του. Η Ζιζέλ

έπαιζε με τον ίδιο τρόπο και η Μαριέτ έκανε δουλειές

παρατηρώντας τη. Άνοιξε την ξύλινη πόρτα και προσπάθησε να μη

φανερώσει σε κανέναν τη φρικτή εμπειρία που έζησε στο μυαλό

του. Με κόπο έδιωξε τις σκέψεις του και παρακαλούσε η μέρα να

κυλήσει φυσιολογικά.

«Η κόρη μας ξέρει πολύ καλά να ξεχωρίζει ένα πόδι ή ένα

χέρι από το κούτσουρο γυναίκα! Τουλάχιστον τα δικά της πόδια και

χέρια!»

Η Ζιζέλ γέλασε και η Μαριέτ πέταξε στον Αλβίν το

χοντροκομμένο ξύλο που μάταια πάσχιζε να πετύχει η κόρη τους.

Εκείνος το απέφυγε με σοβαρό ύφος. Ένα ύφος που έκανε τη Ζιζέλ

να προβληματιστεί. Τα πράσινά του μάτια άρχισαν να παίρνουν

ένα αινιγματικό σχήμα. Ξαφνικά ο Αλβίν βγάζει μια κραυγή και

άρχισε στο κυνήγι την κόρη του που έτρεχε γελώντας. Η Μαριέτ

παραδόθηκε και αυτή στην εύθυμη οικογενειακή στιγμή. Ο Αλβίν

μόλις πέρασε τελικά από δίπλα της σταμάτησε και κοίταξε την κόρη

του. Ξαφνικά άρπαξε τη γυναίκα του και κρατώντας την αγκαλιά

κυνηγούσαν μαζί την κόρη τους που ούρλιαζε από έκσταση. Ούτε

ήθελε ούτε γινόταν να επιτρέψει στον εαυτό του να ενδώσει στα

άσχημα όνειρά του. Ανησυχούσε για την ασφάλεια τους αλλά οι

εφιάλτες παραμένουν εφιάλτες. Τίποτα παραπάνω από εσωτερικές

σκέψεις και ανησυχίες, στραμμένες εναντίον μας. Ίσως, αυτή η

θλιβερή και τρομακτική εμπειρία να είναι η υπενθύμιση στον Αλβίν

να εκτιμά της απλές στιγμές. Ίσως, η θερμή αυτή οικογενειακή

σκηνή να ήταν η ευτυχία που αναφέρουν όλοι και προσπαθούσε

χρόνια ο Αλβίν να αποσαφηνίσει. Το σίγουρο είναι πως εκείνο το

πρωινό τα σύννεφα απουσίαζαν.

Το παιχνίδι έλαβε τέλος όταν η Μαριέτ ικέτευσε τον Αλβίν

να σταματήσει.

«Αρκετά ιδρώσαμε, πάμε να σε σκουπίσω μικρή μην έχουμε

άλλα. Μπορεί να έχουμε καλοκαίρι αλλά το κρύο δεν έχει φύγει

εντελώς!»

16


«Άντε πήγαινε όμορφη, η μάνα σου είναι τελείως άκαρδη

που δεν αφήνει το παιδί της να παίξει με τους γονείς του». Ο Αλβίν

με μια πονηριά στο πρόσωπό του κοίταζε αδιάφορα προς το δάσος.

Η Μαριέτ ξεφύσησε, σούφρωσε τα χείλη της και έψαχνε τριγύρω

κομμάτια ξύλου αλλά δεν ήταν κανένα στην εμβέλεια της.

«Έλα εδώ γκρινιάρα...» Ο Αλβίν την έσπρωξε ελαφρά και την

κόλλησε στον τοίχο της καλύβας.

«Ζιζέλ μην κοιτάς κάτι θέλω να πω στη μάνα σου…» Το μικρό

κορίτσι γέλασε αμήχανα και έφυγε τρέχοντας.

«Ρε μπούφε τι κάνεις μπροστά της;»

«Η Ζιζέλ εκτός από πολύ ώριμη για την ηλικία της, ξέρει

πολύ καλά τι κάνουν οι γονείς της όταν έχουν αϋπνίες».

Η Μαριέτ χαστούκισε τον Αλβίν γελώντας.

«Σαν πολύ πειραχτήρι δεν είστε σήμερα μεσιέ Λοράν; θα

κοιμηθήκατε καλά υποθέτω...!»

«Απλά... χαίρομαι την όμορφη μέρα. Ας επιστρέψω στα

οικογενειακά μου καθήκοντα, άντε γυναίκα μαγείρεψε να φάμε

τίποτα κοντεύει μεσημέρι».

Ο Αλβίν της έδωσε ένα ακόμη φιλί και κατευθύνθηκε προς την

πηγή. Εκείνη του φώναξε από μακριά.

«Θα σου μαγειρέψω αρουραίους με φίδια».

«Μια χαρά αρκεί να μην τα παραβράσεις».

Η Μαριέτ ξέσπασε στα γέλια μόνη της ενώ ο Αλβίν γέμιζε

ήδη τα ασκιά με παγωμένο νερό. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα

δώρο από τους ουρανούς για εκείνη. Ο τρόπος που γνωρίστηκαν δε

χαρακτηρίζεται σε καμιά περίπτωση ως συνηθισμένος. Η Μαριέτ

κατάγεται από ένα χωριό της Ρεν στη Βρετάνη το οποίο είχαν

λεηλατήσει κάποτε Άγγλοι επιδρομείς. Ένας ευγενής την πήρε για

σκλάβα. Την έβαλαν σε ένα μικρό πλοίο μαζί με άλλους

αιχμάλωτους και κλοπιμαία, το οποίο κατευθυνόταν ανεπίσημα

προς τη βόρεια Βρετανία. Στην πορεία όμως πέσανε σε πειρατές οι

οποίοι αφού εξουδετέρωσαν το πλήρωμα του μικρού

δουλεμπορικού, οι αιχμάλωτοι κατέληξαν να βρίσκονται στο ίδιο

17


αμπάρι με εκείνους του πειρατικού. Ένας από αυτούς ήταν και ο

Αλβίν τον οποίο τον είχαν σαν εκλεκτό κρατούμενο. Μέσα στην

απελπισία του πειρατικού αμπαριού ξεκίνησαν να χτίζουν ισχυρούς

δεσμούς και την πρώτη ευκαιρία που τους δόθηκε, δραπέτευσαν

μαζί. Έτρεχαν μαζί μέρες ατελείωτες, μέχρι που βρήκαν καταφύγιο

στη βόρεια Πικαρδία.

Σε εκείνο το παράξενο μέρος με την άγρια ομορφιά του

έχτισαν το σπιτικό τους, μακριά από εκείνους που θα τους έκαναν

κακό. Ο Αλβίν ποτέ του δεν της είπε πολλά για το παρελθόν του και

πως βρέθηκε αιχμάλωτος σε πειρατικό πλοίο. Αλλά η Μαριέτ

σεβάστηκε και σέβεται τη μυστικοπάθεια του. Μαζί του αισθάνεται

ασφάλεια και ευτυχία παρόλες τις αντιξοότητες. Ξέρει όμως πως ο

ξανθομάλλης άντρας κρύβει πολλά από τη ζωή του.

Οι περισσότεροι εφιάλτες όπως και τα όνειρα, με την

πάροδο της ημέρας εξανεμίζονται σαν σκόνη στον άνεμο. Όμως όχι

αυτός ο εφιάλτης. Έπρεπε να μάθει για τους κινδύνους που

ελλοχεύουν στην περιοχή. Μετά τη μεσημεριανή ξεκούραση

λοιπόν, ο Αλβίν αποφάσισε να πάει μια βόλτα στο χωριό με την

πρόφαση να αγοράσει προμήθειες αλλά στην πραγματικότητα

ήθελε να μάθει κάτι καλύτερο από φήμες για την πορεία του

πολέμου στα δυτικά.

Το χωριό από το σπίτι του, βρισκόταν είκοσι περίπου λεπτά

δρόμο με τα πόδια. Έτσι, ίσα που πρόφτασε να αφεθεί στο

συνηθισμένο ταξίδι των σκέψεών του μέχρι να διασχίσει το κομμάτι

του δάσους. Ήταν πραγματικά ένα άθλιο χωριό με τα περισσότερα

οικοδομήματά του να έχουν πρόχειρες αχυροσκεπές και οι δρόμοι

να μοιάζουν με ρηχούς βούρκους. Τα μοναδικά σπίτια στην περιοχή

που ήταν μακράν σε καλύτερη κατάσταση ήταν δύο. Το ένα ήταν

του προύχοντα της περιοχής. Κάποιου υποκόμη με το όνομα Ζίλ

Ντε Μπρισάκ, που έμενε σε ένα πετρόκτιστο αρχοντικό ανατολικά

του χωριού πάνω σε έναν λόφο παρόμοιο με εκείνον του Αλβίν.

Ήταν ένας παχύσαρκος δειλός άντρας που μισούσε τους ξένους και

η μόνη του ασχολία ήταν να μαδάει τους πάμφτωχους κατοίκους

18


με αντάλλαγμα την προστασία που υποτίθεται τους παρείχε από

ληστές ή εχθρικές εισβολές. Ο Αλβίν είχε συνάψει συμφωνία μαζί

του για να τον αφήνει στην ησυχία του υπό ακριβό αντίτιμο.

Βέβαια, και το σπίτι των Λοράν ήταν καλά καμουφλαρισμένο πέρα

από τον λόφο και το δάσος. Από μακριά έμοιαζε σαν στέκι κυνηγών

περισσότερο παρά με αγροτόσπιτο. Σημασία είχε πως ο Ντε

Μπρισάκ είτε γιατί τον φοβόταν είτε γιατί επωφελούνταν από τον

φόρο του, έμενε πιστός στη σχέση που είχαν.

Το άλλο κτήριο που έστεκε αρκετά αξιοπρεπώς ήταν

προφανώς η εκκλησία του χωριού. Πόσο παράδοξο του φαινόταν

που ο κόσμος υποφέρει από το νερό της βροχής και τον αέρα που

εισχωρεί από τις ημιτελείς ή κατεστραμμένες στέγες και η εκκλησία

που δεν κατοικεί κανένας τη νύχτα να είναι το πιο σταθερό και

στιβαρό οικοδόμημα! Δεν ήταν βέβαια και κανένας καθεδρικός,

αλλά είχε μια όμορφη και γερή στέγη, μεγάλη και ανθεκτική πόρτα

και γενικά σου τραβούσε την προσοχή αν σκεφτείς πως τα

υπόλοιπα σπίτια ήταν σκέτη απελπισία.

Έφτασε στο πανδοχείο του χωριού το οποίο ήταν και ένα

είδος παντοπωλείου. Από εκεί ο Αλβίν προμηθευόταν τα

απαραίτητα για το σπίτι του, όπως εργαλεία, αλεύρι, ρούχα και

υφάσματα, αλλά κυρίως είχε την ευκαιρία να μαθαίνει κάποια νέα

και εξελίξεις που συνέβαιναν στο βασίλειο. Ανοίγοντας την πόρτα

τον υποδέχθηκε μια ετοιμοθάνατη κεντρική φωτιά που απέμεινε

από το ψήσιμο κάποιου ζώου, σκόρπια τραπέζια από εδώ και από

εκεί όπου κάθονταν κυρίως ηλικιωμένοι οι οποίοι γύρισαν αμέσως

προς το μέρος του μόλις εισήλθε και ένας τροβαδούρος της κακιάς

ώρας που είχε σακατέψει ένα γνωστό τραγούδι με λατινικό στίχο. Ο

νεοφερμένος άντρας προχωρούσε αργά προς τον πάγκο του

πανδοχέα ενώ σχεδόν όλοι οι πελάτες είχαν καρφωμένα τα

βλέμματά τους πάνω του. Ο τροβαδούρος αντιλαμβανόμενος την

ξαφνική παγερή ατμόσφαιρα μείωσε την ένταση που χτυπούσε τις

χορδές του όργανού του μέχρι που σταμάτησε τελείως. Τότε ο

πανδοχέας με ένα πλατύ χαμόγελο έσπασε τον πάγο.

19


«Φίλοι μου... δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε. Είναι ο

φίλος μου ο μεσιέ Λοράν. Έρχεται και άλλες φορές δε θυμάστε;

Συνεχίστε να διασκεδάζετε και εσύ τροβαδούρε συνέχισε να

παίζεις, ό,τι παίζεις τέλος πάντων μη σε ταΐσω στα γουρούνια».

Ο τροβαδούρος ξανάρχισε το φριχτό παίξιμό του και οι

πελάτες αρκετά απρόθυμα γύρισαν στις συζητήσεις τους.

«Χαίρομαι που σε βλέπω Ντιντιέ».

«Η χαρά είναι δική μου μεσιέ Λοράν! Πες μου, πώς και

ξαναπέρασες από το κολαστήριο τόσο σύντομα από την τελευταία

φορά;»

Ο Ντιντιέ ήταν αρκετά μεγαλύτερος του Αλβίν, αλλά

προτιμούσε να απευθύνεται στον ξανθομάλλη άντρα με κάθε

επισημότητα. Ήταν μια σταγόνα εμπιστοσύνης και βοήθειας σε μια

θάλασσα καχυποψίας και φόβου. Όταν ζεις σε μια κοινωνία που

αποτελείται ως επί το πλείστον από γυναικόπαιδα και είσαι στο

έλεος κάθε παράνομου εισβολέα και κάθε άρχοντα με

καταστροφικές βλέψεις, δεν μπορεί βέβαια κανένας να σε

κατηγορήσει γιατί δεν είσαι φιλόξενος.

«Σας έλειψε η παρουσία μου;»

Ρώτησε δήθεν απορημένος ο Αλβίν. Οι δυο άντρες

χαμογέλασαν μέχρι που ο Ντιντιέ έσκυψε προς τον Αλβίν σοβαρός.

«Πώς και ήρθες αλήθεια; Νόμιζα σου είχα δώσει αρκετές

προμήθειες πριν έναν μήνα!»

«Ήρθα για να μου πεις κάτι ευχάριστο για τον μέλλον. Είμαι

σίγουρος πως δεν πέφτει φύλο χωρίς να το μάθεις στην περιοχή, να

μην πω και σε άλλες περιοχές».

Ο Ντιντιέ γέμισε γρήγορα δυο κύπελλα μπίρα και έδωσε το

ένα στον Αλβίν. Ήπιε μερικές γενναίες γουλιές και κοίταξε για λίγο

με τα θολά ανοιχτόχρωμά του μάτια τον συνομιλητή του.

«Κάτι ευχάριστο… Ναι, έχω να σου πω δυο ευχάριστα. Το

ένα είναι πως θα πεθάνουμε κάποια στιγμή... δε με νοιάζει που θα

πάμε τότε, αλλά τουλάχιστον μακριά από τον σκατένιο τούτο

κόσμο. Το άλλο ευχάριστο αφορά εμένα. Ετοιμάζομαι να φύγω από

20


το χωριό σύντομα. Τι είπα; Λάθος, ετοιμάζομαι να φύγω από τις

λάσπες τα σκατά και αυτούς του ηλίθιους που βλέπεις. Από όταν

πέθανε η γυναίκα μου, το πανδοχείο με ρίζωσε εδώ. Όχι για πολύ

όμως. Αλήθεια τι κάνει η γυναίκα και η κόρη σου;»

«Μια χαρά είναι και επειδή θέλω να συνεχίσουν να είναι

καλά, θέλω να μου πεις τι κινδύνους έχουμε να αντιμετωπίσουμε

από εδώ και πέρα. Τι έχεις ακούσει;»

«ΑΑA ενέδωσες και εσύ στις φήμες από τις γριές κότες για τα

Σαξονικά σκυλιά; Ειλικρινά δε γίνεται τίποτα πραγματικά που να

μας κάνει να φοβόμαστε. Ή μάλλον καλύτερα, δε γίνεται κάτι

διαφορετικό από την κατάσταση των τελευταίων χρόνων. Οι Άγγλοι

δεν κάθονται στα αβγά τους και κάνουν συνεχώς επιδρομές στα

αγροκτήματα στη Νορμανδία, ενώ εμείς κοιμόμαστε τον ύπνο τον

μακάριο και όταν οι Άγγλοι το παρακάνουν τους πληρώνει ο Φιλίπ

και ηρεμούν. Τέτοια είναι η κατάσταση. Αυτό το καλοκαίρι βέβαια

έχουμε παρατηρήσει έντονη κινητικότητα στη Δύση αλλά τίποτα

παραπάνω. Θα πει κάποιος πως και εμείς τους έχουμε

καταληστέψει τις νότιες ακτές τους με επιδρομές για αντίποινα

αλλά εντάξει. Υποθέτω πως μας κάνουν το ίδιο και τίποτα

παραπάνω!»

«Δηλαδή αυτή η κινητικότητα που λες δεν πρόκειται για νέα

εκστρατεία του Έντουαρντ; για επέλαση προς τα ανατολικά;»

«Πολύ θα ήθελα να γνωρίσω τον πληροφοριοδότη σου!

Μεσιέ Λοράν μην ακούς όποιον να ‘ναι. Εντάξει δεν είναι καθόλου

ρόδινα τα πράγματα αλλά όχι και έτσι! Ο ‘Έντουαρντ εξάλλου δεν

αφήνει εύκολα το Λονδίνο του. Η μπόρα μπορεί να έρχεται αλλά

προς το παρόν έχουμε μόνο συννεφιά».

Ο Αλβίν σήκωσε τη κούπα με την μπίρα χαμογελώντας με

ανακούφιση αν και ήξερε πως δεν υπήρχε δικαίωμα εφησυχασμού,

παρά μόνο η εξασφάλιση χρόνου για σκέψη και αντιμετώπιση

αυτών που έπονται.

«Αλήθεια αν φύγεις που λες από δω, πού θα πας;»

21


«Έχω μια ξαδέρφη στο Παρίσι. Έχει ένα μαγαζί με υφάσματα

και μου μήνυσε πως έχει κάποια προβλήματα και θέλει να

συνεργαστούμε. Σε διαφορετική περίπτωση θα πετούσα αμέσως το

γράμμα στη φωτιά που με θυμήθηκε ύστερα από είκοσι χρόνια

τώρα που έμεινε χήρα και έχει προβλήματα. Έχει το θράσος ενώ

μένει στο Παρίσι να ζητά βοήθεια από έναν που ζει εδώ! Το

καταλαβαίνεις; Όμως προκειμένου να αφήσω αυτό το μέρος

βοηθάω και τον Έντουαρντ μαζί με όλους τους τοξότες του».

«Και από ποιoν θα παίρνω προμήθειες και πληροφορίες

εγώ βρε βλάκα;»

«Μη φοβάσαι θα με ξεχάσεις γρήγορα. Το ξέρεις πως μόνο

εσύ θα μου λείψεις και μου κακοφαίνεται. Οι υπόλοιποι να πάνε να

πνιγούν. Είσαι ένα συμπαθητικό καθίκι τελικά».

Ο Αλβίν μπορεί να έδειχνε άνετος αλλά στενοχωρήθηκε

πολύ που έμαθε πως ο μοναδικός του σύμμαχος στην περιοχή θα

έφευγε. Ήταν ένας σκληρός άνδρας αλλά με καυστικό χιούμορ και

μια καλοσύνη που πάσχιζε να κρύψει. Η καλοσύνη είναι ελάττωμα

στην εποχή που ζούμε, συνήθιζε να λέει. Είναι αδυναμία και δεν

έχουμε το περιθώριο για τέτοιες. Όντως, οι δύσκολοι καιροί και ο

πόλεμος σκληραίνουν τους ανθρώπους. Τους κάνουν να

σκέφτονται και να πράττουν όπως δεν μπορούσαν να φανταστούν.

Ο Αλβίν το ήξερε πολύ καλά αυτό και μπορούσε να διακρίνει

ξεκάθαρα πότε ένας άνθρωπος έκρυβε την καλοσύνη και τα

όμορφα χαρακτηριστικά του για λόγους επιβίωσης. Ο ίδιος

άλλωστε δεν ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος; Μπορεί να είχε ακόμα

μέσα του το έξυπνο και ανήσυχο παιδί της νιότης του, αλλά οι

καταστάσεις που έζησε, τον έκαναν να ανακαλύψει σκληρά

χαρακτηριστικά του εαυτού του που σίγουρα δε γνώριζε πως

διαθέτει.

«Αλήθεια μεσιέ Λοράν, τώρα που ίσως έφτασε ο καιρός να

φύγω και να πάψουν οι συναντήσεις μας, δε θα μου λύσεις την

περιέργειά μου για το παρελθόν σου; Δεν έχεις συγγενείς εσύ;

γονείς; Αποκλείεται να φύτρωσες. Ξέρω πως ήθελες να

22


απομονωθείς αλλά γιατί; Συγχώρεσε με αλλά εδώ και πολύ καιρό

δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι».

Ο Αλβίν χαμήλωσε το βλέμμα του κοιτώντας την μπίρα του,

ξεφύσησε μία φορά και ξεκίνησε να μιλά χαμηλόφωνα.

«Καν. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Καν!»

«Αααα ώστε είσαι ένα Νορμανδικό καθίκι ε; Επιτέλους,

έχουμε ένα στοιχείο από την άγνωστη προσωπικότητά σου. Για πες

μου... η Καν είναι πλούσια και ωραία πόλη, φαντάζομαι εκτός από

τους λόγους που σε κρατούν μακριά της, δε θα έχεις πια συγγενείς

εκεί ε;»

Ο Ντιντιέ ήταν φανερά ενθουσιασμένος που άρχισε να

ξετυλίγει απροσδόκητα το πολυπόθητο κουβάρι του παρελθόντος

του μεσιέ Λοράν, κρατώντας με κόπο χαμηλή την ένταση της φωνής

του.

«Ο... πατέρας μου... μόνο τον πατέρα μου είχα...»

«Λυπάμαι μεσιέ... πόσο καιρό έχεις να ξαναπάς στην πόλη;»

«Πάνω από δεκαπέντε χρόνια Ντιντιέ. Ήμουν έντεκα ή

δώδεκα χρονών. Συνόδευα τον πατέρα μου πρώτη φορά στο Παρίσι

για μία από τις δουλειές του. Ήθελε να μου δείξει κιόλας το

πανεπιστήμιο που θα σπούδαζα, μόλις έφτανα στην κατάλληλη

ηλικία. Διπλωμάτης ή κάτι τέτοιο… Ήταν και αυτός νομικός,

σύμβουλος του μαρκήσιου Ντουπόν που διοικούσε την πόλη

τότε…»

Ο Αλβίν άρχισε να λύνει τη γλώσσα του επισκεπτόμενος

ξανά τα κελιά της μνήμης του που είχε καιρό κλειδωμένα,

ανοίγοντάς τα ελάχιστα μόνο για τη Μαριέτ. Μια μεγάλη

ανακούφιση συνόδευε την αναδρομή του καθώς έφευγε ένα βάρος

που κουβαλούσε. Ο Ντιντιέ ήταν ο μόνος που θα μπορούσε εκτός

της γυναίκας του να το επωμιστεί.

«Ώστε όχι μόνο είσαι Νορμανδικό καθίκι, αλλά είσαι και ένα

πλούσιο Νορμανδικό καθίκι. Βέβαια, έπρεπε να το υποψιαστώ με

αυτά που με πληρώνεις όταν έρχεσαι. Πηγαίνατε με τον πατέρα

23


σου στο Παρίσι είπες; από καθαρή περιέργεια, γιατί να σπουδάσεις

εκεί, η Καν δεν είχε πανεπιστήμιο;»

«Έχει... νομίζω, απλά ο πατέρας μου επέμενε να πάω στο

Παρίσι σε έναν γνωστό του δάσκαλο που θα με φρόντιζε…»

Ο Αλβίν άρχισε να κομπιάζει στις τελευταίες λέξεις

αφήνοντας την τελευταία να σβήσει.

«Αλβίν, δε σε αναγκάζω να μιλήσεις... είναι φανερό πως

πιέζεσαι και...» Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του ο

Ντιντιέ, ο ξανθομάλλης άντρας διέκοψε τον πανδοχέα αυξάνοντας

την ένταση της φωνής του.

«Μας επιτέθηκαν στον δρόμο ληστές Ντιντιέ. Σκότωσαν τους

δύο υπηρέτες που μας συνόδευαν και έριξαν τον πατέρα μου από

το άλογό του χτυπώντας τον άσχημα. Τον τρύπησαν με ένα μακρύ

ξίφος και τον άφησαν αιμόφυρτο στις λάσπες. Εμένα με άρπαξαν

από το δικό μου και αφού με χτύπησαν γιατί άρχισα να ουρλιάζω,

μου φόρεσαν μια βρόμικη κουκούλα. Το τελευταίο που θυμάμαι

από εκείνες τις στιγμές και με στοιχειώνει έκτοτε, είναι η

σπαρακτικές φωνές του πατέρα μου για βοήθεια. Οι απελπισμένες

του κραυγές να σβήνουν τελείως και εγώ ανήμπορος να βοηθήσω

τον οποιονδήποτε. Γιατί ήμουν απλά ένα μορφωμένο παιδάκι με

όπλα μου τις γνώσεις και τα γράμματα!»

Ο Αλβίν σχημάτισε μια γκριμάτσα μίσους και απέχθειας με

το στόμα του.

«Αλβίν δεν έχω λόγια... συγγνώμη που σε πίεσα να μου πεις

τέτοια πράγματα. Για να είσαι εδώ μπροστά μου σημαίνει πως

κάποια στιγμή ξέφυγες από τους απαγωγείς. Θέλω να σε ρωτήσω

γιατί δεν επέστρεψες στην πόλη σου αλλά είμαι σίγουρος ότι έχεις

τους λόγους σου. Λοιπόν, σταματάμε αυτή τη συζήτηση...»

«Δε φταις εσύ, μακάρι να τελείωνε εκεί η ιστορία μου... καλό

μου έκανε που το έβγαλα στην επιφάνεια και πάλι φίλε μου.

Λοιπόν, και πότε σκέφτεσαι να φύγεις;»

24


Ήπιε μία δυνατή γουλιά μπίρας, καθάρισε τον λαιμό του και

προσπάθησε αδέξια να κρύψει την απογοήτευσή του. Ο Ντιντιέ

έξυσε για λίγο το μέτωπό του και έσκυψε ξανά στον Αλβίν.

«Δεν ξέρω ακόμα... σου είπα σύντομα». Αυτή τη φορά ο

πανδοχέας δεν έδειχνε σίγουρος.

«Τι σε προβληματίζει;» Εκείνος ξέσπασε στα γέλια και τον

χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Τόσο φιλικά που τον έκανε σχεδόν να

πνιγεί όπως προσπαθούσε να πιεί.

«Εκτός από μορφωμένο και πλούσιο και Νορμανδικό... είσαι

και ένα πολύ έξυπνο καθίκι τελικά. Ναι, κάτι με προβληματίζει

αλλά μην ελπίζεις πως θα σου ανοιχτώ και εγώ σήμερα».

«Δεν ελπίζω, είμαι σίγουρος πως θα το κάνεις».

Ο Ντιντιέ γέλασε δυνατά πάλι και αφού περίμενε και τον

τελευταίο πελάτη να στρέψει ξανά το ενδιαφέρον του στο ποτό και

το τραπέζι του, στράφηκε στον Αλβίν με σοβαρό ύφος.

«Έχουν περάσει τα χρόνια φίλε μου! Πιστεύεις πως θα μου

κάνει καλό η πολυκοσμία και ο θόρυβος του Παρισίου; Θα μου

κάνει καλό η ηλίθια η ξαδέρφη μου που από ό,τι θυμάμαι ήταν

αρκετά φλύαρη; αρκετά με ταλαιπώρησε η καημένη η μακαρίτισσα

γυναίκα μου».

«Νόμιζα πως ήθελες να φύγεις πάση θυσία από εδώ; πως σε

έπνιγε αυτό το μέρος...»

«Ήθελα... ΘΕΛΩ να φύγω από το άθλιο αυτό χωριό... αλλά

δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ. Δεν ξέρω μεσιέ Λοράν, απλά έχω ένα

άσχημο προαίσθημα για αυτό. Με λένε και Λασάνς στο επίθετο.

Είμαι πολύ τυχερός δε βλέπεις;»

«Είναι η ευκαιρία σου να μεγαλουργήσεις στην πόλη του

βασιλιά... να ξαναγεννηθείς. Δε θέλεις να πεθάνεις πανδοχέας

έτσι;»

«Ούτε και πωλητής υφασμάτων όμως! Έχεις δίκιο Αλβίν...

έχεις δίκιο. Θα προσπαθήσω να βρω αντικαταστάτη για τις

προμήθειες σου πάντως… τώρα, για κουβεντούλα δε σου

υπόσχομαι! Πρέπει όντως να βρω αντικαταστάτη και δεν έχω βάλει

25


πωλητήριο ακόμα! Ποιος θα βρεθεί εδώ να το πάρει αυτό το

ερείπιο;»

Ο Ντιντιέ διέκοψε την κουβέντα του για να ρίξει μια βρισιά

στον τροβαδούρο γιατί έπρεπε κάποιος να πληρώσει τον

προβληματισμό του. Ο Αλβίν αφού γύρισε να κοιτάξει το

απελπισμένο πρόσωπο του κακομοίρη μουσικού, μόλις επέστρεψε

στον συνομιλητή του, έβγαλε από τον λαιμό του τον περίτεχνο

ασημένιο σταυρό με το δερμάτινο λουράκι και το ακούμπησε στον

πάγκο.

«Τι είναι αυτό μεσιέ Λοράν; Μου έδωσες ήδη πριν δέκα

μέρες ένα ακόμα από τα φανταχτερά σου μπιχλιμπίδια που δε

ρωτώ που τα βρήκες και δεν αγόρασες τίποτα σήμερα!»

«Είχα σκοπό να σου δώσω και μερικά ακόμα δώρο όταν

έρθεις σπίτι μου αλλά φοβάμαι μη φύγεις νύχτα για Παρίσι σαν τον

κλέφτη χωρίς να πάρεις ούτε ένα αποχαιρετιστήριο δώρο από τον

φίλο σου».

«Πρώτον, δε θέλω δώρα της παρηγοριάς ξανθομάλλικο

σκατό. Δεύτερον, γιατί συνεχίζεις να ζεις σε μια καλύβα στο λόφο

αφού έχεις τέτοιο... θησαυρό; Υποθέτω είναι μέρος του σχεδίου

σου για κρυφή και ήσυχη ζωή...»

«Έχω κάνει ανείπωτα πράγματα στο παρελθόν φίλε μου.

Αυτός ο θησαυρός όπως τον λες, είναι ό,τι απέμεινε από αυτό το

παρελθόν και με ανακουφίζει που με αυτόν αγοράζω τα μέσα για

να συντηρώ την οικογένειά μου βοηθώντας παράλληλα έναν φίλο.

Τον μόνο άνθρωπο που με βοήθησε αυτά τα χρόνια. Δεν μπορώ να

σου πω περισσότερα δυστυχώς. Στον δρόμο για το Παρίσι κράτησε

τον σταυρό καλά κρυμμένο όπως τον είχα εγώ. Κρύψε καλά και τα

άλλα που σου έχω δώσει και θα σου δώσω αν με επισκεφτείς πριν

την αναχώρησή σου!»

«Φύγε ρε ηλίθιε από το πανδοχείο μου πριν κλάψω σαν

βυζανιάρικο. Θα έρθω να σας χαιρετίσω όλους πριν φύγω στον

λόγο μου. Αν επιμένεις να αποχωριστείς και άλλα πολύτιμα... εδώ

είμαι εγώ». Οι δύο άντρες ξέσπασαν σε γέλια ελαφρύνοντας το

26


πολύ βαρύ κλίμα που προκάλεσε η συζήτησή τους. Ο Αλβίν ήπιε

μία τελευταία γουλιά από την μπίρα του και έκανε να φύγει.

«Καλό βράδυ μεσιέ Λασάνς, εις το επανιδείν». Ο πανδοχέας

του έγνεψε καταφατικά χωρίς να τον κοιτά και κατέβηκε στο κελάρι

του πανδοχείου. Οι πελάτες μουρμούριζαν ξανά μόλις πέρασε ο

ξανθός άνδρας από μπροστά τους και ο τροβαδούρος σταμάτησε

δίνοντας έτσι την ευκαιρία να ακουστεί καλύτερα η φωνή του

Ντιντιέ από το κελάρι.

«Ρε παλιοκούραδο ποιος σου είπε να σταματήσεις;» Ο Αλβίν

χαμογέλασε τραβώντας την πόρτα της εξόδου όπου

συνειδητοποίησε πως ο ήλιος είχε αρχίσει να υποχωρεί πέρα από

την κοιλάδα.

Είχε το λυπηρό προαίσθημα πως δε θα ξαναέβλεπε τον

Ντιντιέ. Το προαίσθημα αυτό τον έκανε να γυρίσει το βλέμμα του

μία ακόμα φορά πίσω. Μπορεί να μην ήθελε να φύγει ο

πανδοχέας, αλλά πάντα στη ζωή του δεν του άρεσε οι άνθρωποι να

χάνουν την ελπίδα για κάτι καλύτερο. Η ελπίδα είναι ο κινητήριος

μοχλός της δύναμης του ανθρώπου. Όσο υπάρχει ελπίδα υπάρχει

και η πιθανότητα να επιτευχθούν τα πάντα. Αν θέλεις να σκοτώσεις

έναν άνθρωπο αργά και βασανιστικά, άφησέ τον να ζήσει χωρίς

ελπίδα. Και η ελπίδα του Αλβίν για κάτι καλύτερο σίγουρα

βασιζόταν στο να εξασφαλίσει πως δε θα κινδυνεύσει η οικογένειά

του από την επικείμενη καταιγίδα.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν φυσιολογικά για την

απομονωμένη οικογένεια. Αυτές οι μέρες σε αντίθεση με το

ανήσυχο εκείνο βράδυ στον βάλτο, ήταν πολύ όμορφες και

ευχάριστες. Μέχρι και οι εφιάλτες του Αλβίν υποχώρησαν. Σαν ένα

περιπαικτικό θεϊκό σημάδι που προετοιμάζει τον άνθρωπο για

μελλοντικές δοκιμασίες. Ο μεσιέ Λοράν όμως ήξερε πως αυτό δεν

έχει να κάνει με κάποιο σημάδι. Η ζωή είναι δύσκολη και γεμάτη

27


εμπόδια μα αποτελείται από ψήγματα χαρούμενων στιγμών, που

για αυτά αξίζει να μάχεσαι. Αυτό ίσως ήταν η ευτυχία που όλοι

αναζητούν μέσα σε έναν βούρκο προβλημάτων. Αυτά τα ψήγματα

ηλιαχτίδας. Ο Αλβίν πολύ αμφέβαλλε αν ο άνθρωπος είναι σε θέση

να κατανοήσει την έννοια της ευτυχίας. Οι περισσότεροι είναι

καταραμένοι σε ένα ατελείωτο και ανελέητο κυνήγι άσχετων

δρόμων που θα επιλέξουν, χωρίς να συνειδητοποιούν πως κατά τη

διάρκεια του κυνηγιού ίσως το θήραμα βρίσκεται δίπλα τους και το

προσπερνούν χωρίς καν να του δώσουν σημασία. Γνωρίζει πολύ

καλά ο μεσιέ Λοράν τη φαυλότητα αυτού του κυνηγιού. Υπήρξε

ένας τέτοιος καταραμένος κυνηγός, μα τώρα έχει αναθεωρήσει

πολλά. Έχει αναθεωρήσει βλέποντας τη κόρη του να μεγαλώνει και

να επιβιώνει μέσα από χαρές και λύπες. Να παίζει ευτυχισμένη,

αμόλυντη ακόμα από την κατάρα του κυνηγιού.

Ασυναίσθητα πήγε να πιάσει τον περίτεχνο σταυρό που

φορούσε ανελλιπώς τα τελευταία πέντε χρόνια για να κάνει μία

ακόμη μικρή προσευχή. Στη θέση του έπιασε το στήθος του. Αυτό

το κόσμημα τον γέμιζε σε πολλές περιπτώσεις με τη δύναμη που

χρειαζόταν και ας γνώριζε μέσα του πως ήταν απλά ένα κόσμημα.

Ένα αντικείμενο με υλική αξία και μόνο, παρά τη θέληση των

ανθρώπων για κάτι παραπάνω.

Ένα πρωινό, όπως έκοβε επιδέξια τα ξύλα με το κοφτερό

του τσεκούρι και παράλληλα, έριχνε κλεφτές ματιές στη Ζιζέλ που

κυνηγούσε κάποια δυστυχή έντομα, τότε ήταν που τα πρώτα

πραγματικά σύννεφα κάναν την παρουσία τους. Τρεις

καβαλάρηδες από το πουθενά πλησίαζαν το αγροτόσπιτο των

Λοράν και ο τρόπος που κάλπαζαν υποδήλωνε πως δεν επρόκειτο

για τυχαίους περαστικούς. Ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά του και

έτρεξε να ειδοποιήσει τη Μαριέτ.

«Στο σπίτι... Τώρα!»

«Αλβίν τι συμβαίνει; ποιοι είναι αυτοί;» Ρώτησε τρομαγμένη

από τον τόνο του.

28


«Δεν ξέρω... δε συμβαίνει κάτι αλλά καλό είναι να

προσέχουμε δε νομίζεις;» Ήταν πολύ κακός ψεύτης όταν

ανησυχούσε. Δεν μπορούσε να ελέγξει το σφίξιμο στο στομάχι του.

Η Μαριέτ κρατούσε τη μικρή τους κόρη και στεκόταν στην πόρτα

του σπιτιού τους παρατηρώντας φανερά αγχωμένη την έλευση των

ιππέων που πλέον είχαν σχεδόν φτάσει. Ο Αλβίν φόρεσε την

κουκούλα του πανωφοριού του προσπαθώντας να μοιάσει όσο το

δυνατόν περισσότερο ασήμαντος. Προσποιούνταν πως συνέχιζε

ατάραχος να κόβει ξύλα κάνοντας δήθεν πως οι επισκέπτες τον

αιφνιδίασαν τελευταία στιγμή. Οι καβαλάρηδες σταμάτησαν λίγο

πιο κάτω. Φορούσαν φανταχτερές πανοπλίες οι οποίες ήταν

στολισμένες με κορδέλες πορτοκαλί και μαύρου χρώματος. Όπως

ήταν και οι ασπίδες που κρέμονταν στο πλάι των αλόγων και αυτό

ακριβώς ήταν η απόδειξη για τον Αλβίν πως η καταιγίδα μόλις

εμφάνισε τα πρώτα σύννεφά της. Το σφίξιμο έδωσε τη θέση του

στο έντονο μούδιασμα στο κεφάλι και ο Αλβίν απλά έκλεισε τα

μάτια του ανοίγοντάς τα ξανά με ψεύτικο χαμόγελο υποδοχής.

Ένας από τους τρεις καβαλάρηδες σήκωσε την προσωπίδα του

κράνους του και κλότσησε ελαφρά τη ράχη του αλόγου του για να

προηγηθεί των συντρόφων του.

«ΕΕΕ από το σπίτι... Με ακούτεεε;» Ο περίεργος καβαλάρης

έφερνε κύκλους με το άλογο που το είχε πιάσει μια ξαφνική

νευρικότητα.

«Ναι... Τι θα θέλατε;» απάντησε ο Αλβίν διακόπτοντας την

υποτιθέμενη κοπή ξύλων και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους.

«Είμαστε στην περιοχή με διαταγή του βασιλιά Φιλίπ!

Ελέγχουμε όλη την παραμεθόριο για να βρούμε Άγγλους

κατασκόπους. Επίσης ψάχνουμε να βρούμε και ικανούς άντρες

πρόθυμους να πολεμήσουν στο πλάι μας. Ο πόλεμος θα ξεσπάσει

πολύ σύντομα».

Ακουγόταν λογικός ο λόγος επίσκεψής τους. Όμως όλα αυτά

δεν έπειθαν καθόλου τον Αλβίν.

29


«Ωραία, τι μπορώ να κάνω για σας; Πρέπει να σας πω πως

κατασκοπεύω εδώ και πολύ καιρό τα βατράχια... του βάλτου.

Επίσης, το αριστερό μου χέρι είναι σχεδόν άχρηστο! Με τα βίας

μπορώ να κόψω τα ξύλα. Οπότε κατάσκοπος δεν είμαι, για

στρατιώτης δεν κάνω... »

«Ήρθαμε στην Πικαρδία επίσης να βρούμε κάποιον

συγκεκριμένο». Ο άγνωστος προσπέρασε την υποβόσκουσα

ειρωνεία του Αλβίν. «Ψάχνουμε κάποιον που ο βασιλιάς θα

χρειαζόταν τις υπηρεσίες του πάρα πολύ».

«Δε νομίζω η μεγαλειότητά του να χρειάζεται κάποιον από

αυτό το μέρος άρχοντά μου... είμαστε όλοι ταπεινοί εδώ. Απλοί

άνθρωποι που φοβούνται τον πόλεμο».

«Σου λέει κάτι το όνομα “Ντιέ Μαλαντί”;» Ο μυστηριώδης

άντρας συνέχισε να αγνοεί τον Αλβίν. Το όνομα που είπε

πραγματικά τον συγκλόνισε τόσο, που με κόπο προσπάθησε να

κρύψει από τον έξυπνο μυστηριώδη επισκέπτη, την ύποπτη

αντίδρασή του.

«Άρχοντά μου Θεός φυλάξει... ευτυχώς δεν έχουμε κανέναν

με αυτό το όνομα εδώ... θα μας είχε κάψει η οργή Του!» Έτρεμε

παριστάνοντας τον σακάτη ενώ τα ξανθά του γένια που ήταν τα

μόνα εκτεθειμένα από την κουκούλα, φαίνονταν από μακριά στο

φως του ήλιου σαν λευκά, προσθέτοντάς του χρόνια.

«’Κανέναν’; δε είπα ότι πρόκειται για κάποιον συγκεκριμένα.

Μία φράση σου ανέφερα!» Ο άγνωστος ιππέας άρχισε να γελά.

«Τίποτα ε; Αν κρύβεις κάτι, το κάνεις καλά αυτό στο δίνω.

Ελπίζουμε να λες αλήθεια φίλε γιατί αλλιώς θα ξαναέρθουμε να

είσαι σίγουρος! Τότε δε θα περιοριστούμε μόνο σε κουβέντα και δε

μου φαίνεσαι τόσο δειλός όσο προσπαθείς να δείξεις! Αν

αποδειχθεί πως κρύβεις κάτι θα το μετανιώσεις και εσύ και η

οικογένειά σου που κρύβεται στο παλιόσπιτο σου».

Ο Αλβίν και στις άμεσες απειλές έμεινε ατάραχος

προσπαθώντας να συνεχίσει τον ρόλο του.

30


«Αλίμονο άρχοντα μου... την αλήθεια σας λέω... σας

παρακαλώ, δεν ξέρουμε κανέναν εδώ με τέτοια ονόματα. Μικρές

κοινωνίες θα το παίρναμε εύκολα είδηση».

«Τότε είσαι στα αλήθεια δειλός. Θα τα ξαναπούμε». Γέλασαν

και οι τρεις γυρίζοντας απότομα τα άλογα τους με κατεύθυνση το

χωριό.

Ο Αλβίν έμεινε να τους κοιτά όπως απομακρύνονταν και

έτρεξε στη Μαριέτ. Και μόνο στην ιδέα της απειλής των

καβαλάρηδων ανατρίχιασε. Ντιέ Μαλαντί- ‘Ο Θεός της αρρώστιας’.

Πουθενά στον κόσμο ένα τέτοιο όνομα δεν προμήνυε κάτι καλό και

ελπιδοφόρο. Η Μαριέτ βγήκε από το σπίτι και έτρεξε να τον

αγκαλιάσει.

«Ποιοι ήταν αυτοί αγάπη μου; τι σχέση μπορεί να έχουμε

εμείς με αυτόν τον Ντιέ Μαλαντί;»

«Ελπίζω να μην ξανάρθουν αυτά τα καθάρματα!»

Χαμογέλασε δείχνοντας άνετος αλλά δεν έπεισε τη Μαριέτ που

αποφάσισε για μία ακόμη φορά να μην ψαχουλέψει το παρελθόν

του παρόλο που αυτήν τη φορά υπήρχε σοβαρός λόγος.

31


III.. .

σο και να έφερνε στο μυαλό του την εμπειρία με

τους μυστηριώδεις επισκέπτες, ο Αλβίν δεν

O

μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν να

έκαναν την εμφάνισή τους έτσι ξαφνικά. Οι

πανοπλίες τους, τα διακριτικά τους χρώματα,

ανήκαν πλέον στην ιστορία ενός βάναυσου και

αιμοσταγούς παρελθόντος.

Αυτό το τάγμα ακόμα και να είχε επιζήσει από τον αφανισμό,

με ποια λογική κυκλοφορούσαν μέλη του ελεύθερα, με πρόχειρα

κρυμμένα τα παράνομά τους σύμβολα;

Ο βάλτος ελάχιστες απαντήσεις έδινε και αυτή τη φορά. Τώρα

δεν είχε να κάνει με προβληματισμούς και πιθανούς κινδύνους.

Τώρα ο κίνδυνος, του χτύπησε την πόρτα για τα καλά. Τα

φαντάσματα που τόσο πάσχιζε να κρατήσει μακριά από τη νέα του

ζωή επέστρεψαν με σάρκα και οστά. Η αυθόρμητη σκέψη ήταν να

πάρει την οικογένειά του και να εξαφανιστεί. Να χτίσουν κάπου

αλλού το σπίτι τους και να ξεκινήσουν και πάλι από την αρχή.

Ποιο είναι αυτό το μέρος όμως που θα τους παρέχει εκ νέου

ασφάλεια και δε θα τους ξαναβρούν οι καβαλάρηδες; Δε γίνεται να

τρέχω συνεχώς. Δε γίνεται να κρύβομαι πάντα. Τέτοιου είδους

κίνδυνοι δυστυχώς είναι σαν τα αγριόχορτα. Aν δεν τους

ξεριζώσεις, θα συνεχίσουν να εμφανίζονται ξανά και ξανά.

Βλαστήμησε ξανά.

32


Μπαίνοντας στο σπίτι αντίκρισε τη μικρή του κόρη να τρώει

λίγο από το φτωχικό τους δείπνο και η μητέρα της να ανακατεύει

σκεπτική το πιάτο της χωρίς να πει κάτι. Σηκώθηκε και άρχισε να

χαϊδεύει τον άντρα της τρυφερά, σαν να ήθελε να του δείξει πως

όλα θα πάνε καλά. Ο Αλβίν ήθελε η επόμενη μέρα να τον γέμιζε με

περισσότερη αισιοδοξία και καθαρό μυαλό, ο νυχτερινός ύπνος

όμως όπως ήταν λογικό, δε βοήθησε καθόλου. Ήταν ταραγμένος

και βασανιστικός καθώς μπερδεμένοι εφιάλτες και πάλι του

έγδερναν την ψυχή και το μυαλό. Το πρωί δε θυμόταν τίποτα έκτος

από την αίσθηση της αγωνίας και του άγχους που παρέμενε για να

του υπενθυμίσει πως δε θα έβρισκε ηρεμία.

«Ο Ντιντιέ!» Ήταν το πρώτο πράγμα που ξεστόμισε ενώ

παρέμενε για αρκετά λεπτά αμίλητος. Να έστελνε την οικογένειά

του στο Παρίσι με τον Ντιντιέ μέχρι να καταλάβαινε τι ακριβώς

συνέβαινε εδώ και ποια η σοβαρότητα της κατάστασης. Η αγωνία

του τον έκανε να σκέφτεται επιπόλαια. Ο Ντιντιέ είχε τα

προβλήματά του, θα τον φόρτωνε και με την ευθύνη της

οικογένειάς του χωρίς μάλιστα να τον πληροφορήσει για τον

πραγματικό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε; Επίσης, αν όντως οι

Άγγλοι προελαύνουν, η διαδρομή προς το Παρίσι θα ήταν σχεδόν

σαν πεδίο βολής για τους τοξότες. Όχι, δεν μπορούσε να πάρει το

ρίσκο.

Με τις σκέψεις του άρχισε να συμφωνεί και ο ουρανός που

άφησε τη γενναιοδωρία του και έριξε ένα περίεργο σκοτεινό πέπλο

στην ατμόσφαιρα.

Μήπως ο Θεός θέλει να μου δείξει επιτέλους ένα σημάδι;

Αλλά αν ο Θεός ήθελε κάτι από αυτόν, σκοτεινιάζοντας τον

ουρανό σίγουρα δε θα ήταν αισιόδοξο και ελπιδοφόρο το μήνυμά

Του. Ένα ηχηρό μπουμπουνητό έκανε τον Αλβίν να χαμογελάσει

ειρωνικά.

33


«Μικρή! Πήγαινε μέσα τώρα, πριν αρχίσει να βρέχει!»

Ακούστηκε δυνατά και αυστηρά η φωνή της Μαριέτ. Οι πρώτες

ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν και η Ζιζέλ δεν έδειχνε να πτοείται

συνεχίζοντας να παίζει με ένα κομμάτι ξύλο που έμοιαζε με

απολιθωμένο ζώο.

«Αλβίν φέρ'τη μέσα σε παρακαλώ», φώναξε και πάλι η

Μαριέτ ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να μαζέψει τα απλωμένα

ρούχα από το χοντρό σχοινί δίπλα από το σπίτι. Εκείνος πλησίασε

απότομα την κόρη του και τη σήκωσε σαν πούπουλο,

τοποθετώντας την πίσω από το κεφάλι του παριστάνοντας τον

καταπέλτη, κάτι που πάντα έκανε τη Ζιζέλ να διασκεδάζει όταν της

έλεγε πως είναι η μεγάλη πέτρα.

«Και ΖΑΚ η τρομερή πέτρα εκτοξεύτηκε». Τα γέλια της πάντα

ήταν δυνατά στο παιχνίδι του καταπέλτη.

«Ωραία αγαπητή μου πέτρα, έλα να σε καθαρίσω και σένα

από τα χώματα και να σου δώσω καθαρά ρούχα». Η Μαριέτ είχε

ανάψει και τη μικρή εστία του σπιτιού καθώς η θερμοκρασία έπεσε

αισθητά και ο Αλβίν έκατσε στη μικρή πολυθρόνα χαζεύοντας τις

νεαρές φλόγες που τρεμόπαιζαν ζωηρές, ενώ έξω ξεκίνησε μια

δυνατή και καταρρακτώδης καλοκαιρινή μπόρα.

Η βροχή ήταν δυνατή και εκκωφαντική. Ο Αλβίν συνέχιζε να

κάθεται στην πολυθρόνα και προσπαθούσε να ξεφύγει λίγο από

της άσχημες σκέψεις αλλά το ήξερε πως ο νους του ήταν απίστευτα

αεικίνητος. Πολύ θα ήθελε έστω και για μία στιγμή στη ζωή του, να

μη σκεφτόταν τίποτα απολύτως. Πώς θα αισθανόταν άραγε χωρίς

αυτή την πίεση; Χωρίς το συναίσθημα της φωτιάς να καίει μέσα του

συνεχώς. Θα αισθανόταν ελεύθερος; Είχε μάθει από τη ζωή του να

αντιμετωπίζει το κίνδυνο, όμως εκείνο το απόγευμα αισθανόταν

την ανάγκη να ξεφύγει από όλα αυτά. Ζήλευε πραγματικά την

αθωότητα της κόρης του εκείνη τη στιγμή. Το όμορφο κορίτσι είχε

γεμίσει μια ξύλινη γαβάθα με βρόχινο νερό και βουτούσε μέσα ένα

κακοφτιαγμένο ξύλινο κουτάλι.

34


Άραγε ο φίλος του ο Ντιντιέ θα σκεφτόταν διαφορετικά για

το μέλλον του στο χωριό αν ζούσαν ακόμη τα παιδιά του; Η κόρη

του είχε πεθάνει από πυρετό πριν από αρκετά χρόνια και η γυναίκα

του γέννησε νεκρό λίγο καιρό μετά τον γιο τους, πράγμα που έκανε

τον Αλβίν να τον συμπονά ακόμα περισσότερο. Ο Θεός σίγουρα δε

φέρθηκε καλά στον καλόκαρδο άντρα και αν έχει τελικά κάποια

σχέδια για εκείνον, καλά θα κάνει να του τα φανερώσει σύντομα.

Ξαφνικά, ξύπνησε μέσα του και πάλι εκείνο το παράξενο

συναίσθημα που ένιωσε όταν έβγαινε τότε από το πανδοχείο την

τελευταία φορά που τον επισκέφτηκε στο χωριό. Ένα πολύ

περίεργο παγωμένο συναίσθημα πως δεν πρόκειται να ξαναδεί τον

φίλο του. Τότε δεν έδωσε πολύ σημασία μα τώρα ανησύχησε

αρκετά. Δεν μπορούσε να κάτσει άλλο όμως στην αναπαυτική του

πολυθρόνα. Δε γινόταν να ηρεμήσει και το πήρε απόφαση.

Σηκώθηκε, έριξε ένα προσποιητό χαμόγελο στη Ζιζέλ και άνοιξε την

εξώπορτα.

«Μην τολμήσεις και πας πουθενά με αυτή τη βροχή θα σε

σφάξω».

Ο Αλβίν τότε χτύπησε δυνατά τα παράθυρα μουγκρίζοντας,

κάνοντας τη Ζιζέλ να τσιρίξει. Η Μαριέτ που δεν έδειχνε να έχει

όρεξη για αστεία, κουνούσε πέρα δώθε το κεφάλι της

αποδοκιμαστικά.

Έμεινε ακίνητος να κοιτάζει τη βροχή που δεν έλεγε να

κοπάσει. Το αντίθετο, κάποιες στιγμές έδειχνε να θυμώνει,

μαστιγώνοντας περισσότερο το έδαφος φουσκώνοντας τα δεκάδες

ρυάκια που σχηματίστηκαν στην πλαγιά του λόφου. Ο μόνος ήχος

που ακουγόταν ήταν το νερό που έπεφτε αμείλικτα στη γη και

κάλυπτε σχεδόν οτιδήποτε άλλο, εκτός από τα ηχηρά

μπουμπουνητά που διαδέχονταν τις μεγάλες αστραπές φωτίζοντας

σχεδόν ολόκληρη την κοιλάδα. Σκέφτηκε πως ήταν τόση η φασαρία

από τη βροχή που θα μπορούσε να καλύψει τους ήχους από

ολόκληρη μάχη. Θα μπορούσε το χωριό να είχε καταστραφεί

ολοσχερώς και να μην είχαν καταλάβει τίποτα.

35


Η ανήσυχη ματιά του τότε εντόπισε μια κίνηση ανάμεσα στα

δέντρα του μικρού δάσους, εκεί που αραίωνε η βλάστηση προς τον

μικρό λόφο. Προσπάθησε να εστιάσει καλύτερα αλλά η βροχή δεν

του άφηνε και πολλά περιθώρια ορατότητας. Αποφάσισε τελικά να

μετακινηθεί από το υπόστεγο του σπιτιού του και κατευθύνθηκε

προς το δάσος. Προχωρούσε αργά την κατηφόρα καθώς απέφευγε

τους μικρούς χείμαρρους που έρρεαν ζωηρά και προκαλούσαν

μεγάλες τομές στο μαλακό έδαφος. Με υψωμένη μόνο την

κουκούλα του πουκάμισού του, έφτασε στα πρώτα δεντράκια του

μικρού δάσους και κοντοστάθηκε. Δεν μπήκε καν στον κόπο να

αναρωτηθεί αν άξιζε τον κόπο που έγινε ξαφνικά μούσκεμα. Ο

εαυτός του τον είχε συνηθίσει σε παρόμοιες αψυχολόγητες

ενέργειες κατά καιρούς.

Τα μπουμπουνητά έδιναν και έπαιρναν και η βροχή συνέχιζε

ακάθεκτη να μαστιγώνει το πρόσωπο του, αναγκάζοντάς τον να

σκουπίζει συνεχώς το βρόχινο νερό από τα μάτια του για να βλέπει.

‘Ήταν έτοιμος να φύγει όταν άκουσε αμυδρά ένα βογκητό στα

ενδότερα του δάσους. Δεν μπορούσε να εκτιμήσει την απόσταση

της πηγής του ήχου αλλά σκέφτηκε πως θα ήταν αρκετά κοντά για

να φτάσει στα αυτιά του. Χωρίς άλλους δισταγμούς, προχώρησε

στο δάσος που πύκνωνε και κάθε τόσο σταματούσε για να εξετάσει

σημάδια που ενδεχομένως θα τον κατεύθυναν κάπου.

Όταν η βροχή έδειχνε να κοπάζει επιτέλους και ο Αλβίν

συνέχιζε να τεντώνει το αφτί του μήπως ακούσει ξανά το παράξενο

βογκητό, τότε ο ήχος κλαδιών που σπάζουν έφτασε στην αντίληψή

του. Ακολούθησε ένας μουντός ήχος σαν να πέφτει κάποιος με

δύναμη στο έδαφος. Ύστερα, τίποτα απολύτως, μόνο η βροχή.

Έβγαλε από τη ζώνη το μαχαίρι του. ’Ήταν ένα πολεμικό μαχαίρι

που κουβαλούσε πάντοτε μαζί του. Είχε μια μακριά ελαφρώς κυρτή

λάμα, σφυρηλατημένη από επιδέξιο σιδερά, αλλά η θήκη και η

λαβή του παρέπεμπαν σε κόσμημα. Περίτεχνα στολισμένες με

μικρούς πολύτιμους λίθους σφηνωμένους σκόρπια σε καθαρό

ασήμι. Ήταν μία ακόμη περίεργη αντίθεση.

36


Κοντοστάθηκε και έσκυψε να εξετάσει το βρεγμένο έδαφος

με τις χιλιάδες πεσμένες πευκοβελόνες, όταν κάτι τον άρπαξε με

δύναμη από το πόδι του και τον έκανε να γυρίσει απότομα

αιφνιδιασμένος. Ήταν ένας πεσμένος λιπόθυμος άντρας, γυμνός

και ματωμένος από τη μέση και πάνω, φορώντας μόνο έναν

σκισμένο και λερωμένο παντελόνι. Οι σταγόνες τις βροχής, όσες

περνούσαν μέσα από τα δέντρα και έφταναν ως το ταλαιπωρημένο

του σώμα, αραίωναν το αίμα από τις δεκάδες πληγές του. Μερικές

από αυτές ήταν φριχτές, δείχνοντας πως ο άνθρωπος αυτός

βασανίστηκε με τον χειρότερο τρόπο αλλά παραδόξως, ήταν ακόμη

ζωντανός. Με αρκετό κόπο τον σήκωσε ως τους ώμους του και

βγήκε όσο γρήγορα μπορούσε από το δασάκι, έχοντας να

αντιμετωπίσει τη λασπερή ανηφόρα που τον χώριζε από το σπίτι. Η

καταιγίδα τώρα πια είχε υποχωρήσει τελείως και άφηνε τις αραιές

ψιχάλες να ολοκληρώσουν το θορυβώδες και πολύωρο έργο της.

Μόλις έφτασε στο σπίτι του, κοντοστάθηκε και προσπάθησε μία

ακόμα φορά να καταλάβει αν ο άντρας συνέχιζε να αναπνέει.

Μπήκε απότομα μέσα κάνοντας τη Μαριέτ να τιναχτεί όρθια και τη

Ζιζέλ να γουρλώσει τα ζωηρά της μάτια.

«Ζεστό νερό και πετσέτες γρήγορα... κάνε χώρο στο

κρεβάτι!»

Η Μαριέτ έτρεξε γρήγορα στο πρόσταγμα του Αλβίν και

εκείνος ακούμπησε γρήγορα τον πληγωμένο στο κρεβάτι τους.

Έπρεπε να φροντίσει επειγόντως τον φίλο του, γιατί ο Ντιντιέ ήταν

ετοιμοθάνατος. Οι μόνες του αντιδράσεις ήταν να μουρμουρίζει

κάτι αλλά δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει. Όσο η Ζιζέλ κοιτούσε

αποσβολωμένη τον πληγωμένο χωρίς να μιλά, ο Αλβίν έπιασε

αμέσως μια ξύλινη κούπα, τη βούτηξε σε ένα βαρελάκι με νερό και

προσπάθησε να του το δώσει.

«Πρέπει να κοιτάξουμε τις πληγές του... έχει χάσει πολύ

αίμα...»

«Από πού να ξεκινήσουμε τόσες που έχει;» Τον διέκοψε η

Μαριέτ.

37


«Υποθέτω από τις πιο σοβαρές... δεν έχουμε και πολλές

επιλογές έτσι και αλλιώς!»

«Πού στο καλό τον βρήκες; Ήμουν έτοιμη να βγω να σε

ψάξω βλάκα, που εξαφανίζεσαι μέσα στην καταιγίδα όποτε

θέλεις».

Ο Αλβίν αγνόησε εντελώς την ερώτησή της. Ήταν φανερά

αγχωμένος, σχεδόν έτρεμε. Η κατάσταση του Ντιντιέ τον είχε

πραγματικά συγκλονίσει και επιπλέον ήταν για αρκετό διάστημα

βρεγμένος ως το κόκαλο. Ο πανδοχέας δεν είχε εχθρούς από όσο

γνώριζε, ούτε και θα μπορούσε να έχει. Μόνο ο ατάλαντος βάρδος

του πανδοχείου ίσως αποφάσιζε να πάρει την εκδίκησή του για τα

χρόνια βρισίδια και προσβολές που είχε δεχθεί. Όχι, ο βασανισμός

του αποτελούσε μυστήριο και ο μοναδικός που ίσως έδινε κάποια

εξήγηση ήταν ο ίδιος ο Ντιντιέ.

Ο Αλβίν αφού τον φρόντισε όσο μπορούσε με τη βοήθεια

της γυναίκας του, ακούμπησε αποκαμωμένος στην πολυθρόνα.

«Ποιος σε κατάντησε έτσι παλιόφιλε, πώς του ξέφυγες;» Δε

γίνεται να βασάνισαν έτσι τον πανδοχέα ενός μικρού φτωχικού

χωριού χωρίς λόγο. Πολύ θα ήθελε να έβγαζε από τους συνειρμούς

του τους μυστηριώδεις καβαλάρηδες που έψαχναν φαντάσματα,

αλλά όλα τα στοιχεία κατέληγαν σε αυτούς. Προφανώς και ήταν

αυτοί και σύμφωνα με την εμπειρία που απέκτησε όλα αυτά τα

χρόνια, ήταν ικανοί να σκοτώσουν και να βασανίσουν, ακόμη και

παιδιά αν είχαν λόγους. Ποιοι ήταν αυτοί οι λόγοι όμως; Μήπως

και ο Ντιντιέ έκρυβε μυστικά όπως ο ίδιος; Τον κοιτούσε και

παρακαλούσε να ανοίξει τα μάτια του και να του εξηγήσει τα πάντα

με τον καυστικό, γεμάτο νεύρα και βρισιές τρόπο του. Στο σπίτι των

Λοράν όμως επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Η βροχή σταμάτησε και

ο μόνος ήχος που ακουγόταν, ήταν τα βογγητά του βαριά

πληγωμένου καθώς και οι φλόγες της μικρής φωτιάς που έβραζε το

νερό.

Η Ζιζέλ αποκοιμήθηκε δίπλα στη μητέρα της. Θα είχε

αποκοιμηθεί και ο ίδιος αν η ησυχία αυτή δε διακοπτόταν απότομα

38


από έναν δυνατό και βίαιο κρότο που έκανε την ξύλινη εξώπορτα

να τρανταχτεί. Αμέσως τινάχτηκε από την πολυθρόνα και σηκώθηκε

όρθιος κάνοντας το νεύμα της σιωπής στη Μαριέτ. Περίμενε λίγα

αλλά ατελείωτα δευτερόλεπτα και ο έντονος κρότος στην πόρτα

ξανακούστηκε. Τότε την άνοιξε, βγήκε από το σπίτι και την έκλεισε

αμέσως πίσω του. Άκουσε ξαφνικά μερικά μουρμουρητά και

κάποια γέλια και γυρνώντας στα δεξιά του αντίκρισε τους τρεις

καβαλάρηδες. Ένας από αυτούς κρατούσε στο ένα του χέρι μία

μεγάλη κοτρόνα και την πέταξε κάτω δήθεν αδιάφορα μόλις

εμφανίστηκε ο Αλβίν.

«Τι θα θέλατε κύριοι;» Αυτή τη φορά μίλησε πιο σκληρά και

με περισσότερη σιγουριά από την προηγούμενη που παρίστανε τον

φοβισμένο.

«Κάποιος άντρας... κακός άντρας, δραπέτευσε από τη

στοργική αγκαλιά μας και τον ψάχνουμε. Μήπως τον είδες κατά

τύχη; Σίγουρα θα τον ξεχώριζες... δε θα ήταν και πολύ ορεξάτος!»

Γέλασαν δυνατά και οι τρεις με το κακό αστείο του φαινόμενου ως

αρχηγού της τριάδας. «Πάντως μου φαίνεται πως τράβηξε κατά

εδώ...»

Είχε μια μακριά ξανθιά τούφα που προεξείχε από το

αστραφτερό του κράνος και ανέμιζε συνεχώς προς διαφορετικές

κατευθύνσεις.

«Όχι μεσιέ, δε νομίζω πως είδα έναν τέτοιο άνδρα...

λυπάμαι! Έβρεχε και ήμουν μέσα στο σπίτι... πώς να δω τι γίνεται

έξω με τέτοια οργή Θεού;»

«Δε θα σε πείραζε να ρίχναμε μια ματιά στο βρομόσπιτό σου

τότε ε; Έτσι για να σιγουρευτούμε πως μας λες αλήθεια!»

Τον Αλβίν εκείνη τη στιγμή άρχισε να τον σφίγγει το στήθος

του και να χτυπά η καρδιά του.

«Κύριοι, σας παρακαλώ έχω άρρωστο παιδί... σας

παρακαλώ!» Την τελευταία λέξη τη φώναξε με τραχύτητα στη

φωνή του.

39


«Τι έπαθες φίλε; Μη φοβάσαι, εσένα δε θα σε βασανίσουμε

όπως τον φίλο σου που πιθανότατα κρύβεις μέσα! Απλά θα σε

σκοτώσουμε, όπως και το άρρωστο παιδί σου!»

Οι δύο από τους τρεις κατέβηκαν από τα άλογά τους και

κατευθύνθηκαν προς το σπίτι. Ο Αλβίν τότε προς μεγάλη έκπληξή

τους ξέσπασε στα γέλια φράζοντας τους την είσοδο.

«Δε θα μπείτε σε αυτό το σπίτι... γυρίστε σας παρακαλώ και

κάντε αλλού τις έρευνές σας!»

Οι δύο γύμνωσαν τα μακριά σπαθιά τους κάνοντας τις λάμες

να τραγουδήσουν χαρακτηριστικά στον βροχερό άνεμο. Ένας ήχος

που έφτασε στα αυτιά του Αλβίν σαν συναγερμός για τις αισθήσεις

του. Για πρώτη φόρα ύστερα από καιρό, ένιωσε ένα κενό μέσα του

να συμπληρώνεται. Εσωτερική ηρεμία και σιγουριά γιατί ξαφνικά

στο κεφάλι του έπαψαν να τρέχουν εκατοντάδες σκέψεις. Η πίεση

έφυγε και έδωσε τη θέση της στην αποφασιστικότητα. Οδηγούνταν

πια μόνο από δύο ξεκάθαρες επιλογές, ή να αποχαιρετήσει αυτή τη

ζωή ή να σκορπίσει τον θάνατο.

Ο πρώτος καβαλάρης πιάνοντας με τα δύο χέρια το μακρύ

του ξίφος επιτέθηκε με όλη του τη δύναμη στον Αλβίν, με σκοπό να

τον συνθλίψει με τη βαριά λάμα. Υποτίμησε όμως τον αντίπαλό του

καθώς εκείνος ήταν πιο ευκίνητος από όσο θα περίμενε και

απέφυγε την επίθεση με άνεση για να ξεκολλήσει το τσεκούρι από

το κούτσουρο καταφέρνοντάς του αστραπιαία με το πίσω μέρος,

ένα δυνατό χτύπημα στο κράνος. Ο άλλος καβαλάρης πλέον

χάνοντας την ψυχραιμία του επιτέθηκε με μένος κραδαίνοντας το

πελώριο ξίφος του μόνο για να αρπάξει μία δυνατή κλοτσιά

ανάμεσα στα πόδια του και να πέσει κατευθείαν στα γόνατα του. Ο

Αλβίν εκμεταλλεύεται αμέσως το πλεονέκτημα και με μια δυνατή

γροθιά τον έριξε ανάσκελα. Κοιτώντας έκπληκτος τη σκηνή χωρίς να

πιστεύει στα μάτια του ο αρχηγός, σάστισε και έκανε κύκλους με το

άλογό του. Ειδικά όταν είδε τον Αλβίν να αποκεφαλίζει τον

ξαπλωμένο καβαλάρη με το μαχαίρι του όσο εκείνος βρισκόταν

ακόμα εν ζωή. Το αίμα ψέκαζε τα βρεγμένα χόρτα και το πρόσωπο

40


του ξανθομάλλη άντρα, όπως κινούσε γρήγορα αλλά ψύχραιμα σαν

χασάπης το περίτεχνο μαχαίρι παράλληλα στον λαιμό του

καβαλάρη. Οι κραυγές του τελευταίου πνίγηκαν σύντομα στο αίμα

του.

Μόλις τελείωσε τελετουργικά τον αποκεφαλισμό, έστειλε το

κεφάλι στα πόδια του αλόγου του αρχηγού της τριάδας. Τότε ο

ζαλισμένος, μόλις στάθηκε ξανά στα πόδια του, όρμησε στον Αλβίν

ουρλιάζοντας. Έπεσε με δύναμη πάνω του ρίχνοντάς τον κάτω. Οι

δυο άντρες κυλιόταν στη λάσπη σε έναν θανάσιμο και χωρίς έλεος

εναγκαλισμό, μέχρι που ο Αλβίν με τα ακροδάχτυλα κατάφερε να

πιάσει το τσεκούρι που είχε πέσει λίγο πιο δίπλα. Ο καβαλάρης

σταμάτησε να ουρλιάζει ξαφνικά και άρχιζε να ξερνάει έναν

χείμαρρο αίματος. Με τα δυο του χέρια προσπαθούσε

απεγνωσμένα να βγάλει την πλατιά λάμα του τσεκουριού από τον

λαιμό του αλλά μάταια. Ο αντίπαλός του το κρατούσε και το πίεζε

με δύναμη έως ότου η ζωή να φύγει τελείως από τα μάτια του. Ο

Αλβίν σηκώθηκε και με τη λασπωμένη του μπότα, του έλιωσε το

κρανίο προκαλώντας έναν φριχτό και ανατριχιαστικό ήχο.

Ο έφιππος αρχηγός τότε κλότσησε τα πλευρά του αλόγου και

έκανε να φύγει καλπάζοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε ενώ ο

Αλβίν αμέσως πήδηξε σε ένα από τα άλογα των νεκρών

ακολουθώντας τον. Λίγο πριν το δάσος, τα πόδια του αλόγου του

φυγά, κόλλησαν στη λάσπη και μοιραία το ζώο επιβράδυνε. Με το

ένα χέρι να κραδαίνει το τσεκούρι και το άλλο το μαχαίρι του, ο

Αλβίν χωρίς να πιάνει τα χαλινάρια του αλόγου θύμιζε περισσότερο

άγριο πολέμαρχο της Ανατολής παρά αγρότη. Τα ξανθά του μαλλιά

παρότι ακόμη βρεγμένα, ανέμιζαν και το πρόσωπο του είχε

σκληρύνει. Τα μάτια του δεν ήταν πια γλυκά και έξυπνα παρά

ψυχρά και αμείλικτα. Ο καβαλάρης ήταν τώρα ένα φοβισμένο

κουνέλι που συνειδητοποίησε πως οι ελπίδες του να ξεφύγει

εξανεμίστηκαν και έκανε ενστικτωδώς μία τελευταία προσπάθεια

να ελιχθεί στο δάσος. Κατέβηκε από το άλογό του και

41


παραπατώντας χώθηκε μέσα στα δέντρα κινούμενος σαν

μεθυσμένος από τον πανικό του.

Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του αυτό που έγινε.

Σίγουρα περίμενε το ενδεχόμενο ο Αλβίν να μην ήταν ό,τι έδειχνε,

αλλά το μέγεθος της φονικότητας και της βαναυσότητάς του, δεν

ήταν ικανός να το επεξεργαστεί.

Ο αλυσιδόπλεκτός του θώρακας δεν έκανε το έργο του

ευκολότερο και μοιραία θα ήταν η καταδίκη του. Τα γοργά βήματα

του Αλβίν έφτασαν στα αφτιά του αλλά αδυνατούσε να επιταχύνει.

Ξαφνικά τα πόδια του μπλέχθηκαν σε μια ρίζα και σωριάστηκε

βίαια στο ανώμαλο έδαφος. Συνέχισε να προσπαθεί παρόλα αυτά

σέρνοντας τα πόδια και τα χέρια σκορπίζοντας παντού σάπια

πεσμένα φύλλα, λάσπες και πευκοβελόνες. Είχε χάσει το

γυαλιστερό του κράνος και τα μακριά του μαλλιά έπεφταν στα

μάτια καθιστώντας τον σχεδόν τυφλό.

«Δεν είσαι και πολύ γενναίος τελικά ε;» ακούστηκε η

βραχνιασμένη και σοβαρή φωνή του Αλβίν.

«Πριν λίγο ήθελες να ψάξεις το σπίτι μου και το διασκέδαζες

που απείλησες εμένα και την οικογένεια μου! Πες μου, εσύ

βασάνισες τον Ντιντιέ;»

Ο καβαλάρης συνέχιζε να σέρνεται χωρίς να απαντά, σαν να

αγνοούσε την παρουσία οποιουδήποτε στο δάσος. Ο Αλβίν τότε

του κάρφωσε το μαχαίρι με δύναμη στην ωμοπλάτη. Εκείνος

έβγαλε μια δυνατή κραυγή, περισσότερο τρόμου παρά πόνου και

ακινητοποιήθηκε καθώς το μαχαίρι σφηνώθηκε ανάμεσα στα οστά

του με ακρίβεια.

«Τώρα θα με προσέξεις καλύτερα. Πες μου εσύ βασάνισες

τον Ντιντιέ τον πανδοχέα;» Τον γύρισε ανάσκελα και με το πόδι

του, τον πατούσε έτσι ώστε να πιέζεται το μαχαίρι περισσότερο στο

σώμα του. «ΜΙΛΑ ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ ΑΚΟΜΑ». Η τραχιά, απειλητική

φωνή του Αλβίν και ο πόνος έκανε τον άντρα να βρει επιτέλους τη

μιλιά του.

«Όχι εγώ... δεν ξέρω τι... τίποτα... σε παρακαλώ!»

42


«Ξέρεις όμως να περιφέρεσαι από δω και από κει

τρομάζοντας και απειλώντας τους κατοίκους της περιοχής έτσι;

Ανήκεις στους "Ντιέ Μαλαντί";» Ο τρόμος πλέον τον είχε κυριεύσει

ακόμα πιο πολύ και από τις εκφράσεις του ο Αλβίν πήρε την

απάντησή του.

«Ώστε όχι απλά υπάρχει ακόμα αλλά στρατολογεί και νέα

μέλη στις τάξεις της!»

«Δεν... δεν ξέρω... το ορκί... ζομαι... στον Θεό... μας έδωσαν

διατ… αγή να αναζητήσουμε κάποια πολύτιμα αντικείμενα σε αυτή

την περιοχή και κάποιους...»

«Αντικείμενα στην περιοχή αυτή; τι είδους αντικείμενα και ο

πανδοχέας τι σχέση έχει με αυτά;» Ο Αλβίν ξαφνικά γέμισε με

περισσότερα ερωτήματα στο μυαλό του.

«Ο πανδοχέας... ήξερε... είχε ένα από τα αντικείμενα. Τον

βασάνισαν οι ανώτεροί μας για να αποκαλύψει τα υπόλοιπα και να

μας πει... που βρι... βρίσκεται αυτός που ψάχνουμε. Δεν ξέρω

τίποτα άλλο... πρεπει να με πιστέψεις! Πριν από λίγους μήνες μας

στρατολόγησαν στο Καλαί , μας... πλήρωσαν καλά να μπούμε σε

αυτό το τάγμα και μας έστειλαν εδώ... δεν ξέρω περισσότερα.. Δεν

ξέρω τίποτα άλλο».

Καλαί! Ήταν το λιμάνι έδρα των Ντιέ Μαλαντί... λέει την

αλήθεια. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν ακόμα αυτοί οι

καταραμένοι;

Ο Αλβίν χλώμιασε. Έκανε μερικά βήματα πίσω και έκανε τον

θλιβερό συνειρμό. Το μόνο που μπορεί να είχε ο Ντιντιέ και να

ήθελαν αυτοί οι καταραμένοι, το μόνο που τους συνδέει με το

παρελθόν του, είναι ο ασημένιος σταυρός που του δώρισε πριν

λίγες μέρες. Τύψεις τον κυρίευσαν. Τύψεις και απόλυτος θυμός.

Τελικά, προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του για λίγο

ακόμα και να του κάνει μία ακόμη ερώτηση, ελπίζοντας πως

τουλάχιστον σε αυτή θα έπαιρνε κάποια απάντηση.

«Πόσοι είστε εδώ;»

«Δέκα... δέκα... οι άλλοι περιμένουν στο πανδοχείο!»

43


«Ωραία σε ευχαριστώ πολύ φίλε μου!»

«Τι θα… κάνεις;»

Ο πληγωμένος γούρλωσε έντρομος τα μάτια και άνοιξε το

στόμα του να πει κάτι, αλλά ο Αλβίν τον πάτησε τόσο δυνατά στον

λαιμό, που σύντομα από το ανοιχτό του στόμα, εκτοξεύτηκε

πίδακας αίματος. Ένας βίαιος και σύντομος θάνατος. Ο νεκρός δεν

πρόλαβε να βγάλει τον παραμικρό άλλο ήχο εκτός από τον

ανατριχιαστικό ρόγχο που έβγαινε από τον διαλυμένο του λαιμό.

Έμεινε ανάσκελα με τα μάτια του γουρλωμένα και το στόμα

του ορθάνοιχτο από το οποίο γρήγορα σταμάτησε να βγαίνει και η

τελευταία φυσαλίδα αίματος. Ο Αλβίν αμέσως αναζήτησε ένα από

τα δύο άλογα και αφού το εντόπισε, ξεκίνησε να επιστρέφει στο

σπίτι του. Έμεινε να ιππεύει για λίγο μέχρι να ανέβει την πλαγιά

του λόφου και αφού πήδηξε από το άλογο, έκατσε να πάρει μία

ανάσα σε ένα από τα πεσμένα κούτσουρα.

Έτρεμε, ήταν καταματωμένος αλλά δεν ήταν το δικό του αίμα.

Ήταν το αίμα αυτών που άξιζε να σκορπίσει. Ήταν το αίμα αυτών

που ατύχησαν να στραφούν και πάλι εναντίον του. Είχε καιρό να

νιώσει την αίσθηση του πολεμιστή. Είχε καιρό να νιώσει πώς είναι

να μεταμορφώνεσαι σε κάτι άλλο. Σε ένα φονικό κτήνος χωρίς

τύψεις και ενδοιασμούς. Σε κάτι που δεν μπορείς εύκολα να

συνηθίσεις ότι κρύβεις μέσα σου παρά μόνο όταν αναγκάζεσαι να

οδηγηθείς στα άκρα. Ο άνθρωπος είναι φονικό ον. Άλλος

περισσότερο άλλος λιγότερο, άλλος το έχει κρυμμένο βαθιά μέσα

του ενώ άλλος το βγάζει στην επιφάνεια. O Αλβίν εκείνο το

απόγευμα πήρε ξανά τη μορφή του φονιά ύστερα από καιρό. Τη

μορφή που τον είχε κρατήσει ζωντανό στο παρελθόν μέσα από

τόσους κινδύνους. Τη μορφή που τον ανάγκασαν να πάρει από

πολύ νωρίς στη ζωή του κάποιοι, που έμελε να ήταν και αυτοί που

σφυρηλάτησαν την προσωπικότητά του.

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού σιγά και προσεκτικά αυτή τη

φορά. Γύρισε και είδε τη Μαριέτ να τον κοιτά έκπληκτη και

σαστισμένη. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο αγωνία. Δεν είχε το

44


κουράγιο να βγει έξω όπου κείτονταν τα πτώματα των δύο ιππέων.

Μονάχα περίμενε στωικά να ανοίξει η πόρτα ευχόμενη, να είναι ο

άντρας της αυτός που θα παρουσιαζόταν.

«Μη φοβάσαι... δεν είναι δικό μου το αίμα!» Με μια ηρεμία

πλέον στις κινήσεις του βούτηξε το ματωμένο του κεφάλι στο

βαρέλι με το βρόχινο νερό. Με λίγο κόπο κατάφερε να καθαρίσει

τελείως τα ξεραμένα αίματα από το πρόσωπο και τα χέρια του και

την ξανακοίταξε.

«Ξέρω πως σου φαίνεται περίεργο το ό,τι έγινε και σίγουρα

έχεις πολλά ερωτήματα στο μυαλό σου αυτή τη στιγμή, αλλά τώρα

το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάρουμε τα παιδιά και

τον Ντιντιέ και να εξαφανιστούμε από εδώ!»

«Ο Ντιντιέ... πέθανε Αλβίν, πριν από λίγο». Η Μαριέτ έσπασε

τη σιωπή της με τη θλιβερή είδηση και τον έκανε να πάρει έναν

έντονο μορφασμό. Έπρεπε να το περιμένει, ήταν πολύ βαριά. Ως εκ

θαύματος θα έβγαζε τη νύχτα, παρόλα αυτά ο θάνατός του

αποτέλεσε το τελειωτικό χτύπημα για να θριαμβεύσουν οι τύψεις

του, όμως έπρεπε να αναλάβει δράση. Πήρε γρήγορα τη Μαριέτ

από το χέρι και την οδήγησε στο κρεβάτι όπου βρισκόταν η Ζιζέλ

που κοιτούσε τρομαγμένη το πτώμα του Ντιντιέ. Το μικρό κορίτσι

παρακολουθούσαν το άψυχο σώμα του πανδοχέα χωρίς να

αρθρώνει λέξη.

«Θέλω να την ετοιμάσεις γρήγορα και να μαζέψεις τα

βασικότερα από τα υπάρχοντά μας. Τα βασικότερα, όχι περιττά

βάρη! ΤΩΡΑ Μαριέτ!»

«Να πάμε πού;» φώναξε αγανακτισμένη και τρομαγμένη.

«Έχω κάποιες ιδέες, αλλά το σημαντικότερο είναι πως δεν

μπορούμε να κάτσουμε άλλο εδώ... οι καβαλάρηδες που είδες δεν

ήταν οι μοναδικοί. Για αυτόν τον λόγο, όσο εγώ θα θάβω τον

καημένο τον Ντιντιέ, κάνε αυτό που σου είπα».

Ήξερε πως η γυναίκα του δεν ήταν ανόητη για να αρκεστεί

σε αυτές τις πληροφορίες, ήταν όμως και αρκετά έξυπνη για να

καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης και να τρέξει χωρίς

45


επιπλέον ερωτήσεις να εκτελέσει αυτό που της ζήτησε ο Αλβίν.

Ύστερα από τόσο καιρό ηρεμίας ήρθε η στιγμή να φύγουν. Το είχε

προβλέψει, το φοβόταν, αλλά δεν ήταν πλήρως προετοιμασμένος

ψυχολογικά. Ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο και για να

το καταφέρει αυτό, πρώτα θα έπρεπε να σιγουρευτεί πως η

οικογένειά του θα ήταν κάπου που οι πράξεις και οι συνέπειες

αυτών, δε θα την άγγιζαν.

Έβαλε στους ώμους του ξανά τον Ντιντιέ, αυτή τη φορά

νεκρό, κατευθυνόμενος αργά προς το πίσω μέρος του σπιτιού για

να κάνει το θλιβερό αυτό καθήκον.

46


IV.

ο χώμα είχε μαλακώσει αρκετά από τη νεροποντή

και έτσι, το φτυάρι έμπαινε εύκολα στο έδαφος της

ματωμένης αυλής του σπιτιού των Λοράν. Πού και

Tπού μερικές πέτρες στο υπέδαφος χτυπούσαν το

μέταλλο και έκαναν το φτυάρι να κουδουνίζει, η

μακάβρια δουλειά όμως προχωρούσε γρήγορα. Ο

φρέσκος λάκκος σύντομα θα ήταν έτοιμος να

υποδεχθεί τον άτυχο πανδοχέα. Όπως φτυάριζε και

φτυάριζε το σκούρο βρεγμένο χώμα, τα μάτια του Αλβίν άρχισαν να

τον τσούζουν και συνειδητοποίησε πως είχε βουρκώσει. Έκανε στον

μοναδικό του φίλο ένα δώρο ως ένδειξη εκτίμησης και αγάπης

αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν η καταδίκη του. Αυτό όμως που

λύγισε τον Αλβίν είναι πως ο φίλος του δε φάνηκε να πρόδωσε τη

ταυτότητα του μυστηριώδους αγρότη. Αν το είχε κάνει, απολύτως

δικαιολογημένα με τόσα βασανιστήρια, ήδη θα ορμούσαν όλοι οι

άντρες του περίεργου τάγματος σαν τυφώνας στο αγροτόσπιτο.

Ο Ντιντιέ δεν πρόδωσε. Οι βασανιστές, αφού διαπίστωσαν

πως δεν μπορούσαν να του πάρουν λέξη, πιθανότατα τον άφησαν

ελεύθερο μήπως και τους οδηγήσει στο πρόσωπο που έψαχναν.

Ο Ντιντιέ συνάντησε με τον χειρότερο τρόπο τη μαύρη σελίδα στο

βιβλίο της ζωής του, λίγο πριν τελειώσει ένα μεγάλο κεφάλαιο και

ανοίξει το επόμενο.

Το σκάψιμο έφτασε στο τέλος του. Σκούπισε τον ιδρώτα που

άρχισε να κυλά στο μέτωπό του, τύλιξε τον φίλο του με μια

κουβέρτα και τον τοποθέτησε με όσο σεβασμό μπορούσε και του

επέτρεπαν οι συνθήκες, στον ανοιχτό λάκκο. Αφού είπε μια

σύντομη προσευχή για την ψυχή του νεκρού, άρχισε να γεμίζει τον

47


τάφο με βρεγμένο χώμα. Σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή, το μεγάλο

ουράνιο τόξο που εκτεινόταν από τη μία άκρη της πεδιάδας ως την

άλλη, καθώς και η έντονη μυρωδιά της γης μετά τη βροχή, έκαναν

τον Αλβίν να αναπολεί όλες εκείνες τις μέρες των τελευταίων του

χρόνων που οι καιρικές συνθήκες ήταν το μόνο του πρόβλημα.

Στην αυλή τους ήταν ακόμη εκτεθειμένα τα δύο νεκρά

σώματα των απρόσκλητων επισκεπτών και ο Αλβίν μόλις τελείωσε

με τον Ντιντιέ, δεν άντεχε στη θέα τους. Τους φόρτωσε σε ένα από

τα άλογα και το χτύπησε ελαφρά στα καπούλια για να καλπάσει

προς αντίθετη κατεύθυνση ενώ πήρε το κομμένο κεφάλι και το

εκσφενδόνισε πέρα από τον λόφο μακριά από τα μάτια της κόρης

του αν και ήδη είχε δει πολλά εκείνη τη μέρα. Η Μαριέτ την

κρατούσε αγκαλιά και τον περίμενέ με τα λίγα υπάρχοντα τους

στριμωγμένα σε ένα μικρό μπόγο.

«Πολύ καλά, το μπαούλο με τα κοσμήματα; ωραία το πήρες,

δώστε μου λίγο χρόνο ακόμη να ετοιμάσω και ένα σταυρό για

τον Ντιντιέ και είμαστε έτοιμοι».

Μίλησε με προσποιητή άνεση και ηρεμία αρπάζοντας ένα

πλατύ και ένα μακρύ ξύλο από κάτω για να τον φτιάξει. Η Μαριέτ

κοιτούσε συνεχώς τις σκούρες κηλίδες αίματος στο βρεγμένο

έδαφος με ένα έντονο μελαγχολικό ύφος χωρίς να μιλήσει

καθόλου. Τελικά, τη σιωπή έσπασε η Ζιζέλ που πλησίασε τον

πατέρα της για να δει καλύτερα τον ξύλινο σταυρό που έφτιαξε.

«Μπαμπά, γιατί πέθανε αυτός ο κύριος;» Ο Αλβίν της

χαμογέλασε και άφησε το σφυρί για να τη χαϊδέψει.

«Γιατί κάποιοι του έκαναν κακό κορίτσι μου».

«Μπορούν να κάνουν και σε εμάς;» Η Ζιζέλ τον ρώτησε

κοιτώντας τον στα μάτια και τον έκανε να καταπιεί με δυσκολία

αισθανόμενος την καρδιά του να πάλλεται. Το μόνο που μπόρεσε

να κάνει είναι να χαμογελάσει αμήχανα.

«Σε καμία περίπτωση καρδιά μου, γιατί ο πατέρας σου είναι

πολύ δυνατός, δεν υπάρχει κάτι να φοβάσαι εξάλλου,

ο Ντιντιέ ήταν αρκετά γέρος για να υπερασπιστεί τον εαυτό του!»

48


Παρόλο που το μικρό κορίτσι ήταν πολύ έξυπνο και

καταλάβαινε περισσότερα για την ηλικία της, στο πρόσωπό της

σχηματίστηκε η ανακούφιση και η αίσθηση ασφάλειας. Ο Αλβίν

στη συνέχεια βοήθησε τη Μαριέτ να ανέβει στο ένα άλογο μαζί με

τα υπάρχοντά τους και στο άλλο ανέβηκε ο ίδιος με την κόρη του.

Εκτός από το αγαπημένο του μαχαίρι, κουβαλούσε και ένα

μακρύ ξίφος τυλιγμένο πρόχειρα σε ένα πανί μαζί με το θηκάρι του

και μία μικρή βαλλίστρα. Είχε φτάσει η στιγμή που αυτά τα όπλα

έπρεπε να ξαναδούν το φως και να αποβάλουν τις αράχνες και τη

σκόνη.

«Πού θα πάμε; δε μας έχεις πει!»

«Βόρεια και θα δούμε». Απάντησε αόριστα ο Αλβίν και

συνέχιζε την πορεία του σκεπτικός.

«Δε θέλω να διακόψω τον συλλογισμό σου αλλά πρέπει να

ξέρεις πως νυχτώνει σε λίγο, έχει σουρουπώσει για τα καλά!»

«Πολύ καλύτερα για μας τότε… λιγότερο φως λιγότεροι

κίνδυνοι...»

«Εγώ νόμιζα συμβαίνει το αντίθετο!» Απάντησε η Μαριέτ

σχεδόν ψιθυριστά και ο Αλβίν κατάλαβε για άλλη μία φόρα πως

ήταν δύσκολο να ξεγελάσει την οικογένειά του. Δεν είχε

αποφασίσει ακόμα τι ήθελε να κάνει. Δε γνώριζε τι επικρατούσε

στη Δύση αλλά ούτε και στην Ανατολή. Μέσα του τον πίεζε το

δίλημμα αν έπρεπε να ταξιδέψουν άμεσα στον Βορρά και τη

γενέτειρά του, ή να κάνει πρώτα μια επικίνδυνη στάση στο

πανδοχείο του Ντιντιέ. Ήθελε το κάρο του που θα έδινε άνεση στη

μετακίνησή τους. Τα χρόνια είχαν περάσει από όταν επιχειρούσε

τέτοιες αποστολές. Άξιζε να το διακινδυνεύσει; Αναγκάστηκαν να

φύγουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν για να μην τους

ανακαλύψουν οι υπόλοιποι του τάγματος και τώρα θα πήγαινε

μόνος του στο στόμα του λύκου;

Ήταν ένα πανέμορφο σούρουπο με το ουράνιο τόξο να

είναι έτοιμο να χαθεί και πάλι στα αραιά σύννεφα και τον ήλιο να

δίνει ένα χρυσοκόκκινο χρώμα στον απέραντο Βορρά. Όμως με τα

49


πολλά γεγονότα και τις συγκινήσεις, οι ώρες πέρασαν γρήγορα

χωρίς να το καταλάβουν έτσι όπως προχωρούσαν αργά αργά πέρα

από τον λόφο. Έτσι, το πανέμορφο αυτό σούρουπο γρήγορα έχασε

την όποια χρυσή λάμψη είχε και άρχισε να ξεπροβάλει το αμείλικτο

σκοτάδι. Τα βαριά βήματα των αλόγων ακούγονταν έντονα. Τα

κλάματα των αρπακτικών της νύχτας έκαναν τη Ζιζέλ να αγκαλιάζει

σφιχτά τη μητέρα της από τη μέση και ένα ρίγος διαπέρασε και το

σώμα του Αλβίν όταν πέταξε σχεδόν σύριζα, μια μεγάλη

κουκουβάγια.

Έφτασαν στο χωριό και ο Αλβίν σήκωσε το χέρι του

ενημερώνοντας για τη στάση. Είχε πάρει την απόφασή του και

όπως σχεδόν πάντα στη ζωή του, αυτή ήταν η πιο επικίνδυνη. Το

κάρο του Ντιντιέ άξιζε ίσως αυτήν την απόφαση αλλά ο

πραγματικός λόγος ήταν πως ήθελε να μάθει περισσότερα για την

αποστολή των καταραμένων επισκεπτών που έφεραν τα πάνω

κάτω για δεύτερη φορά στη ζωή του. Δεν τολμούσε να παραδεχθεί

πως ένιωθε την οργή του να τον πνίγει. Πως ήθελε να τους κάνει να

πληρώσουν.

«Κατεβείτε! Θα κάνω μια προσπάθεια να βρω το κάρο του

Ντιντιέ, θα μας βοηθήσει. Εσείς δεν πρέπει να μπείτε στο χωριό,

καθίστε εδώ ήσυχα και μην ανάψετε φωτιά μέχρι να γυρίσω!»

«Αν δε γυρίσεις;»

Η Μαριέτ ήθελε να πει πολλά αλλά μόνο αυτό ψέλλισε

κουρασμένα.

«Θα γυρίσω, εδώ κοντά είναι το πανδοχείο. Πρέπει να

δοκιμάσω... περίμενε!»

Ο Αλβίν ξετύλιξε το ξίφος και τη βαλλίστρα την οποία την

έδωσε στη Μαριέτ.

«Αν χρειαστεί, ξέρεις πως λειτουργεί. Έχεις μόνο μία βολή

συνεπώς να είσαι ψύχραιμη για να μην τη χαραμίσεις. Θα γυρίσω

γρήγορα αλλά καλού κακού να είσαι οπλισμένη».

Ο Αλβίν την πλησίασε και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο

μέτωπο και χάθηκε βιαστικά στο σκοτάδι, αφήνοντάς την

50


ανήμπορη να εκδηλώσει την παραμικρή διαμαρτυρία. Έγιναν

πολλά γεγονότα εκείνη τη μέρα. Περισσότερα από όσα θα

μπορούσε και ήθελε να αντιμετωπίσει. Άφησε τη βαλλίστρα σε μια

μεγάλη πέτρα και έσφιξε τη Ζιζέλ στην αγκαλιά της.

Ο νεαρός άντρας κινούνταν γοργά σαν πλάσμα της νύχτας.

Με αθόρυβα βήματα πήγαινε από δέντρο σε δέντρο και από σπίτι

σε σπίτι και έφτασε σχεδόν στο κέντρο του χωριού όπου

επικρατούσε ησυχία. Πού και πού κάποια ξεσπάσματα ιαχών από

το πανδοχείο έκαναν τα σκυλιά να γαβγίζουν όλα μαζί και ύστερα

να σταματούν απότομα μέχρι την επόμενη κραυγή. Ο Αλβίν έσφιξε

τα δόντια του από θυμό γιατί ήξερε πως οι κραυγές αυτές των

μεθυσμένων, προέρχονταν από εκείνους που βασάνισαν τον φίλο

του. Προφανώς, τώρα που βρήκαν το μοιραίο αντικείμενο, το

γιορτάζουν με το απόθεμα των βαρελιών του πανδοχείου. Ήθελε

εκδίκηση. Δεν μπορούσε να πολεμήσει άλλο αυτή την επιθυμία

που ήταν το μοναδικό φάρμακο για να πνίξει λίγο τις τύψεις που

έμπλεξε τον Ντιντιέ στο θανατηφόρο παρελθόν του.

Χρειάστηκε να σκαρφαλώσει ένα μικρό φράχτη και να

υποστεί τα τρυπήματα μερικών αγκαθιών αλλά επιτέλους,

βρισκόταν στο πίσω μέρος του πανδοχείου. Άκουσε ομιλίες που

προέρχονταν από ένα μικρό παραθυράκι του κελαριού του Ντιντιέ.

Ήταν τρεις άνδρες που συζητούσαν. Ο χώρος έζεχνε χυμένο κρασί,

μούχλα και σκόνη τόσο πολύ, που όχι μόνο έκανε τους τρεις άντρες

να δυσανασχετούν και να διαμαρτύρονται, αλλά έφτανε και στα

ρουθούνια του Αλβίν.

«Τι λες να κάνουμε; Ακόμα να τον βρουν αυτόν τον Λανγκίγ!

Είπες πως ο πανδοχέας θα μας οδηγήσει κατευθείαν…»

«Λανγκίγ ή Γκαέλ... είτε είναι ένας είτε δύο πρόσωπα... θα

τους βρούμε, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο». Μίλησε με ένταση

στη φωνή του ένας από τους τρεις. Ήταν αρκετά μεγάλος σε ηλικία

αλλά έδειχνε έμπειρος και υπολογίσιμος σε ενδεχόμενη μάχη. Το

μέτωπό του ήταν ιδρωμένο και οι βαθιές του ρυτίδες διακόπτονταν

από μια μεγάλη παλιά ουλή. Τα λιγοστά γκρίζα μαλλιά του ήταν

51


ανάκατα και η έκφρασή του παρόλο που ήταν εκνευρισμένος και

φανερά αγχωμένος, εξέπεμπε μια υποψία σοφίας και

ορθολογισμού.

«Πηγαίνετε πάνω και πείτε τους να σταματήσουν το μεθύσι

γιατί θα ξεσηκώσουν όλο το χωριό. Δεν έχει κάτι το υπόγειο. Τους

άλλους δύο σταυρούς θα τους έχει αυτός που ψάχνουμε όπως μας

είπαν. Αποκλείεται να είχε περισσότερους ο πανδοχέας».

Οι δύο άντρες χωρίς διαμαρτυρίες άρπαξαν βιαστικά την

ξύλινη σκάλα του κελαριού και άρχισαν να ανεβαίνουν κάνοντάς τη

να τρίζει έντονα. Ο ηλικιωμένος άντρας έμεινε για μία στιγμή

τελείως ακίνητος και ξαφνικά άφησε πίσω του την όποια σοφία και

υπομονή και αν φαινόταν ότι διέθετε και άρχισε να πηγαίνει πάνω

κάτω σαν νευρικό άλογο εκτοξεύοντας ταυτόχρονα κατάρες.

Κάποια στιγμή έπεσε στα γόνατά του και με τις παλάμες χτυπούσε

το δάπεδο, προφανώς για να εντοπίσει κάποιο κρυμμένο χώρο. Οι

προσπάθειές του όμως ήταν άκαρπες κάτι που τον έκανε να βγάλει

ένα μικρό σκούξιμο και να αρχίσει να κλοτσάει τα άδεια πλέον

βαρέλια. Αυτά χοροπηδούσαν κάνοντας μεγάλη φασαρία καθώς

στροβιλίζονταν για κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να

ακινητοποιηθούν.

Ο ξανθομάλλης αγρότης παρακολουθούσε τα πάντα

προσπαθώντας να διατηρεί την ψυχραιμία του, όταν άκουσε τα

ξέρα χόρτα πίσω του να ηχούν. Γύρισε απότομα και είδε έναν από

τους Ντιέ Μαλαντί να αδειάζει την κύστη του σφυρίζοντας. Το

σπαθί του το είχε παρατήσει σε ένα δέντρο και φαινόταν αρκετά

ζαλισμένος. Ξαφνικά ακούστηκαν και άλλοι άντρες να πλησιάζουν

και ομιλίες που όλο και δυνάμωναν.

«ΕΕΕ ώστε εδώ είσαι εσύ, ο αρχηγός σε ψάχνει. Θέλει να σε

ρωτήσει για τον Στεφάν και τους άλλους!»

«Γιατί ψάχνει εμένα; πού να ξέρω εγώ;» O μεθυσμένος

άντρας έκανε προσπάθεια να μιλήσει σωστά.

«Ήσουν στην ομάδα του Στεφάν ρε ηλίθιε... έκανες παρέα

μαζί του. Θέλουμε να μάθουμε γιατί δε γύρισαν, λείπουν πάνω από

52


έξι ώρες. Είναι αρκετός χρόνος για να εντοπίσουν οποιονδήποτε! Ο

χοντρός μας είπε πως υπάρχει πέρα από το δάσος ένας περίεργος...

αλλά φαίνεται πως ούτε αυτός ο ηλίθιος δεν ξέρει τι γίνεται στην

περιοχή του. Εσύ γιατί δεν πήγες μαζί τους;»

«Εεε με πονούσε το ποδ...»

«Σκασμός παλιοδειλέ... άντε τελείωνε και κάνε κάτι να

ξεμεθύσεις!»

«Έρχομαι μη φωνάζεις!»

Οι υπόλοιποι έφεραν γρήγορα τον γύρο του πανδοχείου και

ξαναμπήκαν μέσα. Ο μεθυσμένος άντρας μάζεψε γρήγορα τα

παντελόνια του και έκανε να πιάσει το παρατημένο του σπαθί, όταν

το βλέμμα του έπεσε κάπου και πάγωσε. Ο Αλβίν έμεινε επίσης

ακίνητος και περίμενε τον μεθυσμένο να κάνει κίνηση γιατί ακόμη

και τότε δεν ήταν σίγουρος ότι τον είχε εντοπίσει πραγματικά.

Πίσω από ένα ακόμη σαπισμένο βαρέλι ήταν πεσμένο ένα μικρό

σφυρί. Δεν περίμενε άλλο. Το σφυρί ταξίδεψε αθόρυβα ως το

μέτωπο του μεθυσμένου που ακόμα προσπαθούσε να εστιάσει στο

σημείο που εντόπισε κίνηση. Σωριάστηκε επιτόπου αφήνοντας

μόνο μια μικρή πνιχτή κραυγή πέφτοντας. Το μέτωπό του είχε

ανοίξει σαν αβγό που έπεσε στο χορτάρι από τη φωλιά.

Ο Αλβίν βγήκε τότε από την κρυψώνα του και περνώντας

πάνω από τον νεκρό εχθρό, συνειδητοποίησε πως δε γινόταν να

φτάσει στο κάρο του Ντιντιέ αν δεν περάσει πρώτα από την είσοδο

του πανδοχείου. Αν ήταν σωστή η λανθασμένη απόφαση, ο Αλβίν

την είχε πάρει ήδη και με γρήγορα βήματα βρέθηκε στην πλάτη

τους.

Ήταν πέντε, οι περισσότεροι μεθυσμένοι, αλλά οπλισμένοι

ως τα δόντια που αμέσως έδειχναν να επιστρέφουν στη

νηφαλιότητα όταν εκείνος εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους. Ο

πρώτος που έπεσε ήταν εκείνος που στεκόταν πιο κοντά. Ο Αλβίν

με το μακρύ ξίφος διαπέρασε τον λαιμό του και τον έριξε νεκρό με

την έκπληξη να παραμένει στα νεκρά ανοιχτά του μάτια. Ο

αιφνιδιασμός του έδωσε τα απαραίτητα δευτερόλεπτα να

53


τερματίσει τη ζωή και του δεύτερου, σκίζοντας του τους αχίλλειους

τένοντες με το κοφτερό του μαχαίρι που είχε αποδείξει πως το

χειριζόταν επιδέξια. Η λάμα του, έκοψε τις δερμάτινες μπότες σαν

χαρτί, για να το σφηνώσει εν συνεχεία ανάμεσα στα μάτια του.

Τώρα έμειναν τρεις και ο Αλβίν αφού εκμεταλλεύτηκε με τον

καλύτερο δυνατό τρόπο την είσοδό του, έμεινε να τους κοιτά

απειλητικά δείχνοντάς τους τα ματωμένα κοφτερά του όπλα. Ο

άντρας που στεκόταν στο κέντρο ήταν ο ίδιος που έψαχνε

απελπισμένος νωρίτερα στο κελάρι. Μολονότι το ίδιο έκπληκτος με

τους άλλους δύο, πήρε τον λόγο με σιγανή αλλά όχι φοβισμένη

φωνή.

«Τι θέλεις; ποιο είναι το όνομά σου; Είμαστε τρεις, φύγε

τώρα γιατί όσο γενναίος και ικανός και αν είσαι θα πεθάνεις».

Ο Αλβίν βαμμένος με το αίμα των πεσόντων, έδειξε τα

δόντια του με ένα μεγάλο χαμόγελο.

«Αυτό που θέλω είναι να σας σκοτώσω. Για αυτόν τον λόγο

δε με νοιάζει πόσοι είστε. Ξεκινήστε τις προσευχές σας».

«Είσαι ο Γκαέλ σωστά;»

«Το όνομά μου είναι Αλβίν ηλίθιε και το μόνο που θα λάβετε

είναι ο θάνατος!»

Ο μυστηριώδης αρχηγός δε μόρφασε καθόλου στην απειλή

και απλά έγνεψε στους άλλους δύο να του επιτεθούν. Αυτήν τη

φορά προετοιμασμένοι και με τα ξίφη τους έξω από τα θηκάρια

όρμησαν ταυτόχρονα με μίσος στα πρόσωπά τους.

Ο Αλβίν ατάραχος κλότσησε ένα άδειο μικρό βαρέλι δυνατά

κάνοντάς τον έναν από τους δύο να σκοντάψει προς τα εμπρός και

να προσγειωθεί μοιραία με το στόμα του στο ξίφος

του πεθαίνοντας ακαριαία. Ο άλλος απτόητος ρίχτηκε την ίδια

στιγμή καταφέρνοντας μια μικρή τομή στο μπράτσο του Αλβίν

διαπερνώντας το λερωμένο του πουκάμισο. Μόλις ο άντρας

εξαπέλυσε μια δεύτερη συνεχόμενη επίθεση, ο Αλβίν την

απέκρουσε και με μια στριφογυριστή κίνηση κάρφωσε το μαχαίρι

στο μάτι του εχθρού. Εκείνος σκούζοντας σωριάστηκε στις σάπιες

54


σανίδες του πανδοχείου ποτίζοντας τες με σκούρο πηχτό αίμα και

διαυγές υγρό. Τώρα απέμεινε μόνο ο φερόμενος ως αρχηγός ο

οποίος δεν περίμενε καν να αφήσει την τελευταία πνοή ο

συνάδελφός του για να ριχτεί στον Αλβίν αλλά εν αντιθέσει με τους

υπόλοιπους, αυτός αντιμετώπιζε τον αντίπαλό του με προσήλωση

και επιδεξιότητα. Οι δύο άντρες μονομαχούσαν τώρα

αποφεύγοντας συνεχώς ο ένας τα φονικά χτυπήματα του άλλου.

Σανίδες έσπασαν, βαρέλια έπεφταν και καρέκλες γίνονταν

κομμάτια ενώ οι κλαγγές των διαξιφισμών αντηχούσαν

διαπεραστικά στο χώρο. Μπορεί ο Αλβίν να είχε το πλεονέκτημα

διαθέτοντας δύο όπλα ταυτόχρονα στη μάχη, αλλά ο αρχηγός του

μυστηριώδους τάγματος αμυνόταν σταθερά και αποτελεσματικά.

Κάποια στιγμή, ενώ προηγουμένως ένα βαρέλι έδωσε το

πλεονέκτημα στον Αλβίν, τώρα ένα άλλο στάθηκε μοιραίο για την

έκβαση της μονομαχίας. Ο ξανθομάλλης πολεμιστής παραπάτησε

στα ξύλινα απομεινάρια και έπεσε βίαια χτυπώντας την πλάτη του

σε μια αναποδογυρισμένη καρέκλα. Ο αντίπαλός του, άδραξε τη

μοναδική ευκαιρία και πήρε το πάνω χέρι εναντίον του

σφυροκοπώντας τον με το βαρύ ξίφος, ενώ ο πεσμένος αντίπαλός

του, προσπαθούσε ζαλισμένος να αποκρούει συνεχώς δίχως να

βρίσκει πλέον το παραμικρό άνοιγμα για αντεπίθεση. Μέχρι που η

κούραση τον κατέβαλε. Το δυνατό χτύπημα στην πλάτη τον έκανε

να χάσει αρκετά από την αποτελεσματικότητά του στον χειρισμό

του ξίφους. Το σπαθί του άρχισε να βαραίνει και το βλέμμα του

θόλωσε. Αρνούνταν όμως να τελειώσει έτσι. Δε θα αποδείκνυε πως

ήταν ανάξιος στη Μαριέτ και στη Ζιζέλ, στην πρώτη ευκαιρία που

χρειάστηκε να επιστρατεύσει τον παλιό του εαυτό. Θύμωσε τόσο

πολύ που άρχισε να ουρλιάζει προσπαθώντας μέσω της απόγνωσης

να βρει τη δύναμη που χρειαζόταν. Μάταια όμως. Το μεγάλο ξίφος

του εχθρού που τώρα άρχιζε να ουρλιάζει και εκείνος, τραυμάτιζε

ολοένα και περισσότερο τον Αλβίν καθώς η άμυνα του τελευταίου

αραίωνε χάνοντας τις δυνάμεις του.

55


«Αν είσαι αυτός που ψάχνουμε, δυστυχώς... σε θέλουμε

ζωντανό. Αυτό όμως δε σημαίνει πως... δεν μπορώ να σε κόψω όσο

περισσότερο γίνεται και...»

Τελείως αναπάντεχα, ο επιτιθέμενος έβγαλε ένα ουρλιαχτό

που θύμισε περισσότερο πόνο παρά την πολεμική ιαχή του,

διακόπτοντας τη λαχανιασμένη του απειλή. Παραπάτησε λίγα

βήματα και είδε έντρομος πως στην πλάτη του είχε σφηνωθεί ένα

βέλος από βαλλίστρα. Προσπάθησε γρήγορα να το βγάλει και να

στραφεί τυφλωμένος πλέον από τον θυμό του, σε εκείνον που του

έστειλε εκείνο το ανεπιθύμητο δώρο.

Η τρομοκρατημένη Μαριέτ κόλλησε με την πλάτη της στον

τοίχο, κρατώντας ακόμη σφιχτά με τα δύο της χέρια τη βαλλίστρα

και τον κοιτούσε με απελπισμένο βλέμμα. Ο ηλικιωμένος Ντιέ

Μαλαντί, ζαλισμένος και θυμωμένος ανέκτησε την τελευταία

στιγμή τη νηφαλιότητα της αντίληψής του και πρόλαβε να

αποκρούσει μόνο την πρώτη επίθεση του Αλβίν που πλέον

βρισκόταν ξανά στα πόδια του. Η δεύτερη εξαπολύθηκε με τέτοια

δύναμη και ταχύτητα που φάνηκε να τον εξαντλεί τελείως. Τόσο

που έπεσε στα γόνατά του, αδειάζοντας και τα τελευταία

αποθέματα ενέργειας.

Ο πολεμιστής με το πορτοκαλί χιτώνιο έπεσε και αυτός στα

γόνατα και φάνηκε να χαμογελά ειρωνικά αλλά περισσότερο

έμοιαζε να ειρωνευόταν την τύχη του. Πριν πέσει μπρούμυτα το

κεφάλι του αποκόπηκε τελείως από το σώμα και έφερε μερικές

αδέξιες βόλτες, πριν σταθεροποιηθεί κάτω από το μοναδικό γερό

τραπέζι του πανδοχείου.

Ο Αλβίν σηκώθηκε ξανά με κόπο και αγκάλιασε τη Μαριέτ η

οποία έπεσε με ανακούφιση στην αγκαλιά του. Εκείνος άρχισε να

δακρύζει μόλις παρατήρησε τη Ζιζέλ να στέκεται μπροστά από την

πόρτα του πανδοχείου αμίλητη κοιτώντας τα διαμελισμένα

πτώματα.

56


«Συγγνώμη... δεν έπρεπε να το δείτε αυτό... δεν έπρεπε να

γίνει αυτό. Γιατί; γιατί δε με άκουσες και δεν κάτσατε εκεί που σας

είπα;»

Η Μαριέτ διέκοψε τη συναισθηματική της φόρτιση για να

πάρει το σοβαρό γεμάτο κριτική ύφος της.

«Αλήθεια έχεις παράπονο που ήρθα;»

Ο Αλβίν χαμογέλασε και τη φίλησε γνέφοντας και στην κόρη

τους να έρθει στην αγκαλιά τους.

«Λοιπόν πρέπει να φύγουμε πριν ξεσηκωθεί ολόκληρο το

χωριό. Ευτυχώς, είναι όλοι δειλοί και έχουν τρυπώσει από νωρίς

στα σπίτια τους. Πάμε στο κάρο γρήγορα… όχι περίμενε!»

«Αλβίν... πρέπει να φύγουμε τώρα. Η Ζιζέλ φοβάται! Εγώ το

ίδιο. Πριν λίγο πήγες να πεθάνεις μη ριψοκινδυνεύουμε άλλο».

«Ναι θα φύγουμε... θα φύγουμε... μία στιγμή μόνο!»

Γεμάτος αβεβαιότητα άφησε τη Μαριέτ και παραπατώντας λίγο

από το χτύπημα, βρήκε τον δρόμο του για την ξύλινη σκάλα πίσω

από τον πάγκο του πανδοχείου που οδηγούσε στο ιδιαίτερο

δωμάτιο του Ντιντιέ.

Το δωμάτιο του πανδοχέα είχε ήδη γίνει άνω κάτω. Παντού

σπασμένα έπιπλα και κηλίδες αίματος. Ο φίλος του δεν έπεσε στα

χέρια τους αμαχητί. Οι καταραμένοι είχαν ψάξει τα πάντα μέχρι και

τις ξεχαρβαλωμένες σάπιες τάβλες του πατώματος. Οι σταυροί

ήταν αυτοί που έψαχναν σύμφωνα με τον αρχηγό τους.

«...’τους υπόλοιπους θα τους έχει σίγουρα αυτός ο

Γκαέλ’...» Ένα θλιβερό αίνιγμα που σίγουρα δεν εκτιμούσε

την ύπαρξή του εκείνη τη στιγμή.

Αισθάνθηκε ξαφνικά έναν ανεπαίσθητο θόρυβο στο

δωμάτιο. Αρχικά νόμιζε πως ήταν κάποιος από την οικογένειά του

που τον ακολούθησε αλλά τις αμφιβολίες του έδιωξε η άκρη ενός

χιτώνα που περίσσευε κάτω από το παλιό κρεβάτι του Ντιντιέ. Ο

δέκατος του τάγματος που έλειπε. Μια αμέλεια εκ μέρους του που

θα μπορούσε να αποβεί μοιραία αλλά το νούμερο δέκα ήταν τελικά

ένας τρομαγμένος και αξιοθρήνητος νεαρός άντρας που

57


προσπαθούσε αδέξια και αφελώς να κρυφτεί από την οργή του.

Αμέσως άρπαξε το κομμάτι του μανδύα που περίσσευε και τον

έσυρε έξω.

«Αλήθεια πιστεύεις πως θα κερδίσεις κάτι με το να

κλαψουρίζεις; Έρχεστε στην περιοχή μου, έρχεστε σπίτι μου και με

απειλείτε ότι θα σκοτώσετε την οικογένειά μου. Σκοτώνετε τον φίλο

μου… περιμένεις να σου χαριστώ; Πες μου γιατί;»

«Σε... σε παρακαλώ... θα σου πω τα πάντα... μη με

σκοτώσεις!»

«Τι μπορεί να ξέρεις εσύ κουτάβι; ένα τυχοδιωκτικό

κάθαρμα είσαι που υπάκουες διαταγές!»

Ο Αλβίν είχε ξαπλώσει τον δειλό άντρα με την πλάτη στα

σανίδια και τον κλοτσούσε με τις μπότες του. Ήλπιζε όμως να κάνει

λάθος. Ήλπιζε να ήξερε πολλές από τις απαντήσεις που έψαχνε.

«Είσαι ο αδερφός Γκαέλ; Πριν μερικά χρόνια δραπέτευσες

από το τάγμα και πήρες μαζί σου ένα μπαούλο από τους

θησαυρούς των Καθαρών που προστατεύαμε... το τάγμα

επανιδρύθηκε και χρειάζονται... αυτά που πήρες!»

Ο Αλβίν άκουγε άναυδος τον άντρα που τελικά γνώριζε

πράγματα. Προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του,

απευθύνθηκε στον φοβισμένο πολεμιστή με ήρεμη πλέον φωνή.

«Το όνομά μου είναι Αλβίν! Τι ακριβώς πήρα; στολίδια και

κοσμήματα! Oι Ντιέ Μαλαντί έχουν κλέψει μύρια περισσότερα. Τι

το ιδιαίτερο έχει το μπαούλο το δικό μου;»

«Τρεις... μικρούς σταυρούς. Έναν από αυτούς τον φορούσε

ο πανδοχέας και...»

«Και τον βασανίσατε για να σας πει που είναι ο Γκαέλ και οι

υπόλοιποι σταυροί ε;»

Η ψύχραιμη φωνή του Αλβίν τα τελευταία λεπτά προκάλεσε

το ψυχολογικό αδιέξοδο στον άντρα ο οποίος δεν ήξερε αν ήταν

προς συμφέρον του να συμφωνήσει στο τελευταίο εξολοκλήρου.

«Όχι εγώ όμως αδερφέ Γκαέλ. Οι τρεις σταυροί... μας είπαν

πως είναι τόσο σημαντικοί που οι ζωές μας δεν έχουν καμία αξία!»

58


«ΕΙΜΑΙ Ο ΑΛΒΙΝ σκουλήκι! Τόσο σημαντικοί οι σταυροί, ο

Γκαέλ και κάποιος άλλος... πως τον είπε ο αρχηγός σας... Λανγκίγ

σωστά; Πες μου γιατί;»

Η τραχιά και ανυπόμονη φωνή του Αλβίν επανήλθε

τρομοκρατώντας και πάλι τον πολεμιστή που είχε ανακτήσει

προσωρινά την ελπίδα ότι στο τέλος η ανάκριση αυτή μπορεί να

έληγε καλά για εκείνον.

«Δεν το ξέρω αυτό. Κανένας δεν το ξέρει από μας... από το

Τάγμα. Αλήθεια λέω».

Ο Αλβίν έβαλε το σπαθί στο θηκάρι και σήκωσε τον άντρα

από το πάτωμα ισιώνοντάς του τον μανδύα.

«Και πότε επανιδρυθήκατε;»

«Πριν λίγους μήνες αδερφέ Γκ... μεσιέ!»

«Μόνοι σας; ποιος σας ίδρυσε;»

«Όχι μόνοι μας... αλλά δεν ξέρω περισσότερα! Απλά μας

στρατολόγησαν στο Καλαί. Μας πλήρωσαν και μας έταξαν πλούτη

και δόξα!»

«Ο Λανγκίγ ποιος είναι; πώς σχετίζεται με τον Γκαέλ;»

«Δεν...ξέρω αλήθεια! Μας είπαν τα ονόματα μόνο... δεν

ξέρω σε παρακαλώ!»

«Το δικό σου όνομα ποιο είναι;»

«Τομά Μαρτέν!» Η ερώτηση ξάφνιασε τον Τομά που

απέκτησε πλήρως την ελπίδα για την έκβαση της συζήτησης.

«Λοιπόν, Τομά Μαρτέν... σου εύχομαι να περάσεις καλά

στην κόλαση. Θα έχεις καλή παρέα και σύντομα θα προσπαθήσω

να σου στείλω και άλλη αρκετά μεγαλύτερη!»

Ο Τομά δεν πρόλαβε καν να πανικοβληθεί με τα λεγόμενα

του Αλβίν ο οποίος δεν άλλαξε καθόλου τον ήρεμό του τόνο, όταν

έμπηξε το μαχαίρι του βαθιά στα πλευρά του νεαρού, κάνοντάς τον

να γουρλώσει τα μάτια και να ανοίξει το στόμα του που ξεχείλισε

με αίμα και κόκκινες φυσαλίδες. Ο Αλβίν τον κοιτούσε

ανέκφραστος μέχρι να πέσει στα γόνατά του και εν συνεχεία να

59


σωριαστεί μπρούμυτα προκαλώντας έναν έντονο θόρυβο στις

παλιές σανίδες.

Αποφάσισε πως τώρα ήρθε επιτέλους η ώρα να εξαφανιστεί.

Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή ήταν να

αναγκαστεί να δώσει εξηγήσεις στους ηλίθιους κατοίκους του

χωριού ή ακόμη χειρότερα στη φρουρά του Ντε Μπρισάκ.

Κατέβηκε γρήγορα στον ισόγειο του πανδοχείου όπου τον περίμενε

η οικογένειά του. Πριν τους πει οτιδήποτε σταμάτησε στο κουφάρι

του ακέφαλου αρχηγού και άρχισε να ψάχνει την πανοπλία του

καταλήγοντας σε ένα δερμάτινο μικρό σακίδιο που είχε. Δε βρήκε

τίποτα. Εν συνεχεία προκαλώντας την έντονη περιέργεια της

Μαριέτ, άρχισε να του βγάζει τις μπότες. Χτύπησε τη μία με δύναμη

στο σανίδι και την κούνησε έντονα πέρα δώθε. Χτύπησε και την

άλλη και ξαφνικά χαμογέλασε ειρωνικά. Με λίγη προσπάθεια

κατόρθωσε να ξεκολλήσει με το μαχαίρι του τον χοντρό πάτο της

μπότας για να πέσει στο ματωμένο πάτωμα ο σταυρός του. Ο

περίτεχνος σταυρός που σκότωσε τον φίλο του. Οι τύψεις του

πολλές αλλά η εκδίκηση είχε επιτευχθεί. Τουλάχιστον απέναντι

στους άμεσα εμπλεκόμενους.

Τώρα όμως τον προβλημάτιζε έντονα η σπουδαιότητα των

τριών σταυρών και ο λόγος της επανεμφάνισης διαλυμένων και

νεκρών ταγμάτων.

«Πάμε ανεβείτε στο κάρο. Θα το ζέψουμε στα ζώα που

πήραμε από τα καθάρματα. Δείχνουν πιο γρήγορα και δυνατά από

τα ψωράλογα του Ντιντιέ. Γρήγορα, δεν έχουμε χρόνο.

«Πού πάμε Αλβίν;» η Μαριέτ θα τον ρωτήσει για μία ακόμη

φορά απελπισμένη.

«Βόρεια... στην Καν και μετά θα δούμε!»

60


V.

ξύλινοι τροχοί του κάρου με κόπο κυλούσαν

στην παχιά λάσπη του υγρού και

κακοτράχαλου περάσματος που υποτίθεται

ήταν δρόμος. Οι κραδασμοί έκαναν τη Ζιζέλ

να παραπονιέται όσο η Μαριέτ

προσπαθούσε να τη σκεπάζει συνεχώς, καθώς παρόλο που ήταν

καλοκαίρι, ένας ξαφνικός κρύος άνεμος πιρούνιαζε τα πρόσωπά

τους δίχως έλεος. Κανένας δε γύρισε να κοιτάξει στιγμή πίσω του.

Άφησαν ένα μεγάλο φονικό σε ένα χωριό που θα αδυνατούσε να

διαχειριστεί ακόμα και τον θάνατο ενός μουλαριού. Η αυγή τώρα

πια ήταν ζήτημα λεπτών.

OI

Να είχαν φτάσει ήδη οι φρουροί; Να είχε ενημερωθεί ο Ντε

Μπρισάκ μέσα στην άγρια νύχτα ή περίμεναν να ξημερώσει πρώτα

για να του το πουν;

Ο Αλβίν πήρε έναν μορφασμό μίσους και ειρωνείας όταν

θυμήθηκε τις ομιλίες των Ντιέ Μαλαντί που αποκάλυψαν πως ο

Ντε Μπρισάκ τους έδωσε πληροφορίες για εκείνον, έστω και

αόριστες. Το πιο πιθανό ο χοντρός διοικητής της περιοχής να

συνεργάζεται με τα καθάρματα και τώρα να περίμενε να

καταλαγιάσουν τα πράγματα. Έτσι άνθρωποι σαν και αυτόν πάντα

προστατεύουν το τομάρι τους πέρα από οτιδήποτε και

οποιονδήποτε. Σε κάθε περίπτωση, τόσο καλύτερο για την

οικογένεια Λοράν που μπόρεσε να διαφύγει από το χωριό χωρίς

επιπλέον εμπόδια. Μπορεί να ήταν μια ασήμαντη και ξεχασμένη

μεριά του κόσμου, αλλά ο Ζιλ Ντε Μπρισάκ όσο φαύλος και δειλός

61


και αν ήταν, παρέμενε ένας άρχοντας που κυβερνούσε σχεδόν

ολόκληρη την Πικαρδία έχοντας διασυνδέσεις παντού.

Έπρεπε να φτάσουν στην Καν. Μπορεί να είχε να περάσει τις

ψηλές πύλες της πάρα πολύ καιρό και να μην είχε πλέον κανέναν

δικό του εκεί, αλλά η Καν ήταν μια μεγάλη πόλη γεμάτο ζωή και

ασφαλή τείχη, όπου δύσκολα θα επιχειρούσε κάποιος οτιδήποτε

εγκληματικό. Ήξερε δυστυχώς πως δεν είχε δει το τέλος αυτής της

ιστορίας. Οι Ντιέ Μαλαντί θα συνέχιζαν να κυνηγούν τους τρεις

σταυρούς και όποιους σχετίζονται μαζί τους. Έπρεπε να

αντιμετωπίσει αυτή τη φορά τον κίνδυνο και όχι να κρυφτεί από

αυτόν. Πρώτα όμως η Καν, μετά οι απαντήσεις στα βασανιστικά

ερωτήματα και το τρόχισμα των όπλων.

Η Μαριέτ, ενώ ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του για πρώτη

φορά στη νέα μέρα, αποφάσισε να βγάλει τον Αλβίν από τη

δύσκολη θέση.

«Δε σε έχω πιέσει ποτέ να μου μιλήσεις για το παρελθόν

σου! Χρόνια πέρασαν και δεν το έχω κάνει ποτέ. Τώρα όμως ήρθε η

ώρα να μου μιλήσεις. Νομίζω μετά από τα τελευταία γεγονότα

κέρδισα το δικαίωμα αυτό».

Ο Αλβίν την άκουσε και έσφιξε τα δόντια του. Περίμενε την

ερώτησή της και ήξερε πως είχε απόλυτο δίκιο. Δεν μπορούσε να

μην τους προειδοποιήσει για τον έντονο κίνδυνο που θα μπορούσε

κάποια στιγμή να τους ξαναβρεί. Η Μαριέτ άλλωστε δεν ήταν

άγνωστη σε αυτόν και τις κακουχίες. Από το αμπάρι ενός

πειρατικού πλοίου όπου ήταν και οι δύο δεμένοι και στοιβαγμένοι

σαν παστά ψάρια, στο να διανύσουν σχεδόν όλο το βασίλειο της

Φραγκίας κυνηγημένοι, η νεαρή γυναίκα έδειχνε ικανή να

διαχειρίζεται δύσκολες καταστάσεις.

«Έχεις ακούσει για τους “Καθαρούς” σωστά;» Μετά από

μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, ο Αλβίν απάντησε τελικά στη

Μαριέτ.

62


«Ναι... νομίζω ήταν αίρεση! Τους κήρυξαν παράνομους και

τους σκότωσαν. Όπως τους ιππότες του Ναού... τι σχέση έχουν

αυτοί μ’ εσένα Αλβίν; ήταν αρκετά πιο παλιά σωστά;»

«Δεν είχαν καμία σχέση με τους Ναΐτες Μαριέτ. Δεν ήταν

ιππότες. Ήταν κάτι άλλο αυτοί. Οι διώξεις τους και οι εκτελέσεις

τους ξεκίνησαν πολύ παλιά. Έκτοτε διώκονται σε όλο τον κόσμο έως

και πριν κάποια χρόνια , όπου εκτελέστηκε ο τελευταίος αρχηγός

τους».

«Εσύ σε αυτούς ανήκες; πώς είναι δυνατόν; αυτοί οι άντρες

ήταν Καθαροί;» Ο Αλβίν με τις ερωτήσεις της Μαριέτ

συνειδητοποίησε ακόμα πιο πολύ το λάθος του να κρατήσει το

παρελθόν του κρυφό. Η γυναίκα του έδειχνε πως μπορούσε να

αποτελέσει μια μεγάλη βοήθεια στη μοναξιά των σκέψεών του όλο

αυτόν τον καιρό.

«Όχι, όχι ακριβώς. Αυτοί οι άντρες άνηκαν σε μια άλλη

αδελφότητα, τους Ντιέ Μαλαντί. Εκεί ήμουν εγώ. Ιδρύθηκαν από

τις τάξεις των Καθαρών με σκοπό αρχικά να κρύβουν παλιά μέλη

της αδελφότητας με την κάλυψη ενός νέου τάγματος ιπποτών που

πολεμά στους Αγίους Τόπους, αλλά εν συνεχεία αποδείχθηκε πως

τα κίνητρά τους ήταν η συγκέντρωση πλούτου, δύναμης και φυσικά

εκδίκηση από την Εκκλησία».

«Και εσύ... εσύ τι δουλειά είχες με αυτούς; πώς έμπλεξες;»

«Σου είχα πει πως με απήγαγαν πριν χρόνια και σκότωσαν

τον πατέρα μου! Αυτοί ήταν. Δεν ξέρω ούτε έμαθα ποτέ γιατί εμένα

συγκεκριμένα. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να ακολουθήσω τις

διαταγές τους και να γίνω μέλος τους. Δε με περίμενε κάτι από την

παλιά μου ζωή αν δραπέτευα και πάνω απ’ όλα, ήθελα να

εκδικηθώ!»

«Να εκδικηθείς; τα κατάφερες ποτέ;»

«Όταν είχα αποκτήσει αρκετή πείρα και είχα εκπαιδευτεί

ώστε να γίνω ένας στυγνός δολοφόνος, εντόπισα με υπομονή τους

υπεύθυνους που με απήγαγαν και τους έκανα να κολυμπήσουν στο

αίμα τους. Τότε ήταν που η Εκκλησία τους ξεσκέπασε και άρχισε

63


και σε αυτούς τις διώξεις... δε θα μπορούσα να επιλέξω καλύτερη

στιγμή να φύγω».

Η Ζιζέλ δεν είχε δει ποτέ ξανά τον πατέρα της τόσο σοβαρό

να μιλά για φόνους και αίματα και τον άκουγε αποσβολωμένη.

Ούτε ο ίδιος ο Αλβίν μπορούσε να επεξεργαστεί εύκολα πόσο πολύ

άνοιξε τον εαυτό του μέσα σε λίγες μέρες. Έναν εαυτό που είχε

μάθει να κρατά κλειστό για χρόνια.

«Δεν είχα πολύ χρόνο, αμέσως μετά χωρίς να περιμένω να

ανακαλύψουν ότι σκότωσα άλλα μέλη, τρύπωσα στο

θησαυροφυλάκιο του τάγματος που φυλούσαν τα κλοπιμαία από

τις λεηλασίες, άρπαξα ένα μπαούλο με κοσμήματα που βρισκόταν

σε περίοπτη θέση και τα υπόλοιπα λίγο πολύ τα ξέρεις Μαριέτ!»

«Ναι θυμάμαι τότε που ξέθαψες το μπαούλο. Τα κοσμήματα

που χρησιμοποιείς τόσο καιρό...»

«Συγγνώμη! Μετά από τόσα που έζησα, ήθελα μια ήσυχη και

κρυφή ζωή μακριά από όλα αυτά. Για αυτό δε σπατάλησα όλα τα

κοσμήματα για να ζούμε καλύτερα».

«Τι γίνεται με αυτούς τους σταυρούς;» η Μαριέτ αγνόησε

την απολογία του και έκανε την καίρια ερώτηση.

«Υπήρχαν στο μπαούλο μαζί με τα υπόλοιπα κοσμήματα

προφανώς. Ήταν σταυροί των Καθαρών με κάπως περίεργο σχήμα

αλλά, σταυροί κανονικοί. Έναν τον φορούσα όλο αυτόν τον καιρό

τον έβλεπες και μόνη σου».

«Οι άλλοι δύο χάθηκαν;»

«Δε θυμάμαι καθόλου! Λογικά θα κατέληξαν σε κάποιο

άχρηστο άρχοντα ή πανδοχέα που συναντήσαμε στον δρόμο μας

τότε και τους δωροδοκούσαμε. Σημασία έχει πως οι Ντιέ Μαλαντί,

έχασαν τις ζωές τους προσπαθώντας να τους αποκτήσουν. Έχασε τη

ζωή του ο Ντιντιέ... πως μπορούσα να το φανταστώ;»

Ένας κόμπος στον λαιμό δυσκόλεψε τον Αλβίν να

ολοκληρώσει δυνατά την πρότασή του.

«Έχει σχέση σε όλα αυτά πουθενά ο κροκόδειλος;»

«Ποιος κροκόδειλος;»

64


Ο Αλβίν θορυβήθηκε από την περίεργη ερώτηση της Μαριέτ

καθώς παραδόξως του προκάλεσε μία ανατριχιαστική οικειότητα.

«Αυτός που θέλεις να φύγει μαζί με έναν γέρο! Παραμιλάς

στον ύπνο σου Αλβίν! Τον τελευταίο καιρό πολύ συχνά!»

«Παραμιλώ; τι λέω;» Ο Αλβίν πλέον δεν καταλάβαινε αν

ήθελε να ακούσει την απάντηση της γυναίκας του ή όχι. Ήξερε πως

τελευταία ξυπνούσε απότομα γεμάτος άγχος αλλά σχεδόν ποτέ δε

θυμόταν τι ήταν αυτό που του τάραζε τον νυχτερινό του ύπνο.

Εκτός βέβαια αν ο εφιάλτης επαναλαμβανόταν. Εκτός και αν ήταν

σαν τον τελευταίο που θυμόταν ακόμα τόσες λεπτομέρειες, που

ασυναίσθητα τεντώθηκε και έδωσε ένα φιλί στην κόρη του μόλις η

σκέψη του ταξίδεψε εκεί.

«Λες ασυναρτησίες τις περισσότερες φορές αλλά οι φράσεις

που κυριαρχούν και βγάζουν νόημα είναι... κροκόδειλος και

γέρος!»

«Μαμά τι είναι κροκ... κροκόδειλος;» η Ζιζέλ μίλησε για

πρώτη φορά κάνοντας αυτή την αθώα ερώτηση. Ο Αλβίν γύρισε και

της χάιδεψε το μικρό της κεφάλι χαμογελαστός.

«Είναι ένα μεγάλο ζώο Ζιζέλ που ζει σε ένα πολύ μεγάλο

ποτάμι, μακριά από εδώ. Ένας... δράκος του ποταμιού!»

«Σαν αυτός στην ιστορία που μου έλεγες πριν κοιμηθούμε

και σε μάλωνε η μαμά; με τον γέρο και το τέρας που ερχόταν και

έπιανε τα άτακτα παιδιά;»

Ο Αλβίν σάστισε. Ξαφνικά έφερε στο μυαλό του την ιστορία

του κακού γέρου που καβαλούσε ένα τέρας και κυνηγούσε παιδιά.

Μια ιστορία που την έλεγε συνέχεια ο πατέρας του και

ασυναίσθητα εκείνος στη Ζιζέλ.

«Ορίστε Αλβίν, η κόρη σου μας έλυσε το μυστήριο! Έχουμε

τον γέρο έχουμε και το τέρας. Όμως, αρνούμαι να πιστέψω ότι ένα

τρομακτικό παιδικό παραμύθι θα είχε καρφωθεί στο μυαλό σου

τώρα και θα το βλέπεις και στον ύπνο σου. Πόσο μάλλον να

σχετίζεται με αυτή την ιστορία!»

65


Ο Αλβίν συμμεριζόταν το σκεπτικό της αλλά δεν μπορούσε

να αγνοήσει αυτά που έφερνε στην επιφάνεια του μυαλού του το

παιδικό παραμύθι. Ακόμα σαστισμένος βυθίστηκε στις σκέψεις

χωρίς να της απαντήσει. Η Μαριέτ δεν επέμεινε και επέστρεψαν

όλοι στη σιωπή. Μόνο οι σκέψεις του βροντοφώναζαν και πάλι στο

μυαλό του.

Η οικογένεια Λοράν πέρασε τις επόμενες δύο μέρες

κινούμενη αργά στους κακοτράχαλους δρόμους του βασιλείου

χωρίς να αναφερθούν ξανά στο θέμα και τους λόγους της ξαφνικής

τους φυγής. Την ημέρα, η λάσπη από τις θερινές νεροποντές, έκανε

τη ζωή τους δύσκολη, ενώ τα βράδια η υγρασία τους ανάγκαζε να

μαζεύονται γύρω από μία μικρή φωτιά.

Το τρίτο πρωινό, αντίκρισαν επιτέλους τα τείχη της

πλουμιστής Καν. Μεγάλη και επιβλητική, δέσποζε στον Βορρά της

Νορμανδίας. Τα τεράστιά της τείχη και οι μεγαλοπρεπής γέφυρα

στην είσοδό της, έκαναν τη Ζιζέλ να ανοίξει με έκπληξη το στόμα

της ενώ η Μαριέτ, απλά παρατηρούσε σκεπτική. Το παλιό κάρο του

Ντιντιέ μόλις που συνάντησε την κοιλάδα που ήταν χτισμένη η

πόλη, αλλά αυτή ήταν τόσο μεγάλη, που έκανε τα λιβάδια της

Πικαρδίας να μοιάζουν με κήπους.

Ο Αλβίν προσπαθούσε να πνίξει κάθε έντονο συναίσθημα

και σκέψη που πλημμύριζε το μυαλό του εκείνη τη στιγμή.

Επέστρεφε στην πόλη του. Πριν ελάχιστο καιρό ζούσαν την

καθημερινότητά τους στην απομόνωση και στην ησυχία που

πρόσφερε το απομακρυσμένο σπιτικό τους. Τώρα πρόκειται να

διαβούν τις τεράστιες πύλες μιας θορυβώδους, γεμάτης ζωή πόλης

με το μέλλον τους αβέβαιο.

Περνώντας μέσα στην πόλη με το ετοιμόρροπο πια κάρο και

τα κουρασμένα άλογα, έδειχναν να κινούνται απαρατήρητοι. Ειδικά

από τη στιγμή που οι δρόμοι της Καν ήταν ασφυκτικά γεμάτοι με

66


κάθε λογής ανθρώπους, φασαρία και δραστηριότητα. Ο Αλβίν

παρατήρησε πως δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα από την πόλη που

άφησε πριν χρόνια ως ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Κάθε

δρόμος και κάθε μικρό σοκάκι του ξυπνούσε μνήμες από όλη του

την παιδική ηλικία. Οι δρόμοι μπορούσαν να χωρέσουν αρκετές

άμαξες, ιππείς και πεζούς προκαλώντας πολλές φορές ένα μικρό

χάος. Ο Αλβίν τους απέφυγε αμέσως και κρατώντας τα γκέμια

πλοηγούνταν με σιγουριά σε διάφορα στενά για αρκετά λεπτά,

μέχρι που σταμάτησε κάποια στιγμή σε ένα αρχοντικό. Όπως τα

περισσότερα σπίτια στην Καν, έτσι και εκείνο ήταν πετρόκτιστο με

σκεπή από κεραμίδια. Ήταν ένα μετρίου μεγέθους οίκημα με δύο

ορόφους που συνδεόταν με μια μεγάλη στριφογυριστή σκάλα.

Έμεινε να το κοιτά ενώ το μυαλό του βομβαρδιζόταν από ένα σωρό

σκέψεις και μνήμες.

«Το σπίτι σου;» η Μαριέτ τον έπιασε τρυφερά από τον ώμο.

Εκείνος της έγνεψε θετικά χωρίς να μιλήσει. «Μου είχες πει κάποια

στιγμή πως ο πατέρας σου ήταν ο μόνος συγγενής σου και μένατε

εδώ με τους υπηρέτες σας! Το σπίτι Αλβίν δε φαίνεται

εγκαταλελειμμένο!»

«Σίγουρα το αγόρασε άλλος μετά τον θάνατο του πατέρα

μου...»

«Τι θα κάνουμε αν είναι έτσι όπως λες; θα μας δεχθούν

άγνωστοι;»

«Πάω να δω περιμένετε. Θα μάθω ποιος μένει στο σπίτι μου

και μετά θα ρωτήσουμε τους γείτονες. Όλοι με συμπαθούσαν και

μερικοί από αυτούς ήταν σχετικά νέοι. Δεκαπέντε χρόνια δεν είναι

και τόσα πολλά!»

Ο Αλβίν φανερά αναστατωμένος με όλα τα ψυχολογικά

ερεθίσματα που λάμβανε εκείνες τις στιγμές, μιλούσε γρήγορα και

αφηρημένα. Η Μαριέτ δεν είπε κάτι άλλο και γύρισε στη Ζιζέλ όσο

εκείνος κατέβαινε από το κάρο. Με αργά βήματα, ο ξανθομάλλης

άντρας προχωρούσε προς τη σιδερένια πόρτα. Κοντοστάθηκε μια

67


στιγμή και ύστερα την άνοιξε με αποφασιστικότητα παρατηρώντας

πως τα παλιά μάνταλα, δεν έκαναν τον παραμικρό ήχο ανοίγοντας.

Όποιος πήρε το σπίτι το προσέχει πολύ καλά όπως έκανε και

ο πατέρας.

Ανέβηκε τη στριφογυριστή σκάλα στα γρήγορα και έφτασε

στον πάνω όροφο του αρχοντικού που ήταν η κύρια είσοδος.

Άκουγε ήχους και ομιλίες στο εσωτερικό και χτύπησε δυνατά την

πόρτα με τη μεγάλη μπρούτζινη χειρολαβή σε σχήμα κεφαλιού

φιδιού. Πάντα του έκανε εντύπωση το φίδι αυτό. Δεν έμοιαζε με το

γνωστό ερπετό μα περισσότερο θύμιζε κάποιον δαίμονα και όταν

ήταν μικρός, τρόμαζε τον εαυτό του και τους φίλους λέγοντας πως

αν δεν άνοιγε η πόρτα σε σύντομο χρονικό διάστημα από το πρώτο

χτύπημα, ο δαίμονας θα τους δάγκωνε το χέρι. Ο δαίμονας της

πόρτας παρέμεινε ακριβώς ίδιος. Ένα κακοφτιαγμένο κεφάλι

φιδιού. Τη δουλειά του επίσης συνέχιζε να την κάνει σωστά. Η

πόρτα αντήχησε δυνατά στο εσωτερικό του σπιτιού, κάνοντας τις

ομιλίες να σιωπήσουν απότομα και στη συνέχεια να ακουστούν

γρήγορα βήματα. O Αλβίν περίμενε υπομονετικά. Όσο τα

δευτερόλεπτα περνούσαν τόσο αναρωτιόταν για το νόημα του να

βρίσκεται εκεί.

Η πόρτα άνοιξε επιτέλους διακόπτοντας τις ανησυχίες και τις

αμφιβολίες του. Αντίκρισε μια χαμογελαστή ευτραφής γυναίκα με

ρούχα υπηρέτριας, που ανέμενε στο κατώφλι με αμηχανία μέχρι ο

επισκέπτης να δηλώσει τις προθέσεις του.

«Καλημέρα! Ονομάζομαι Αλβίν... μήπως μπορείτε να μου

πείτε ποιος κατοικεί εδώ;»

«Μα φυσικά ο μεσιέ Λοράν, ξένος στην πόλη είστε;»

«Μάλλον, δεν κατάλαβες μαντάμ... εννοώ ποιος μένει τώρα

εδώ. Ποιος πήρε το σπίτι;» Ο Αλβίν άρχισε να μουδιάζει ολόκληρος

στην αναμονή της νέας απάντησης της υπηρέτριας η οποία

παρέμενε χαμογελαστή.

«Μόλις σας είπα μεσιέ. Εδώ είναι το αρχοντικό του Πιέρ

Λοράν... εσείς; αναφέρατε το όνομα Αλβίν;»

68


«Είμαι ο Αλβίν ναι! Μου λες δηλαδή πως στο σπίτι αυτό

μένει ο Πιέρ Λοράν; είναι δυνατόν; ο Πιέρ Λοράν έχει πεθάνει

μαντάμ εδώ και χρόνια. Είναι κάποιου είδους αστείο αυτό που μου

κάνετε;»

Ο Αλβίν πλέον άρχισε να ιδρώνει και να κοκκινίζει. Ακόμα

και αν όλο αυτό ήταν ένα είδος σκληρής και κακόγουστης φάρσας,

για πρώτη φορά του πέρασε από το μυαλό πως ο πατέρας του ίσως

να μην είχε πεθάνει. Δεν υπήρχε περίπτωση, ο πατέρας του έπρεπε

να ήταν νεκρός χωρίς αμφιβολία.

«Μεσιέ, φαίνεστε αρκετά μπερδεμένος... το όνομά σας είναι

όντως Αλβίν;»

«ΝΑΙ! Το όνομά μου είναι Αλβίν... Αλβίν...» Ξαφνικά τον

διέκοψε μια φωνή που ακούστηκε από το βάθος του μεγάλου

διαδρόμου που εκτεινόταν αμέσως μετά την είσοδο, καταλήγοντας

στο πολυτελές σαλόνι του αρχοντικού.

«...Αλβίν Γκαέλ Λοράν! Σωστά; γιος του Πιέρ και της

Ρεϊμόντ!»

Ο Αλβίν πλέον ξεκάθαρα αναστατωμένος δεν πίστευε στη

φωνή που άκουγε.

«Ποιος είσαι; δεν είναι δυνατόν να είσαι εσύ...»

Η υπηρέτρια υποχώρησε μην έχοντας κάτι άλλο να πει και

άφησε τον Αλβίν να κερδίσει έδαφος προς τα ενδότερα του

σπιτιού. Τότε εμφανίστηκε από τον μεγάλο διάδρομο ένας

άνθρωπος με γκρίζο περιποιημένο μακρύ μαλλί και

φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο.Κρατούσε ένα πολυτελές μπαστούνι

που βοηθούσε το περπάτημά του και τα πράσινά του μάτια

κοιτούσαν τον Αλβίν γεμάτο έκπληξη και συγκίνηση.

«Επιτέλους είσαι εσύ... είσαι εσύ αγόρι μου!»

«Πώς γίνεται... είσαι νεκρός! Τόσα χρόνια... εγώ...» Ο Αλβίν

βρισκόταν μπροστά σε αυτό που φοβόταν και ταυτόχρονα σε αυτό

που βαθιά μέσα του ήλπιζε.

«Τίποτα δεν έχει σημασία γιατί η μοίρα μας έφερε και πάλι

μαζί! Μη σκέφτεσαι τίποτα άλλο».

69


Οι δύο άντρες αγκαλιάστηκαν σφιχτά με τον Αλβίν να έχει

ακόμη την έκφραση έκπληξης και απορίας στο βλέμμα του.

«Δεν ήξερα... αν ήξερα θα είχα έρθει να σε αναζητήσω! Θα

προσπαθούσα να δραπετεύσω πιο νωρίς από αυτούς τους

καταραμένους θα...»

«Μην ανησυχείς παιδί μου τελείωσαν όλα τώρα. Δεν έχει

σημασία σου είπα. Τώρα πες μου... ήρθες μόνος σου στην Καν;»

Ο Αλβίν πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθει. Σκούπισε

τα δάκρυα από την έντονη συναισθηματική φόρτιση και επανήλθε

στη νηφαλιότητα των σκέψεών του.

«Όχι, έχω τη γυναίκα και την κόρη μου. Ψάχνουμε

καταφύγιο γιατί κάποιοι μας κυνηγούν! Εμένα κυνηγούν. ‘Ηλπιζα

να βρω κάποιον αλλά δεν περίμενα να βρω... εσένα!»

«Πολλά θα σου συνέβησαν αυτά τα χρόνια Αλβίν. Πολλά

άλλαξαν, αλλά να ξέρεις πως τώρα που είμαστε πάλι μαζί θα σε

βοηθήσω. Έχουμε χρόνο να μου τα πεις σιγά σιγά όλα. Θεέ μου

έγινες τρανός άντρας πια. Φέρ’ τους αμέσως μέσα είναι και δική

μου οικογένεια!»

Ο Αλβίν αγκάλιασε και πάλι τον πατέρα του σφιχτά. Ο χαμός

του τον διαμόρφωσε όλα αυτά τα χρόνια. Πόνεσε, υπέμενε πολλά,

εκπαιδεύτηκε να γίνει μια πολεμική και φονική μηχανή και σε όλα

αυτά η δύναμη που τον κρατούσε, ήταν η εκδίκηση. Ο πατέρας του

όμως ζει. Ήταν μπερδεμένος. Δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή αν έπρεπε

να κατακλυστεί από συναισθήματα χαράς και συγκίνησης ή να

σκεφτεί όλες εκείνες τις στιγμές που τον θρηνούσε γιατί ήταν ένα

μικρό παιδί, ανήμπορο να τον σώσει, ανήμπορο να σώσει τον

εαυτό του. Όλες εκείνες τις στιγμές που υπέμενε υπομονετικά

κακουχίες και ανείπωτα εγκλήματα. Τα πέντε χρόνια που ζούσε

απομονωμένος, αγνοώντας πως στην Καν τον περίμενε το σπιτικό

που βίαια είχε αφήσει. Τώρα όλα αλλάζουν εκ θεμελίων για

εκείνον.

70


Λίγες στιγμές αγκαλιάς ακόμα και σκούπισε τα δάκρυά του

γρήγορα. Σφίγγοντας τους ώμους του πατέρα του, του έγνεψε να

τον ακολουθήσει.

«Έλα να γνωρίσεις την εγγονή σου...» Ούτε ο ίδιος δεν το

πίστευε όταν άρθρωσε την πρόταση αυτή. Ήρθε η στιγμή ως ένα

περίεργο παιχνίδι της μοίρας να ξανασμίξουν πρόσωπα από δύο

διαφορετικές ζωές. Ο Πιέρ χαμογελώντας πλατιά τον έκανε στην

άκρη και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Άνοιξε την πόρτα και

παρατηρούσε τον δρόμο από το μπαλκόνι. Ο Αλβίν βγήκε και

εκείνος και κατέβηκε γρήγορα τη στριφογυριστή σκάλα. Σκέφτηκε

πως με τις συγκινήσεις ξέχασε πως η Μαριέτ και η Ζιζέλ ήταν

εκτεθειμένοι στον δρόμο μιας άγνωστης για αυτούς πόλης. Όμως,

τους είδε ασφαλείς να περιμένουν με ανυπομονησία την

επιστροφή του.

«Τα πράγματα πήγαν πολύ καλύτερα από όσο θα ελπίζαμε!

Ελάτε να γνωρίσετε κάποιον... έλα Ζιζέλ έλα!»

H Μαριέτ με αινιγματικό χαμόγελο και μια μικρή ανησυχία

πήρε το μικρό κορίτσι και πήγαν προς εκείνον.

«Βρήκες γνωστό τελικά να μας βοηθήσει; μακάρι Θεέ μου...»

«Όχι Μαριέτ δε βρήκα απλά γνωστό!»

Εκείνη συνέχισε να προχωρά πιο μπερδεμένη από ποτέ

μέχρι που ο Πιέρ, κατέβηκε μέχρι τη μέση της σκάλας.

«Ώστε αυτή είναι η εγγονή μου! Πιο όμορφη φυσικά από ό,τι

περίμενα! Ελάτε ελάτε αρκετά περιμένατε στον δρόμο!»

Η Μαριέτ κοιτούσε τον Πιέρ και τον Αλβίν ψάχνοντας κάποια

επιβεβαίωση για την ανεξήγητη κατάσταση. Ο Αλβίν της

χαμογέλασε για την πείσει πως ήταν πραγματικότητα, αλλά

δυσκολευόταν να το χωνέψει ακόμα και ο ίδιος.

«Μπαμπά; ο παππούς δεν είχε πεθάνει παλιά όταν ήσουν

μικρός; έτσι μας είχες πει!» Η Ζιζέλ θα ρωτήσει ανοιχτά τον πατέρα

του μην αφήνοντας περιθώρια σκέψης και λογικής εξήγησης για

οποιονδήποτε.

71


«Έχεις δίκιο κορίτσι μου! Έχεις απόλυτο δίκιο... όμως ζει

τελικά και είναι θεόσταλτο δώρο. Ποιοι είμαστε εμείς που θα το

αμφισβητήσουμε ε;» Ο Αλβίν έδωσε την καλύτερη απάντηση που

μπορούσε να σκεφτεί ικανοποιώντας εν τέλει την κόρη του. «Όμως,

ο παππούς σου θα πρέπει να μας εξηγήσει πως επιβίωσε τότε που

χωριστήκαμε! Σωστά πατέρα;»

Χωρίς να χάσει το χαμόγελό του ο Αλβίν κοίταξε τον πατέρα

του, αλλά του πέρασε ξεκάθαρα το μήνυμα πως είχαν πολλά να

πουν και έπρεπε να δοθούν κάποιες εξηγήσεις όσο άρχιζε να

κοπάζει η συναισθηματική φόρτιση της έκπληξης και του

αναπάντεχου. Ο Πιέρ έγνεψε επίσης με χαμόγελο χωρίς να πει κάτι

επί αυτού. Έκανε λίγα βήματα πίσω ανεβαίνοντας δύο σκαλοπάτια

και γελώντας τους έγνεψε με το χέρι του.

«Ελάτε μέσα γρήγορα! Ερίκ; ΕΡΙΚ; πρόσεχε το κάρο και τα

υπάρχοντά τους μέχρι να τακτοποιηθούν!»

Ο Πιέρ κάλεσε έναν πανύψηλο γεροδεμένο άντρα που

εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως και χωρίς να πει κουβέντα υπάκουσε

στο πρόσταγμα του αφεντικού του.

Οι τρεις τους ανέβηκαν τα σκαλιά και μπήκαν στο αρχοντικό

όπου δύο ακόμη υπηρέτριες έκαναν την εμφάνισή τους για να

υποδεχθούν την οικογένεια του Αλβίν.

«Πέρασε κόρη μου πέρασε... περάστε μη με ντρέπεστε!

Καθίστε έχουμε πολλά να πούμε. Πρώτα όμως θα ήθελα να μιλήσω

με τους μεγάλους της παρέας».

Ο Πιέρ έκανε νεύμα στην υπηρέτρια να έρθει στο σαλόνι και

χαμογέλασε για μία ακόμη φορά στη Ζιζέλ.

«Αμελί, δείξε στην εγγονή μου το σπίτι και τα παιχνίδια του

πατέρα της! Ναι, τα κράτησα όλα. Πώς θα μπορούσα διαφορετικά

άλλωστε;» Η υπηρέτρια χαμογέλασε και αυτή στο κορίτσι και την

έπιασε από το μικρό της χέρι καθοδηγώντας τη μακριά από το

σαλόνι. «Καθίστε τώρα να μιλήσουμε. Το όνομά σου καλή μου; ο

γιος μου δεν είχε την ευγένεια να μας συστήσει. Ούτε καν της

72


εγγονής μου το όνομα δεν ξέρω αλλά του το συγχωρώ. Όλοι μας

αναστατωθήκαμε με τη συνάντηση!»

«Μαριέτ μεσιέ Λοράν! Το όνομά μου είναι Μαριέτ και η

κόρη μας η Ζιζέλ! Χαίρομαι που είστε... που σας γνωρίζω!»

«Τι ωραία ονόματα! Χάρηκα Μαριέτ! Καθίστε είπα. Λουσίλ!

Έλα εδώ αμέσως που χάθηκες;» Ο Πιέρ φώναξε μια άλλη

υπηρέτρια κατά πολύ νεότερη αυτή τη φορά, σχεδόν κορίτσι, η

οποία φάνηκε μετά από λίγα δευτερόλεπτα λαχανιασμένη.

«Μάλιστα μεσιέ Λοράν!»

«Νερό, γλυκό και ποτό. Έχουμε ξανά ζωή στο σπίτι δε

βλέπεις;»

«Μάλιστα μεσιέ Λοράν... μάλιστα...»

«Συγχωρέστε αγαπητοί μου το ανοργάνωτο προσωπικό του

σπιτιού. Βλέπετε έχουμε πάρα πολύ καιρό να δεχθούμε

επισκέψεις. Ειδικά τόσο σημαντικούς!»

«Πώς και μιλάμε πάλι; πώς επιβίωσες; Συγγνώμη που

επιμένω σε αυτό. Πώς γίνεται να είσαι εδώ με σάρκα και οστά; σε

είδα να πέφτεις μέσα στα αίματα κάτω... δέχθηκες ένα ολόκληρο

σπαθί στο στήθος σου! Ήμουν μικρός, αλλά αρκετά μεγάλος για να

καταλάβω ότι ήταν θανάσιμο το χτύπημα. Ειδικά μετά από χρόνια

που απέκτησα και άσχημη εμπειρία επί του θέματος και έφερνα

στο μυαλό μου τη σκηνή της απαγωγής μου σαν τον πιο άσχημο

εφιάλτη!»

«Αλβίν καλά κάνεις και ρωτάς. Έχεις κάθε δικαίωμα να

αναρωτιέσαι αλλά σε παρακαλώ μην κατηγορείς τον εαυτό σου για

τίποτα. Επέζησα γιατί απλά ήμουν πάρα πολύ τυχερός. Δεν ήταν

σπαθί ακριβώς αυτό που με διαπέρασε αλλά ένα μεγάλο μαχαίρι.

Θα πέθαινα αν δεν είχα την τύχη να περνά κοντά μου ένας βοσκός.

Με κουβάλησε στο άλογό του και είχα τη βοήθεια του Θεού να

φτάσω ζωντανός ως την Καν και να με περιποιηθούν οι γιατροί του

Ντε Ντουπόν. Τρεις μήνες ήμουν στο κρεβάτι του πόνου αλλά

επέζησα. Ο τραυματισμός, μου άφησε μόνιμο πρόβλημα στο

περπάτημά αλλά στάθηκα ξανά στα πόδια μου. Για να προλάβω την

73


επόμενη ερώτησή σου, ναι, έψαξα να σε βρω. Κίνησα Γη και

Ουρανό για την ακρίβεια. Έδωσα πολλά λεφτά σε έρευνες,

προσέλαβα άντρες να με βοηθήσουν αλλά μάταια. Τα ίχνη σου με

οδήγησαν ως το Καλαί και εκεί σταμάτησαν. Δεν ήξερα τι άλλο να

κάνω. Πνίγηκα μετά στη θλίψη μου και περίμενα να με ειδοποιήσει

κάποιος από αυτούς ότι θέλει χρήματα για να σε επιστρέψουν σε

μένα. Αλλά μάταια! Το μήνυμα δεν ήρθε ποτέ. Εξαφανίστηκες!»

Ο Αλβίν άκουγε τον πατέρα του μονίμως δακρυσμένος.

Προσπαθούσε και τελικά έβρισκε λογική εξήγηση στα λεγόμενα

του.

«Δεν ξέρω από που να αρχίσω και από που να τελειώσω. Η

ουσία είναι πως έγινα πολεμιστής σε ένα τάγμα. Έγινα και άλλα

πράγματα...»

«Ήρεμα αγόρι μου... δε χρειάζεται να μου τα πεις όλα. Όχι

τώρα τουλάχιστον. Έχουμε πάρα πολλά να πούμε οι δυο μας.

Πρέπει να ξαναγνωριστούμε Αλβίν. Αλλά ας το κάνουμε σιγά σιγά

με τον καιρό». Εκείνη τη στιγμή μία από τις υπηρέτριες μπήκε στο

σαλόνι.

«Μεσιέ Λοράν... συγγνώμη που διακόπτω, πριν στην αγορά

κάποιος άγνωστος μου έδωσε αυτό το γράμμα! Δεν έβγαλα νόημα

καθώς μου είπε να το παραδώσω στον επισκέπτη που θα έρθει! Το

κράτησα να σας το δείξω αλλά μήπως εννοεί τον γιο σας;»

Ο Αλβίν πάγωσε στη θέση του. Σοβάρεψε και προσπαθούσε

να σκεφτεί, όταν ο πατέρας του πήρε τον λόγο.

«Πώς; ποιος σου το έδωσε;»

«Δε γνωρίζω μεσιέ! Ήταν ένας μυστήριος με κουκούλα, μόνο

το πιγούνι του είδα!»

«Δώστο μου αμέσως! Για να δω... μάλιστα! Αλβίν, όντως

είναι για σένα!» Ο ξανθός άντρας σηκώθηκε από τον καναπέ και

πήρε απότομα το γράμμα από τα χέρια του Πιέρ διαβάζοντάς το.

‘’Αδερφέ Γκαέλ, αν ψάχνεις απαντήσεις δε θα τις βρεις στην

Καν. Στον δρόμο για το Καλαί θα μάθεις αυτά που επιθυμείς. Μην

74


ανησυχείς για την οικογένειά σου, είναι ασφαλής από εμάς.

Τουλάχιστον όσο δεν είσαι μαζί τους.

Γ.Μ.”

Ο Αλβίν τσαλάκωσε το γράμμα με μανία και με τα βίας

προσπαθούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του.

«Με παρακολουθούν ήδη, ξέρουν που πάω και που είμαι!

Δυστυχώς, δεν μπορώ να μείνω άλλο! Πρέπει να πάω προς το

Καλαί. Εμένα έχουν στο μάτι ας με κυνηγήσουν!»

«Έχεις μήπως κάποια ιδέα για τα αρχικά που υπογράφουν το

γράμμα; “Γ.Μ”;»

«Καμία απολύτως αλλά ελπίζω πως σύντομα θα μάθω! Είναι

οι ίδιοι άνθρωποι πατέρα…»

«Απίστευτο! Μετά από τόσα χρόνια ξανά μπροστά μας! Δεν

μπορώ να φανταστώ ούτε τα μισά από όσα έχεις περάσει γιε μου.

Ούτε τα μισά από όσα σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή να κάνεις αλλά σε

εμπιστεύομαι πως θα ξαναγυρίσεις κοντά μου. Μπορώ να

βοηθήσω με τις γνωριμίες μου μήπως; έχω έναν φίλο έμπορο στο

Καλαί και...»

«Όχι οχι πατέρα σε ευχαριστώ πολύ αλλά θέλω όλοι να μου

κάνετε τη χάρη να μείνετε εδώ χωρίς να μιλήσετε πουθενά και σε

κανέναν. Όσο φίλος ή συγγενής και αν είναι, όποιος και να είναι.

Όπως αποδείχθηκε, έχουν αφτιά και μάτια παντού. Αν ασχοληθείτε

έστω και λίγο θα μπλέξετε χωρίς γυρισμό καθώς είναι ικανοί για

όλα!»

«Εντάξει παιδί μου εντάξει δε θα ασχοληθούμε... δε θα

μιλήσουμε. Αλλά να ξέρεις πως με τρομάζεις περισσότερο έτσι.

Φαντάζομαι η Μαριέτ έχει συνηθίσει σε όλα αυτά την

παραδέχομαι. Μπορεί και δείχνει χωρίς άγχος χαμογελώντας

συνεχώς».

«Μεσιέ Λοράν... η αλήθεια είναι πως αν και τον έχω

συνηθίσει, δε σημαίνει πως δε θέλω να τον σκοτώσω αυτή τη

στιγμή. Και εμένα με έχει τρομάξει και χαμογελώ για να μην αρχίσω

75


να του πετώ το ακριβό σας σερβίτσιο στο κεφάλι». Ο Αλβίν δε

μόρφασε στο ελάχιστο ο Πιέρ όμως, ξέσπασε στα γέλια.

«Μαριέτ παιδί μου ήδη σε συμπάθησα πολύ. Έχεις το

θάρρος της γνώμης και δε μασάς τα λόγια σου. Μου θυμίζεις τη

μητέρα του Αλβίν. Κρίμα που δεν τη γνώρισε ποτέ...» Η τελευταία

φράση συνοδεύτηκε με επιβράδυνση της ομιλίας η οποία άλλαξε

απότομα και πάλι επιστρέφοντας στον παιχνιδιάρικο τόνο. Ο Αλβίν

πριν η Μαριέτ ξεπεράσει την αμηχανία του παραλληλισμού με τη

μητέρα του, διέκοψε ανυπόμονα.

«Πρέπει να φύγω. Για το καλό όλων μας!»

«Καλώς Αλβίν, καλώς! Έλα να σε συνοδέψω ως την πόρτα».

Ο Πιέρ τον τράβηξε από το χέρι και απομακρύνθηκαν από το

σαλόνι, με τη Μαριέτ να τους ακολουθεί αργά και διακριτικά.

Μόλις έφτασαν στην πόρτα σοβάρεψε απότομα και πλησίασε το

αφτί του γιου του.

«Πρόσεχε Αλβίν έρχονται συμφορές. Η καταστροφή

πλησιάζει».

«Για να αποφύγω αυτές τις συμφορές χάνω τη μαγεία της

ενωμένης οικογένειάς μας τι θες να πεις; Ποια καταστροφή;»

«Δε μιλώ για κοινούς εγκληματίες και απαγωγείς παιδί μου.

Αναφέρομαι στην αιώνια απειλή. Μάλλον, δε θα αποφύγουμε τον

πόλεμο!»

«Μιλάς για τους Άγγλους! Αληθεύουν δηλαδή οι φήμες που

άκουγα από γυναικεία κουτσομπολιά;»

«Δεν ξέρω τι άκουγες, αλλά ο Έντουαρντ έχει ξαμολήσει τον

στρατό ληστών και καθαρμάτων του από τη Δύση και κινούνται με

ταχύτατους ρυθμούς προς τη Νορμανδία. Ο βασιλιάς μας είναι

ακόμα στο Παρίσι χωρίς να κινητοποιείται. Ούτε η Καν δεν είναι

ασφαλής ακόμα και με τέτοια τείχη αν αφεθούμε στο έλεός τους.

Δε θέλω να σε προβληματίσω περισσότερο, ειδικά τώρα που θέλεις

το κεφάλι σου ήσυχο, αλλά πρέπει να ξέρεις».

«Αυτοί μας έλειπαν τώρα δεν το πιστεύω! Τόσο το

χειρότερο για αυτούς που με κυνηγούν! Πρέπει να επισπεύσω την

76


αποστολή μου περισσότερο από όσο σκόπευα και να επιστρέψω να

σας προστατέψω. Αλλά είναι μονόδρομος. Άνθρωποι σαν αυτοί

που με κυνηγούν θα τους βρούμε μπροστά μας με Άγγλους ή

χωρίς».

«Πρόσεχε λοιπόν τους δρόμους. Δεν είναι ακόμα εδώ αλλά

λένε πως κάποιοι έχουν έρθει ως κατάσκοποι και ξεκίνησαν τις

βιαιοπραγίες για να προκαλέσουν αναστάτωση στην κοινή γνώμη.

Κάτι μου λέει όμως πως αυτοί πρέπει να προσέξουν καλύτερα μη

σε πετύχουν. Γύρνα γρήγορα πίσω. Το πιστεύω πως θα τα

καταφέρεις. Δε βρήκα τον χαμένο μου γιο για να τον ξαναχάσω!»

Οι δύο τους αγκαλιάστηκαν για μία ακόμη φορά σφιχτά

χωρίς να σχολιάσουν περισσότερα.

«Επιστρέφω μέσα εγώ! Χαιρέτησε τη γυναίκα σου όπως

πρέπει μην είσαι ανάγωγος!»

Ο Πιέρ χαμογελώντας τον χτύπησε ελαφριά στο στήθος με

τη γροθιά του και επέστρεψε στο βάθος του σπιτιού του με αργό

βήμα και τη βοήθεια του μπαστουνιού. Η Μαριέτ χωρίς να έδειχνε

κάποιο έντονο συναίσθημα εκείνη τη στιγμή, αγκάλιασε τον Αλβίν.

Εκείνος απάντησε στην αγκαλιά της συνοδεύοντάς τη με ένα φιλί.

«Δε θέλεις να πεις κάτι στη μικρή;»

«Όχι... καλύτερα έτσι. Να μην την επιβαρύνω με το να

βλέπει τον πάτερα της να φεύγει για άλλη μία φορά. Ήδη βίωσε

πάρα πολλά τελευταία».

«Δε θέλεις αλλά φεύγεις έτσι και αλλιώς ε; Δεν

ξεκουράστηκες καθόλου, κοιμήσου τουλάχιστον πρώτα!»

«Σε παρακαλώ μη με στενοχωρείς! Αφού καταλαβαίνεις πως

πρέπει να το κάνω».

«ΟΟΟ καταλαβαίνω. Σε βαρέθηκα πια. Φύγε στις

περιπέτειές σου. Σκότωσέ τους όλους...αλλά γύρισε πάλι σε μένα

και στη Ζιζέλ. Στον πατέρα σου!»

«Γεια σου Μαριέτ μου. Πρόσεξε τους όλους!»

Ένα ακόμη φιλί και ο Αλβίν κατέβηκε με άλματα τη

στριφογυριστή σκάλα και βρέθηκε στον δρόμο αφού άνοιξε με

77


γρήγορες κινήσεις τη σιδερένια πύλη. Πήρε το μπαούλο με τα

κοσμήματα που είχε. Έβαλε μερικά από αυτά σε ένα σακούλι

δένοντάς το στην πλάτη του και έπιασε στον λαιμό του τον

ασημένιο σταυρό για να σιγουρευτεί πως βρισκόταν εκεί. Έβγαλε

το σπαθί του από το δέμα και το στερέωσε καλά στη ζώνη του μαζί

με το θηκάρι του. Τελευταία ενέργεια ήταν να ξεπεζέψει ένα από

τα άλογα του κάρου και να του φορέσει σέλα. Γύρισε προς τον

υπηρέτη του πατέρα του που φρουρούσε το κάρο και του έδωσε

ένα χρυσό βραχιόλι. Εκείνος το κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια.

«Προστάτεψε τους όσο καλύτερα μπορείς!» Εκείνος έγνεψε

καταφατικά με ειλικρίνεια χαιρετώντας με μια χαρακτηριστική

χειρονομία τον Αλβίν. Κάλπασε σιγά σιγά στα σοκάκια της πόλης

χωρίς να κοιτάξει άλλο πίσω καθώς γνώριζε πως δε θα

εξυπηρετούσε τον σκοπό του. Μπορεί να ήταν μια ηλιόλουστη

μέρα, αλλά σύννεφα μαζεύονταν στον ουρανό. Γκρίζα και μαύρα

σαν να πρόκειται ο Θεός να ξεπλύνει και πάλι την ανθρωπότητα

από τις αμαρτίες της. Ο Αλβίν έφτασε μετά από μερικά λεπτά

αργού καλπασμού στις πύλες της Καν και τις πέρασε και πάλι. Τόσα

χρόνια είχε να επιστρέψει στην πόλη που γεννήθηκε και έφυγε

ξανά μέσα σε λίγες ώρες. Τα παιχνίδια της μοίρας. Μια μοίρα που

του έφερε ξανά τον νεκρό του πατέρα. Σε έναν κόσμο που φλέγεται

μόνιμα από τον πόλεμο, βρισκόταν στο μάτι μιας θύελλας που

όμως ήταν αποφασισμένος να βρει τη γαλήνη. Τώρα ο καιρός του

φιλήσυχου αγρότη έλαβε τέλος για τα καλά. Ο καιρός του

πολεμιστή ανέτειλε και πάλι.

78


79


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

80


VI.

Αλβίν κάλπαζε στους δρόμους του Βορρά της

Νορμανδίας κινούμενος ανατολικά. Οι ώρες

O

περνούσαν αλλά απαντήσεις δεν έπαιρνε. Οι μόνοι

που συνάντησε ήταν μόνο μερικοί τρομαγμένοι

λαγοί που κρύβονταν στο έδαφος στο άκουσμα των

οπλών του αλόγου του που τράνταζαν το έδαφος, όπως και τα

χιλιάδες πουλιά που απολάμβαναν τις ακτίνες του ήλιου στα

δέντρα.

Είχε φτάσει ήδη στη μέση της διαδρομής προς το Καλαί όταν

τελικά ο ήχος από ένα μακρινό ποδοβολητό αλόγων πίσω του,

απέτρεψε τις όποιες ελπίδες εφησυχασμού και αν έτρεφε. Με την

άκρη του ματιού του διέκρινε τρεις πολεμιστές με τα όπλα

παρατεταμένα σε θέση μάχης. Η στάση του σώματός τους με τον

έντονο καλπασμό και τα σπαθιά στα χέρια τους, υποδείκνυαν πως

δε θα τον προσέγγιζαν με αγαθές και ειρηνικές προθέσεις. Ο Αλβίν

συνέχιζε να καλπάζει με τον ίδιο ρυθμό που είχε πριν χωρίς να

δείχνει ότι πτοείται, μέχρι που επιβεβαιώθηκε ότι πρόκειται για

ενέδρα.

Μεγάλα σμήνη πουλιών άφησαν απότομα τα φυλλώματα

των δέντρων και έκρυψαν για λίγο τον ουρανό. Κάποιοι μπροστά

του τον προσέγγισαν άγαρμπα χωρίς να υπολογίσουν πως τα

δέντρα δεν είναι ακατοίκητα. Ήταν τρεις ακόμη ιππείς που

ξεπρόβαλαν στο ξέφωτο μπροστά του χαμογελαστοί. Εκείνος

τραβούσε δυνατά τα χαλινάρια μέχρι να ηρεμήσει το υπερκινητικό

ζώο που έμοιαζε να διαφωνούσε και αυτό όπως και το αφεντικό

του με την αναπάντεχη στάση, ενώ κατέφτασαν και αυτοί που τον

ακολουθούσαν αποτρέποντάς του την εύκολη οπισθοχώρηση.

81


«Γεια σας παιδιά! Θέλετε να με συνοδέψετε; Πολύ ευγενικό

εκ μέρους σας». Ο Αλβίν χαμογελαστός με σαρκαστική διάθεση

παρόλο που οι πολεμιστές ήταν απολύτως σοβαροί.

«Έτσι αντιδράς εσύ σε ληστεία;» Από όλους τον λόγο πήρε

ένας νεαρός με μακρύ μαύρο μαλλί και περιποιημένο γένι στο

πιγούνι του.

«Όχι, γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός σας άλλωστε. Αν θέλατε

να με ληστέψετε αρκούσε να με τρυπήσετε με τις σαΐτες σας πριν

καν πλησιάσω και ύστερα να ψάξετε ήσυχοι το πτώμα μου. Όχι, δε

θέλετε να με ληστέψετε. Δηλαδή θέλετε αλλά δεν είστε κοινοί

εγκληματίες». Χωρίς να εγκαταλείψει στιγμή το σαρκαστικό του

χαμόγελο άφησε εμβρόντητους τους επίδοξους ληστές με την

αντίληψή του.

«Τι είμαστε τότε φίλε;»

«Είστε ένα τίποτα. Τουλάχιστον έτσι θα καταλήξετε μόλις

τελειώσω μαζί σας!»

Τώρα ο Αλβίν φάνηκε να τους εκνευρίζει και δίχως να

χάνουν χρόνο, επιτέθηκαν. Ο Αλβίν κλότσησε τα πλευρά του

αλόγου του και όρμησε καταπάνω τους ανοίγοντας δρόμο

κάνοντάς τους να τον ακολουθήσουν. Εκτός από τους δύο πρώτους

τους οποίους ο Αλβίν ήδη είχε στείλει αιμόφυρτους στο υγρό

χορτάρι σχίζοντας τον λαιμό του ενός και τρυπώντας τον ώμο του

διπλανού του βγάζοντας το σπαθί του τόσο γρήγορα, που όλοι τους

σάστισαν. Ο φερόμενος ως αρχηγός τους, έπιασε την τομή του

λαιμού του για να σταματήσει την αιμορραγία και προσπάθησε να

φωνάξει στους συντρόφους του. Είτε άκουσαν τις διαταγές οι

ιππείς είτε όχι, κάλπασαν στο κατόπι του Αλβίν ο οποίος προς

έκπληξή τους, ξαφνικά γύρισε εναντίον τους με μεγάλη φόρα.

Για λίγες στιγμές ακουγόταν μόνο ο υπόκωφος ήχος των

αλόγων που όργωναν τη χλόη πετώντας παντού χώματα, μέχρι που

ο Αλβίν εξαπέλυσε μια πολεμική ιαχή μαζί με θάνατο. Ο πρώτος

που τον έλαβε ήταν ο προπορευόμενος από τους υπολοίπους και

αφού ο ξανθομάλλης άντρας απέφυγε με συνοπτικές διαδικασίες

82


τις επιθέσεις του, του έσκισε την κοιλιά ρίχνοντάς τον από το άλογο

και όλα αυτά χωρίς να χάσει μεγάλο μέρος από την ταχύτητα και

την ορμή του προς τους υπόλοιπους. Τώρα ήταν αργά να κάνουν

τον δικό τους ελιγμό. Ο Αλβίν ξάπλωσε απότομα στη ράχη του

αλόγου γλιτώνοντας για χιλιοστά μια σφύρα που έκανε έναν

ανατριχιαστικό ήχο σχίζοντας τον αέρα. Μόλις έκατσε ξανά στη

σέλα με το σπαθί του έσχισε τον σβέρκο του αντιπάλου του και

ταυτόχρονα έμπηξε το κυρτό του μαχαίρι στα πλευρά του άλλου

εξουδετερώνοντας και τους δύο. Τώρα πια έμενε ένας. Οι δύο

αναβάτες για λίγες στιγμές ζύγιζαν ο ένας τις προθέσεις του άλλου.

Ο ληστής ξαφνικά θα κάνει μεταβολή και θα αρχίσει να καλπάζει

προς το δάσος αφήνοντας τον πεσμένο αρχηγό του να του

ουρλιάζει διαταγές υπό τη μορφή άναρθρων οργισμένων κραυγών.

Δεν κατόρθωσε να πάει μακριά όμως. Ο Αλβίν τον κυνήγησε

και μόλις τον πλησίασε αρκετά, με κίνηση που σίγουρα δεν την

περίμενε ο τρομαγμένος ιππέας, πήδηξε στο δικό του άλογο. Του

άρπαξε τα χαλινάρια από τα χέρια και τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά

που δεν κατάλαβε αμέσως πως ο λαιμός του ανάβλυζε ζεστό αίμα.

Το μόνο που αισθάνθηκε πριν πεθάνει ήταν τον Αλβίν να του

ψιθυρίζει στο αφτί αφαιρώντας του το κράνος.

«Πήγαινε στην κόλαση κάθαρμα που θέλεις να ξεφύγεις,

κανένας σας δε θα ξεφύγει. Ξεκουράσου τώρα και κάποια στιγμή

θα τα ξαναπούμε!»

Τον πέταξε από το άλογό του και κατέβηκε στη συνέχεια και

αυτός. Με αργά βήματα έσκυψε και χρησιμοποίησε τον μανδύα

του νεκρού για να καθαρίσει τις κηλίδες αίματος από το πρόσωπό

του. Μετά προχώρησε προς τους ετοιμοθάνατους και τους

εκτελούσε κόβοντάς τους τον λαιμό με το μαχαίρι του με περίσσια

ψυχρότητα ακόμα και όταν τον παρακαλούσαν για έλεος.

Τελευταίο, άφησε επίτηδες τον αρχηγό ο οποίος κρατούσε ακόμα

τον λαιμό του. Παρόλο που το τρομαγμένο του πρόσωπο είχε πάρει

μια χλωμή απόχρωση, η αιμορραγία από το τραύμα δε φαινόταν

εκτός ελέγχου.

83


Ο Αλβίν τον άρπαξε απότομα από κάτω και τον κράτησε

όρθιο ενώ με τη ματωμένη αιχμή του μαχαιριού του, τον τρύπησε

ελαφρά στο μέτωπο.

«Ποιος σας έστειλε; ποιος δημιούργησε ξανά τους Ντιέ

Μαλαντί; ΜΙΛΑ! Οι προηγούμενοι από το σινάφι σου που ανέκρινα

δεν μπόρεσαν να μου πουν περισσότερα. Για να δούμε εσύ που

φαίνεσαι υψηλόβαθμος».

«Πώς κατάλαβ... πώς ξερ...;»

«Μην κουράζεσαι με αυτά, απάντησε στην ερώτησή μου

γιατί δεν έχεις πολύ χρόνο ακόμα».

«Ο μεγάλος Παρφαί φυσικά. Ο ηγέτης των Αλβιγινών. Ο

Γκιγιόμ...»

«Τι είναι αυτά που λες ηλίθιε; Ο φόβος θόλωσε το πνεύμα

σου; Ποιος Γκιγιόμ;»

«Καθ...Καθαροί... ο Μπελιμπάστ!»

«ΣΚΑΣΕ ΗΛΙΘΙΕ! Ξέρω ποιος ήταν ο Μπελιμπάστ. Ξέρω ποιοι

ήταν οι Καθαροί! Σε ρώτησα κάτι και περιμένω μια απάντηση».

«Υπάρχουν... υπάρχουν ακόμα! Αυτός ζει. Ο Γκιγιόμ

Μπελιμπάστ ζει. Οργανώνει πάλι τους Καθαρούς και τους... Ντιέ

Μαλαντί και σε χρειάζεται. Εσένα και κάτι που έχεις!»

Ο πληγωμένος αποκάλυψε πολλά περισσότερα από όσο

περίμενε ο Αλβίν. Χωρίς να πει τίποτα έκανε ένα βήμα πίσω

παίρνοντας το μαχαίρι από το μέτωπό του. «Λοιπόν, το ταξίδι σου

για την κόλαση φαίνεται πως αναβάλλεται προς το παρόν. Έχεις

πολλά να μου πεις και σίγουρα περισσότερα να μου δείξεις.

Μπορείς να σταθείς στα πόδια σου;»

«Δεν ξέρω... ναι μπορώ! Ευχαριστώ αδερφέ Γκαέλ...»

«Ήταν η τελευταία φορά που με αποκαλείς έτσι. Είναι

ξεκάθαρο αυτό σ' εσένα; Να ξέρεις ότι μπορώ να βρω και αλλού

πληροφορίες. Θα δυσκολευτώ περισσότερο ναι...αλλά θα βρω».

«Ναι... ξεκάθαρο».

«Ωραία το όνομά σου; δε θέλω να σκέφτομαι κάθε φορά μια

βρισιά για να σε φωνάζω».

84


«Το όνομά μου είναι Σιλβάν ντε Σατωρού».

«Είσαι ευγενούς καταγωγής ε κάθαρμα;»

«Είμαι γιος του Βαρόνου Βικτώρ Ντε Σατωρού!»

«Δεν τον έχω ακουστά και δε με νοιάζει... μόνο λύσε μου την

απορία! Τι δουλειά έχεις εσύ, ένας πλούσιος ευγενής, με μια

δολοφονική οργάνωση;»

«Δεν ανήκω στους Ντιέ Μαλαντί αν εννοείς αυτό. Οι

υπόλοιποι που σκότωσες…!»

«Και θέλεις να μου πεις πως είσαι Καθαρός;»

«Ο πατέρας μου είναι και επέμεινε να αναλάβω και εγώ τα

ιερά καθήκοντα...»

«Σου αρέσει δηλαδή να ζεις κυνηγημένος ως αιρετικός

συνεργαζόμενος με εγκληματίες; είσαι ολόκληρος άντρας... σχεδόν

στην ηλικία μου. Τι διάολο σου έταξαν;»

«Δε με ανάγκασε κανείς... είναι θέμα πίστης!»

«Με άλλα λόγια όχι μόνο οι Καθαροί οργανώνονται ακόμα

αλλά και ο τελευταίος ηγέτης τους, ο Γκιγιόμ Μπελιμπάστ, δεν

κάηκε στην πυρά πριν χρόνια!»

«Δεν ήταν αυτός αλλά ένας σωσίας που θυσιάστηκε για τον

σκοπό μας. Τουλάχιστον έτσι μας είπαν. Οι Ντιέ Μαλαντί θα μας

βοηθήσουν να ορθοποδήσουμε και πάλι και...»

«Ο σκοπός σας... πολύ θα ήθελα να μου πεις για τον

περίφημο σκοπό σας αλλά προφανώς δεν τον ξέρετε ούτε εσείς».

Ο Σιλβάν δεν είπε κάτι περισσότερο σε αυτό μα ούτε και ο

Αλβίν. Πήγαν μέχρι το άλογο του Σιλβάν και αφού τον έψαξε για

τυχόν όπλα που μπορεί να έκρυβε, τον βοήθησε να ιππεύσει. Μόλις

ανέβηκε και εκείνος στο δικό του, έβαλε το σπαθί και το μαχαίρι

στα θηκάρια τους και το σπαθί του Σιλβάν σε ένα πανί τυλιγμένο

πίσω στη σέλα.

«Περιττό να σου πω πως αν προσπαθήσεις να το σκάσεις ή

κάνεις οποιαδήποτε απόπειρα εναντίον μου έχεις πέσει νεκρός

πριν το καταλάβεις. Στο ορκίζομαι!»

85


Ο Σιλβάν έγνεψε καταφατικά και προσπάθησε να κρατηθεί

στη σέλα πιάνοντας τον πληγωμένο του λαιμό.

86


VII.

ίλησε μου για τον Μπελιμπάστ! Τον είδες με τα

μάτια σου;»

«M«Αυτός

μας κάλεσε πρώτη φορά! Φυσικά και τον

είδα. Είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος που έχω δει και

τον θαυμάζω...»

«Περίεργο! Δέκα χρόνια εκτελούσα έμμεσα διαταγές του

τότε και δεν άκουσα ποτέ έστω και ως φήμη ότι ζει. Σίγουρα θα

είναι ο πιο έξυπνος αφού όλοι τον νόμιζαν νεκρό στην πυρά.

Νόμιζα πως η Εκκλησία δεν αστειευόταν! Πες μου όμως τι θέλουν

οι Καθαροί; Τι θέλει ο ζωντανός Μπελιμπάστ από εμένα;»

«Πέρα από το γεγονός πως ήσουν σπουδαίος πολεμιστής

στους Ντιέ Μαλαντί... έκλεψ... πήρες τρεις πολύτιμους σταυρούς

από τον θησαυρό μας!»

«Τον θησαυρό σας ε; οι οποίοι σταυροί τι ακριβώς είναι;

γιατί φαντάζομαι δεν μπαίνουν στη διαδικασία άνθρωποι του

σιναφιού σου να διακινδυνεύσουν την ύπαρξή τους, στέλνοντας

τους Ντιέ Μαλαντί σε δολοφονικές αναζητήσεις».

«Δε γνωρίζω πολλά... μόνο ότι ανοίγουν κάτι!»

«Ο Λανγκίγ ποιος είναι; ψάχνετε και αυτόν!»

«Δυστυχώς, ούτε και εδώ ξέρω να σου πω πολλά μόνο ότι

σχετίζεται και αυτό το όνομα με τους τρεις σταυρούς! Εσύ και

αυτός είστε το επίκεντρο της έρευνας».

«Τελικά είσαι και εσύ λίγο άχρηστος για πληροφορίες Σιλβάν

Ντε Σατωρού, αν και γνωρίζεις περισσότερα από εμένα. Πάντως, να

ξέρεις πως ό,τι και να έχετε στο μυαλό σας να κάνετε μαζί μου, δε

θα καταφέρετε να το πραγματοποιήσετε».

87


«Μεσιέ... ήθελα να σου πω πως δε σε αδικώ που έχεις αυτά

τα πράγματα στο μυαλό σου για μας. Δεν είμαι από αυτούς που θα

προσπαθήσω να σε πείσω. Έχεις μεγαλώσει σίγουρα με τη λάσπη

και τις κατηγορίες του κόσμου για το όνομά μας και...»

«Άκου Σιλβάν ντε Σατωρού... σε πόσες μάχες έχεις

συμμετάσχει;»

«Εεεε σε καμία!»

Η απότομη ερώτηση του Αλβίν πάγωσε τον Καθαρό και δεν

του έδωσε περιθώριο να προλάβει να πει ούτε ψέμα.

«Εγώ έχω σκοτώσει και έχω καταστρέψει στο όνομα της

ιδεολογίας σου οπότε μη μου λες πως σας μισώ βασισμένος σε

κουτσομπολιά και θρύλους. Τα έζησα από πρώτο χέρι. Τελικά ξέρω

περισσότερα από εσένα σχετικά με την αδελφότητά σου και το

εγκληματικό σας τάγμα!»

Ο Σιλβάν δεν είπε κάτι περισσότερο. Ήταν έκδηλη η

αμηχανία που το προκάλεσε ο Αλβίν. Αμηχανία και ίσως ντροπή

που συνειδητοποίησε πως ίσως άκουγε την ωμή αλήθεια. Ήταν

ένας εχθρός για τον Αλβίν. Ένας εχθρός που ζει με δανεικό χρόνο.

Όμως δεν τον μισούσε. Ίσως απλά δεν ένιωθε μέσα του την οργή

και την ακατάπαυστη επιθυμία να του κόψει τον λαιμό όπως

συνέβαινε με τους Ντιέ Μαλαντί. Όταν η οργή, η πίκρα και η

αδρεναλίνη μέσα του καταλάγιαζαν, καταλάβαινε πόσο μάταια οι

άνθρωποι, διαμορφώνουν τη ζωή και τις επιλογές τους για ένα

όνομα, για ένα σκοπό που δεν τον διάλεξαν. Οι περισσότεροι

πεθαίνουν για ένα σκοπό ή έναν ιερό αγώνα, αγνοώντας τον

σπουδαιότερο ως άνθρωποι. Να ζήσουν. Να σπείρουν, να

θερίσουν, να φάνε, να ευτυχήσουν. Ήθελε πολύ ο Αλβίν να

ευτυχήσει αλλά θέλει ακόμα περισσότερο να μην του διακόπτει

κανείς αυτή την ευτυχία. Αυτός ήταν και ο τωρινός του σκοπός.

Ένας σκοπός που ίσως είναι ο μοναδικός που αξίζει να πεθάνει

κανείς. Η εξασφάλιση και η διαφύλαξη της ευτυχίας.

88


Οι δύο περίεργοι ταξιδιώτες κάλπαζαν γοργά προς το Καλαί

μέχρι που μεσημέριασε. Συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό αλλά

μερικές ακτίνες του ηλίου δραπέτευαν από τις νεφελώδεις

χαραμάδες. Σποραδικά ένα δροσερό αεράκι έκανε τα φύλλα στα

κλαδιά να χορεύουν και τα κουδούνια από τους λαιμούς των

προβάτων να κουδουνίζουν από μακριά. Ο Αλβίν μόλις απέβαλε

την υπερένταση της μάχης και των τελευταίων συγκινήσεων,

δυσκολευόταν να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. Κάποτε, είχε

εκπαιδευτεί να πειθαρχεί σε πολλές από τις βασικές του ανάγκες,

αλλά εκείνο το μεσημέρι συνειδητοποίησε πως είχε κοιμηθεί πολύ

λίγο από όταν άφησε το σπίτι του στην Πικαρδία. Χρειαζόταν όλες

τις δυνάμεις του για να αντιμετωπίσει τους κίνδυνους που

προμηνύονταν, ακόμα και αν έδινε ευκαιρία στους εφιάλτες του να

τον επισκεφτούν. Σταμάτησε ξαφνικά το άλογό του

προβληματίζοντας τον Σιλβάν.

«Καθαρέ στάση! Κατέβα και έλα εδώ». Ο Αλβίν μόλις

αφίππευσε, πήγε στη μεγάλη τσέπη της σέλας και έβγαλε ένα

μακρύ σχοινί.

«Δεν είναι ανάγκη... δε θα φύγω ξέρεις».

«Δε φοβάμαι μη φύγεις, απλά δε θέλω να ξυπνήσω δεμένος

και να με σέρνεις στους δικούς σου!»

Ο Σιλβάν έκανε έναν μορφασμό ενόχλησης αλλά δεν είπε

κάτι πειθαρχώντας στο πρόσταγμά του. Ο ξανθός άντρας τον έδεσε

στον κορμό ενός δέντρου με μικρό αλλά στιβαρό κορμό. Μόλις

τελείωσε το δέσιμο και ο νεαρός Καθαρός προσπαθούσε με το ζόρι

να πάρει μια βαθιά ανάσα, ο Αλβίν έφυγε και επέστρεψε από τη

σέλα του με ένα κομμάτι ψωμί το οποίο το μοίρασε στα δυο. Το

ένα το έχωσε άκομψα στο ανυπεράσπιστο στόμα του Σιλβάν και το

άλλο στο δικό του.

«Η πληγή σου δείχνει να είναι εντάξει, τα χέρια σου δεμένα,

προσπάθησε μόνο να μασάς με προσοχή μη σου πέσει το ψωμί.

89


Εγώ θα κοιμηθώ μία ώρα, μετά φώναξε να ξυπνήσω. Αν

αντιληφθείς κίνδυνο ξύπνησέ με νωρίτερα γιατί είμαι ο μόνος που

μπορώ να σε σώσω. Αν με ξυπνήσεις χωρίς λόγο θα σε σκοτώσω!»

Ο Αλβίν διάλεξε ένα διπλανό δέντρο με παχιές ρίζες όπου

τοποθέτησε τη σέλα του αλόγου του ως μαξιλάρι και ξάπλωσε. Πριν

προλάβει ο Σιλβάν να μουρμουρίσει ό,τι βρισιά υπήρχε στο

Φραγκικό λεξιλόγιο, ένας βαθύς ύπνος κυρίευσε τον ξανθομάλλη

πολεμιστή. Ένας ύπνος σαν δίνη που τον τραβούσε στο άγνωστο.

Ένιωθε να πέφτει στο κενό μέχρι που χωρίς να το καταλάβει,

βρέθηκε να τρέχει σε ένα άγνωστο λιβάδι. Δε γνώριζε για ποιο λόγο

έτρεχε, μέχρι που ένιωσε αναγκασμένος να κυνηγήσει δύο

φιγούρες μπροστά του. Μόλις πλησίασε αρκετά, διαπίστωσε πως

ήταν ένα μικρό κορίτσι με πλούσια ξανθά μαλλιά που έτρεχε δίπλα

σε κάποιον με σκούρο πράσινο μανδύα και κουκούλα που σκέπαζε

σχεδόν όλο του το σώμα. Ένιωσε μέσα του μια μεγάλη και

παράδοξη οικειότητα βλέποντάς τους.

Ακολούθησε την πορεία τους η οποία συνέχιζε μέσα σε ένα

μικρό δάσος. Ήξερε πως πιθανόν ήταν κάποιο όνειρο αλλά όπως

και όλα τα όνειρα και οι εφιάλτες του τελευταία, ήταν τόσο

ζωντανό, που ποτέ δεν ήταν σίγουρος για τη γνησιότητα αυτών που

ζούσε. Το πέρασμα στο δάσος ήταν σύντομο και μόλις βγήκε ξανά

στο φως, συνειδητοποίησε πως βρισκόταν στον λόφο του σπιτιού

του. Κοντοστάθηκε για λίγο παρατηρώντας τη φιγούρα με τον

σκούρο πράσινο μανδύα. Έμοιαζε με γυναίκα αν λάμβανε υπόψη

τα λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά του σώματός της. Συνεχίζοντας να

κρατά το ξανθό κοριτσάκι από το χέρι, κατευθύνονταν οι δύο τους

προς τον βάλτο. Ο Αλβίν ακολούθησε και μετά από κάποια λεπτά

έφτασε στον αγαπημένο του βράχο όπου κάθονταν τα άτομα που

κυνηγούσε. Επιχείρησε να φωνάξει μα δεν έβγαινε καθόλου φωνή

από τον λαιμό του. Το μικρό κοριτσάκι πάντως γύρισε και τον

κοίταξε. Ο Αλβίν πάγωσε. Είχε τις υποψίες του αλλά τελικά όντως

ήταν η Ζιζέλ. Εκείνη κοίταξε τον πατέρα της και του χαμογέλασε

90


αλλά με το πιο τρομακτικό χαμόγελο που θα μπορούσε να το κάνει.

Γεμάτο κακία, ειρωνεία και μίσος.

Ο Αλβίν θυμήθηκε το τελευταίο άσχημο όνειρο που είδε

όπου συμπεριλάμβανε τον βάλτο και τη Ζιζέλ και δεν ήθελε να

συμμετέχει άλλο σε αυτό το χαοτικό βασανιστήριο του μυαλού του.

Τότε, η γυναίκα με τον μανδύα την άρπαξε από το χέρι και έφυγαν

γρήγορα από τον βράχο μόνο για να σταθούν λίγα μέτρα πιο πέρα

παρατηρώντας κάτι με έντονο ενδιαφέρον. Ο Αλβίν ήθελε όσο

τίποτε άλλο να ξυπνήσει, αλλά σαν να μην έλεγχε τις κινήσεις του,

κατευθύνθηκε και εκείνος προς το σημείο. Στα αφτιά του άρχισε να

φτάνει ένας περίεργος ήχος. Σαν ένα διαρκές κουδούνισμα.

Ένας βρυχηθμός τον έκανε να λιγοψυχήσει. Αισθάνθηκε φόβο.

Τα πόδια του έτρεμαν αλλά συνέχιζε να προχωρά προς τον

τρομακτικό ήχο. Αυτό που παρατηρούσε η μικρή του κόρη

χτυπώντας παλαμάκια και γελώντας χαιρέκακα ήταν ένα άγριο

θηρίο των θρύλων και των παραμυθιών, που καταβρόχθιζε κάτι με

λαιμαργία σε έναν μεγάλο θάμνο. Από τον θάμνο αυτό ξεπρόβαλαν

μερικοί όμορφοι κρίνοι. Όμορφοι, λευκοί με κυανά φύλλα, αλλά το

κτήνος τα ποδοπατούσε και τα μασουλούσε με τα μακριά αιχμηρά

του δόντια. Είχε ξαναδεί τέτοιο θηρίο σε ασπίδες και λάβαρα. Ήταν

ένας λέοντας. Γύρισε ξανά να δει την κόρη του και διαπίστωσε πως

τώρα και η γυναίκα με τον μανδύα είχε στρέψει την προσοχή της

προς εκείνον. Το κουδούνισμα στα αφτιά του έγινε πιο έντονο και

το κεφάλι του πονούσε. Το μικρό κορίτσι χαμογελούσε ακόμα

σατανικά και η γυναίκα δίπλα της αποκάλυψε πως δεν είχε

πρόσωπο. Σαν να φόρεσες ρούχα σε μια σκιά. Στο βαθύ απύθμενο

σκοτάδι.

«Αδερφέ Γκαέλ!» Μια φωνή ακουγόταν στο βάθος και όλο

και δυνάμωνε μέχρι που στα μάτια του Αλβίν, επανήλθε ο

συννεφιασμένος ουρανός. Δίπλα του ο Σιλβάν δεμένος του έγνεψε

με το κεφάλι να κάνει ησυχία. Στον δρόμο, λίγες εκατοντάδες

μέτρα πιο πέρα, ένα ζευγάρι χωρικών καβάλα σε ένα γέρικο άλογο,

κατευθύνονταν προς το Καλαί.

91


«Αν έβλεπα ευχάριστο όνειρο, θα σε σκότωνα επιτόπου που με

ξύπνησες για αυτόν τον λόγο. Πόση ώρα κοιμάμαι;»

«Δεν είμαι σίγουρος αδερφ... Αλβίν! Νομίζω τρεις ώρες!»

«ΠΩΣ; γιατί με άφησες τόσο πολύ;»

«Προσπαθούσα άρχοντα... δεν ξυπνούσες νωρίτερα!»

«Πάμε γρήγορα αρκετό χρόνο χάσαμε!»

Ο Αλβίν έριξε λίγο νερό από το φλασκί πάνω του για να

συνέλθει, ήπιε και μία γερή γουλιά και το έδωσε στον Σιλβάν όσο

τον έλυνε. Οι δύο άντρες ανέβηκαν στα άλογά τους και κάλπασαν

δίχως παραπάνω καθυστέρηση.

Χωρίς κάποιο απρόοπτο στη διαδρομή τους, το απόγευμα

έφτασαν προ των πυλών του μεγάλου και οχυρωμένου λιμανιού

του Καλαί. Τα εκκωφαντικά κρωξίματα των γλάρων και τα

ουρλιαχτά των ψαράδων και των εμπόρων, δυσκόλευαν την ομιλία

τους παρόλο που κάλπαζαν δίπλα δίπλα. Ο Αλβίν έπιασε τον Σιλβάν

από το μανίκι και μίλησε στο αφτί του.

«Μπορείς να μας βάλεις μέσα;»

«Τι εννοείς;»

«Ρωτώ αν έχεις κάποια έξυπνη δικαιολογία ή ακόμα

καλύτερα, αν έχεις τα μέσα να το κάνεις χωρίς να γίνει σφαγή.

Βλέπεις εκείνη την ουρά ανθρώπων, ελέγχουν τους πάντες για

Άγγλους κατάσκοπους. Λογικά θα μας ταράξουν στις ερωτήσεις αν

μπούμε εμείς οι δύο που έχουμε ακόμα λεκέδες αίματος, εγώ με τα

κοσμήματα και εσύ με επίδεσμο στον λαιμό σου!»

«Δεν είμαι σίγουρος θα προσπαθήσω...»

«Δε νομίζω πως έχεις την επιλογή αυτή φίλε μου. Μπορείς ή

δεν μπορείς; δεν είσαι ευγενής; Ο πατέρας σου αποκλείεται να μην

έχει γνωστούς και τρόπο να μπαίνεις στην πόλη χωρίς ελέγχους.

92


Άλλωστε δικό σας τάγμα είναι οι Ντιέ Μαλαντί. Ή μήπως σκέφτεσαι

να με προδώσεις στους φρουρούς;»

«Και να τους πω τι; πιάστε τον είμαι Καθαρός και θέλει να τον

πάω στο λημέρι των Ντιέ Μαλαντί... πιθανόν μετά να πιάσουν

εμένα και εσένα να σε ευχαριστήσουν».

«...Ή, μπορεί να αρχίσεις να φωνάζεις ότι σε έκλεψα και πως το

σακούλι με τα κοσμήματα είναι δικό σου. Αν έχεις όντως τα μέσα

και τις γνωριμίες στην πόλη, θα σε πιστέψουν».

«Ίσως, αλλά πιστεύεις πως αν κάνουμε όλη τη φρουρά να μας

προσέξει και γίνουμε το πρώτο θέμα του όχλου, βοηθά κάποιον

από του δυο μας;»

Ο Αλβίν χαμογέλασε με την καχυποψία του καταλαβαίνοντας

πως ο Σιλβάν είχε δίκιο. Λίγα λεπτά μετά πήραν θέση στην ουρά και

υπομονετικά προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη

καθυστέρηση της διαδικασίας εισόδου στην πόλη.

«Τον φοράς ε;» ο Σιλβάν με θάρρος έδειξε το στήθος του

Αλβίν. Ο τελευταίος χαμογέλασε αλλά με ειρωνεία.

«Τι πράγμα;»

«Έναν από τους σταυρούς... συγγνώμη απλή απορία ήταν

τίποτα παραπάνω. Συγγνώμη!»

Χωρίς να περιμένει απάντησή ο Σιλβάν απολογήθηκε χωρίς

προφανή λόγο, κάτι που όμως ηρέμησε κατευθείαν τον Αλβίν

κάνοντάς τον να χαμογελάσει. Ο Καθαρός αιχμάλωτος με τη

συμπεριφορά του αυτή, δεν του άλλαξε την πρώτη εντύπωση που

του έδωσε το πρόσωπό του. Έντιμος, με ξεκάθαρη έλλειψη κακίας ή

τυχοδιωκτισμού στα μάτια του.

«Πώς έμπλεξες με αυτά τα σκατά φίλε μου; προσπάθησες ποτέ

να ξεφύγεις;»

Η ερώτηση του Αλβίν στενοχώρησε φανερά τον Σιλβάν.

«Είναι... το μόνο που ήθελα... το μόνο που θέλω, αλλά είναι

αδύνατο. Ήθελα να είμαι ένας άρχοντας όπως προορίζομαι να γίνω.

Ήθελα να διοικώ το μικρό κάστρο μόλις ο πατέρας μου θα πέθαινε.

93


Να με απασχολούν οι υπηρέτες και οι σοδειές της γης μου. Nα

μπορέσω να επικεντρωθώ στο να κάνω αυτό που θέλω...»

«Το οποίο είναι;»

«Να... παίζω μουσική! Να γράφω τραγούδια...!»

Ο Αλβίν ξέσπασε στα γέλια κάνοντας τους άλλους στην ουρά

να γυρίσουν και να τους κοιτάξουν. Ο Σιλβάν χαμήλωσε πάλι το

κεφάλι του ντροπιασμένος και εκνευρισμένος χωρίς να μιλήσει.

«Συγχώρεσέ με, απλά δεν το περίμενα αυτό από τον εχθρό

μου. Ο αρχηγός της ομάδας που μου έστησε ενέδρα στους

λασπωμένους δρόμους, είναι ένας... τροβαδούρος;»

«Δεν είμαι τροβαδούρος, ήθελα να γίνω...» Ο Σιλβάν απάντησε

χαμηλόφωνα, με έντονη δυσαρέσκεια.

«Η αλήθεια είναι πως ποτέ δε με έπεισες ότι είσαι ένας

φανατικός ή μαχαιροβγάλτης. Τώρα που το θυμάμαι, πριν από

αρκετά χρόνια που ήμουν στους Ντιέ Μαλαντί, είχα πετύχει έναν

τροβαδούρο σε ένα πανδοχείο στο Παρίσι και έπαιζε τόσο καλά τη

μαντόλα, είχε τόσο ωραία φωνή που έκλεινα τα μάτια για να

ονειρευτώ. Μας έκανε μάγια και ηρέμησε μέχρι και το τελευταίο

κάθαρμα που υπήρχε στον χώρο. Φορούσε φτωχικά ρούχα και

αναρωτιόμουν πώς γίνεται ένας άνθρωπος με τέτοια ικανότητα, να

ντύνεται έτσι και να περιμένει να πάρει λεφτά από όποιο θαμώνα

του πανδοχείου φιλοτιμηθεί να του προσφέρει κάτι. Βέβαια, του

έδιναν όλοι. Τον παρακαλούσαν να πει τραγούδια και μέχρι το

τέλος της βραδιάς, είχε μαζέψει ένα ολόκληρο σακί με νομίσματα,

πράγμα που με έκανε να αναρωτιέμαι διπλά για τη φτωχική του

εικόνα. Αν είναι δυνατόν, τώρα θυμήθηκα πως ήταν από το

Σατωρού. Αλλά μου διαφεύγει τώρα το όνομά του. Τον είχα

ρωτήσει! Φαντάσου πόσο μου άρεσε για να τον ρωτήσω, αλλά

ξέχασα τώρα. Νομίζω κάτι σε Ρωμαϊκό θύμιζε το όνομά του!»

Ο Σιλβάν δάκρυσε με τα λεγόμενα του Αλβίν.

«Βλέπω πως ξέρεις για ποιον λέω… Πες μου τότε, ήδη με

πόνεσε το κεφάλι μου προσπαθώντας να θυμηθώ. Όσο σκέφτομαι

94


ότι στη συνέχεια ο επόμενος τροβαδούρος με τον οποίο είχα

δυστυχώς ακουστική εμπειρία, ήταν...»

«Νικοντέμ Μπελανζιέ Ντε Σατωρού... αδερφός του πατέρα μου

και οικογενειακή ντροπή που ασχολήθηκε με τη μουσική αντί για

τον ιερό σκοπό και τη διοίκηση».

«Ναι πανάθεμα σε ναι... Νικοντέμ! Ο θείος σου λοιπόν,

ευγενής και πλούσιος, ζούσε ως γυρολόγος με τη μουσική του

ντυμένος φτωχικά. Απίστευτο που έτυχε να τον γνωρίζω. Βέβαια,

με τέτοιες ικανότητες, λογικό να τον γνωρίσουν όλοι κάποια στιγμή.

Φαντάζομαι αυτόν είχες ως πρότυπο και ήθελες να γίνεις

τροβαδούρος; δε σε αδικώ».

«Από μικρός ήθελα να του μοιάσω. Να μάθω και εγώ την τέχνη

του. Ήταν ένας μάγος στα μάτια μου...»

«Σιλβάν Μπελανζιέ Ντε Σατωρού, από ό,τι έχω μάθει από τον

κόσμο που πάντα θα με εκπλήσσει με την καλή ή με την κακή

έννοια, η μουσική είναι μαγεία. Ο θείος σου είναι μάγος. Η μουσική

είναι από τα ελάχιστα πράγματα που μας ξεχωρίζουν από τα ζώα.

Γιατί είμαστε ζώα Σιλβάν. Ζώα που διψούν να κόψει ο ένας το

λαρύγγι του άλλου για εξουσία και πλούτη».

«Άρα με καταλαβαίνεις... καταλαβαίνεις γιατί όλα αυτά που

έχω ως καθήκον να κάνω, μου φαίνονται ανούσια και

καταστροφικά...»

«Όντως καταλαβαίνω αλλά μάθε πως ποτέ δεν είναι αργά να

ξεφύγεις από οποιαδήποτε κατάσταση και αν βρίσκεσαι. Στο λέει

ένας που άφησε τους Ντιέ Μαλαντί την τελευταία κυριολεκτικά

στιγμή πριν εκδιωχθούν και διαλυθούν με τον χείριστο τρόπο,

τουλάχιστον προσωρινά. Ναι, είμαι πάλι μπλεγμένος κατά κάποιον

τρόπο αλλά αυτή τη φορά βρίσκομαι στην αντίπερα όχθη. Έχε πίστη

και ποτέ μην παραδίδεις την ελπίδα! Θα μιλήσουμε περισσότερο

για αυτό αν μας ξαναδοθεί η ευκαιρία, τώρα έρχεται η σειρά μας

να περάσουμε. Κάνε τα κόλπα σου και μπορεί να ζήσεις να μας

παίξεις τη μαντόλα σου κάποια μέρα!»

95


Ο Σιλβάν χαμογέλασε αλλά σε καμία περίπτωση δεν πίστεψε

την ελπιδοφόρα τελευταία πρόταση του Αλβίν. Προχώρησε προς τη

φρουρά και απηύθυνε τον λόγο σε έναν από τους αρκετούς

στρατιώτες που βρισκόταν κατά μήκος της πύλης.

«Είμαι ο Σιλβάν Μπελανζιέ ντε Σατωρού. Θα ήθελα να εισέλθω

στην πόλη με τον σωματοφύλακά μου. Δεχθήκαμε επίθεση από

τοξότες στον δρόμο από την Καν!»

Ο φρουρός γούρλωσε τα μάτια του και κοίταξε τον Αλβίν.

«Άγγλοι... έφτασαν τόσο κοντά; πώς ξεφύγατε μεσιέ

Μπελανζιέ;»

«Είχαμε γρήγορα άλογα αλλά δεν αποφύγαμε τη μάχη! Ήταν

μόνο ένα μικρό απόσπασμα αλλά αναγκαστήκαμε να πολεμήσουμε

τελικά. Ευτυχώς, ο Κλοντ είναι ικανότατος μαχητής!»

«Αν αυτοί οι καταραμένοι ήρθαν ως εδώ δύσκολα τα

πράγματα. Δόξα στον Θεό γλιτώσατε μεσιέ Μπελανζιέ, περάστε.

ΕΠΟΜΕΝΟΙ!»

Με δυνατή φωνή ο φρουρός έδωσε τέλος στη συζήτηση και οι

δύο τους πέρασαν στο Καλαί με τον Αλβίν χαμογελαστό να κοιτά

τον Σιλβάν.

«Τελικά, υπάρχει αλήθεια ένα σοβαρό ενδεχόμενο να μη σε

σκοτώσω και να παίξεις κάποια στιγμή τη μαντόλα σου. Πάμε τώρα

στον καλό μας κρεοπώλη...» O Σιλβάν ξαφνιάστηκε.

«Αφού ξέρεις και τον Ζεράρ, απορώ γιατί με χρειάζεσαι ακόμα.

Περάσαμε την πύλη, σου είπα τι γνωρίζω... πες μου και εσύ τι

θέλεις άλλο από εμένα γιατί δεν πιστεύω ότι με συμπάθησες τόσο

εύκολα επειδή μιλήσαμε για μουσική!»

«Σιλβάν... δεν είμαι καλός άνθρωπος. Έχω κάνει ανείπωτα

εγκλήματα για το τάγμα σας χωρίς να ενδιαφέρομαι καν για τις

πράξεις μου. Αυτό δε σημαίνει όμως καλέ μου τροβαδούρε πως

αισθάνομαι καλά για όλα αυτά πλέον. Ούτε πως δε θέλω να

συνεχίσω να ακολουθώ το μονοπάτι της εξιλέωσης».

96


«Σε πιστεύω, αλλά δεν απάντησες στην ερώτησή μου! Μου

χάρισες τη ζωή για να σου δώσω πληροφορίες και για να σε βάλω

στην πόλη. Τα έκανα!»

«Αυτό σου λέω! Είμαι λίγο διαφορετικός από ό,τι περίμενες να

είμαι. Ίσως, βλέπω προοπτική σ' εσένα γιατί μπορεί να γίνεις ένας

σωστός πολεμιστής που μάχεται για το δίκαιο ακόμα και ως

τροβαδούρος. Ίσως πάλι με συγκίνησες και είδα πολλά πράγματα

από τον εαυτό μου στο αδιέξοδό σου! Επίσης, δε θέλω να τρέξεις

και να προδώσεις την παρουσία μου σε περίπτωση που η

προοπτική που διέκρινα σ’ εσένα είναι εσφαλμένη».

«Το φαντάστηκα! Εντάξει λοιπόν, όποτε πιστεύεις πως δε

χρειάζομαι, ελπίζω τουλάχιστον να με προειδοποιήσεις. Θέλω να

προσευχηθώ πρώτα».

«Μείνε ήσυχος δε σκοτώνω ποτέ πισώπλατα! Εκτός φυσικά αν

δεν μπορώ να κάνω αλλιώς!»

Ο Αλβίν με την κυνική του απάντηση συνοδευόμενη από ένα

χαμόγελο, έκανε τον Σιλβάν να πάρει το πιο βλοσυρό του ύφος.

«Τι θα κάνουμε τώρα; πάμε κατευθείαν στο κρεοπωλείο; Αν

ξέρεις τον Ζεράρ προσωπικά, θα σε γνωρίσει και αυτός αν

παρουσιαστούμε μπροστά του!»

«Εσύ θα πας να του μιλήσεις σαν να μη συμβαίνει τίποτα και

άσε τι θα κάνω εγώ!»

«Κατάλαβα! Δε θα μου άρεσε το σχέδιό σου έτσι και αλλιώς.

Πάμε λοιπόν...»

Ο Αλβίν πήρε τα χαλινάρια του αλόγου του Σιλβάν και τον

οδήγησε κοντά σε ένα μεγάλο στάβλο στις αρχές της πόλης. Ένας

ηλικιωμένος βγήκε από μια ξύλινη καλύβα χαμογελώντας

προσποιητά με τα λειψά του δόντια χωρίς να κρύψει την έντονη

ανησυχία του για την έλευση τον ταλαιπωρημένων ξένων.

«Γεια σας, θέλετε να εμπιστευτείτε τα άλογά σας στον Ζιλμπέρ;

θα σας χρεώσω πολύ φθηνά. Μόλις δέκα ‘ντενιέγ’ τη μέρα... ο

καθένας!»

97


«Πάρε αυτό και τσιμουδιά σε κανέναν για τα άλογα ή για εμάς.

Το δικό μου να είναι έτοιμο και σελωμένο κατάλαβες;»

Ο Αλβίν έβγαλε από το δερμάτινο σακούλι της πλάτης του ένα

ολόχρυσο νόμισμα. Ο Ζιλμπέρ δεν πίστευε στα μάτια του.

Προσπαθούσε να μιλήσει ψύχραιμα πετώντας σάλια παντού.

«Τα χείλη μου είναι σφραγισμένα άρχοντα. Ό,τι πείτε εσείς!»

«Λοιπόν μεσιέ Μπελανζιέ, πήγαινε στο κρεοπωλείο μόνος σου,

εγώ δυστυχώς τον ξέρω τον δρόμο. Θα σε ακολουθώ διακριτικά και

να είσαι σίγουρος πως θα ξέρω τι πας να κάνεις ακόμα και την

παραμικρή παράκαμψη».

Ο Αλβίν χαμογελούσε παίζοντας επιδέξια με τα δάχτυλά του το

πολυτελές μαχαίρι. Ο Σιλβάν χωρίς να πει τίποτα άλλο, συνέχισε

μόνος του να βαδίζει στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Δεν τον

έβλεπε πια αλλά ήξερε πως τον ακολουθούσε από τα στενά και τις

σκιές.

Το Καλαί ήταν μικρότερο φυσικά από την Καν αλλά δεν του

έλειπε η ζωή και τα όμορφα οικοδομήματα. Ήταν μεγάλης

σημασίας λιμάνι καθώς το μεγάλο και απέραντο βασίλειο της

Φραγκίας, βάσιζε κατά πολύ την οικονομία του στις εμπορικές

συμφωνίες που έκανε ο βασιλιάς με τις άλλες χώρες. Σχεδόν

οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και αν στεκόσουν στην προβλήτα, θα

έβλεπες δεκάδες πλοία μικρά ή μεγάλα να δένουν και να

ξεφορτώνουν εμπορεύματα διαφόρων ειδών. Σε αυτή λοιπόν την

πολυκοσμία των εκατοντάδων κραυγών των εμπόρων, τα

κρωξίματα των γλάρων και την πολιτισμική σύγχυση, οι Καθαροί

επέλεξαν να ιδρύσουν το τάγμα των σωματοφυλάκων τους.

Κρυμμένοι σε κοινή θέα οι Ντιέ Μαλαντί θα επιστράτευαν κόσμο

στις τάξεις τους και θα οργάνωναν αποστολές προς το συμφέρον

των Καθαρών ή το τυχοδιωκτικό δικό τους.

Ο Σιλβάν αποδείχθηκε άξιος εμπιστοσύνης τελικά καθώς

ακολούθησε τον πιο σίγουρο και σύντομο δρόμο για το

κρεοπωλείο. Ένα κτήριο φτιαγμένο από γερά ξύλινα δοκάρια και

πέτρα. Δε μαρτυρούσε την ύπαρξη του άντρου κάποιας

98


αιμοσταγούς οργάνωσης παρόλο που οι τοίχοι του ήταν

ματωμένοι. Έξω από το κρεοπωλείο, ένας ευτραφής και

κακομούτσουνος άντρας πάνω από τα σαράντα, τεμάχιζε με

ακρίβεια χρησιμοποιώντας τον κοφτερό μπαλτά του, ένα μεγάλο

αγριογούρουνο. Ο μακρύς ξύλινος πάγκος του, είχε μουσκέψει από

το αίμα του ζώου και ο επιδέξιος χασάπης συνέχιζε το έργο του

ακόμα και όταν είδε τον Σιλβάν να έρχεται, αρκούμενος σε ένα

χαμόγελο δείχνοντας τα κιτρινισμένα του δόντια.

«Μεσιέ Ζεράρ! Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω τόσο σύντομα!

Σας πετυχαίνω μάλιστα εν δράσει!»

«Μεσιέ Μπελανζιέ... τι ευχάριστη έκπληξη! Δεν έπρεπε όμως

να είστε μακριά από εδώ;»

«Μείνε ήσυχος φίλε μου, καλά είμαι. Είχαμε κάποιες σοβαρές

επιπλοκές και να ‘μαι πάλι πίσω. Χρειάζεται να αναφέρω στον

αδερφό Αλσίντ. Είναι εδώ;»

«Πιο σιγά καλέ μου κύριε μας ξεκούφανες. Εδώ όπως βλέπεις

είμαι μόνο εγώ και τα κρέατα… Μην αναφέρεις ονόματα με αυτό

τον τρόπο είσαι τρελός; η Εκκλησία και η βασιλική φρουρά έχουν

μάτια και αφτιά παντού. Δυστυχώς, δεν μπορώ να σε αφήσω να

περάσεις φίλε μου… ααα δυστυχώς δεν έχω μεσιέ Μπελανζιέ άλλα

φρέσκα ορτύκια. Χθες πέρασε ένας κυνηγός από την Ντανκέρκ και

μου είπε πως είχε ένα πολύ κακό κυνήγι αλλά θα ξαναέρθει

σύντομα με μπόλικα».

«Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορείς να με αφήσεις... είμαι ο

Σιλβάν Μπελανζιέ, έχω ειδική αποστολή κατευθείαν δοσμένη από

τον αδερφό Αλσ...»

«Κοτόπουλα; νέα ράτσα νοστιμότατα... Έχω και εγώ ρητές

διαταγές να μην αφήνω κανέναν να περνά όποιος και αν είναι,

πόσο μάλλον εσένα που έπρεπε να είσαι μακριά από εδώ και να

κάνεις την αποστολή σου...»

«Σου είπα είχα κάποιες επιπλοκές και πρέπει να αναφέρω

και...»

99


«Εγώ ξέρω πως όταν υπάρχουν επιπλοκές και συνεχίζουμε και

στεκόμαστε στα πόδια μας, επιμένουμε στην αποστολή μας μέχρι

να τα καταφέρουμε και γυρνάμε να αναφέρουμε μόνο την επιτυχία

μας! Μοσχάρι ναι μεσιέ, ναι έχω μπόλικο όποιο κομμάτι θέλετε».

Ο Σιλβάν με έντονη την ανησυχία πλέον στο βλέμμα του

χάνοντας εντελώς το προσποιητό του χαμόγελο, άρχισε να ιδρώνει.

«Μεσιέ Μπελανζιέ αποφασίστε με την ησυχία σας, έχω και

άλλον πελάτη τι χαρά! Καλωσορίσατε κύριε στο ταπεινό μου μαγαζί

και... μα...» Ο Αλβίν εμφανίστηκε από το πουθενά και

κατευθύνθηκε αμέσως προς τον Ζεράρ αγκαλιάζοντάς τον. Εκείνος

πριν προλάβει να πει κάτι έχασε απότομα τη μιλιά του,

γουρλώνοντας τα μάτια.

«Δεν αισθάνεστε καλά μεσιέ Ζεράρ; θα είναι η ζέστη καθίστε,

εμείς ξέρουμε τα κατατόπια. Εσείς μπορείτε να πάρετε μία ανάσα...

ακόμα» Ο Αλβίν με σκληρό τόνο μίλησε επίτηδες δυνατά και

κατανοητά κοιτώντας τον Σιλβάν που είχε πάρει μια έκφραση

απογοήτευσης. Ο Ζεράρ προσπαθούσε με τα ματωμένα του χέρια

να τον φτάσει αλλά μάταια.

«Γκα... Γκαέλ... θα σε σκοτώσ...»

«Ηρέμησε μεσιέ Ζεράρ το έχω πάθει και εγώ μια φορά στη

Μαρσέιγ! Με χτύπησε ο ήλιος αλλά επιβίωσα».

Ο Ζεράρ έκατσε στη μεγάλη καρέκλα του μαγαζιού χωρίς να

μπορεί να μιλήσει πια. Έβγαλε μόνο έναν αδύναμο αναστεναγμό

και το σκονισμένο ξύλινο έπιπλο σύντομα πήρε ένα βαθύ κόκκινο

χρώμα. Τα αντικείμενα του μαγαζιού δεν ήταν ασυνήθιστα στο

αίμα, όμως αυτήν τη φορά ήταν το αίμα του κρεοπώλη που πότισε

σε λίγα δευτερόλεπτα το χώμα και τις μικρές πλάκες που είχαν

τοποθετηθεί ως μονοπάτι προς την πόρτα.

Η ζωτικότητα του ευτραφούς άντρα, έσβηνε σαν αδέσποτη

χιονονιφάδα που εισβάλει σε σπίτι καταδικάζοντας έτσι τη σύντομη

ύπαρξή της.

«Έλα Σιλβάν δεν έχουμε καιρό για χάσιμο κουνήσου».

«Τον σκότωσες… Για αυτό ήθελες να τον απασχολήσω;»

100


«Ήθελα να τον απασχολήσεις για να μελετήσω την κατάσταση

και πως μπορούμε να περάσουμε και οι δύο, αλλά είναι φανερό

πως ο Ζεράρ είναι... μάλλον ήταν πολλά πράγματα, αλλά βλάκας

ποτέ. Δεν καταλαβαίνεις πως αν επέμενες θα μας πρόδιδε! Είχες

ήδη αρχίσει να ιδρώνεις!»

«Ίδρωνα γιατί φοβόμουν ακριβώς αυτό που έγινε...»

Ο Αλβίν ενοχλήθηκε από την αγανάκτηση του Σιλβάν και

συνέχισε αυτήν τη φορά απόλυτα σοβαρός.

«Του άξιζε μεσιέ Μπελανζιέ, του άξιζαν πολλά περισσότερα.

Πίστεψέ με, αυτό που του έκανα ήταν δώρο!»

«Σε πιστεύω...»

«Δεν έχεις ιδέα πραγματικά που βρίσκεσαι έτσι; δεν έχεις

αντιληφθεί σε τι κόσμο ζεις. Αλήθεια είσαι τροβαδούρος. Μια

ευγενική ψυχή γεμάτη ρομαντισμό και αφέλεια. Αυτό σε κρατά

παραδόξως στη ζωή ακόμα. Τουλάχιστον όσο είμαι εγώ υπεύθυνος

για αυτή».

«Ξέρω σε τι κόσμο ζω...»

«Επιβίωση Σιλβάν! Νομίζεις μόνο εσύ θέλεις να γίνεις

μουσικός; μόνο εγώ θέλω να παραμείνω ένας φιλήσυχος αγρότης

χωρίς να με ενοχλεί κανένας; Κάνουμε πράγματα άσχημα για να

διατηρούμε την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα γίνουν όλα όπως θα

θέλαμε...!»

«Επιβίωση; Ναι, το καταλαβαίνω πως αναγκαζόμαστε να

κάνουμε τρομερές πράξεις για να επιβιώσουμε αλλά αυτό απέχει

πάρα πολύ όταν το διασκεδάζουμε κιόλας. Αυτό έχει να κάνει με το

πόσο αιμοσταγή πλάσματα είναι κάποιοι και το χρεώνουν στην

επιβίωση...» Ο Αλβίν διέκοψε τον Σιλβάν χτυπώντας τον τόσο

δυνατά στο πρόσωπο που έπεσε με δύναμη στο ματωμένο τραπέζι

του νεκρού κρεοπώλη, σπάζοντας το. Στη συνέχεια τον άρπαξε από

τον λαιμό και τον πέταξε μέσα στο μαγαζί κοιτώντας δεξιά και

αριστερά μήπως τράβηξαν την προσοχή κάποιου περαστικού. Τον

κόλλησε στον τοίχο προβάλλοντας το μαχαίρι στον λαιμό του.

101


«Νομίζεις πως όλα αυτά τα θέλω; νομίζεις πως άφησα το

παρελθόν μου για να ζήσω ήρεμα και απομονωμένα επειδή μου

αρέσει να σκοτώνω; ΜΙΛΑ! Νομίζεις πως αν ευχαριστιόμουν τους

σκοτωμούς δε θα σου έκοβα εδώ και τώρα τον ήδη κομμένο λαιμό

σου; ΜΙΛΑ! Αν σου φαίνεται ότι σκοτώνω εύκολα και με

ευχαρίστηση, μάλλον μπερδεύεσαι επειδή είμαι καλός σε αυτό ΤΟ

ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ; Άκου εδώ Καθαρέ, αιρετικό σκουλήκι! Φύλαξε τις

φιλοσοφίες σου για ανθρωπάκια τρυφερά και άβγαλτα σαν και

εσένα και μην τολμήσεις ξανά να κρίνεις τα κίνητρά μου για ό,τι

κάνω συνεννοηθήκαμε; Ε; δε σε ακούω... Ε;» Ο Αλβίν ήταν σε

τέτοια έξαλλη κατάσταση που λίγο ακόμα θα έπνιγε τον Σιλβάν με

το αριστερό του χέρι ενώ με το δεξί, έμπηγε τη λάμα του μαχαιριού

στην άλλη πλευρά του λαιμού του ματώνοντας τον και εκεί. Εκείνος

προσπαθούσε να μιλήσει απεγνωσμένα αλλά το μόνο που

μπορούσε να κάνει ήταν να πετά ματωμένα σάλια παντού, ώσπου ο

μαινόμενος Αλβίν τον άφησε να σωριαστεί στο πάτωμα. Εκείνος

προσπάθησε άμεσα να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του και

παραδόξως τα κατάφερε.

«Προσπαθώ τόση ώρα να σου πω... κάναμε πάρα πολύ μεγάλη

φασαρία... φώναξες πάρα πολύ... θα τραβήξουμε κόσμο

ηρέμησε...»

«Έλα γρήγορα! Ευτυχώς το κρεοπωλείο έχει καλή κάλυψη από

τον δρόμο. Βγάλε τα ρούχα σου και φόρα του Ζεράρ... ΤΩΡΑ!»

«Τι…; γιατί;»

«Γιατί εσύ θα κάτσεις εδώ να φυλάς τα νώτα μου και να

υποδέχεσαι πελάτες. Αν δε δουν κανέναν θα μπουν μέσα και...

καταλαβαίνεις!»

«Μα... μόνος σου;»

«Ναι, γιατί αν με βοηθήσεις εσύ θα τους σκοτώσω όλους

ευκολότερα ε; Πρώτο μέλημα είναι να τους κατασκοπεύσω... από

εσένα θέλω μόνο να μου δώσεις λίγο χρόνο».

«Ναι αλλά εδώ έρχομαι συχνά. Με έχουν δει στο πρόσωπο

πολλοί από τους κατοίκους...»

102


«Το όνομά σου το ξέρουν όλοι;»

«Όχι... φυσικά και όχι».

«Τότε βιάσου και φόρα την ποδιά. Δέσε το μαλλί σου κάπως

και φόρα τον σκούφο. Βάλε και λίγο αίμα πάνω σου, αλλά έχεις

ήδη. Θα πεις πως είσαι ο ανιψιός του Ζεράρ και τον αντικαθιστάς.

Πίστεψέ με, οι περισσότεροι θέλουν απλά να πάρουν το κρέας τους

και να πάνε σπίτια τους. Δεν τους νοιάζει ακόμα και αν κρεοπώλης

είναι ο βασιλιάς ο ίδιος».

«Ναι αλλά δεν ξέρω από εμπόριο...» Ο Αλβίν το διέκοψε με

ένα απειλητικό βλέμμα και έπιασε τα χέρια του νεκρού κρεοπώλη.

«Πιάσε τον Ζεράρ από τα πόδια και βοήθησε με να τον

κρύψουμε μέσα. Το καλό είναι πως δε χρειάζεται να σκουπίσουμε

τα αίματα σε τέτοιο μέρος... έλα γρήγορα πριν μας δουν».

Ο Σιλβάν χωρίς να κάνει άλλες αφελείς παρεμβάσεις σήκωσε

το πτώμα με κόπο από τα πόδια. Το κατάστημα του Ζεράρ στο

εσωτερικό του κάθε άλλο παρά εντυπωσιακό ήταν. Παντού

ξεραμένα αίματα που είχαν ποτίσει το χωμάτινο δάπεδο και τους

ξύλινους πάγκους και τα κρέατα στα τσιγκέλια είχαν αρχίσει να

σαπίζουν, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί μια αποπνικτική δυσωδία.

Πέρασαν πίσω από ένα μεγάλο πάγκο και πέταξαν με δύναμη το

πτώμα στο λερωμένο πάτωμα.

«Από ό,τι βλέπεις το κρεοπωλείο είναι σε τόσο κακή

κατάσταση που καλύτερα οι Ντιέ Μαλαντί να βρίσκονταν σε

κανονικό κτήριο στη μέση της πόλης, λιγότερο ύποπτο θα ήταν. Το

θυμάμαι σε καλύτερη κατάσταση πάντως. Πάω πάνω εγώ, εσύ

μείνε εδώ να κοιτάς μήπως μπει κάποιος που βαρέθηκε την καλή

του υγεία και όπως είπαμε...»

«Γιατί πας πάνω; υπόγεια είναι το...»

«Είσαι τελείως ηλίθιος μεσιέ Μπελανζιέ! Σίγουρα έχεις

ξανάρθει εδώ;» Ο Αλβίν ανέβηκε γρήγορα την ξύλινη σκάλα και

εξαφανίστηκε στο πάνω πάτωμα, αφήνοντας έναν Σιλβάν σκεπτικό

να κοιτά το πτώμα του Ζεράρ που ήταν ξαπλωμένος με τα νεκρά,

απλανή μάτια του ακόμα γουρλωμένα.

103


Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας περίεργος μεταλλικός ήχος

και ξαφνικά το χωμάτινο πάτωμα άρχισε να κινείται έντονα

κάνοντας τον Σιλβάν να κάνει βήματα πίσω, καθώς κάτω από τα

πόδια του άρχισε να υψώνεται η είσοδος μίας καταπακτής. Σχεδόν

ταυτόχρονα κατέβηκε από τις σκάλες ο Αλβίν κοιτώντας τον Σιλβάν

χαμογελαστός.

«Σιλβάν Μπελανζιέ Ντε Σατωρού θέλεις να φύγεις ε;»

Ο Σιλβάν δεν είπε τίποτα κοιτώντας κάτω. Τότε ο Αλβίν τον

άρπαξε από το μπράτσο του και πήρε το πιο σοβαρό του ύφος.

«Φύγε ηλίθιε, σου δίνω την ευκαιρία να φύγεις. Έχεις το πεδίο

ελεύθερο να πας όπου θέλεις όσο εγώ θα είμαι κάτω. Άσε που

μπορεί να με σκοτώσουν, αρκετά πιθανό».

Μία στιγμή έντονου μορφασμού και αναποφασιστικότητας και

ο Σιλβάν αφού έκανε δύο βήματα πίσω, έφυγε τρέχοντας από το

κρεοπωλείο χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ο Αλβίν χαμογέλασε και

ανακουφίστηκε εκπλήσσοντας τον εαυτό του. Μόλις ο νεαρός

Καθαρός είχε πια χαθεί στο πλήθος των δρόμων, αποφάσισε να

συνεχίσει την αποστολή του. Χωρίς την κάλυψη από το μαγαζί του

Ζεράρ τώρα έπρεπε να δράσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα της καταπακτής της οποίας την

πόρτα άφησε ανοιχτή με τη βοήθεια ενός μεγάλου κομματιού

κρέατος και προχωρούσε τους στενούς λιθόστρωτους διαδρόμους,

γυμνώνοντας το μαχαίρι του. Η μόνη διπλωματία αν τον

ανακάλυπταν, ήταν ο αιφνιδιασμός και το ατσάλι.

104


VIII.

διάδρομοι συνέχιζαν με κατηφορική

κλίση όσο τους διέσχιζε με γοργά

OI

βήματα. Ο χώρος θύμιζε κατακόμβες.

Μέχρι και η μυρωδιά της μούχλας και

του υγρού χώματος έφτανε στα

ρουθούνια του Αλβίν φέρνοντάς του άσχημες μνήμες. Τα χρόνια

πέρασαν αλλά σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε από το άθλιο αυτό

καταφύγιο.

Αυτοί οι καταραμένοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν το μέρος

αυτό μυστικό παρά τις διώξεις και τη διάλυσή τους. Μέχρι και ο

Ζεράρ παρέμεινε στη θέση του! Πώς;

Αναπόφευκτα, πλησιάζοντας στο κύριο μέρος του άντρου,

άκουσε ομιλίες. Προετοίμασε το μαχαίρι του γιατί γνώριζε πως

στους στενούς αυτούς διαδρόμους, το μακρύ του ξίφος

περισσότερο θα τον δυσκόλευε, συνεχίζοντας να κινείται σχεδόν

τρέχοντας. Συνάντησε τον πρώτο φύλακα που περιπολούσε τους

διαδρόμους προφανώς πρόχειρα, καθώς η είσοδος για το άντρο

υποτίθεται πως ήταν κρυφή μέσω του κρεοπωλείου. Ο φρουρός

έπεσε πάνω του ξαφνιασμένος και δεν πρόλαβε να βγάλει λέξη από

το στόμα του εκτός από αρκετό αίμα. Ο Αλβίν σχεδόν ακούσια τον

κάρφωσε με το μαχαίρι κάτω από το σαγόνι με τέτοια δύναμη, που

μετά δυσκολεύτηκε να το πάρει πίσω, επιστρατεύοντας το

αριστερό του πόδι για βοήθεια. Δεν πρόλαβε να το καθαρίσει από

τα αίματα, καθώς άλλοι δύο έφτασαν στον ματωμένο διάδρομο

αντικρίζοντάς τον ξαφνιασμένοι. Ο Αλβίν εκτόξευσε το μαχαίρι του

105


στον έναν βρίσκοντάς τον στο κεφάλι, ενώ ταυτόχρονα έκανε

επίθεση με ταχύτητα στον δεύτερο κλοτσώντας τον δυνατά. Εκείνος

διπλώθηκε από το χτύπημα ουρλιάζοντας και ο Αλβίν μόλις έβγαλε

το μαχαίρι από τον προηγούμενο, το κάρφωσε με δύναμη στην

καρδιά του σιωπώντας τον. Τώρα πια όμως ο αιφνιδιασμός χάθηκε.

Κάθε ελπίδα για επιτυχημένη κατασκοπεία έλαβε τέλος καθώς το

τελευταίο του θύμα ενημέρωσε τους υπόλοιπους με τις κραυγές

του. Αμέσως γονάτισε και έκανε τον σταυρό του φιλώντας το

μοιραίο δώρο του Ντιντιέ. Γνώριζε πως δεν ήταν άνθρωπος της

θρησκείας αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωσε την ανάγκη να

προσευχηθεί. Ο σταυρός αυτός τον είχε στηρίξει κάποτε σε

παρόμοιες καταστάσεις. Γιατί όχι και τώρα;

Σύντομα έπεσαν πάνω του μερικοί άντρες οπλισμένοι

πρόχειρα. Θα μπορούσε να προσπαθήσει να φύγει. Αν κατόρθωνε

να βγει στο κρεοπωλείο πριν από αυτούς, θα ξέφευγε. Όμως μέσα

του ένιωσε έντονα την ανάγκη να αντιμετωπίσει όσους

περισσότερους μπορούσε διακινδυνεύοντας να πέσει στα χέρια του

πολυάριθμου εχθρού του. Όταν όμως ενοχλείς τη σφηκοφωλιά

πρέπει να έχεις το πλάνο να την καταστρέψεις γιατί ακόμη και αν

γλιτώσεις τα τσιμπήματά τους, οι σφήκες θα παραμείνουν εκεί ως

μόνιμος κίνδυνος.

Έτσι τώρα έβγαλε και το ξίφος του έχοντας πάνοπλα και τα δύο

του χέρια περιμένοντας. Οι στενοί διάδρομοι πίσω του, ήταν τώρα

το μεγάλο του πλεονέκτημα γιατί όσοι και να ήταν οι αντίπαλοι, δεν

μπορούσαν να τον περικυκλώσουν. Σίγουρα το ήξεραν αυτό αλλά

δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο. Ο άγνωστος εισβολέας

έπρεπε να πεθάνει.

Τον πρώτο τον έκοψε σχεδόν στη μέση καθώς έπεσε πάνω του

χωρίς καμία πανοπλία ή στρατηγική. Τον δεύτερο τον απέφυγε

εύκολα και τον έσφαξε στον πλάτη του. Οι αντίπαλοί του έπεφταν

πάνω του και κατέληγαν νεκροί σχεδόν ακαριαία. Όσο τους έκοβε

το νήμα της ζωής με λίγες αλλά φονικές κινήσεις, επιβεβαίωνε αυτό

που διαπίστωσε πριν μέρες στο πανδοχείο του Ντιντιέ. Οι νέοι Ντιέ

106


Μαλαντί δεν είχαν ικανότητες και ήταν πρόχειρα στρατολογημένοι.

Μάλιστα μερικοί από αυτούς ήταν σχεδόν παιδιά. Κάποιοι άλλοι

ήταν ηλικιωμένοι που σκόνταφταν όπως έτρεχαν και τους σκότωνε

απλά κλοτσώντας τους.

Το σπαθί του δεν είχε καν στομώσει όταν αποφάσισε να

περάσει στην αντεπίθεση, καθώς δεν υπήρχε πλέον νόημα να

χρησιμοποιεί το πλεονέκτημα του κλειστού διαδρόμου. Όταν

προωθήθηκε αρκετά προς την κεντρική αίθουσα του άντρου,

συνειδητοποίησε πως εκτός από ανεκπαίδευτοι, οι εχθροί ήταν

τελικά και λιγότεροι από ό,τι περίμενε. Στο κέντρο της μεγάλης

αίθουσας, πέντε άντρες στέκονταν και παρατηρούσαν τη σφαγή

χωρίς να αντιδρούν. Αυτοί ήταν και οι μοναδικοί εκεί μέσα που

φορούσαν την πανοπλία των Ντιέ Μαλαντί στην παραμικρή

λεπτομέρεια. Κράδαιναν τα ξίφη τους επιδέξια περιμένοντας τον

ξανθομάλλη τιμωρό, ενώ εκείνος αποτελείωνε και τον τελευταίο

απελπισμένο αποφεύγοντας τον εύκολα και κόβοντάς του τον

σβέρκο χωρίς καν να τον κοιτά.

Ο Αλβίν κατέβαινε τώρα αργά αργά τα πέτρινα σκαλοπάτια

που οδηγούσαν σε έναν αρκετά μεγάλο χώρο όπου στο κέντρο του

υπήρχε ένα είδος βωμού για τις μυήσεις των νέων μελών. Όλο το

υπόλοιπο θύμιζε σπήλαιο. Νερό ακουγόταν να κυλάει καθώς και

αρκετές σταγόνες έπεφταν από την οροφή. Στη μυρωδιά της

μούχλας και του θανάτου που κυριαρχούσε στους διαδρόμους,

τώρα προστέθηκε και η αλμύρα της θάλασσας. Οι πέντε πολεμιστές

περίμεναν αρκετά. Δύο όρμησαν πάνω του εξαπολύοντας φονικά

χτυπήματα και ο Αλβίν τα απέκρουε με ταχύτητα. Η πρώτη

αστραφτερή στολή του εχθρού βράχηκε με αίμα καθώς ο ένας,

έκανε το λάθος να καθυστερήσει να αμυνθεί απέναντι στην πρώτη

αντεπίθεση του Αλβίν. Μοιραία δέχθηκε το σπαθί στο στομάχι

διαπερνώντας τελείως το κορμί του παρά την καλή πανοπλία. Ο

δεύτερος, δεν πρόλαβε να αντιδράσει όταν ο Αλβίν με ένα γρήγορο

ελιγμό του κάρφωσε το σπαθί στον μηρό και έμπηξε ταυτόχρονα το

μαχαίρι στη σπονδυλική του στήλη τερματίζοντας τη ζωή του

107


ακαριαία. Οι υπόλοιποι τρεις πολεμιστές αντάλλαξαν μερικές

αγχωμένες ματιές μεταξύ τους και ετοιμάστηκαν να τον

αντιμετωπίσουν. Ο Αλβίν πήρε μερικές ανάσες και σηκώθηκε

στηριζόμενος στο ξίφος του.

«Ποιος από εσάς θα μου πει αυτά που θέλω να μάθω πριν τον

σκοτώσω;»

«Δεν υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθεις. Μπήκες εδώ… πρέπει

να πεθάνεις».

Ένας από τους τρεις πήρε την πρωτοβουλία και μίλησε με

τραχιά φωνή προσπαθώντας να επιβληθεί. Αμέσως ακούστηκε ένας

δυνατός ήχος μετάλλου και από το κράνος του, ένας πίδακας

αίματος ξεκινούσε και έβρεχε το πέτρινο υγρό δάπεδο. Το μαχαίρι

του Αλβίν εκσφενδονίστηκε τόσο γρήγορα προς τον πολεμιστή, που

οι υπόλοιποι δεν κατάλαβαν τι έγινε στον σύντροφό τους.

«Μιλήστε μου και μπορεί να σας αφήσω να ζήσετε! Μπορεί...»

Ο Αλβίν συνέχισε να τους απευθύνει τον λόγο προκλητικά. Ήταν

τώρα δύο εναντίον ενός. Εκείνη τη στιγμή όμως η προσοχή του

Αλβίν αποσπάστηκε από μια περίεργη κίνηση πίσω από τους δύο

αντίπαλούς του.

Μια περίεργη σκιά που όσο την παρατηρούσε τόσο έπαιρνε

μορφή στα μάτια του. Ήταν ένα ερπετό. Ένα φίδι με χοντρό κορμό.

Μετακινούνταν αρκετά μονοκόμματα σαν κάποιος να το τραβούσε

προσπαθώντας να το κρύψει πίσω από το υπέρογκο άγαλμα του

βωμού. Ξαφνικά το φίδι αυτό εξαφανίστηκε για να επανεμφανιστεί

με την πλήρη του μορφή στην άλλη πλευρά του αγάλματος, πριν

προλάβει το μυαλό του Αλβίν να ηρεμήσει και να το θεωρήσει

γέννημα της τρελής του φαντασίας και του κουρασμένου του νου.

Αυτό που είδε δεν το πίστευε και άρχισε να αμφιβάλει έντονα για

τη νηφαλιότητά του. Μια πελώρια σαύρα με φολίδες και αγκαθωτά

λέπια πλησίαζε προς το μέρος του με αργά βήματα. Το μακρύ

ρύγχος της αποκάλυπτε σειρές με απίστευτα μυτερά και κωνικά

δόντια. Είχε ανοίξει το στόμα της και έβγαλε έναν ανατριχιαστικό

ήχο σαν συριγμό φιδιών. Ο Αλβίν φοβόταν μήπως η τρέλα είχε

108


καταλάβει το μυαλό του. Παρακαλούσε οι αντίπαλοί του να

έβλεπαν το ίδιο.

Οι Ντιέ Μαλαντί όμως επιτέθηκαν αδιαφορώντας για το

μεγάλο ερπετό. Απέκρουσε ενστικτωδώς τα φονικά τους χτυπήματα

ενώ υποχωρούσε προς τις πέτρινες σκάλες. Έπρεπε να συνέλθει. Το

κτήνος όμως παρέμενε μπροστά του εκεί και τον πλησίαζε έχοντας

ανοιχτό το στόμα του. Θα καταφέρει μια δυνατή κλοτσιά σε έναν

από τους δύο αφού έσκυψε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή

αποφεύγοντας το μεγάλο σπαθί του. Ο Ντιέ Μαλαντί θα πέσει με

δύναμη στα πέτρινα σκαλοπάτια χτυπώντας το κεφάλι του. Ο

σύντροφός του ακολούθησε αποφασισμένος αλλά ο Αλβίν μπόρεσε

να μαζέψει όλη την αποφασιστικότητά του και να τον

αντιμετωπίσει κανονικά, ξεχνώντας το γεγονός ότι άρχισε να

αμφιβάλλει αν ξύπνησε ποτέ από το δάσος πριν το Καλαί. Ο

αντίπαλός του είχε στο αριστερό του χέρι μία ασπίδα την οποία τη

χρησιμοποιούσε αποτελεσματικά στις αντεπιθέσεις του. Ο

ανατριχιαστικός ήχος του μέταλλου όταν τη σφυροκοπούσε με το

σπαθί του ο Αλβίν αντηχούσε σε όλους τους διαδρόμους. Ξαφνικά,

ο Ντιέ Μαλαντί είτε κουράστηκε είτε έχασε το θάρρος του, θα κάνει

μερικά βήματα πίσω και θα σηκώσει τα χέρια του. Το πρόσωπό του

έδειχνε φοβισμένο κοιτώντας τον Αλβίν.

«Γκαεεεελ... Αλβίν Γκαεεεελ»

Ακούστηκε δυνατά σε όλο τον χώρο μια απόκοσμη φωνή. Αν

την άκουσε και ο αντίπαλός του δε φάνηκε, καθώς διατηρούσε τη

φοβισμένη του έκφραση από πριν πετώντας τώρα μάλιστα και το

σπαθί του. Το πελώριο ερπετό ξανά εμφανίστηκε και ανέβαινε και

εκείνο τα σκαλιά κατευθυνόμενο προς τον Αλβίν. Ένα έντονο

κουδούνισμα θα τον κάνει να σκύψει πιάνοντάς τα αυτιά του.

Έβγαλε ένα δυνατό ουρλιαχτό απελπισίας και άρχισε να τρέχει

προς την έξοδο του άντρου. Παραμέριζε τα διαμελισμένα πτώματα

που ο ίδιος είχε σκορπίσει πριν και έτρεχε όσο πιο γρήγορα

109


μπορούσε. Σύντομα θα βρεθεί στον διάδρομο από τον οποίο ήρθε.

Το κουδούνισμα στο κεφάλι του θα αρχίσει ξανά και θα πέσει στα

γόνατα για να αντέξει τον πόνο. Σηκώθηκε ζαλισμένος και θα δει

την ξύλινη σκάλα της καταπακτής να φαίνεται στο βάθος. Λίγα

βήματα ακόμα και θα περνούσε αυτή τη σκάλα για τελευταία

φορά. Οι απίστευτες εκπλήξεις όμως δεν είχαν τελειώσει. Από το

πουθενά εμφανίστηκε μπροστά του ένας ηλικιωμένος δύσμορφος

άντρας ο οποίος εν αντιθέσει με τα κουρελιασμένα του ρούχα και

τα βρόμικα λευκά του μαλλιά, στο κεφάλι του βρισκόταν ένα

βασιλικό στέμμα.

Δεν ξύπνησα ποτέ; δεν πήγα ποτέ στο Καλαί; Πότε τελειώνει η

πραγματικότητα και πότε αρχίζει ο εφιάλτης;

Αναγκάστηκε να σταματήσει λίγα μέτρα πιο πριν και με τα

όπλα του σε στάση μάχης, προχωρούσε αργά προς τον γέρο που

άρχισε να χαμογελά σαρδόνια. Ένα ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική

του στήλη και ένας έντονος φόβος τον κυρίευσε. Δεύτερη φορά

μέσα σε λίγη ώρα ένιωσε την ανάγκη να σφίξει τον σταυρό στον

λαιμό του. Ένιωθε την ανάγκη να προσευχηθεί. Ο μυστηριώδης

αυτός άνθρωπος που είχε μπροστά του και του χαμογελούσε, του

προκαλούσε ένα πρωτόγονο συναίσθημα. Αυτό που έχουν όλα τα

φοβισμένα πλάσματα όταν έρχονται αντιμέτωπα με κάτι πέρα από

τις δυνάμεις τους. Σαν μια φυσική καταστροφή που έρχεται να σε

σκοτώσει ή τα σαγόνια ενός πεινασμένου ζώου που είσαι το δείπνο

του.

Ο πολιτισμός των ανθρώπων εξαφανίζεται, χάνεται στον άνεμο

του πρωτόγονου φόβου και παίρνει τη θέση του το ένστικτο της

φυγής. Είχε αντιμετωπίσει εχθρούς ενάντια σε όλες τις πιθανότητες

και δεν είχε δειλιάσει. Στη θέα του γέρου με το στέμμα όμως ήθελε

να φύγει όσο γρήγορα μπορούσε.

Συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να κινηθεί πια. Το ξίφος

έπεσε από το χέρι του χωρίς να μπορεί πλέον να ελέγξει τα άκρα

110


του. Σύντομα ακολούθησε και το μαχαίρι του. Ο ηλικιωμένος

"βασιλιάς” άρχισε να προχωρά προς το μέρος του. Ο Αλβίν

βεβαιώθηκε παρόλο τον σκεπτικισμό και τη δυσπιστία του, πως

είχε να κάνει με φαινόμενα πέρα από τις δυνάμεις του. Με

δυνάμεις του κακού. Γιατί μόνο τέτοιες θα τον έκαναν να ζει έναν

εφιάλτη τόσο ζωντανά. Ίσως, η προσευχή ήταν το μόνο που του

έμεινε να πει. Ήλπιζε να μην είχε χάσει το μυαλό του αλλά θα

πάλευε να κρατηθεί στην επιφάνεια της πραγματικότητας όσο

μπορούσε. Έπρεπε να ταξιδέψει στον πνευματικό κόσμο της

θρησκείας. Έπρεπε, γεμάτος αχαριστία και υποκρισία, τώρα να

ζητήσει τη βοήθεια του θεού του. Μάζεψε όλες τις δυνάμεις του

και άρχισε να φωνάζει την ιερή προσευχή στα λατινικά:

«PATER NOSTER... QUI ES IN COELIS...»

O γέρος στην εκκίνηση της προσευχής του Αλβίν σταμάτησε να

γελά και τα μάτια του από ολόμαυρα μετατράπηκαν σε κίτρινα που

θύμιζαν αιλουροειδές.

«SANCTIFICATUM NOMEN TUUM, ADVENIAT REGNUM TUUM...

FIAT VOLUNTAS TUA, SICUT IN COELO, ET IN TERRA…»

Οι λατινικές λέξεις έβγαιναν δυνατές και ξεκάθαρες από το

στόμα του Αλβίν.

«PANEM NOSTRUM COTIDIANUM DA NOBIS HODIE… ET

DIMITTE NOBIS DEBITA NOSTRA».

Τώρα πια, ό,τι και αν ήταν αυτό το πράγμα με τη μορφή γέρου,

φαινόταν να έρχεται σε δύσκολη θέση καθώς άρχισε να μουγκρίζει

σαν θηρίο. Πλησίαζε αργά αργά τον ακινητοποιημένο Αλβίν και

άπλωσε το γέρικο αποστεωμένο του χέρι προκαλώντας του

ασφυξία.

«SICUS ET… NOS DIMITTIMUS...DEBITORIBUS NOSTRIS… ET

NE... NOS INDUCAS… IN TENTATIONEM… SED LIBERA NOS A

MALO…»

Ο Αλβίν χωρίς πνοή κατόρθωσε να ολοκληρώσει την προσευχή.

Με το που άρθρωσε την τελευταία πρόταση, ο γέρος άνοιξε

διάπλατα το στόμα του και απελευθέρωσε έναν βρυχηθμό που

111


αποδείκνυε πως τίποτα σε αυτόν δεν είχε σχέση με άνθρωπο. Τον

βρυχηθμό του, ακολούθησε ένα έντονο βουητό. Ο Αλβίν μπορούσε

και κινούνταν και πάλι προς μεγάλη ανακούφισή του, αλλά το

βουητό εξελίχθηκε σε κάτι άλλο. Η γη κάτω από τα πόδια του

άρχισε να δονείται τόσο έντονα που οι στενοί διάδρομοι

κατέρρεαν. Ο τρομακτικός γέρος άρχισε και πάλι να χαμογελά. Ο

Αλβίν επανέλαβε με όση δύναμη του είχε απομείνει, το τέλος της

προσευχής.

«SED LIBERA NOS A MALOOOOOOO... QUIA TUUM EST

REGNUM, et potestas, et gloria in saecula... ΑΜΕΝ...»

Ετοιμάστηκε να το πει για άλλη μία φορά αλλά δεν είχε άλλη

δύναμη η φωνή του. Τις τελευταίες λέξεις σχεδόν τις ψιθύρισε.

Έπεσε στο τρεμάμενο έδαφος. Έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να

φύγει από εκείνον τον εφιάλτη πριν καταπλακωθεί. Μάταια όμως,

οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Το έντονο κουδούνισμα

επέστρεψε κάνοντας τα αυτιά του να πονούν και πάλι. Έβλεπε θολά

τον γέρο που συνέχιζε να στέκεται μπροστά του, ενώ άκουσε κάτι

σαν δυνατό φτερούγισμα πριν χάσει τις αισθήσεις του. Όπως

έσβηνε στη λήθη, σκέφτηκε την οικογένειά του. Την προδοσία του.

Είχε χρέος και αποστολή να τους προστατέψει και όχι να πεθάνει

σε έναν βρομερό τάφο από σκοτεινές δυνάμεις του εφιάλτη.

112


IX.

τρεχε στα άδεια εκείνη την ώρα σοκάκια,

προσπαθώντας να βρει τους φίλους του. Ήταν ένα

E

παιχνίδι που έπαιζαν συχνά. Αυτοί που κρύβονταν

καθοδηγούσαν αυτόν που τους έψαχνε με τη φωνή

τους. Ήταν ένα παιχνίδι εξαπάτησης και εξυπνάδας.

«Αλβίν! Αλβίν έλα, εδώ είμαστε!»

Για αρκετά λεπτά ακολουθούσε τις φωνές τους, μέχρι που

έφτασε στην άκρη των τειχών της πόλης. Οι φίλοι του όμως δε

βρίσκονταν πουθενά. Μερικά σπασμένα ξύλινα κιβώτια εμπόρων

και κάποια πεταμένα εργαλεία σκόρπια στο λιθόστρωτο δάπεδο,

αλλά κανένα ίχνος του Ματιέ και του Αλμπέρ. Οι φρουροί

βαριεστημένοι στις επάλξεις δεν είχαν καν την όρεξη να

παρακολουθήσουν το ξανθό παιδί που εξέταζε λεπτομερώς τα

τείχη.

Κάποια στιγμή έφτασε στο σημείο που οι μεγάλες πέτρες

σχημάτιζαν γωνία με έναν από τους ψηλούς πύργους της φρουράς.

Η γωνία ήταν καλυμμένη με κισσούς και στο έδαφος υπήρχαν

αρκετοί θάμνοι και αγριόχορτα.

Ο ξανθός ερευνητής υπέθεσε πως οι φίλοι του θα είχαν

κρυφτεί στα φυλλώματα καθώς δεν υπήρχε περίπτωση οι δύο

κατεργάρηδες να είχαν εξαφανιστεί τελείως. Ξαφνικά, πρόσεξε κάτι

που γυάλιζε στο δάπεδο. Έσκυψε να δει καλύτερα και προς μεγάλη

του έκπληξη διαπίστωσε, πως ήταν ένας περίτεχνος σταυρός. Τον

κράτησε σφιχτά στα μικρά του χέρια και τότε ξεκίνησε η σύγχυση

στο μυαλό του. Η μνήμη και οι σκέψεις του συγκροτήθηκαν

διαπιστώνοντας πως ξαναζούσε ένα θραύσμα μνήμης από την

113


παιδική του ηλικία αλλά αρκετά διαφοροποιημένο. Στα χέρια του

κρατούσε τον σταυρό των Καθαρών.

Πρόσεξε ανάμεσα στα φύλλα των κισσών ένα στενό άνοιγμα.

Ένα άνοιγμα που δε γνώριζε την ύπαρξή του, όσο και αν

ισχυριζόταν πως ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά την πόλη. Χωρίς

δισταγμούς γύρισε στο πλάι και μετά από λίγες στιγμές

στριμώγματος και μάχης με τα χώματα, κατόρθωσε να περάσει με

φόρα εκτός των τειχών πέφτοντας κάτω.

«Άντε Αλβίν... περιμένουμε τόση ώρα». Ακούστηκε η φωνή του

Ματιέ δίπλα του. «Αγγλικά ξέρεις; στην Καν πρέπει να ξαναμπείς

όπως βγήκες. Πρέπει να το κάνεις προτού τα λιοντάρια

κατασπαράξουν τον κρίνο!»

Ο Αλβίν προσπαθούσε να σηκωθεί τινάζοντας τις λάσπες και

τα φύλλα από τα ρούχα του ενώ ο Ματιέ όσο μιλούσε τόσο

περισσότερο τον μπέρδευε με τα αινιγματικά του λόγια. Ήταν

σίγουρος ολοένα και περισσότερο πως βρίσκεται σε όνειρο αλλά

παρόλα αυτά απευθύνθηκε στον φίλο του, χωρίς να μπορέσει να

ελέγξει τον εαυτό του.

«Τι είναι αυτά που λες τρελάθηκες;»

Τότε όμως είδε τον Ματιέ και πάγωσε. Τα πόδια του έδειχναν

να κολλούν στο έδαφος ενώ το στομάχι του μούδιασε. Η παιδική

λεπτή φωνή του φίλου του, έβγαινε από έναν άσχημο γέρο με

στέμμα. Τον ίδιο γέρο. Η συνείδησή του ενήλικα Αλβίν επανήλθε

πλήρως και προσπαθούσε να ξυπνήσει από αυτόν τον εφιάλτη. Ο

τρομακτικός γέρος χαμογελούσε και πάλι σαρδόνια

αποκαλύπτοντας ένα στόμα με σαπισμένα μαύρα και μυτερά

δόντια. Η φωνή του μικρού Ματιέ και πάλι βγήκε από το χαμόγελο

αυτό του τρόμου.

«Όταν τα λιοντάρια κατασπαράξουν τον κρίνο, πρέπει εσύ

Αλβίν να βρεις τον δρόμο προς τον κροκόδειλο ακολουθώντας το

γεράκι. Εκεί θα γίνεις ό,τι επιθυμείς».

«Δεν επιθυμώ τίποτα από εσένα! Φύγε...»

114


Ο Αλβίν θυμήθηκε τον προηγούμενο εφιάλτη με την κόρη του

και την άγνωστη μορφή χωρίς πρόσωπο.

‘...Ένα λιοντάρι έτρωγε κρίνους...’

«Μου ανήκει η ψυχή σου και θα την πάρω σύντομα! Εσύ θα

μου τη δώσεις!»

«Ποιος... ποιος είσαι; γιατί σε βλέπω συνέχεια;»

Ο Αλβίν έκανε άλλη μια συγκλονιστική διαπίστωση. Στην

ονειρική σύγχυση ξαφνικά συνειδητοποίησε πως δεν ήταν η πρώτη

φορά που ο γέρος του έκανε επίσκεψη. Η περίεργη οικειότητα προς

την αποκρουστική αυτή μορφή, τον αναστάτωσε. Εκείνη τη στιγμή

η πελώρια σαύρα βρέθηκε ξαφνικά κάτω από τα πόδια του γέρου ο

οποίος την καβάλησε. Ήταν ένας κροκόδειλος. Στη σκιώδη αίθουσα

του άντρου των Ντιέ Μαλαντί δεν ήταν τίποτα ξεκάθαρο και δεν

ήθελε να πιστέψει τι έβλεπε. Τώρα όμως στον περίεργο ήλιο αυτού

του εφιάλτη, είδε πεντακάθαρα το σχεδόν μυθικό αυτό κτήνος.

«Είμαι ένας άγγελος Αλβίν. Ήμουν στις υπηρεσίες του Θεού».

«Άγγελος; ΑΓΓΕΛΟΣ; Είσαι το τελευταίο πράγμα που έχω στο

μυαλό μου για άγγελο!»

«Θα δεις! Θα δεις Αλβίν, πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται».

«Πώς ξέρεις το όνομά μου; γιατί λες ότι σου ανήκει η ψυχή

μου;»

Ο γέρος καβάλα στον κροκόδειλο έκανε ξαφνικά μεταβολή και

άρχισε να απομακρύνεται χωρίς να απαντήσει στην ερώτηση.

Σταμάτησε να ακούγεται ως ο μικρός Ματιέ και με μια τραχιά και

απόκοσμη φωνή που χανόταν σιγά σιγά στον άνεμο, επανέλαβε τον

γρίφο.

«Αγγλικά ξέρεις; στην Καν πρέπει να ξαναμπείς όπως βγήκες.

Όταν τα λιοντάρια κατασπαράξουν τον κρίνο, πρέπει εσύ Αλβίν να

βρεις τον δρόμο προς τον κροκόδειλο ακολουθώντας το γεράκι.

Εκεί θα γίνεις ό,τι επιθυμείς!»

115


«Περίμενε... περίμενε...» Ο Αλβίν προσπαθούσε να τον

ακολουθήσει αλλά τα πόδια του κοκάλωσαν και πάλι. Η φωνή του

επίσης έχασε τη δύναμή της. Όσο και αν προσπαθούσε δεν

μπορούσε να φωνάξει. Τότε ένα περίεργο τραγούδι ακουγόταν από

μακριά. Η μελωδία του ήταν μελαγχολική αλλά συνάμα μεθυστική.

Ομίχλη περιέβαλλε το τοπίο και ανάμεσα στο λευκό νέφος

διαγράφηκε μια γνώριμη νεανική μορφή. Ήταν ο Σιλβάν. Ο νεαρός

Καθαρός, πλησίασε τον ακινητοποιημένο πολεμιστή και τον

χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Ο Αλβίν προσπαθούσε να του

μιλήσει αλλά δεν τα κατάφερνε. Όταν ο Σιλβάν τον ξαναχτύπησε,

έσβησαν όλα από το οπτικό του πεδίο και μόλις η όρασή του

επανήλθε, τα πάντα ήταν τελείως διαφορετικά.

Βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα μικρό κρεβάτι με τον Σιλβάν

δίπλα του. Δεν περίμενε πως θα τον έβλεπε ξανά και ειδικά ότι θα

χαιρόταν τόσο. Αλλά αμέσως έπνιξε το αυθόρμητο χαμόγελο

ανακούφισης, καθώς δεν ήταν σίγουρος πλέον για τίποτα. Δεν ήταν

σίγουρος αν αυτό που ζούσε εκείνη τη στιγμή δεν ήταν μια

συνέχεια του εφιάλτη του. Όσα έζησε στο κρεοπωλείο και το άντρο

των Ντιέ Μαλαντί, ήταν άραγε πραγματικότητα; Ασυναίσθητα το

χέρι του έκανε να πιάσει τον σταυρό στον λαιμό του αλλά δεν τον

βρήκε.

«Μεσιέ Αλβίν μην ταράζεσαι τον έχω εγώ τον σταυρό σου θα

στον επιστρέψω... είσαι καλά; τι έπαθες; πώς αισθάνεσαι;»

«Σιλβάν Μπελανζιέ... είσαι αλήθεια εσύ;»

«Εγώ είμαι... θυμάσαι το όνομά μου;»

«Γιατί να μην το θυμάμαι; πέρασε τόσος καιρός από όταν σε

είδα τελευταία φορά;» η ερώτησή του ξεκίνησε με χαμόγελο και

τελείωσε με έντονη ανησυχία.

«Όχι μεσιέ Αλβίν, μόνο τρεις μέρες πέρασαν. Είχες τα κακά σου

χάλια αλλά ήσουν ζωντανός. Απίστευτο αλλά γλίτωσες!»

«Τρεις μέρες; πες μου σε παρακαλώ τι έγινε. Πώς με βρήκες

και πού;»

116


«Κατάφερες και κατέστρεψες την έδρα των Ντιέ Μαλαντί! Μη

μου πεις ότι δε θυμάσαι!»

«Πώς; καταστράφηκε; τι εννοείς; Θυμάμαι μόνο να σκοτώνω

κάποια μέλη... νεοσύλλεκτους για την ακρίβεια!»

«Καταστράφηκε ολοσχερώς... σαν να έγινε σεισμός. Το

κρεοπωλείο του Ζεράρ κατέρρευσε να φανταστείς. Οι φρουροί του

Καλαί έψαχναν αρκετές ώρες στα ερείπια. Όπως καταλαβαίνεις όλο

το υπόγειο κρησφύγετο θάφτηκε για πάντα με όσους βρίσκονταν

μέσα! Ο μόνος ζωντανός ήσουν εσύ ή μάλλον... το χέρι σου!»

«Το χέρι μου;»

«Το χέρι σου ήταν το μόνο που περίσσευε έξω από το χώμα και

τα ερείπια του κρεοπωλείου. Χρειάστηκαν πέντε άντρες να σε

ξεθάψουν, αλλά τελικά άξιζε τον κόπο. Παγιδεύτηκες κάτω από τη

σκάλα της καταπακτής και αυτό εμπόδισε μάλλον το χώμα να σε

πνίξει. Είσαι πολύ τυχερός Αλβίν... βρήκαμε και αρκετό θαλασσινό

νερό. Όλες οι υπόγειες στοές πλημμύρισαν, θα μπορούσες να είχες

πνιγεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και εσύ τη γλίτωσες με

ελαφρά τραύματα. Για κάποιον λόγο δεν ξυπνούσες!»

«Δεν ξυπνούσα για τρεις μέρες;»

«Ναι... και παραμιλούσες. Τόσο πολύ, που οι φρουροί έφυγαν

και άφησαν εμένα να σε προσέχω λέγοντάς μου πως είσαι χαμένη

υπόθεση!»

«Δεν ξέρω τι να σου πω... δε φαντάζεσαι τι έζησα. Πες μου

όμως, εσύ πώς και είσαι ακόμα εδώ; σου είπα να φύγεις.

Μπορούσες να απαλλαχθείς για πάντα από την παρουσία μου. Να

προσπαθήσεις να απαλλαχθείς από όλα αυτά. Γιατί γύρισες;»

Ο Σιλβάν ένιωσε φανερά αμήχανα στην ερώτηση του Αλβίν

καθώς ήταν αρκετά ειλικρινής ως άνθρωπος και δεν μπορούσε να

την αποφύγει.

«Μεσιέ Αλβίν... μόλις με άφησες να φύγω, ήθελα πραγματικά

να τρέξω όπως είπες μακριά από όλα. Κατάλαβα όμως πως αυτό

ήταν αδύνατο. Πάντα ο πατέρας μου θα με έβρισκε. Δεν ξεφεύγεις

εύκολα από τους Καθαρούς ακόμα και τώρα που κρύβονται!»

117


«Οπότε, κατάλαβες πως η μόνη ελπίδα να το πετύχεις αυτό

είναι μόνο αν παραμείνεις μαζί μου, μιας και είμαι αποφασισμένος

να λερώσω αρκετά τα χέρια μου σωστά;»

«Συγχώρεσέ με αλλά... ναι! Αποδείχθηκε πως είχα δίκιο με

αυτά που έκανες πριν λίγες μέρες!»

«Μεσιέ Σιλβάν... ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη για το

ξέσπασμά μου προτού να μπω στο κρησφύγετο! Είχες κάποιο δίκιο.

Ίσως για αυτό αντέδρασα έτσι!»

«Περασμένα ξεχασμένα μεσιέ Αλβίν και εγώ πρέπει επιτέλους

να ξυπνήσω από το όνειρο του τροβαδούρου και να σταθώ στην

πραγματικότητα όπως είπες!»

«Αλήθεια, ο θείος σου ο Νικοντέμ ζει ακόμα; ξέρεις πού

βρίσκεται;»

«Όχι μεσιέ αλλά δε νομίζω να πέθανε. Τα κακά νέα πάντα

βρίσκουν τον τρόπο να ταξιδεύουν γρηγορότερα οπότε θα το

μάθαινα! Ειδικά από τη στιγμή που ένα τέτοιο γεγονός θα

χαροποιούσε τον πατέρα μου!»

«Κρατήσου γερά στην πραγματικότητα για να επιβιώσεις αλλά,

μην ξεχάσεις ποτέ τις επιθυμίες σου. Πάλεψε για αυτές!»

«Σε ευχαριστώ μεσιέ! Πες μου όμως τώρα πώς κατέστρεψες σε

τέτοιο βαθμό το κρησφύγετο;»

«Όσο για αυτό, πίστεψέ με μόνο για τη μισή δουλειά είμαι

υπεύθυνος. Για τα υπόλοιπα μάλλον ευθύνεται ένας... "γέρος" που

έχει αντί για άλογο έναν κροκόδειλο. Ισχυρίζεται πως είναι άγγελος

και... μακάρι να μπορούσα να σου μιλήσω αναλυτικά για αυτό το

θέμα χωρίς να με κοιτάς όπως τώρα. Σαν τον τρελό του χωριού».

«…Όταν τα λιοντάρια κατασπαράξουν τον κρίνο, πρέπει να

βρεις τον δρόμο προς τον κροκόδειλο ακολουθώντας το γεράκι.

Εκεί θα γίνεις ό,τι επιθυμείς…»

«ΠΩΣ; αυτά ακριβώς τα λόγια μου είπε... τι ξέρεις για αυτό;» Ο

Αλβίν αναστατώθηκε και άρπαξε τον Σιλβάν από το πουκάμισό του.

118


«Συγγνώμη... μακάρι να γνώριζα να σου πω... αλλά

παραμιλούσες δυνατά και επαναλάμβανες πολλές φορές τα λόγια

αυτά και τα έμαθα απ’ έξω... αλήθεια λέω... θα με πνίξεις!»

Ο Αλβίν τον άφησε απότομα και εκείνος τινάχτηκε προς τα

πίσω. Ξάπλωσε ξανά και έγειρε στο πλάι σκεπτικός. Ο Σιλβάν μόλις

συμμάζεψε το πουκάμισό του επέστρεψε στο θέμα απτόητος.

«Τι εννοούσε αυτός ο γέρος με τον γρίφο αυτό έχεις ιδέα;»

«Δεν είμαι σίγουρος αλλά έχω κάποιες σοβαρές σκέψεις. Αυτό

όμως που με προβληματίζει πολύ είναι ο κροκόδειλος!»

«Κροκόδειλος; αυτό που λες ότι καβαλούσε ο γέρος… Από όσο

ξέρω οι κροκόδειλοι ζουν πολύ μακριά από εδώ!»

«Στον μακρινό Νότο Σιλβάν! Δε βγάζει κανένα νόημα όλο αυτό.

Αλλά εμένα με προβληματίζει πως την ιστορία του κακού γέρου με

τον κροκόδειλο τη γνωρίζω από μικρό παιδί. Μου την έλεγε μικρός

ο πατέρας μου για να με τρομάξει όταν ήμουν ζωηρός. Την έλεγα

και εγώ στην κόρη μου. Το πιο τρελό όμως είναι πως τον τελευταίο

καιρό, η γυναίκα μου ανέφερε πως παραμιλούσα στον ταραγμένο

μου ύπνο, λέγοντας για έναν κροκόδειλο και για έναν γέρο! Κάθε

φορά που προσπαθώ να πάρω απαντήσεις γεννιούνται

αναρίθμητες νέες ερωτήσεις!»

«Δυστυχώς μεσιέ Αλβίν, υπάρχουν κακά νέα που δε μας

αφήνουν πολλά περιθώρια προς το παρόν να επικεντρωθούμε στα

ερωτήματά σου. Έχουμε πολεμικές εξελίξεις».

«Πού έφτασαν οι βρομοσάξονες τώρα; τους είχα ξεχάσει

αυτούς!»

«Ο Φιλίπ δεν μπόρεσε να τους εμποδίσει να αποβιβαστούν

από τα δυτικά παράλιά μας. Τώρα προελαύνουν με γρήγορους

ρυθμούς!»

«Με πόσο γρήγορους ρυθμούς προελαύνουν Σιλβάν;»

Ο Αλβίν άρχισε να σηκώνεται από το κρεβάτι αγχωμένος με τα

ανεπιθύμητα νέα.

«Σιγά σιγά μεσιέ Αλβίν... είσαι ακόμα εξαντλημένος, θέλεις

ξεκούραση!»

119


«Απάντησε τώρα ξεκάθαρα στην ερώτησή μου μη σε

ξεκουράσω εγώ για πάντα!»

Το πρόσωπο του Αλβίν από αγχωμένο και νευρικό,

παραμορφώθηκε ξαφνικά από την γκριμάτσα οργής αρπάζοντας

και πάλι τον Σιλβάν από το πουκάμισό του.

«Κάποιοι ανιχνευτές... είπαν πως προελαύνουν προς την...

Καν!» Ο λόγος της έκρηξής του επιβεβαιώθηκε.

«Πόσο κοντά είναι από την πόλη;»

«Από στιγμή σε στιγμή θα... φτάσουν στις πύλες της! Δεν ξέρω

περισσότερα αλήθεια... άφησέ με τώρα!»

«Ο στρατός του Φιλίπ; οι ιππότες τι κάνουν; πού είναι;» Πλέον

κρύος ιδρώτας έλουσε τον Αλβίν ο οποίος έπαψε να είναι

θυμωμένος αφήνοντας τον γιακά από το πουκάμισο του Σιλβάν.

«Ο Φιλίπ συγκεντρώνει στρατό ανατολικά! Μάλλον... δε θα

κάνει κίνηση προς τη Καν...»

Ο Σιλβάν πρόφερε το όνομα της πόλης σχεδόν ψιθυριστά με

τρομαγμένη έκφραση, σαν να ήταν ο ίδιος που προκάλεσε όλα τα

παραπάνω. Όμως προς ανακούφισή του, ο Αλβίν δε θύμωσε

περισσότερο. Αντί αυτού, σηκώθηκε αποφασισμένος και έψαχνε τα

ρούχα του. Βρήκε μόνο το καφέ δερμάτινο παντελόνι και τις μπότες

του. Γύρισε με απορία στον Σιλβάν.

«Πού είναι τα υπόλοιπα ρούχα μου; πού είναι τα όπλα μου;»

«Ηρέμησε είσαι πολύ αδύναμ... περίμενε πάω να στα φέρω! Σε

λίγο θα είμαι εδώ ΠΕΡΙΜΕΝΕ!»

Ο Σιλβάν έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο κλείνοντας τη παλιά

ξύλινη πόρτα πίσω του, ενώ ο Αλβίν έδενε γρήγορα τα μακριά

κορδόνια από τις μπότες του. Όλα στο μυαλό του έδειχναν ξαφνικά

μία αποστολή. Τη σωτηρία της οικογένειάς του. Οράματα, άγγελοι,

δαίμονες και κροκόδειλοι πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Ο Σιλβάν

επέστρεψε γρήγορα μπαίνοντας απότομα ξαφνιάζοντάς τον.

Κρατούσε το ξίφος με το θηκάρι του και μια μικρότερη θήκη που

περιείχε το περίεργο μαχαίρι του.

120


«Τα ρούχα σου μεσιέ, παραήταν ματωμένα και σκισμένα και

σου έφερα άλλα καθαρά. Πάρε τα κοσμήματά και τον μυστηριώδη

σταυρό σου, σαν ένδειξη καλής πίστης. Ευτυχώς πρόλαβα και τα

βρήκα πριν τους φρουρούς γιατί δύσκολα θα τους τα έπαιρνα

πίσω…»

«Σιλβάν δεν έχουμε χρόνο, σε ευχαριστώ πολύ αλλά δεν

έχουμε χρόνο καθόλου. Πού έχεις τα άλογά μας; πάμε γρήγορα!»

«Μα... δεν είσαι σε θέση να ταξ... πάω!»

Βγήκαν και οι δύο από το δωμάτιο και ενώ ο Αλβίν έδενε στη

ζώνη του τα όπλα, ένας στρατιώτης της φρουράς, μόλις τους είδε

να βγαίνουν από το δωμάτιο πλησίασε τον Αλβίν.

«Ώστε όχι μόνο έζησες αλλά στέκεσαι και όρθιος… είσαι πολύ

τυχερός. Ποιος ξέρει γιατί κατέρρευσε εκείνο το σημείο της πόλης

στο μαγαζί του Ζεράρ... δε βρέθηκε ποτέ αυτός ο κακόμοιρος, θα

καταπλακώθηκε! Αυτά μάλλον παθαίνεις όταν έχεις τη θάλασσα

δίπλα και σκάβεις μεγάλα υπόγεια. Να ευχαριστήσεις τον αρχηγό

της φρουράς μας και τον μεσιέ Μπελανζιέ που ήρθε και μας

ειδοποίησε!»

«Σας ευχαριστώ όλους θερμά, αλλά δυστυχώς πρέπει να

φύγουμε τώρα!»

«Ελεύθερα αν είσαι σε θέση... αλλά πού θα πας δε βλέπεις ότι

ξέσπασε πόλεμος;»

Ο Αλβίν χαμογέλασε στον φρουρό αντί να απαντήσει στην

καίρια ερώτησή του και βγήκε έξω. Συνάντησε έξω τον Σιλβάν που

κρατούσε τα δύο σελωμένα άλογα από τα γκέμια. Ανέβηκαν και οι

δύο και κάλπαζαν αργά και προσεκτικά ανάμεσα στον κόσμο, μέχρι

που οι δρόμοι προς την κεντρική πύλη άνοιξαν και οι δύο άντρες

επιτάχυναν. Ο αρχηγός της φρουράς έκανε από μακριά νόημα να

ανοίξουν την πύλη η οποία ήταν τώρα κλειστή. Δε δέχονταν άλλους

κατοίκους από τις γύρω περιοχές. Γενικός συναγερμός σήμανε

παντού και όλοι ήταν επί ποδός πολέμου. Ο Αλβίν πέρασε δίπλα

από τον επικεφαλής και τον χαιρέτησε χαρακτηριστικά. Εκείνος

121


ανταπέδωσε. Τώρα έπρεπε να φτάσουν στην Καν προτού να είναι

πολύ αργά.

122


X.

α άλογά τους δεν τα λυπήθηκαν. Ούτε ο Αλβίν τις

πληγές του που μερικές άνοιξαν κοκκινίζοντας τα

νέα του ρούχα. Με μόνο μία στάση για να

T

ξεκουράσουν τα ζωντανά, τελικά έφτασαν αργά

το σούρουπο στην Καν. Δεκάδες πολύχρωμα

λάβαρα ανέμιζαν στον γκρίζο ουρανό ενώ η

κόκκινη θάλασσα Άγγλων πολεμιστών είχε

περικυκλώσει την πόλη.

Ο Αλβίν όσο και αν σπιρούνιασε το άλογό του, είχε αργήσει.

Ήδη τα πρώτα πτώματα στο έδαφος αλλά και στις επάλξεις των

τειχών ήταν ένδειξη πως η μάχη είχε ξεκινήσει εδώ και αρκετή ώρα.

Ο Σιλβάν ήρθε δίπλα του και μαζί στάθηκαν σε έναν πυκνό και

ψηλό θάμνο που τους επέτρεπε να κατασκοπεύουν.

«Έχεις κάποια ιδέα τι θα κάνουμε; κυρίως... τι μπορούμε να

κάνουμε;»

«Έχω αλλά δε θα σου αρέσει!»

«Για να σε ακολουθώ, σημαίνει πως είμαι προετοιμασμένος να

μη μου αρέσει ο δρόμος σου. Όσο περισσότερο δε θα μου αρέσει

όμως, τόσο χειρότερα τα πράγματα υποθέτω για τους εχθρούς μας

σωστά;»

«Δυστυχώς, δεν την πληρώνουν πάντα μόνο οι εχθροί μας.

Μερικές φορές όμως την αναπόφευκτη καταστροφή μπορούμε να

τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας».

«Τι μπορούμε να κάνουμε; είμαστε δύο. Είναι ένας ολόκληρος

στρατός!»

123


«’…Αγγλικά ξέρεις; Στην Καν πρέπει να ξαναμπείς όπως

βγήκες...πρέπει να το κάνεις προτού τα λιοντάρια κατασπαράξουν

τον κρίνο…’».

«Τι; άντε πάλι με τα κρίνα και τα λιοντάρια... σε ρώτησε και αν

ξέρεις Αγγλικά; ανέφερε και την Καν;»

«Το σκεφτόμουν στη διαδρομή. Πλέον είμαι σίγουρος τι

εννοούσε και ήταν προφανές!»

«Αν κρίνω από το γεγονός ότι κοιτάζεις συνέχεια τα λάβαρα

των Άγγλων, μάλλον κατάλαβα και εγώ. Αλλά αυτό που δεν

καταλαβαίνω είναι το σημείο που ‘…πρέπει να ξαναμπείς όπως

βγήκες…’ ».

«Φυσικά και δεν καταλαβαίνεις. Δε σου ανέφερα λεπτομέρειες

από τον εφιάλτη μου!»

«Φαντάζομαι τελικά ξέρεις και Αγγλικά;»

Ο Αλβίν χαμογέλασε και σηκώθηκε από τον θάμνο. Με ένα

μεγάλο άλμα τον ξεπέρασε και κινήθηκε προς την κοντινότερη

Αγγλική σκηνή. Όπως προχωρούσε, την προσοχή του απέσπασε ένα

μεγάλο πουλί που με ηχηρό φτερούγισμα πέταξε ακριβώς από

πάνω του και αφού έκανε έναν σύντομο κύκλο γύρω από τις

εκατοντάδες άλλες, προσγειώθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες και

πιο πολυτελείς σκηνές. Χωρίς να δώσει περισσότερη σημασία στον

περίεργο αυτό οιωνό, έφτασε στον στόχο του. Στη σκηνή

βρίσκονταν δύο. Ο ένας τραυματίας, σε ένα πρόχειρα φτιαγμένο

κρεβάτι από κουβέρτες και ξύλα και ένας άλλος φρουρός ο οποίος

δεν πρόλαβε να αντιδράσει από την έκπληξή του βλέποντας τον

Αλβίν να ορμά καταπάνω τους. Έπεσε νεκρός πριν βγάλει το μικρό

τσεκούρι από τη ζώνη, με το μαχαίρι του Αλβίν βαθιά χωμένο στον

λαιμό του. Ο πληγωμένος, έντρομος τεντώθηκε να πάρει το ξίφος

του αλλά μοιραία δεν το έφτανε. Ο Αλβίν τον πλησίασε και του

μίλησε στα Αγγλικά.

«Πες μου έναν πολύ καλό λόγο να μη σε σκοτώσω γρήγορα και

ανώδυνα!»

124


Με την ερώτηση αυτή, απευθυνόταν περισσότερο στον εαυτό

του καθώς μετά τα τελευταία γεγονότα, προσπαθούσε να εντοπίσει

ψήγματα της ηθικής του πυξίδας. Είχε μεν μπροστά του έναν εχθρό

αλλά ήταν ανήμπορος και πληγωμένος. Πιθανότατα ήταν ένας από

τους χιλιάδες πάμφτωχους που αναγκάστηκαν να μπουν στον

στρατό για να αποφύγουν χρέη ή την πείνα.

Τελικά, ο ανόητος Άγγλος τον έβγαλε άμεσα από

οποιονδήποτε ηθικό ενδοιασμό. Οι φωνές του όμως ήταν αρκετές

για να αποσπάσουν την προσοχή των διπλανών σκοπών, παρόλο

που η φασαρία της μάχης ήταν εκκωφαντική.

«ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΑΤΡΑΧΙΙΙΙΙ»

Λίγα λεπτά πέρασαν και μερικοί Άγγλοι τοξότες περνώντας τα

μεγάλα βέλη στις χορδές των τόξων τους, πλησίαζαν αργά αργά στη

σκηνή που ακούστηκαν οι κραυγές βοήθειας.

Ο Σιλβάν από τον θάμνο γύμνωσε το ξίφος του και

ετοιμάστηκε να τρέξει, αλλά πριν κάνει κάποια αψυχολόγητη

ενέργεια, ένα κεφάλι θα πεταχτεί από τη σκηνή και θα κυλήσει στο

χορτάρι ανάμεσα στα πόδια των τοξοτών. Ήταν τόσο ματωμένο και

χτυπημένο που αδυνατούσε κάποιος να αναγνωρίσει την

ταυτότητα του πρώην κατόχου του. Αμέσως μετά, βγήκε και ο Αλβίν

κρατώντας το υπόλοιπο αποκεφαλισμένο σώμα και το κλότσησε να

πέσει στο έδαφος. Ήταν ντυμένος Άγγλος τοξότης όπως οι

υπόλοιποι ενώ το πτώμα είχε πρόχειρα φορεμένα τα ρούχα του.

«Τι έγινε εδώ; ακούσαμε ‘βοήθεια’! Αλήθεια μπήκε εχθρός στη

σκηνή;» Οι Άγγλοι τοξότες μόλις είδαν τον Αλβίν ντυμένο στα

κόκκινα ηρέμησαν και έβαλαν τα βέλη στη θήκη της ζώνης τους.

Εκείνος τους μίλησε ψύχραιμα στα Αγγλικά.

«Ναι, δυστυχώς σκότωσε έναν δικό μας αλλά πρόλαβα να τον

σταματήσω. Δεν ξέρω τι γύρευε μόνος του εδώ το καθίκι. Μάλλον,

κάποια απόπειρα απελπισίας από την πόλη θα ήταν».

125


«Πώς λέγεσαι στρατιώτη; είμαι ο λοχίας Τζον Μπάρνες. Δε μου

φαίνεται να σε έχω ξαναδεί...»

«Είμαι ο Ράνταλ, Μπένετ Ράνταλ...! Ήρθα με την τελευταία

φουρνιά...»

«Αυτό που με ενδιαφέρει Ράνταλ, είναι να είσαι καλός με το

τόξο... αλλά υποθέτω πως θα το μάθουμε σύντομα αυτό!»

«Πώς τη βλέπετε την άμυνά τους κύριε; θα κάνουμε γενική

επίθεση;»

«Μόλις τώρα γίνεται, αυτό ερχόμουν να σας πω και να σας

μαζέψω... το κακό με τις πολλές εφεδρείες που έρχονται, είναι που

δεν μπορούμε να σας ελέγξουμε εύκολα. Λοιπόν, ήδη οι σκάλες

ασφάλισαν στα τείχη και οι οπλίτες μας ανεβαίνουν ανενόχλητοι.

Δε χρειάστηκαν πολύ οι καταπέλτες. Άντε παρατάξου τοξότη στη

δεξιά πλευρά του λοχία Μπρούστερ. Εσείς οι υπόλοιποι μαζί μου».

Ο Αλβίν εν μέρει αισθανόταν τυχερός που απέφυγε την

πολεμική διένεξη αλλά η τελική επίθεση των Άγγλων

πραγματοποιούνταν εκείνη την ώρα και δεν είχε πλέον καιρό για

χάσιμο. Έπρεπε να μπει πρώτος στην Καν και να φτάσει στο σπίτι

του πατέρα του.

«Ράνταλ!» Η φωνή του λοχία Μπάρνες ακούστηκε και πάλι και

έκανε τον Αλβίν να σταματήσει πιάνοντας τη λαβή του ξίφους του.

«Αν ζήσεις θα φροντίσω να σε αναφέρω στον κόμη του Γουόργουικ,

σου αξίζει επιβράβευση που σκότωσες τον Φράγκο. Καλή τύχη!»

«Ευχαριστώ πολύ κύριε έκανα το καθήκον μου». Χαμογέλασαν

και οι δύο συγκαταβατικά και επέστρεψαν στην πορεία τους. Αυτή

τη φορά ο Αλβίν περίμενε να απομακρυνθεί λίγο και αναζήτησε τον

Σιλβάν στο τελευταίο χαμηλό φως που διατηρούσε ακόμα η μακρά

καλοκαιρινή μέρα.

«Εδώ είμαι εδώ είμαι...»

«Τρέξε, δεν έχουμε πολύ χρόνο. Οι τελευταίες άμυνες της

πόλης πέφτουν... η Καν σύντομα θα καταλήξει σε Αγγλικά χέρια!»

«Να τρέξουμε αλλά πού; δε γίνεται να μπούμε πρώτοι από την

είσοδο...»

126


«’Αγγλικά ξέρεις; στην Καν πρέπει να ξαναμπείς όπως βγήκες...

πρέπει να το κάνεις πριν τα λιοντάρια κατασπαράξουν τον κρίνο’!

Σου βγάζει περισσότερο νόημα τώρα;»

«Είσαι ντυμένος Άγγλος και πρέπει να ξαναμπείς στην πόλη

όπως βγήκες! Πότε βγήκες όμως; από πού;»

«Στον εφιάλτη μου, ήμουν μικρός ξανά και οι φίλοι μου με

οδήγησαν εκτός πόλης μέσω ενός ανοίγματος στα τείχη κάτω από

τον βορειοανατολικό πύργο. Δεν το γνώριζα όσο ήμουν παιδί...

μπορεί να είναι της φαντασίας μου, ή να με κορόιδεψε εκείνος ο

δαίμονας που έλεγε πως ήταν άγγελος!»

«Πάμε τότε ο βορειοανατολικός πύργος βρίσκεται εκτός

περιμέτρου πολιορκίας, συνεπώς μας συμφέρει!»

Οι δύο άντρες ξεχύθηκαν στο σκοτάδι μακριά από τις φωτιές

και τις κραυγές της μάχης. Μετά από λίγα λεπτά ξέφρενου

τρεξίματος όπου το λαχάνιασμα και το καρδιοχτύπι σχεδόν

ξεπερνούσε τον έντονο ήχο των βημάτων τους, έφτασαν κάτω από

τον πύργο. Τα τείχη ήταν σκοτεινά και άδεια καθώς όλοι οι άντρες

μετακινήθηκαν προς την πλευρά της εισβολής. Ο Αλβίν άρχισε να

ψηλαφίζει τη γωνία που σχημάτιζε ο πύργος με τα τείχη χωρίς να

βρίσκει κάτι που να υποδεικνύει την ύπαρξη κάποιας τρύπας ή

σχισμής. Άρχισε να αμφιβάλλει για το σχέδιό τους ολοένα και

περισσότερο. Ο Σιλβάν όσο έψαχνε, άρχισε να μουρμουρίζει μια

μελωδία γνωστή στα αφτιά του Αλβίν.

«Το ήξερα πως εσύ ήσουν που τραγουδούσες στον εφιάλτη

μου. Ακριβώς στο ίδιο σημείο ήμουν και άκουσα ένα τραγούδι για

έναν πολεμιστή που είχε πεθάνει αλλά κατά κάποιον τρόπο ζούσε

ακόμα. Έπαιρνε τις δυνάμεις των εχθρών του μόλις τους σκότωνε!»

«Αλήθεια; το τραγουδούσα όταν ήσουν αναίσθητος. Είναι το

τραγούδι του νεκρού πολεμιστή. Ήταν το πρώτο τραγούδι που μου

είχε μάθει ο θείος μου όταν ήμουν μικρός και... μεσιέ Αλβίν! Άμμος

και ξερή λάσπη!»

Ο Αλβίν έσκυψε και εκείνος επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση

του νεαρού Καθαρού.

127


«Υπάρχει όντως η εσοχή αλλά κάποιος θα την εντόπισε παλιά

και την έχτισε πρόχειρα. Έτσι εξηγείται πως δε γνώριζα την ύπαρξή

της. Λοιπόν, τελικά όντως θα γινόσουν ένας καλός τροβαδούρος,

αλλά τώρα θέλω να ανοίξουμε αυτή την τρύπα όσο πιο γρήγορα

γίνεται εμπρός!»

Οι δύο άντρες προσπαθούσαν με γυμνά χέρια να σκάψουν εκεί

που η οικοδομική λάσπη τριβόταν ευκολότερα, μέχρι που

παρατήρησαν μια σειρά από μικρά τούβλα τα οποία ήταν απλά

στοιβαγμένα μεταξύ τους. Ο Αλβίν σηκώθηκε όρθιος και έριξε μια

γερή κλοτσιά με την αριστερή του μπότα στη στοίβα. Τα τούβλα

τότε δονήθηκαν και η στοίβα στράβωσε. Ξεκίνησαν τότε μαζί με

δυνατές κλοτσιές να ταλαιπωρούν το πρόχειρο μπάλωμα της

εσοχής μέχρι που δεν άργησε να καταρρεύσει εντελώς, γεμίζοντας

τον βραδινό αέρα με σκόνη. Δυνατές κραυγές και επευφημίες

ξέσπασαν παράλληλα από την άλλη πλευρά της πόλης.

Ακολούθησαν φωτιές που φούντωσαν στα σπίτια φωτίζοντας τους

δρόμους και τα σοκάκια.

«Πάμε Σιλβάν η πόλη έπεσε γρήγορα. Το σπίτι μου ευτυχώς

είναι κοντά από εδώ».

Χωρίς να σχολιάσει κάτι ο νεαρός Καθαρός, τον ακολούθησε

από την τρύπα των τειχών και τώρα έτρεχαν μαζί στους δρόμους

της σκοτεινής και έρημης πλευράς της πόλης. Όσο πλησίαζαν προς

την οικία Λοράν όμως οι κραυγές δυνάμωναν, μέχρι που

συνάντησαν τους πρώτους Φράγκους να προσπαθούν να κρυφτούν

και να πανικοβάλλονται μόλις έβλεπαν τα ρούχα του Αλβίν. Δεν

ήταν όλοι πολίτες όμως. Στο επόμενο στενό έπεσαν πάνω σε έναν

οπλισμένο στρατιώτη της φρουράς της πόλης, ο οποίος σχεδόν

αμέσως πάτησε τη σκανδάλη της βαλλίστρας που κρατούσε,

κάνοντας τη σαΐτα να σκίσει ελαφρά το μάγουλο του ξανθού άντρα,

περνώντας χιλιοστά από το πρόσωπό του. Όσο ο φρουρός

προσπαθούσε να οπλίσει ξανά, δέχθηκε ένα δυνατό χτύπημα από

το παροπλισμένο τόξο του Αλβίν και έπεσε λιπόθυμος.

128


«Γρήγορα, θα συναντήσουμε περισσότερους τέτοιους ήρωες

και θα μας καθυστερήσουν και άλλο αν δε μας σκοτώσουν!»

Συνέχισαν με γοργό ρυθμό και μόλις πέρασαν και το τελευταίο

σοκάκι πριν το σπίτι, ο Αλβίν είδε φως και άκουσε ουρλιαχτά από

την οικία Λοράν.

«ΟΧΙ... ΟΧΙ!»

Γέμισε με απελπισία και σχεδόν έκλαιγε φτάνοντας στα

κάγκελα του σπιτιού. Στα τελευταία σκαλοπάτια κείτονταν νεκρός ο

μεγαλόσωμος Ερίκ, ο σωματοφύλακας του πατέρα του.

«Ηρέμησε μεσιέ Αλβίν φτάσαμε».

Η αφελής προσπάθεια του Σιλβάν να καλμάρει τον

ξανθομάλλη πολεμιστή που ανέβαινε τα σκαλοπάτια σαν

μαινόμενος ταύρος, έπεσε στο βαθύ κενό. Ο Αλβίν τον αγνόησε και

έπεσε με δύναμη στην εξωτερική πόρτα του σπιτιού σπάζοντας την

υπερβολικά εύκολα για το μέγεθός της, προκαλώντας την έκπληξη

του Σιλβάν καθώς και αυτών στο εσωτερικό του σπιτιού. Ήταν τρεις

Άγγλοι οι οποίοι στέκονταν όρθιοι στο σαλόνι. Ο ένας κρατούσε τη

Μαριέτ με δυσκολία, καθώς η γυναίκα του Αλβίν προσπαθούσε

έντονα να του ξεφύγει.

«Βρες άλλο σπίτι ηλίθιε δε βλέπεις ότι το προλάβαμε εμείς

αυτό;»

Στο πάτωμα ήταν δύο πτώματα, πιθανότατα των υπηρετριών

αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά.

«Πάρε τα χέρια σου από αυτή τη γυναίκα τώρα και ίσως σε

αφήσω να ζήσεις αρκετά, ώστε να διηγηθείς το πόσο τυχερός

ήσουν αυτή τη νύχτα... ΤΩΡΑ!»

Οι τρεις τους γέλασαν με την καρδιά τους και η Μαριέτ με

δάκρυα ψέλλιζε το όνομά του. Ένας περίεργος διαπεραστικός ήχος

ακούστηκε όμως και το γέλιο ενός πάγωσε για πάντα. Έπεσε με το

κεφάλι στο πολυτελές πάτωμα του σαλονιού, έχοντας μία σαΐτα

από βαλλίστρα καρφωμένη στο μέτωπό του. Ο Σιλβάν κρατούσε το

όπλο που άρπαξε από τον λιπόθυμο φρουρό νωρίτερα. Οι δυο

Άγγλοι αφηνίασαν στη θέα του νεκρού συμπολεμιστή τους και ο

129


ένας όρμησε με ένα μεγάλο τσεκούρι ουρλιάζοντας στον Σιλβάν. Ο

τελευταίος προσπαθούσε να οπλίσει το δύσχρηστο όπλο και τελικά

έκλεισε τα μάτια του αναμένοντας το μοιραίο καθώς ήταν αργά να

αποφύγει το κοφτερό όπλο. Πριν τα ανοίξει ξανά, άκουσε έναν

μεταλλικό ήχο και εν συνεχεία έναν ρόγχο. Ο Αλβίν ήδη σκούπιζε το

σπαθί του στην κόκκινη χλαμύδα του νεκρού και επικεντρώθηκε

στον τρίτο που όμως κρατούσε ακόμα τη Μαριέτ με τη λάμα του

μαχαιριού του να ακουμπά το δέρμα του λαιμού της. Είδε την

τρέλα στα μάτια του και πόσο εύκολα και διαδικαστικά σκότωσε

τον συμπολεμιστή του και ήταν σε κατάσταση πανικού. Σύντομα

όμως ο Αλβίν αναγκάστηκε να μαλακώσει το βλέμμα του καθώς

είδε πως η ζωή της γυναίκας του κρεμόταν από μία κλωστή, την

οποία μπορούσε να κόψει ο φοβισμένος Άγγλος ανά πάσα στιγμή.

Καμία γενναιότητα, καμία βιαστική ενέργεια δε θα τον έβγαζε από

αυτή τη δύσκολη θέση, παρά μόνο η υπομονή και ένα δύσκολο

ψυχολογικό παιχνίδι.

«Άσε τη γυναίκα και το ορκίζομαι στον Θεό πως θα σε αφήσω

να φύγεις! Ξέρεις πόσα σπίτια έχει η Καν; πόσες άλλες γυναίκες

έχουν και πόσα πλούτη; σε παρακαλώ φύγε και δε χρειάζεται να

πάθει άλλος κακό εδώ». Προσπαθούσε με ήρεμη φωνή να μιλήσει

αργά και καθαρά στα Αγγλικά. Μετά απευθύνθηκε στη Μαριέτ στη

γλώσσα τους.

«Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά... προσπαθώ να τον κάνω να σε

αφήσει. Η Ζιζέλ πού είναι; ΜΑΡΙΕΤ! Κοίταξέ με… Η ΖΙΖΕΛ;»

Το βλέμμα της χάθηκε στον χώρο πριν εστιάσει τελικά στον

Αλβίν.

«Την... πήραν... την πήραν μαζί με τον πατέρα σου... την πήραν

μαζί με τον πατέρα σου!»

«Ποιοι την πήραν Μαριέτ; Άγγλοι;»

Η Μαριέτ έμοιαζε σαν να μην καταλαβαίνει την ερώτηση αλλά

τελικά έγνεψε αρνητικά. Ο Αλβίν απευθύνθηκε στον Άγγλο τώρα.

«Πες μου σε παρακαλώ τι έγινε εδώ πέρα! Υπήρχε ένα μικρό

ξανθό κορίτσι και ένας άντρας, πες μου και άσε τη γυναίκα!»

130


«Δεν... δεν ξέρω τι λες... θα με σκοτώσεις προδότη».

«Δε θα σε σκοτώσω! Άσε τη γυναίκα και πες μου! Θα είσαι

ελεύθερος να φύγεις!»

«Δεν ξέρω. Ήρθαμε πριν από λίγο και τη βρήκαμε έξω από το

σπίτι να προσπαθεί να φύγει... την πιάσαμε και ήρθαμε εδώ να μας

πει που κρύβει τα ασημικά αλλά...»

«ΑΛΛΑ;»

«...αλλά ήδη το σπίτι ήταν ρημαγμένο! Δε σκοτώσαμε κανέναν

εμείς εδώ!»

Τότε η Μαριέτ αφού συγκρότησε τα λογικά της, προσπάθησε

να εκμεταλλευτεί την αδράνεια του τοξότη και του κατάφερε μια

δυνατή αγκωνιά. Εκείνος την έσπρωξε σχεδόν αμέσως πετώντας τη

κάτω. Η Μαριέτ παρέμενε στο πάτωμα χωρίς να μπορεί να

σηκωθεί. Ο Αλβίν ένιωσε ένα μεγάλο μούδιασμα στο στομάχι και το

σαγόνι του. Στη συνέχεια αυθόρμητα δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά

του ενώ προσπάθησε να τη σηκώσει από κάτω. Η Μαριέτ ήταν

ματωμένη ενώ τα πρώτα κόκκινα ρυάκια βγήκαν από το στόμα και

τη μύτη της. Είχε μόλις δεχθεί το μαχαίρι στην πλάτη. Ο Άγγλος

κρατούσε το μαχαίρι αυτό ακόμα τεντωμένο. Έσταζε το αίμα της.

Αμέσως μετά, εν μέσω ουρλιαχτών θυμού και απελπισίας, το

κυρτό περίτεχνο μαχαίρι του Αλβίν πετάχτηκε σαν αστραπή και

βρήκε τον Άγγλο στο στήθος. Αφού έβηξε για λίγο πετώντας

μεγάλες ποσότητες αίματος από το στόμα του, σωριάστηκε. Ο

Αλβίν χωρίς να σταματήσει στιγμή τα ουρλιαχτά του, τον

κατακρεούργησε χρησιμοποιώντας όλα τα βέλη του τόξου που

κουβαλούσε με τα χέρια του, μετατρέποντάς τον σε μια άμορφη

ματωμένη μάζα. Ένα έντονο βουητό έκανε το κεφάλι του να πονά.

Ένα περίεργο κουδούνισμα και μια πίεση που έκανε τις φλέβες του

κεφαλιού του να πρηστούν.

Παραπάτησε και πιάστηκε από το μεγάλο τραπέζι. Μόλις το

βουητό σταμάτησε απότομα, επέστρεψε στη Μαριέτ. Έπιασε το

χέρι της και τη φίλησε όσο εκείνη έπαιρνε με τεράστια δυσκολία τις

τελευταίες της αναπνοές. Δάκρυα γέμισαν και τα δικά της μάτια

131


όσο προσπαθούσε να αρθρώσει κάτι τελευταίο στο αφτί του.

Εκείνος συντετριμμένος έσκυψε αγκαλιάζοντάς τη.

«Σε παρακαλώ μην κουράζεσαι...»

«Η... κόρη... μας... ο πατέρας...σου».

«Θα τους βρω... στο ορκίζομαι θα ψάξω παντού! Θα σκοτώσω

τους πάντες μέχρι να βρω ποιος τους πήρε!»

«Όχι... τους πα... τους πάντες! Ντιέ... Μαλαντί!»

Αυτό το καταραμένο όνομα. Αυτή η διαβολική φράση που

ανέκαθεν έφερνε τα σύννεφα στη ζωή του. Αυτά έμελε να είναι τα

τελευταία λόγια της Μαριέτ. Ο Σιλβάν παρακολουθούσε αμήχανος

τη συγκινητική και θλιβερή σκηνή μπροστά του μην μπορώντας να

κάνει κάτι για να τον βοηθήσει. Ο ξανθός άντρας είχε πάρει

αγκαλιά το άψυχο σώμα της γυναίκας του και μουρμούριζε ένα

τραγούδι ενώ τα δάκρυά του έπεφταν στο πρόσωπό της.

«Μεσιέ Αλβίν... μεσιέ Αλβίν συγγνώμη, ξέρω πόσο ακατάλληλη

είναι η στιγμή αλλά τι κάνουμε τώρα;»

Ο Αλβίν άφησε να περάσουν λίγες στιγμές σιωπής και τελικά

απέστρεψε πρώτη φορά το βλέμμα του από το νεκρό της σώμα

γυρίζοντας προς τον νεαρό, στραγγισμένος από δάκρυα. Τα

κοκκινισμένα του μάτια εστίαζαν στο ματωμένο πάτωμα του

σαλονιού. Η φωνή του σπασμένη και βραχνιασμένη.

«Θα θάψουμε τη Μαριέτ και θα φύγουμε από εδώ. Θα πάμε

να βρούμε κάποιον που θα μας βοηθήσει να αναζητήσουμε τη Ζιζέλ

και τον πατέρα μου».

«Συγγνώμη και πάλι αλλά μήπως να σκεφτούμε για λίγο ότι οι

Ντιέ Μαλαντί τους απήγαγαν; δεν τους σκότωσαν! Άρα, προφανώς

σε χρειάζονται για τους σταυρούς ή ό,τι άλλο θέλουν. Αυτοί θα σε

βρουν πρώτοι πίστεψέ με και σύντομα!»

«Νομίζεις δεν το ξέρω; πιστεύεις όμως πως είμαι σε θέση μετά

από όλο αυτό, να κάτσω άπραγος; καλύτερα ό,τι και να ζητήσουν...

όποτε και αν το ζητήσουν εμείς να έχουμε προετοιμαστεί να

δράσουμε. Να τους βρούμε πρώτοι!»

«Πάμε τότε όπου θέλεις. Έλα να σε βοηθήσω».

132


Με βαριά την ατμόσφαιρα, οι δύο άντρες σήκωσαν το σώμα

της γυναίκας και βγήκαν από το σπίτι κατεβαίνοντας προσεκτικά τη

σκάλα που οδηγούσε στον κήπο, ενώ σε ολόκληρη την πόλη

κυριαρχούσαν κραυγές και ήχοι καταστροφής. Ανείπωτες πράξεις

ξεκίνησαν και εξαπλώνονταν σε κάθε γωνιά της Καν από τους

Άγγλους εισβολείς. Όλα αυτά όμως δεν ήταν τίποτα μπροστά σε

αυτό που έκανε ένας μόνο άνθρωπος στον Αλβίν λίγα λεπτά πριν.

Το χώμα του κήπου ήταν πολύ μαλακό αλλά το φτυάρι τόσο

βαρύ. Ειδικά όταν έπεφταν τα πρώτα χώματα σκεπάζοντας για

πάντα το πρόσωπό της. Δεν πρόλαβε να την αποχαιρετήσει. Δεν

πρόλαβε να της πει πόσο την ευχαριστεί για όλα αυτά τα χρόνια

που τον στήριξε σε κάθε δυσκολία. Έτσι είναι ο θάνατος όμως. Ποτέ

δε μας δίνει όσο χρόνο θα θέλαμε να προετοιμαστούμε. Μπορεί να

αφήνουμε ολόκληρα χρόνια να περνούν χωρίς να δίνουμε σημασία,

αλλά μπροστά στο κατώφλι του, λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να

φανούν αρκετά και οι πολλές ώρες ελάχιστες.

Το σκουριασμένο φτυάρι χτύπησε για τελευταία φορά το χώμα

σκληραίνοντάς το και ο Αλβίν το άφησε να πέσει χοροπηδώντας σε

ένα ξεχασμένο παρτέρι μαραμένων λουλουδιών απροσδιόριστης

ταυτότητας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αναγκάστηκε να

θάψει έναν φίλο και τη γυναίκα του. Πάλι θα φτιάξει έναν πρόχειρο

σταυρό, αυτή τη φορά από τις σάπιες σανίδες του παρτεριού και

ένα κομμάτι ύφασμα από το φόρεμά της. Ο Σιλβάν διακριτικά πίσω

του, τον βοηθούσε όσο μπορούσε χωρίς όμως να μπλέκει στα

πόδια του. Περισσότερο γιατί τον φοβόταν, ειδικά στην παρούσα

κατάστασή του, παρά λόγω ευγένειας.

«Πάμε τώρα...»

Ο Αλβίν και ο Καθαρός ακόλουθός του, βρέθηκαν στους

δρόμους της Καν και έφτασαν χωρίς άλλες εκπλήξεις στη σχισμή

των τειχών. Για λίγα λεπτά έτρεχαν ξέφρενα μέχρι που εντόπισαν τα

δύο τους άλογα εξαιτίας της λευκής φοράδας του Σιλβάν που

ξεχώριζε στο σκοτάδι. Όμως έπρεπε να διασχίσουν μερικές σκηνές

του στρατοπέδου των Άγγλων οι οποίοι είχαν αρχίσει σιγά σιγά να

133


τις διαλύουν. Παριστάνοντας λοιπόν τον τοξότη μετά τη μάχη και

έχοντας τον Σιλβάν ως αιχμάλωτό του, προσπαθούσαν να

περπατήσουν ανάμεσά τους.

«Τοξότη Ράνταλ; Μπένετ Ράνταλ;»

Ο Αλβίν άκουσε μια δυνατή φωνή να ξεχωρίζει σε όλη αυτή

την οχλαγωγία και γύρισε αν και ήταν σίγουρος ποιος τον φώναζε.

Βλαστήμησε για μία ακόμη φορά την τύχη του.

134


XI.

λοχίας Μπάρνες τον πλησίασε χαμογελαστός.

Ήταν ένας βραχύσωμος άντρας με λειψά μαύρα

O

μαλλιά και αρκετές βαθιές ουλές στο πρόσωπό

του.

«Τα κατάφερες και έζησες βρε μπάσταρδε ε;

βλέπω το σπαθί σου ματωμένο όπως και εσένα...

καθόλου βέλη... έκανες καλή δουλειά φαίνεται!»

Ο Αλβίν μάζεψε όση ψυχική δύναμη διέθετε εκείνη τη στιγμή

και απάντησε στον Άγγλο λοχία ψύχραιμα.

«Στάθηκα τυχερός κύριε, έπεσα σε πολλούς Φράγκους

ταυτόχρονα και ήθελα να περάσω... δε με άφηναν!»

«Είσαι και χωρατατζής ε; λοιπόν, όπως σου υποσχέθηκα!

Ακολούθησέ με στον κόμη του Γουόργουικ. Επιβεβαιώθηκε πως οι

Φράγκοι έστειλαν άτομα για δολιοφθορά στις τάξεις μας.

Αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικό ήταν που σταμάτησες εκείνον στη

σκηνή;»

«Με τιμάτε κύριε αλλά θα θέλει ο κόμης να δει έναν τοξότη;»

«Μπένετ! Χωρίς εσάς τους τοξότες δε θα είχαμε πετύχει τίποτα

γενικά, όχι μόνο απόψε. Ο ίδιος ο Έντουαρντ το γνωρίζει...»

«Εντάξει, σας ακολουθώ κύριε...»

«Έλα μην γκρινιάζεις, δε θα πάρει πολύ. Θα έχεις χρόνο για

λεηλασίες αργότερα. Πάρε και τον βάτραχο που έχεις μαζί σου,

μπορεί να έχει να μας πει κάτι χρήσιμο».

Ο Αλβίν ήταν έτοιμος να ορμήσει στον Άγγλο από τον θυμό του

αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Για την ακρίβεια, οποιαδήποτε

διαφορετική αντίδραση μόνο χειρότερα θα μπορούσε να κάνει τα

πράγματα. Ο Σιλβάν τον ακολούθησε σιωπηλός και ο Αλβίν τον

135


άρπαξε από το μπράτσο του για να φανεί πιο πειστική η κωμωδία

τους. Τελικά, ο Μπάρνες είχε δίκιο. Η διαδρομή τους ήταν σύντομη

και χωρίς να καθυστερήσει, παραμέρισε ελαφρώς το μεγάλο

άνοιγμα της επιβλητικής σκηνής του κόμη.

«Έλα λοχία πέρασε».

«Έρλ Μπιούτσαμπ άρχοντά μου, σου παρουσιάζω τον τοξότη

Μπένετ Ράνταλ! Σκότωσε έναν από τους Φράγκους κατάσκοπους

και...»

«Εντάξει λοχία μπορείς να πηγαίνεις. Πες στον Φράγκο που

έχετε μαζί να μπει και αυτός. Δε θέλουμε να τον σκοτώσει ακόμα

κάποιος μεθυσμένος στρατιώτης μας σωστά;»

Ο λοχίας Μπάρνες χαμογέλασε αμήχανα και αφού έδωσε ένα

χαμόγελο και στον Αλβίν, αποχώρησε και πήρε ο Σιλβάν τη θέση

του. Οι δύο τους δεν μπορούσαν παρά να προσέξουν ένα μεγάλο

κλουβί που είχε ο κόμης πίσω από το προχειροστημένο αλλά

ογκώδες γραφείο του. Ήταν ένας νέος ψηλόλιγνος άντρας κοντά

στα τριάντα αλλά με εμφανή την εμπειρία στο βλέμμα και τη φωνή

του.

«Γεια σου τοξότη Ράνταλ. Γεια σου Φράγκε με την άγνωστη

ιδιότητα. Λέγομαι Τόμας Μπιούτσαμπ, ενδέκατος κόμης του

Γουόργουικ. Άκουσα πως τα έβαλες με κατάσκοπο ε;

Συγχαρητήρια!»

«Ήταν καθήκον μου άρχοντα. Στάθηκα τυχερός κιόλας που

έπεσε πάνω μου…»

«Ωωω είσαι και ταπεινόφρων. Ασυνήθιστο για τοξότη. Από

που είσαι;»

«Από τη Βρετάνη άρχοντα. Από ένα ψαροχώρι κατάγομαι...»

«Έτσι εξηγείται η φραγκική προφορά σου;» O Αλβίν δεν

μπορούσε να πιστέψει πόσο άτυχος ήταν. Ο κόμης δεν ήταν μόνο

έξυπνος αλλά έδειχνε πως ήταν και επίμονος και σχολαστικός. Έτσι,

προτίμησε να μην απαντήσει στην τελευταία ερώτηση. Εκείνος

γύρισε την πλάτη του και ξεσκέπασε το μεγάλο κλουβί. Προς

έκπληξη του Αλβίν, περιείχε ένα γεράκι. Γεράκι ήταν το μεγάλο

136


πουλί που πέταξε πριν τη μάχη. Ο κόμης άνοιξε το πορτάκι του

κλουβιού και το χάιδεψε λίγο στη ράχη του πριν το ξανακλείσει.

«Τέτοιες ώρες ξεκουράζεται και ανακτά την ενέργειά του αλλά

η πολιορκία το ξεσήκωσε. Πώς να κοιμηθεί το καημένο; Πολλές

φορές όμως πρέπει να θυσιάζουμε την ξεκούρασή μας και να

είμαστε άγρυπνοι για το κακό!»

«Τι θέλετε να πείτε άρχοντα;» Τα περίεργα και αινιγματικά

λόγια του κόμη καθώς και η ύπαρξη ενός γερακιού στο πιο

αναπάντεχο μέρος που περίμενε να το συναντήσει, γέμισαν τον

Αλβίν με περιέργεια. Θυμήθηκε τα λόγια του εφιάλτη του. Ίσως

όμως, ήταν η ανάγκη του να βρει στοιχεία και ελπίδα στις δύσκολες

αυτές στιγμές.

«Δε θέλω να πω κάτι άλλο εκτός από το προφανές! Πρέπει να

είμαστε προετοιμασμένοι για τα πάντα. Γιατί το κακό δε θα μας

περιμένει… θα έρθει. Συμφωνείς;»

«Συμφωνώ άρχοντα... συμφωνώ».

Ο Αλβίν ανακουφίστηκε που ο κόμης έμοιαζε αδιάφορος και

βαριεστημένος χαϊδεύοντας το μεγάλο αρπακτικό πουλί. Τώρα

ανυπομονούσε να τους αφήσει να φύγουν.

«Ο Φράγκος συμφωνεί; συμφωνείς φίλε ότι πρέπει να είμαστε

προετοιμασμένοι να πολεμάμε το κακό;» Θα ρωτήσει και τον

Σιλβάν στα Φραγκικά και εκείνος θα γνέψει καταφατικά. Ο κόμης

σίγουρα κάτι επεδίωκε με όλα αυτά. Δεν ήταν δυνατόν απλά να

διασκέδαζε την ανία του στο τέλος μιας επιτυχημένης πολιορκίας,

με αυτόν τον τρόπο.

«Έρλ Μπιούτσαμπ άρχοντά μου; σας ζητώ την άδεια να

αποχωρήσουμε αν δε μας χρειάζεστε κάτι άλλο...»

«Βεβαίως, αλλά πριν φύγεις θα ήθελα αν έχεις την ευγενή

καλοσύνη να μου πεις ποιοι είστε και τι δουλειά έχετε εδώ;»

Ο Αλβίν πάγωσε και έσβησε το προσποιητό του χαμόγελο.

«Δεν καταλαβαίνω κόμη μου τι θέλετε να πείτε;»

Ο Αλβίν αφελέστατα συνέχιζε να υπερασπίζεται την ψεύτικη

ταυτότητά του και ας γνώριζε πως δεν είχε κανένα νόημα, καθώς ο

137


κόμης του Γουόργουικ φαινόταν να τους έχει καταλάβει από την

αρχή.

«Τοξότη Ράνταλ με τη Φραγκική προφορά άκουσέ με.

Βρισκόμαστε στην καρδιά της εκστρατείας του Έντουαρντ και ενός

μεγάλου πολέμου. Μόλις πήραμε μιας σπουδαίας στρατηγικής νίκη

κατακτώντας την Καν. Κανονικά δε θα με ένοιαζε όποιοι και να

ήσασταν απλά τώρα μου ενεργοποιήσατε την περιέργεια τόσο

πολύ, που φοβάμαι θα πρέπει να με ικανοποιήσετε κάπως,

διαφορετικά θα σημάνω συναγερμό. Εκβιασμός; ναι! Είμαι

άλλωστε ο δεύτερος στην ιεραρχία διοικητής εδώ. Νομίζω πως έχω

το δικαίωμα να εκβιάζω και να ανακρίνω Φράγκους που ντύνονται

Άγγλοι πριν και μετά το πέρας της μάχης σωστά;»

Ο κόμης του Γουόργουικ ήταν ευθύς και ξεκάθαρος. Το μόνο

που έμενε στον Αλβίν είναι να προσπαθήσει όσο μπορούσε να μην

ξεσηκώσει όλο το στρατόπεδο. Σκέφτηκε αυθόρμητα να του

επιτεθούν, όμως το κουρασμένο και χτυπημένο από τις τελευταίες

απίστευτες εμπειρίες τρόμου και θλίψης μυαλό του, παρέμενε

εύστροφο και εξέτασε τις πιθανότητες μιας τέτοιας απόπειρας. Ο

κόμης όχι μόνο ήταν ένας υγιής και γεροδεμένος άντρας, αλλά

έδειχνε να γνωρίζει την τέχνη του πολέμου και του θανάτου. Δεν

ήταν σίγουρος αν θα μπορούσε ακόμα και με τη βοήθεια του

Σιλβάν, να του κλείσει το στόμα χωρίς να ξοδέψει αρκετό χρόνο

γεμάτο φασαρία και πιθανούς τραυματισμούς.

«Ονομάζομαι Αλβίν Γκαέλ Λοράν. Είμαι Φράγκος από την Καν

αλλά δε μένω πια εδώ. Αυτός είναι ο βαρόνος Σιλβάν Μπελανζιέ

Ντε Σατωρού!»

Ο κόμης του Γουόργουικ γέλασε.

«Ένας Νορμανδός και o βαρόνος του Σατωρού! Τι τιμή να σας

υποδέχομαι στην ταπεινή μου τέντα. Ειλικρινά περίμενα να πέσουν

πιο δύσκολα οι μάσκες αλλά το εκτιμώ ιδιαίτερα να ξέρεις μεσιέ

Λοράν. Λοιπόν; τι δουλειά έχετε εδώ;»

138


«Ό,τι και να σας πω δε θα με πιστέψετε αλλά να ξέρετε στον

λόγο της τιμής μου, πως δεν πρόκειται για κάτι ενάντια στα

συμφέροντα του βασιλείου της Αγγλίας. Είναι κάτι προσωπικό».

«Αλήθεια, αυτή τη στιγμή θέλω τόσο πολύ να μου πείτε τα

πάντα. Η περιέργειά μου κορυφώθηκε. Έλα μεσιέ Λοράν, μη με

αναγκάσετε να σας εκβιάσω πάλι...» Ο Αλβίν ήξερε πως ο κόμης

έπαιζε μαζί τους αλλά αφού προτίμησε να ανοίξει τα χαρτιά του και

να μην καταφύγει στην πολεμική διένεξη, αποφάσισε να μιλήσει.

«Ήμουν κάποτε σε ένα τάγμα...»

«Ας μιλήσουμε όλοι στα Φραγκικά για να μας καταλαβαίνει και

ο βαρόνος μην είμαστε αγενείς σωστά;»

«Στα Φραγκικά λοιπόν, ήμουν κάποτε σε τάγμα που

συνεργαζόταν με τους Καθαρούς. Κατάφερα όμως να ξεφύγω

παίρνοντας μαζί μου ανάμεσα σε άλλα πολύτιμα πράγματα του

θησαυροφυλακίου τους και τρεις σταυρούς από τους οποίους

κράτησα τον έναν... να αυτόν εδώ. Τους υπόλοιπους τους έδωσα

μαζί με άλλα κοσμήματα του θησαυρού για να κατορθώσω να

έρθω ως τον Βορρά και να φτιάξω οικογένεια προσπαθώντας να

ζήσω μια ταπεινή ζωή. Αλλά αυτοί οι εγκληματίες

δραστηριοποιήθηκαν και πάλι όπως... και οι Καθαροί από ό,τι

έμαθα πρόσφατα και αναζητούν τους τρεις σταυρούς... και εμένα!»

«Μεσιέ Λοράν... η ιστορία αυτή που μου λες είναι τόσο τρελή

που σε πιστεύω. Όμως, διαισθάνομαι πως έχει αρκετό ψωμί ακόμα

η υπόθεση. Ακόμα να καταλάβω γιατί βρίσκεσαι εδώ με Αγγλική

στολή και έναν βαρόνο».

«Η οικογένειά μου κύριε... την άφησα εδώ! Τη γυναίκα την

κόρη και τον πατέρα μου. Η γυναίκα μου...»

Ένας κόμπος στη φωνή του Αλβίν τον έκανε να δυσκολευτεί να

τελειώσει την πρόταση.

«Λυπάμαι μεσιέ. Υποθέτω δεν τα κατάφερες να τους σώσεις!

Ήταν οι Ντιέ Μαλαντί;»

«Δεν είπα ποτέ το όνομα αυτών των εγκληματιών άρχοντα!

Αλλά μιας και γνωρίζεις πολλά περισσότερα και μάλλον παίζεις

139


μαζί μου... Ναι αυτοί ήταν. Πήγα στο άντρο τους στο Καλαί και

σκότωσα όσους μπορούσα μέχρι που μια οντότητα εμφανίστηκε

μπροστά μου. Μια οντότητα που με βασανίζει εδώ και καιρό με

οράματα και εφιάλτες που όμως δείχνουν να βγαίνουν

πραγματικότητα. Οι Ντιέ Μαλαντί χτύπησαν λίγο πριν από εσάς.

Απήγαγαν την κόρη και τον πατέρα μου!»

«Βλέπεις λοιπόν μεσιέ Αλβίν Λοράν, πως πρέπει να είμαστε

πάντα άγρυπνοι για να πολεμήσουμε το κακό; Επιστρέψαμε στην

αρχή της συζήτησης».

«Δηλαδή με πιστεύετε; ό,τι σας είπα;»

«Ο βαρόνος δε μιλά ούτε Φραγκικά ή του έκοψες τη γλώσσα;

Ναι, Αλβίν σε πιστεύω. Ξέρεις, εκτός από τις πολεμικές και

διοικητικές μου ασχολίες, έχω συγκροτήσει και εγώ ένα τάγμα,

ανεπίσημα προς το παρόν, που θα πολεμά το κακό σε όλες του τις

εκφάνσεις. Διάολε ο ίδιος ο βασιλιάς το επικροτεί και θα με

βοηθήσει το πιστεύεις αυτό;»

«Ξέρετε την ύπαρξη των Ντιέ Μαλαντί... εννοώ την

επανασύστασή τους;» Ο Αλβίν δυσκολευόταν να πιστέψει πως θα

έβρισκε φιλικά αφτιά για να κάνει αυτή τη συζήτηση, σε έναν Άγγλο

διοικητή.

«Ναι, ξέρω και για τους Καθαρούς και για τους Ντιέ Μαλαντί.

Αυτό το κάθαρμα ο Μπελιμπάστ... αν τον είχα στα χέρια μου μόνο!

Λοιπόν, θα σε βοηθήσω Αλβίν. Να ξέρεις μόνο πως το κάνω επειδή

πολεμάμε κοινό εχθρό και επειδή σε συμπονώ για την απώλειά

σου. Η εκδίκησή σου και γενικά το μονοπάτι που σκέφτεσαι να

ακολουθήσεις, λυπάμαι που στο λέω ανοικτά αλλά, μας συμφέρει.

Όσα καθάρματα και αν ξεπαστρέψεις από τη γη που σκοπεύει να

κατακτήσει ο Έντουαρντ, μόνο καλό θα κάνει. Για τη δόξα της

Αγγλίας αλλά και όλων των εθνών αν το σκεφτείς. Δεν πολεμάμε

μόνο με επίγειες δυνάμεις εδώ Αλβίν αλλά έχεις αρχίσει να το

καταλαβαίνεις ήδη αυτό σωστά;»

«Θα... με βοηθήσετε δηλαδή;» Ο Αλβίν δεν μπορούσε να

πιστέψει πως η τύχη και η μοίρα του έκλεισαν το μάτι μετά από

140


τόσο σκληρά χτυπήματα. Ο κόμης χωρίς να απαντήσει, αμέσως

έσκυψε στο ογκώδες γραφείο του και άρχισε να γράφει με ένα

φτερό σε ένα κομμάτι χαρτιού. Στη συνέχεια με ένα βουλοκέρι και

το τεράστιο δαχτυλίδι του, έβαλε την υπογραφή του στο τέλος.

«Ο κάτοχος αυτού, είναι υπό την υπηρεσία της Αυτού

Μεγαλειότητας Έντουαρντ του Τρίτου, σε μυστική αποστολή.

Υπογραφή Έρλ Τόμας Μπιούτσαμπ του Γουόργουικ».

O κόμης διάβασε δυνατά αυτό που έγραψε πριν το δώσει στον

Αλβίν.

«Από ό,τι φαίνεται θα κρατήσεις πάνω σου την Αγγλική στολή

λίγο περισσότερο. Θα δείξεις αυτό σε όποιον είναι περίεργος και σε

ψάξει... ή σε υποψιαστεί όπως εγώ και ο λοχίας Μπάρνες, αν πας

προς τα Αγγλικά εδάφη».

«Δε δείχνω για Άγγλο; η προφορά μου;»

«Οι προφορά σου σε συνδυασμό με τον σωματότυπό σου.

Είσαι αρκετά γεροδεμένος αλλά οι πλάτες σου θέλουν λίγη δουλειά

ακόμα αν θέλεις να πείσεις για τοξότης! Πού σκέφτεσαι να πας;

αυτόν το Φράγκο συγγνώμη, γιατί τον έχεις μαζί σου;»

«Κανονικά θα πρέπει να περιμένω τους απαγωγείς, να με

βρουν και να με εκβιάσουν για τους σταυρούς αλλά δεν μπορώ να

κάτσω να τους περιμένω, η κόρη και ο πατέρας μου βρίσκονται στα

χέρια τους!»

«Δείξε μου τον σταυρό που έχεις...» Ο Αλβίν πρόθυμα τον

έβγαλε από το αγγλικό πουκάμισο και ο κόμης πλησίασε. «Γνωστό

σχεδιο. Είναι ένας από τους σταυρούς των Καθαρών. Λες ότι είναι

άλλοι δύο τέτοιοι που θέλουν;»

«Ναι, δεν έχω ιδέα πού μπορεί να είναι τώρα. Αλλά πρέπει να

τους βρω...»

«Είσαι ένας τυχερός βάτραχος! Ίσως, έχω ιδέα που να

ξεκινήσεις. Μία μέρα καλπασμός από εδώ δυτικά, το Σαιν Λο το

ξέρεις. Εκεί θα κινηθείς προσεκτικά μη σε καταλάβουν, θα

αναζητήσεις κάποιον Λανγκίγ. Μπορεί να σε βοηθήσει με τους

σταυρούς».

141


«Πώς; πώς είπατε; Λανγκίγ;»

«Ναι, όντως είναι περίεργο παρατσούκλι αλλά κάποιοι

κατάσκοποί μου που κινούνται παντού και έχουν εισχωρήσει στους

Ντιέ Μαλαντί, στις αναφορές τους με πληροφορούν πως ο

Μπελιμπάστ έχει εμμονή με δύο ονόματα! Γκαέλ και Λανγκίγ! Του

δεύτερου την ύπαρξη την έμαθα πριν καιρό αλλά πάντα μου

ξεφεύγει. Δεν είχαμε χρόνο να το ερευνήσω περισσότερο λόγω

πολέμου έτσι και αλλιώς. Του πρώτου, έμαθα τη θέση πριν από

λίγο μόλις μου αποκάλυψες το πραγματικό σου όνομα!»

«Όταν ήρθαν να με αναζητήσουν έψαχναν όντως και κάποιον

Λανγκίγ. Ήταν μάλιστα απελπισμένοι! Όποιος και να είναι ξέρει να

ξεφεύγει για να έχει άλλωστε το όνομα “Χέλι”!»

«Τότε πήγαινε στο Σαιν Λο πριν ξεγλιστρήσει και πάλι!»

«Ναι, πρέπει να βρω τον Λανγκίγ. Δεν έχω λόγια να σας

ευχαριστήσω! Είμαστε εχθροί αλλά έχετε τον σεβασμό μου!»

«Να μου λείπει ο σεβασμός σου Φράγκε! Φύγετε τώρα αλλά

θα τα ξαναπούμε. Μακάρι ο Θεός να φωτίσει τον δρόμο σου ως

τότε!»

Μόλις είπε την τελευταία φράση ο κόμης γύρισε την πλάτη του

και ξεσκέπασε το γεράκι του. Ο Αλβίν έγνεψε στον υπομονετικό

Σιλβάν και βγήκαν από τη σκηνή ενώ είχε αρχίσει να ξημερώνει.

Περπατούσαν ανάμεσα στις δεκάδες Αγγλικές σκηνές και

εξοπλισμούς που είχαν μείνει ακόμα στο πεδίο της πολιορκίας.

«Αλβίν, γιατί είπες στον κόμη ότι είμαι βαρόνος; Δυστυχώς ζει

ακόμα ο πατέρας μου ξέρεις!»

«Απίστευτο που η μόνη σου απορία από την όλη συζήτηση

είναι αυτή. Πάμε να ψαρέψουμε χέλια τώρα. Σπιρούνιασε το άλογό

σου και μη μιλάς για λίγο να σκεφτώ».

142


XII.

άλπαζαν σε Αγγλικά εδάφη πλέον. Γύρω τους ήταν

έκδηλα τα σημάδια της εκστρατείας του

K

Έντουαρντ με αρκετά καμένα αγροκτήματα και

νεκρά ζώα που έζεχναν σήψη, να βρίσκονται

διασκορπισμένα στον δρόμο τους. Συχνά

συναντούσαν ανθρώπους, οι οποίοι είχαν

αναγκαστεί να αφήσουν τα σπίτια τους για να αναζητήσουν

καταφύγιο σε φρούρια, κάστρα ή πόλεις σαν την Καν, που

αποτελούσαν τις νέες γραμμές άμυνας. Τώρα, μόλις και αυτά τα

καταφύγια έπεφταν στα χέρια των Άγγλων, εκείνοι επέστρεφαν στις

περιοχές τους προετοιμασμένοι να δεχθούν τους Άγγλους ως τα

νέα αφεντικά τους.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, σημασία έχει να ζεις. Να

μπορείς να αναπνέεις κάθε μέρα όσες και αν είναι οι δυσκολίες.

Πόσο μάλιστα αν οι κατακτητές τους δε διαφέρουν και πολύ από

τους προηγούμενους ηγεμόνες τούτων των τόπων. Είναι λογικό

λοιπόν, να επιστρέφουν στην καθημερινή ρουτίνα χωρίς να δίνουν

σημασία στα πολιτικά παιχνίδια και στο ποιος κατέχει τη δύναμη

να τους στραγγίζει την περιουσία.

Έτσι, οι ταλαιπωρημένοι και βρόμικοι χωρικοί δεν έδειχναν

κάποια διάθεση μίσους ή έκδηλης απέχθειας για τον Αλβίν που

κάλπαζε δίπλα τους με τη χαρακτηριστική στολή του Άγγλου

τοξότη. Ή απλά, ήταν τόσο χτυπημένοι από την πείνα και τις

κακουχίες, που δεν είχαν ούτε το κουράγιο να μορφάσουν εχθρικά

μπροστά του.

Σποραδικά, κατά τις βραδινές ώρες συναντούσαν κάποιες

Αγγλικές περιπόλους. Βλέποντας τον κόκκινο μανδύα του Αλβίν,

143


περνούσαν βαριεστημένα από δίπλα τους και περιορίζονταν σε

έναν τυπικό χαιρετισμό.

Όταν οι περιοχές που οι Άγγλοι τοξότες βιαιοπραγούσαν και

επέδραμαν, έπεφταν τελικά επισήμως σε Αγγλικά χέρια, αυτό τους

καθιστούσε ανυπόμονους για νέες περιοχές και λάφυρα. Ήταν

μόνιμα εριστικοί και αρκούσε μόνο κάποια μικρή παρεξήγηση για

να επιτεθούν και να σε κλέψουν το λιγότερο. Συνεπώς η προσοχή

των δύο αντρών ήταν μεγάλη, κάθε φορά που συναντούσαν τις

μικρές έφιππες ομάδες των κόκκινων διαβόλων.

Μία ολόκληρη μέρα και μία μεγάλη στάση τη νύχτα για

φαγητό και ξεκούραση που τόσο την είχαν ανάγκη, πέρασε. Ο

Σιλβάν όντας ντροπαλός άνθρωπος, δίσταζε να ανοίξει συζήτηση

για τον πόνο της ψυχής του Αλβίν. Προσπαθούσε διακριτικά να

μιλά για άσχετα θέματα ή για την αποστολή τους, αφήνοντας εκτός

τα γεγονότα της Καν. Αυτό όμως δεν άλλαζε το γεγονός πως ο Αλβίν

έκλαιγε στον ύπνο του. Πονούσε πολύ μέσα του και το έκρυβε,

αλλά τα όνειρα τον ξεγύμνωσαν.

Τουλάχιστον ο καταραμένος γέρος με τον κροκόδειλό του,

απουσίαζαν εκείνο το βράδυ. Τι ειρωνεία σκέφτηκε, τη νύχτα που

επιτέλους έδειχναν να τον ξεχνούν οι εφιάλτες του, τον κατέβαλλε

η βαριά και ανυπέρβλητη θλίψη. Το αμόνι των ενοχών και της

απώλειας, που καθόταν στο στομάχι του πιέζοντάς τον μόνιμα.

Τώρα όμως έπρεπε και θα έβρισκε ένα ψήγμα παρηγοριάς στον

στόχο του. Η κόρη και ο πατέρας του τον χρειάζονταν.

Έφτασαν στο Σαιν Λο το μεσημέρι της επόμενης μέρας

περνώντας τα μικρά, προχειροφτιαγμένα ξύλινα τείχη του και

έδεσαν τα άλογά τους έξω από ένα πανδοχείο. Το πρώτο που

συνάντησαν και μάλλον το μοναδικό.

144


Στο Σαιν Λο δεν ήσουν σίγουρος αν ήσουν σε ένα

παραμελημένο και φτωχικό χωριό ή αν έτσι το κατάντησαν οι

Άγγλοι του Έντουαρντ. Το μόνο σίγουρο είναι πως η ζωή των

κατοίκων έδειχνε να συνεχίζει κανονικά, παρά τον πολεμικό καπνό

της καταστροφής και του θανάτου που κάλυπτε όλον σχεδόν τον

Φραγκικό Βορρά.

«Πού λες να αρχίσουμε τις έρευνές μας;»

«Στο πανδοχείο ”Το Γεράκι” μεσιέ Άγγλε, εδώ περνούν όλοι!

Δεν είναι και σαν την Καν το Σαιν Λο!»

«’Το Γεράκι’ ε; Πάμε και μην ανησυχείς, εσύ μπορείς να μιλάς

πιο δυνατά τώρα. Είμαστε περισσότεροι οι Φράγκοι εδώ». Ο Αλβίν

ξεφύσησε με μία ακόμα εμφάνιση του ‘’γερακιού’’ στον δρόμο του,

επιβεβαιώνοντας τον γρίφο του εφιαλτικού γέρου.

Αφού σιγουρεύτηκαν πως τα άλογά τους ήταν καλά δεμένα

στον ξύλινο φράχτη του πανδοχείου, ο Αλβίν έβγαλε το βαρύ

γυαλιστερό αγγλικό κράνος, έδεσε γρήγορα τα ξανθά του μαλλιά

μια πρόχειρη κοτσίδα και έσπρωξε την πόρτα του κτηρίου. Ο Σιλβάν

ήταν πιο ελαφρά ντυμένος, αλλά φορούσε έναν ανθεκτικό

δερμάτινο θώρακα πάνω από το πουκάμισό του που θα μπορούσε

να αποβεί σωτήριος σε πολεμικές διενέξεις. Αφού έφτιαξε και

εκείνος τη δική του κοτσίδα, ακολούθησε τον Νορμανδό

συνταξιδιώτη του. ‘Ήταν η πρώτη φορά που ο Αλβίν έμπαινε σε

πανδοχείο μετά από εκείνο το απόγευμα που επισκέφτηκε για

τελευταία φορά τον Ντιντιέ. Τώρα έμοιαζε να πέρασε μία ολόκληρη

ζωή από τότε.

Οι λιγοστοί θαμώνες γύρισαν και κοίταξαν τους δύο ξένους

αλλά επέστρεψαν αμέσως και διακριτικά στο τραπέζι τους μόλις

είδαν την ένδυσή του.

«Πήγαινε να ρωτήσεις τον πανδοχέα».

«Έτσι απλά να τον ρωτήσω για αυτόν που ψάχνουμε;»

«Πώς αλλιώς; Εξάλλου έχουμε και το γράμμα του Μπιούτσαμπ

για τους περίεργους που θα χώσουν τη μύτη τους...»

145


«Ναι αλλά... αν αυτοί οι περίεργοι που θα χώσουν τη μύτη

τους είναι οι Ντιέ Μαλαντί; Ή οι Καθαροί;»

Ο Αλβίν χαμογέλασε στην ερώτηση του Σιλβάν και τον έπιασε

από τον ώμο.

«Έτσι και αλλιώς αυτοί δεν πρέπει να μας βρουν; Μακάρι να

χώσουν τη μύτη τους... πόσο θέλω Θεέ μου! Θα τους κάνω να μου

πουν για την κόρη και τον πατέρα μου φτύνοντας ένα ένα τα δόντια

τους!»

«Ναι μεσιέ... σε πιστεύω ότι θα το κάνεις και...»

«Καλά καλά πήγαινε στον πανδοχέα τώρα».

Ο Σιλβάν υπάκουσε. Σκεφτόταν ανήσυχος περπατώντας προς

τον πάγκο, όσο ο Αλβίν καθόταν σε ένα γωνιακό τραπέζι,

αδιαφορώντας για την έκδηλη αμηχανία και νεκρική σιγή που

κυριαρχούσε στον χώρο μετά την έλευσή τους.

«Γεια σας... θέλω φαγητό και μπίρες για δύο...» Ο Σιλβάν

χαμογελαστός άφησε ασυγκίνητο τον κακομούτσουνο πανδοχέα ο

οποίος δεν έκανε καμία κίνηση να ικανοποιήσει την παραγγελία

του.

«Ακόμα δεν ήρθαν τα καθάρματα και εσύ τρως και πίνεις μαζί

τους; Δεν ντρέπεσαι λίγο;»

Ο Σιλβάν σάστισε για λίγα δευτερόλεπτα. Αμέσως όμως

ανέκτησε την ψυχραιμία του.

«Δεν υπάρχει κανένα κάθαρμα σε αυτό το πανδοχείο αγαπητέ

μου... σσσσ έλα να σου πω!» Ο Σιλβάν έγνεψε χαρακτηριστικά στον

αγενή συνομιλητή του και εκείνος από περιέργεια υπάκουσε και

έσκυψε. «Ο φίλος μου δεν είναι Άγγλος... δικός μας είναι!

Βρισκόμαστε σε μυστική αποστολή για λογαριασμό του βασιλιά

Φιλίπ. Αν θέλεις με πιστεύεις...»

«Φυσικά και δε σε πιστεύω, τι σκατά είναι αυτά που λες; για

κανένα παιδάκι με πέρασες;»

«Πιο σιγά σας παρακαλώ μεσιέ... μεσιέ;»

«Ολιβιέ με λένε και θα λέω ό,τι θέλω, όσο δυνατά θέλω στο

πανδοχείο μου!»

146


«Μεσιέ Ολιβιέ, άκουσέ με σε παρακαλώ. Θέλεις να μας

ακούσουν οι Άγγλοι και να συλλάβουν εμένα και τον φίλο μου;

Μπορεί να μην πιστεύεις την αποστολή μας αλλά πρέπει να

πιστέψεις ότι είμαστε και οι δύο Φράγκοι. Να κοίταξέ τον...»

«Να δω τι; έναν καταραμένο τοξότη βλέπω...»

«Έλα μεσιέ Ολιβιέ... τοξότης χωρίς το τόξο του και με μακρύ

σπαθί;» Ο Ολιβιέ έδειξε να προβληματίζεται και να σκέφτεται για

λίγο.

«Λοιπόν θα σας σερβίρω μόνο για αυτή τη φορά, αλλά δε

θέλω να ξανάρθετε. Δε διακινδυνεύω μπλεξίματα και φασαρίες

ούτε για τη μία ούτε για την άλλη πλευρά!»

«Σας ευχαριστώ πολύ μεσιέ Ολιβιέ! Α και κάτι ακόμα! Μήπως

γνωρίζετε αν υπάρχει κάποιος στην πόλη με το όνομα “Λανγκίγ”;»

«Δεν ξέρω κανέναν με τέτοιο περίεργο όνομα!»

«Μήπως γνωρίζει η κοπέλα που βρίσκεται στην κουζίνα πίσω;»

«Θέλεις να φωνάξω τη φρουρά; Μην ξανακάνεις τέτοιες

ερωτήσεις και άσε ήσυχη την Ντενίζ. Δεν είναι για τα μούτρα σου!»

«Μην ξεχάσετε τις μπίρες!» Ο Σιλβάν φώναξε την τελευταία

φράση με προσποιητό χαμόγελο και γύρισε στον Αλβίν.

«Τι ήταν όλο αυτό; Γιατί καθυστέρησες τόσο και κυρίως, γιατί

τον εκνεύρισες;»

«Του είπα πως είμαστε Φράγκοι και οι δύο! Δε με πίστεψε».

«Βλέπω ακολούθησες τη συμβουλή μου και ρώτησες στα ίσια

ε; Λοιπόν, δεν ξέρει που είναι ο Λανγκίγ;»

«Έτσι είπε... αλλά η ερώτηση τον εκνεύρισε πάρα πολύ και

ήταν και η κοπέλα...»

«Ποια κοπέλα;»

«Ήταν μια ομορφούλα που φάνηκε να είχε στήσει αφτί και είχε

προσεκτικά καλυμμένο το πρόσωπό της... μεσιέ Αλβίν νομίζω κάτι

γνωρίζουν παραπάνω και οι δύο τους!»

«Αυτή που τσακώνεται με τον πανδοχέα και έρχεται τώρα προς

τα εδώ λες; δεν έχει καλυμμένο το πρόσωπο...»

147


Η κοπέλα πέρασε γρήγορα μπροστά από τον Αλβίν και τον

Σιλβάν, μάζεψε αμέσως τις άδειες κούπες του διπλανού τραπεζιού

και επέστρεψε και πάλι πίσω από τον ογκώδη ξύλινο πάγκο του

πανδοχείου για να χαθεί ξανά στην κουζίνα. Το μυαλό του

ξανθομάλλη πολεμιστή ήταν βασανισμένο από τις δυσάρεστες

εξελίξεις και το αδιέξοδο που αντιμετώπιζε, όμως δεν μπόρεσε να

μη σταθεί στη θέα της κοκκινομάλλας ταβερνιάρισσας. Παρόλο που

ήθελε να σκεφτεί τη στρατηγική που θα ακολουθούσαν με τον

Σιλβάν, μια αόρατη δύναμη έκανε τα μάτια του να σηκωθούν και

πάλι αναζητώντας τη στον χώρο. Μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα

πέρασαν μέχρι να ακουστεί η άγρια φωνή του Ολιβιέ που καλούσε

και πάλι την κοπέλα, προς απρόσμενη χαρά του Αλβίν.

«Ντενίζ; πού πήγες πάλι; Σέρβιρε εκείνους τους δύο!»

Μερικοί υπόκωφοι ήχοι βημάτων στις κούφιες σανίδες του

υπογείου και μια πόρτα άνοιξε πίσω από τον πάγκο για να

εμφανιστεί και πάλι ο λόγος που έκανε τον Αλβίν να απομακρυνθεί

για λίγο από την απελπισία του. Ο Ολιβιέ της είπε κάποιες

κουβέντες σε αυστηρό τόνο και στη συνέχεια της έδειξε το τραπέζι.

Εκείνη αμέσως έκρυψε την υποψία εκνευρισμού που της

προκάλεσε το αφεντικό της και κινήθηκε προς το τραπέζι

οπλισμένη με το χαμόγελό της.

Όσος χρόνος πέρασε μέχρι η Ντενίζ να τον προσεγγίσει,

αρκούσε για να νιώσει μια τεράστια λάμψη που έλουσε προσωρινά

όλο το σκότος της ψυχής του. Η κοπέλα περπατούσε ανάλαφρα σαν

να χόρευε. Τα μαλλιά της κατακόκκινα και όμορφα πιασμένα στο

πλάι, πλαισίωναν με τέλειο τρόπο το χλωμό της πρόσωπο. Η

επιδερμίδα της σχεδόν χωρίς ψεγάδι, άφηνε μόνο μερικές φακίδες

πάνω από τα μάγουλά της για να σπάνε την υπέροχη μονοτονία.

Δεν ήταν όμως αυτό που τον έκανε να αισθανθεί γυμνός από

οποιαδήποτε πανοπλία και άμυνα. Δεν ήταν καν τα καστανά της

μάτια που τον κοιτούσαν με τον πιο γλυκό και παιχνιδιάρικο τρόπο.

Ήταν το χαμόγελό της που αν και έμοιαζε αρχικά θλιμμένο και

επιτηδευμένο, σκόρπισε τέτοια ζεστασιά στην παγωμένη του

148


καρδιά που ένιωσε αμέσως ένα ρίγος να τον διαπερνά. Σαν ένα

κομμάτι πάγου που πέφτει κατευθείαν σε ένα καυτό τσουκάλι.

Τελικά, σταμάτησε δίπλα του και έσκυψε ελαφρώς μιλώντας του με

σπαστά Αγγλικά.

«Είμαι η Ντενίζ, πώς μπορώ... βοηθήσω άρχοντα;» Η χροιά της

φωνής της φιλική, θα έκανε οποιονδήποτε να την εμπιστευτεί.

Οποιονδήποτε να καταστραφεί στη δίνη που με μαγικό τρόπο

δημιουργούσε γύρω της. Ο Αλβίν προσπαθώντας να

ανασυγκροτήσει τη νηφάλια σκέψη του, της χαμογέλασε και αυτός.

«’Άρχοντα’; Είσαι σίγουρη ότι είμαι άρχοντας;» Εκείνη

εμφανώς ανακουφισμένη μόλις άκουσε τη μητρική της γλώσσα,

του χαμογέλασε ακόμη πιο εγκάρδια.

«Είδα τον κόκκινο μανδύα με τα λιοντάρια μεσιέ. Δεν είστε

Άγγλος σωστά;»

«Ευτυχώς όχι Ντενίζ, αλλά καλό είναι να μείνει μεταξύ μας

εντάξει; Μπορείς να με φωνάζεις Αλβίν!»

«Ω μείνετε ήσυχος, ό,τι και αν γυρεύετε στο Σαιν Λο, ό,τι

σκοπούς και αν έχετε, δεν είναι η δουλειά μου να ανακατευτώ αν

και...»

«Αν και;»

«Θα με ενδιέφερε αν ετοιμάζατε κάτι κακό για αυτά τα

σιχαμένα σκυλιά!»

Ο Αλβίν γέλασε αβίαστα με την ειλικρίνεια της. Μόλις

τελείωσε η εύθυμη παύση έμεινε να την κοιτά, προσπαθώντας να

καταλάβει γιατί τον μαγνήτιζε τόσο πολύ. Τι είδους μαγεία ήταν

αυτή που τον κυρίευε; Έπρεπε να ήταν δυνατότερος, έπρεπε να

αντισταθεί αλλά ήθελε όσο τίποτα άλλο να παραδοθεί σε αυτή την

αδυσώπητη δίνη. Να βουτήξει στο απόλυτο κενό χωρίς σχέδιο

απόδρασης. Σίγουρα δεν ήταν η στιγμή να ξελογιαστεί με την

πρώτη γυναίκα που συναντούσε. Άδικες τύψεις τον πίεζαν στο

στομάχι του. Έθαψε τη γυναίκα του και μόλις λίγες ώρες μετά

άφησε την ομορφιά μίας άγνωστης να του θολώσει τη σκέψη.

Όμως η Ντενίζ ήταν κάτι άλλο. Δεν ήταν μια απλή κάτοικος του

149


ασήμαντου αυτού χωριού. Δεν ήταν άλλη μία ταβερνιάρισσα στο

βρόμικο πανδοχείο ενός σημαδεμένου και καχεκτικού γέρου. Ήταν

κάτι άλλο. Έπρεπε να είναι κάτι άλλο.

«Συγγνώμη, φαίνεστε άνθρωπος που έχει ζήσει πολλά και

άσχημα!»

«Όλοι μας... όλοι μας δεν έχουμε δει την άσχημη πλευρά

αυτής της ζωής; Άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο...»

«Όχι, εσείς δεν είστε συνηθισμένος. Υπάρχει κάτι που σας

κάνει να ξεχωρίζετε!»

«Συγγνώμη παιδιά είμαι και εγώ εδώ!» Ο Σιλβάν με

σαρκαστική διάθεση και χαμόγελο παρενέβη στη συζήτηση χωρίς

ωστόσο να είχε σκοπό να ενοχλήσει.

«Χίλια συγγνώμη μεσιέ...;»

«Βαρόνος Σιλβάν Μπελανζιέ ντε Σατωρού στις υπηρεσίες σας

μαντάμ Ντενίζ».

«Χίλια συγγνώμη βαρόνε Ντε Σατωρού, τώρα ντρέπομαι διπλά

που δε σας έδωσα σημασία!»

«Δέχομαι τη συγγνώμη σας, τώρα όμως πάω να κατουρήσω. Ο

μεσιέ Άγγλος από εδώ θέλει να σας ρωτήσει κάτι!» Ο Σιλβάν χωρίς

να περιμένει αντίδραση από τον Αλβίν, αποχώρησε από το τραπέζι

και κινήθηκε προς την έξοδο.

«Για πες μου τώρα Ντενίζ... τι νομίζεις έχω που ξεχωρίζω;»

«Έχετε ανήσυχο βλέμμα. Είμαι σίγουρη πως εκτός από

ανήσυχο... είναι και βαθιά θλιμμένο, αλλά μπορώ να διακρίνω το

βλέμμα την περιπέτειας και της γνώσης! Ειδικά αν σκεφτείτε πως

συναναστρέφομαι καιρό με εντελώς ηλίθιους ανθρώπους ή

εγκληματίες. Επίσης, κρίνω και τα προφανή! Έρχεστε στο Σαιν Λο

ντυμένος Άγγλος τοξότης με έναν περίεργο βαρόνο και αναζητάτε

ένα… χέλι. Όλα αυτά σας κάνουν να ξεχωρίζετε δε νομίζετε;»

«Όντως κρυφάκουγες τελικά! Και ξέρεις πως εγώ ανήκω στους

έξυπνους και δεν είμαι εγκληματίας;»

«Ναι, άκουσα τι ρώτησε ο φίλος σας. Και ναι, ξέρω να

ξεχωρίζω τις παραπάνω κατηγορίες, μπορείτε να είστε σίγουρος».

150


«Αν σου έλεγα πως ήμουν κάποτε ένας αμείλικτος φονιάς; Και

αρκετά ηλίθιος ώστε να πιστέψω πως μπορώ να ξεφύγω από την

παλιά μου ζωή; Ορίστε, απέτυχες αγαπητή Ντενίζ!»

«Δε νομίζω. Όπως σας είπα έχω τεράστια εμπειρία με

καθάρματα και ηλίθιους, πολλές φορές είναι χαρακτηριστικά του

ίδιου προσώπου. Ένας ηλίθιος είναι σαν τον τρελό... δεν είναι σε

θέση να το αποδεχθεί. Οπότε, ό,τι και αν ισχυρίζεστε ό,τι έχετε

κάνει, εγκληματίας δεν ξέρω στα σίγουρα, αλλά ηλίθιος δεν είστε».

Ο Αλβίν χαμογέλασε και αποφάσισε πως αρκετά κρατήθηκε

χωρίς να ρωτήσει για τον Λανγκίγ.

«Για πες μου τότε Ντενίζ, έχεις κάποια ιδέα για το πού

κολυμπούν τα χέλια στο Σαιν Λο;»

Εκείνη δεν έκανε εύκολη τη ζωή του καθώς χαμογέλασε και

πάλι κάνοντάς τον να αποστρέψει ασυναίσθητα το βλέμμα του

αλλού. Σαν να προσπαθούσε να σεβαστεί τη γύμνια μιας γυναίκας

που δεν έπρεπε ποτέ να δει με αυτόν τον τρόπο.

«Εξαρτάται! Κάτι έχει πάρει το αφτί μου αλλά... πρέπει να μου

πείτε περισσότερα». Η όμορφη κοπέλα δε σταμάτησε να χαμογελά.

Αυτή τη φορά επίτηδες, για να κρύψει τη σοβαρότητα της

συζήτησης.

«Κατάλαβα! Μήπως ξέρεις κάποιο μέρος που μπορούμε να

μιλήσουμε χωρίς να μας ακούν;» Πριν προλάβει να απαντήσει η

Ντενίζ, ο Ολιβιέ με δυνατή φωνή διέκοψε τον συνειρμό των

σκέψεών τους.

«Σου είπα να σερβίρεις του πελάτες όχι να πιάσεις συζήτηση

μαζί τους. Ούτε σε αυτό δεν είσαι ικανή να υπακούσεις;»

«Σταμάτα επιτέλους, έρχομαι... έρχομαι παλιόγερε!»

Οι λιγοστοί πελάτες γέλασαν με την αντίδραση της κοπέλας και

σοβάρεψαν απότομα όταν εκείνη πέρασε δίπλα τους, κοιτάζοντάς

τη σαν λύκοι που περικυκλώνουν ένα ματωμένο θήραμα. Ξαφνικά,

ο Αλβίν παρατήρησε στο δάπεδο κάτω από το λεπτό διαχωριστικό

του πάγκου που τώρα η Ντενίζ το άνοιξε για να περάσει, μια

περίεργη κίνηση. Κάτι σερνόταν στο ξύλινο πάτωμα. Αμέσως

151


ένιωσε πάλι έναν τρόμο στην καρδιά όπως στους εφιάλτες του. Το

ίδιο συναίσθημα με την εμπειρία του ενώ προσπαθούσε να

δραπετεύσει από το άντρο στο Καλαί.

Το συναίσθημα αυτό επιβεβαιώθηκε όταν είδε έντρομος στη

θέση του Ολιβιέ του πανδοχέα, τον γέρο με το στέμμα. Αυτή τη

φορά εκτός από τον κροκόδειλο, ένα μεγάλο γεράκι σαν αυτό του

κόμη του Γουόργουικ, πέταξε μέσα στο κτήριο και προσγειώθηκε

στον ώμο του γέρου. Εκείνος έδειχνε να απολαμβάνει τις

αντιδράσεις του Αλβίν και χαμογελούσε, δείχνοντας τα

αποκρουστικά σάπια και μυτερά του δόντια.

«Πάλι εσύ; τι άλλο θέλεις από εμένα; Έχασα τη γυναίκα μου!

Ψάχνω το υπόλοιπο της οικογένειάς μου… Θέλεις να με τιμωρήσεις

και άλλο;»

Ο τρομακτικός γέρος σταμάτησε να χαμογελά και πλησίασε με

υπερφυσική ταχύτητα τον Αλβίν που σηκώθηκε έντρομος από το

τραπέζι κολλώντας την πλάτη του στον τοίχο. Στα ρουθούνια του

έφτασε η έντονη οσμή σήψης και θειαφιού, ενώ το γνώριμο πλέον

κουδούνισμα στο κεφάλι του επανήλθε.

«Να σε τιμωρήσω; Μάθε πως είμαι με το μέρος σου. Δε σου

είπα με ποιον τρόπο να μπεις στην πόλη, να ακολουθήσεις το

γεράκι…; Το γεράκι σε οδήγησε εδώ. Εμπιστεύσου το γεράκι και το

ένστικτό σου».

«Γιατί; γιατί με βοηθάς; γιατί πέθανε η Μαριέτ; πώς σχετίζεσαι

εσύ με αυτό που αναζητώ... με τους Ντιέ Μαλαντί... με τους τρεις

σταυρούς; ΠΕΣ ΜΟΥ!»

Ο Αλβίν έχασε την ψυχραιμία του και άρχισε να φωνάζει τις

ερωτήσεις του στον γέρο. Εκείνος χαμογελούσε ξανά ενώ έβγαζε

από τα περίεργα κουρέλια που φορούσε, ένα μεγάλο μενταγιόν

δείχνοντάς του το.

«Εμπιστεύσου το γεράκι...» Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του

γέρου πριν εξαφανιστεί.

«Μεσιέ Αλβίν... τι πάθατε; είστε καλά; Μεσιέ Αλβίν!»

152


Η Ντενίζ άφησε τον δίσκο με τα πράγματα στο τραπέζι και

έπιασε τον Αλβίν από τους ώμους προσπαθώντας τον συνεφέρει.

Εκείνος έχοντας ακόμα απλανές το βλέμμα του για λίγο, τελικά

κοίταξε την όμορφη κοπέλα.

«Συγγνώμη... δεν είμαι πολύ καλά με συγχωρείς...»

«Μη ζητάτε συγγνώμη απλά πείτε μου αν είστε καλά!

Μοιάζετε σαν να σας έχει αναστατώσει κάτι που είδατε!»

«Καλά είμαι τώρα και... πού είναι ο Σιλβάν; ακόμα να γυρίσει;»

«Αυτό ακριβώς θα σας έλεγα μόλις. Ο φίλος σας δε γύρισε

ακόμα και δεν νομίζω να ήθελε να είναι τόσο διακριτικός για να

μας αφήσει τόσο χρόνο. Βρίσκεστε αρκετή ώρα έτσι… στην αρχή

νόμιζα πως σκέφτεστε και είπα να μην σας ενοχλήσω. Δεν πάτε να

δείτε»

«Θα πάω Ντενίζ σε ευχαριστώ... θα πάω! Ζητώ συγγνώμη για

την αναστάτωση...»

Ο Αλβίν άφησε τη χαμογελαστή Ντενίζ και σηκώθηκε

βγαίνοντας γρήγορα από το πανδοχείο. Οι δρόμοι του Σαιν Λο ήταν

γεμάτη Άγγλους στρατιώτες που έκαναν τις βόλτες ρουτίνας

εποπτεύοντας το μέρος και τους ντόπιους που πηγαινοέρχονταν

στις δουλειές τους. Τίποτα ύποπτο δε έδειχνε να είχε συμβεί. Ο

Σιλβάν όμως ήταν άφαντος και όποια κατεύθυνση αν κοιτούσε, δεν

ήξερε από που να ξεκινήσει.

«Σιλβάν! ΣΙΛΒΑΝ... πού είσαι βρε ηλίθιε;»

Δοκίμασε αφελώς να καλέσει το όνομά του μήπως βρισκόταν

κάπου κοντά, αλλά ήξερε μέσα του πως ο νεαρός Καθαρός είχε

εξαφανιστεί. Βγήκε στον κεντρικό δρόμο και σταμάτησε έναν

κακόμοιρο κάτοικο που τρόμαξε μόλις ο Αλβίν παρουσιάστηκε

απότομα μπροστά του.

«Φίλε μου, μήπως είδες έναν νεαρό περίπου σαν εμένα αλλά

μελαχρινό, μακρύ μαλλί, μικρό μαύρο γένι, στο ύψος μου; Βγήκε

πριν λίγη ώρα από το πανδοχείο αυτό!»

«Δεν έκανα κάτι κύριε... δεν έκανα κάτι!»

153


«Δεν έκανες κάτι ηλίθιε ηρέμησε. Τον είδες αυτόν που λέω ή

όχι;»

«Όχι δεν έκανα κάτι...»

Ο Αλβίν τον άφησε να φύγει και διέσχισε τον δρόμο

προσπαθώντας να βρει κάποιον λιγότερο τρελό ή φοβισμένο. Μια

φωνή ακούστηκε τότε από ένα στενό δρομάκι πίσω από την

εκκλησία του Σαιν Λο.

«Ψάχνεις τον Σιλβάν Μπελανζιέ ντε Σατωρού;» Ο Αλβίν

έκπληκτος γύρισε και είδε έναν βραχύσωμο άνθρωπο με κουκούλα

να ψιθυρίζει χαμογελαστός. Σίγουρα μετάνιωσε για αυτό το

χαμόγελο καθώς ο Αλβίν, τον άρπαξε αστραπιαία από τον λαιμό

κολλώντας τον στον τοίχο της εκκλησίας ακουμπώντας το κυρτό του

μαχαίρι στα πλευρά του.

«Έχεις τρία ακριβώς δευτερόλεπτα να μου πεις ποιος είσαι και

πού είναι ο Σιλβάν αλλιώς θα σου βγάλω τα έντερα και θα

συνεχίσεις να ζεις ώστε να έχω τον χρόνο να σου κάνω και άλλα! Τα

τρία δευτερόλεπτα αρχίζουν τώρα!»

Ο Αλβίν μετατράπηκε σε ένα μανιασμένο κτήνος τόσο γρήγορα

και απότομα, που ο μυστηριώδης άντρας κατουρήθηκε έκπληκτος.

«Δεν ξέρω τίποτα μου έδωσαν λεφτά... ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΛΕΦΤΑ...

είμαι ένα τίποτα... κανένας δεν είμαι... με πλήρωσαν να σας πω

αυτά ακριβώς τα λόγια...»

«Σε πλήρωσαν να μου πεις τι σκουλήκι; ποιοι;»

«Να πας στην εκκλησία... εκεί είναι αυτός ο Σιλβάν... ΤΙΠΟΤΑ

ΑΛΛΟ... Κάποιοι περίεργοι... Αφήστε με να φύγω... ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ...»

«Χάσου από τα μάτια μου και αν σε ξαναβρώ μπροστά μου θα

το μετανιώσεις, δε φαντάζεσαι πόσο...!»

Με μια γερή σπρωξιά ο δειλός άντρας έπεσε κάτω και

κλαψούριζε ενώ έφευγε τρέχοντας σκοντάφτοντας και πέφτοντας

πάλι, τουλάχιστον δύο φορές. Ο Αλβίν δεν είχε καιρό για χάσιμο και

έφερε τον γύρο για να μπει στην εκκλησία. Η πόρτα ήταν κλειστή

και έβαλε δύναμη για να την ανοίξει κάνοντας έναν σαματά που

ενισχύθηκε από την ακουστική του χώρου. Η εκκλησία είχε υποστεί

154


κάποιες καταστροφές από την προσπάθεια κατάληψης του Σαιν Λο

από τους Άγγλους και είχε κλείσει προσωρινά για τις περισσότερες

ώρες. Ο Αλβίν τώρα περπατούσε στον άδειο διάδρομο ακούγοντας

μόνο τα βήματά του, κοιτώντας προσεκτικά κάθε γωνία, κάθε

στασίδι, κάθε μεγάλο εκκλησιαστικό σκεύος καθώς γνώριζε πως

μάλλον έπεφτε σε παγίδα, αλλά ήταν πολύ αργά για αμυντικές

προσεγγίσεις.

Ανησυχούσε για τον Σιλβάν. Τον είχε συμπαθήσει από την

ειλικρίνεια και την πηγαία αφέλεια ενός ανθρώπου που δεν είχε

καμία θέση σε αυτήν την ιστορία. Συμπονούσε το όνειρό του να

ξεφύγει από όλα αυτά και να ζήσει όπως θα ήθελε. Όμως, όπως και

τα περισσότερα όνειρά του τις νύχτες έτσι και αυτό, μετατράπηκε

σε ένα σκληρό εφιάλτη. Σαν διαβολική και χαιρέκακη υπενθύμιση

πως τα όνειρα και η ιδανική ζωή είναι εύθραυστα. Εύκολα μπορούν

να διαλυθούν.

Όταν έφτασε στο Ιερό, πρόσεξε πίσω από την Αγία Τράπεζα

τον μεγάλο σταυρό. Από μακριά έμοιαζε με κοινή αναπαράσταση

της σταύρωσης με τη διαφορά πως ήταν πιο ζωντανή από όσο

ήθελε να διαπιστώσει. Ο καημένος ο Σιλβάν είχε πάρει τη θέση του

Ιησού σε αυτήν την άθλια εκτελεστική μέθοδο. Του είχαν βγάλει τα

ρούχα κρατώντας μόνο ένα βρόμικο πανί να καλύπτει τα γενετικά

του όργανα. Τα μαλλιά του ήταν λυτά για να μοιάζουν με τον γιο

του Θεού και το σώμα του ήταν πληγιασμένο και ματωμένο

παντού, ενώ τα άκρα του ήταν καρφωμένα στον ξύλινο σταυρό.

Ήταν προφανές πως ο Σιλβάν δεν πέθανε στον σταυρό. Ο

λαιμός του είχε μία μεγάλη τομή και το ελαφρύ γαλάζιο χρώμα που

είχε πάρει η επιδερμίδα του έδειχνε πως τον είχαν στραγγίξει από

το αίμα του πριν τον σταυρώσουν. Ο Αλβίν προσπαθούσε να

συνέλθει από αυτό που έβλεπε γεμίζοντας οργή. Κατέβασε το

σώμα του νεαρού Καθαρού κλοτσώντας με δύναμη τον ξύλινο

σταυρό προκαλώντας μεγάλο αντίλαλο από τον γδούπο στην άδεια

εκκλησία. Ξεκάρφωσε τα άκρα του με τα χέρια του και άρπαξε μια

μεγάλη πετσέτα που ήταν όμορφα διπλωμένη στην Αγία Τράπεζα.

155


Σκούπισε με αυτή τα περισσότερο αίματα από το σώμα του, όταν

ξαφνικά διέκρινε ένα μικρό κομμάτι χαρτιού χωμένο άτσαλα και

πρόχειρα στο στόμα του νεκρού. Το έβγαλε γρήγορα και το

ξεδίπλωσε. Είχε μουσκέψει από το αίμα αλλά το μελάνι ήταν ακόμα

ευανάγνωστο ενισχύοντας τα συναισθήματα οργής που τον

διαπερνούσαν και θόλωναν τις σκέψεις του.

‘’Αδερφέ Γκαέλ, Χρειαζόμαστε εσένα και τους τρεις σταυρούς

που μας έκλεψες πίσω. Σε περιμένουμε στο κάστρο. Να ξέρεις σε

παρακολουθούμε. Έχεις έναν μήνα καιρό αλλιώς η υπόλοιπη

οικογένειά σου θα έχει την τύχη αυτού του προδότη. Ο πατέρας

σου είναι ο επόμενος, μετά η μικρή σου κόρη!

Γ.Μ."

Μούδιασε το κορμί του. Η οργή του κλιμακώθηκε.

«Βλασφημία! Βλασφημία! Τι κάνεις εκεί καταραμένε δε

σέβεσαι τίποτα;»

Ένας ψηλόλιγνος ηλικιωμένος ιερέας εμφανίστηκε ξαφνικά

πίσω του και μιλούσε οργισμένος.

«Σκάσε... δεν το έκανα εγώ! Πού ήσουν εσύ; Μπήκαν στην

εκκλησία σου και σταύρωσαν έναν άνθρωπο!»

«Εγώ... εγώ είχα... ήμουν απέναντι και...»

Ο ιερέας έδειχνε να πιστεύει πως δεν ευθύνεται ο Αλβίν για

αυτό, ή απλά φοβήθηκε το οργισμένο και απελπισμένο του

βλέμμα.

«Δε με νοιάζει... φρόντισέ τον. Ήταν καλός χριστιανός!»

Ο Αλβίν φυσικά δεν αποκάλυψε σε αυτόν τον φανατικό ότι ο

Σιλβάν ήταν Καθαρός. Σηκώθηκε και βγήκε γρήγορα έξω

ανοίγοντας τη βαριά ξύλινη πόρτα. Έτρεξε στη συνέχεια προς μια

μικρή ομάδα Άγγλων στρατιωτών.

«Έχουμε κάποιον δολοφόνο. Σκότωσε έναν Φράγκο στην

εκκλησία, γρήγορα δεν μπορεί να πήγε μακριά...»

156


Οι πέντε Άγγλοι κοιτούσαν τον Αλβίν με απορία και έκπληξη.

Ένας από αυτούς άρχισε να γελά.

«Τι έπαθες; τρέφεις συμπάθεια για τα βατράχια τώρα; Άφησέ

τους να κάνουν ότι θέλουν. Καλύτερα να λιγοστεύουν!»

Ο Αλβίν δυσκολεύτηκε όσο ποτέ άλλοτε να παραμείνει

ψύχραιμος και να μην αποκεφαλίσει επιτόπου τον προκλητικό

Άγγλο, καθώς δε θα μπορούσε μόνος του σε καμία περίπτωση να

τα βάλει με τόσους στρατιώτες.

«Βατράχια ή όχι, διαπράχθηκε έγκλημα μέσα σε εκκλησία

κάτω από τη μύτη μας, σας φαίνεται εντάξει; Είμαστε χριστιανοί και

η έννομη τάξη του Σαιν Λο!»

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ένας αξιωματικός και κινήθηκε

προς τη συζήτηση.

«Τι συμβαίνει εδώ; για ποιο έγκλημα λέτε;»

«Λοχαγέ Γουόρντ! Τίποτα, το παπαδοπαίδι από εδώ μας λέει

πως έγινε φόνος στην εκκλησία και...»

«Στην εκκλησία; μίλησέ μου τοξότη... τι ακριβώς έγινε;»

«Σκότωσαν έναν Φράγκο κύριε, τον σταύρωσαν κιόλας οι

βλάσφημοι. Πρέπει να έγινε πολύ πρόσφατα καθώς το σώμα του

ήταν ακόμα ζεστό... πρέπει να ψάξουμε».

«Τι λέει αυτός βρε ηλίθιοι και εσείς γελάτε! Πάμε να δούμε!»

«Μα κύριε λοχαγέ θα αναστατωθούμε για την αναφορά ενός

νεκρού Βάτραχ... Φράγκου;»

Παράλληλα η ομάδα μαζί με τον Γουόρντ άνοιξαν την εκκλησία

και αντίκρισαν το πτώμα του Σιλβάν με τον ιερέα να στέκεται από

πάνω του προσπαθώντας να τον μετακινήσει.

«Εσύ Τζόνας που είσαι όλο εξυπνάδες θα φροντίσεις το σώμα

του νεκρού και θα το πας στο αρχηγείο. Εσείς οι υπόλοιποι

ακολουθήστε με ως την πύλη».

Ο Αλβίν ακολούθησε τους ‘Αγγλους μέχρι να ενωθούν με μια

περίπολο. Τότε, εκμεταλλευόμενος την αριθμητική σύγχυση

αποστασιοποιήθηκε διακριτικά και κατευθύνθηκε στο πανδοχείο

του Γερακιού. Θα μπει μέσα και θα κάτσει στην ίδια θέση που

157


καθόταν προηγουμένως. Θα αρχίσει τότε να βαριανασαίνει.

Δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά του. Δεν μπορούσε να ελέγξει πλέον

τη βαριά του καρδιά. Η Ντενίζ παρατήρησε την είσοδό του και μετά

από λίγο έλυσε γρήγορα την ποδιά της και τη πέταξε τρέχοντας στο

τραπέζι του.

«Μεσιέ Αλβίν τι πάθατε... τι έγινε; ο φίλος σας; Πείτε μου σας

παρακαλώ...»

Σαν μία αυθόρμητη κίνηση συμπόνιας, η Ντενίζ θα αγκαλιάσει

τον θλιμμένο πολεμιστή και εκείνος θα ξεσπάσει σε λυγμούς στην

αγκαλιά της. Δεν το περίμενε ποτέ πως θα φτάσει σε τέτοιο

συναισθηματικό αδιέξοδο και η αγκαλιά μιας άγνωστης γυναίκας

θα του έδινε τόσο μεγάλη παρηγοριά. Πίστευε πως θα άντεχε τόσα

που έχει δει. Ίσως όμως, η ψυχή του είχε ηρεμήσει τόσο πολύ τα

τελευταία χρόνια που δυσκολευόταν να ξαναπάρει την ατσάλινή

της ασπίδα. Ντιντιέ, Μαριέτ, Σιλβάν, η λίστα βαριά και δεν υπήρχε

κανένας που να τον πείσει πως θα τελείωνε εδώ όσο και αν

προσπαθούσε για το αντίθετο.

«Ο Σιλβάν... τον σκότωσαν σαν σκυλί... τον...»

«Ποιοι μεσιέ Αλβίν; Λυπάμαι πάρα πολύ...»

«Θα κολυμπήσουν στο αίμα τους... θα μετανιώσουν τόσο μα

τόσο πολύ!»

Μετά από λίγο, άφησε μαλακά την αγκαλιά της, σκούπισε τα

δάκρυα του και αγριοκοίταξε έναν πελάτη που έμεινε να κοιτά την

ασυνήθιστη σκηνή.

«Σε χρειάζομαι Ντενίζ... πάμε κάπου ήσυχα να...» Εκείνη του

χαμογέλασε αμήχανα και στη συνέχεια του απάντησε σοβαρά.

«Νομίζω με παρεξηγήσατε μεσιέ Αλβίν, δεν κάνω τέτοια. Δεν

είμαι τέτοιου είδους γυναίκα...»

Ο Αλβίν αναστατώθηκε με τα λεγόμενα της Ντενίζ, σαν οι

προθέσεις του να ήταν και οι πιο προφανείς.

«Ζητώ συγγνώμη. Το μόνο που ήθελα ήταν να μου πεις τι

ξέρεις για τον Λανγκίγ και αν γνωρίζει για τρεις σταυρούς που

ψάχνω... μάλλον για δύο γιατί τον έναν τον έχω στον λαιμό μου.

158


Ξέρω ότι γνωρίζεις. Πριν χάσουμε τον Σιλβάν, πριν το περίεργο

όραμά μου, ισχυρίστηκες ότι ξέρεις!»

«Ώστε όραμα ήταν τελικά αυτό που βλέπατε! Λοιπόν, θα σας

πω που είναι ο Λανγκίγ! Θα σας πω γενικά τι ξέρω αλλά έχω μόνο

έναν όρο».

«Σίγουρα δεν είναι η κατάλληλη ώρα και κατάσταση για

τέτοια, αλλά πες μου τι είναι αυτό που θέλεις;»

«Να μου πείτε για το όραμα που είδατε και για την

πολυτάραχη ζωή σας...» Η Ντενίζ κατόρθωσε να του αποσπάσει ένα

μικρό χαμόγελο. Προσπαθούσε να καταλάβει αν η κοπέλα τον

κορόιδευε ή κυριολεκτούσε στο αίτημά της. Τελικά, από ό,τι έδειξε

η σταθερή και σοβαρή της στάση, συνέβαινε το δεύτερο.

«Αγαπητή μου Ντενίζ, για να σου διηγηθώ την ιστορία της ζωή

μου θα χρειαστώ πάρα πολύ χρόνο που δυστυχώς δε διαθέτω».

«Κανένα πρόβλημα, θα μου την πείτε στον δρόμο!»

«Στον δρόμο; θα έρθεις μαζί μου; Μα... δεν ξέρεις πού θα

πάω...»

«Ξέρω μεσιέ Αλβίν και θα πρέπει να σας οδηγήσω σε εκείνον...

αυτός που ζητάτε δεν είναι στο Σαιν Λο. Δεν τον ονομάζουν τυχαία

‘Χέλι’! Συνέχεια γλιστρά και ξεφεύγει!»

«Δεν έχω διάθεση για αστεία! Ελπίζω να σοβαρολογείς».

Η Ντενίζ αντί για απάντηση, συνέχιζε να τον κοιτά σοβαρή

γνέφοντάς του καταφατικά.

«Το φοβόμουν ότι δε θα ήταν εδώ... και γιατί να με οδηγήσεις

και δε μου λες απλά που είναι αν γνωρίζεις; Όχι, πως θα είχα

παράπονο να με συνοδέψεις! Υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες

όμως!»

«Δεν ξέρω για τις συνθήκες μεσιέ... “Άγγλε”, αλλά ξέρω πως δε

θα κατορθώσετε να βρείτε τον Λανγκίγ και αυτό που ψάχνετε χωρίς

εμένα. Οπότε θα με υποστείτε!»

«Θα φύγεις έτσι απλά; θα παρατήσεις τη ζωή σου εδώ;»

«Δεν είναι και ιδανική ζωή που ζω σε αυτό το χοιροστάσιο

μεσιέ. Ίσα ίσα θα γλιτώσω από τα βασανιστήρια του ηλίθιου του

159


Ολιβιέ. Δώστε μου μια στιγμή να πάρω κάποια πράγματα και

φύγαμε. Περιμένετε λίγα λεπτά και έπειτα βγείτε από το

πανδοχείο. Πηγαίνετε στο άλογό σας και θα σας συναντήσω εκεί.

Σε λίγο νυχτώνει οπότε είναι η κατάλληλη στιγμή!»

Το πνεύμα και η αποφασιστικότητα της Ντενίζ εντυπωσίασαν

τον Αλβίν. Όσο εκείνη ανέβηκε δήθεν βαριεστημένα στην ξύλινη

σκάλα για να χωθεί σε ένα δωμάτιο του πανδοχείου, ο Αλβίν έμεινε

να κοιτά το λερωμένο και σχεδόν μουχλιασμένο ξύλο του

τραπεζιού, προσπαθώντας να ζυγίσει τη νέα αυτή πρόκληση της

μοίρας του. Έβαλε στα χέρια του και πάλι το μακάβριο χαρτί που

βρήκε στο πτώμα του Σιλβάν. Το ξετύλιξε και ξαναδιάβασε το

σύντομο μήνυμα ανάμεσα στις σκούρες κηλίδες αίματος.

“Έχεις ένα μήνα καιρό...στο κάστρο...” Σε ποιο κάστρο

αναφέρεται; Να εννοεί το Μονσεγκιούρ; Αποκλείεται, δε θα

επέτρεπαν τους Καθαρούς να ξαναγεννηθούν στο μέρος εκείνο. Δε

θα επέτρεπαν κανέναν περίεργο να τριγυρνάει στα περίχωρα της

Καρκασόν. Πάλι υπογράφει αυτός ο Γ.Μ… Γκιγιόμ Μπελιμπάστ;

Τόσο θράσος!

Μετά αισθάνθηκε έναν δυνατό κόμπο στην καρδιά του μόλις

διάβασε ξανά το σημείο της απειλής. Έπρεπε να βρει πρώτα τους

σταυρούς και ύστερα θα σκεφτόταν που έπρεπε να τους πάει.

Εξάλλου παρακολουθείται συνεχώς από την πρώτη φορά που

έφτασε στην Καν.

Είδε ξανά την Ντενίζ να στέκεται μπροστά του. Είχε λυτά τώρα

τα προσεκτικά κομμένα μαλλιά της που έφταναν μέχρι τους ώμους.

Φορούσε μια σκούρα πράσινη κάπα με μεγάλη κουκούλα που

κρεμόταν στην πλάτη της, η οποία υποδεχόταν ένα μακρύ σακίδιο.

Με ένα χαρακτηριστικό νόημα με το κεφάλι της, υπέδειξε την έξοδο

στον Αλβίν ο οποίος σηκώθηκε απότομα και αφού διέσχισε αργά

αργά τα υπόλοιπα τραπέζια, πέρασε δίπλα από την όμορφη

ταβερνιάρισσα χωρίς καν να την κοιτάξει ανοίγοντας την εξώπορτα.

160


Έλυσε το άλογό του από τον χοντρό πάσσαλο και χάιδευε τη

μουσούδα εκείνου του Σιλβάν. Μοιραία γέμισε ταυτόχρονα και

πάλι με άγχος, οργή και θλίψη. Η Ντενίζ καθάρισε ξανά τον λαιμό

της βήχοντας.

«Μεσιέ Αλβίν... είστε σίγουρος ότι μπορείτε να συνεχίσετε;

Μοιάζετε πολύ χαμένος».

«Ναι! πάμε... Το άλογό σου;»

«Δυστυχώς, δεν έχω πια. Ελπίζω του καημένου του φίλου σας

να είναι ήρεμο».

«Περίεργο που σε άφησε να φύγεις το αφεντικό σου».

«Δεν είναι, αν σκεφτείτε ότι του έσπασα τη μύτη και μάλλον

λίγο το σαγόνι με ένα τηγάνι...»

Ο Αλβίν ήταν στα όρια να γελάσει αλλά περιορίστηκε σε ένα

χαμόγελο.

«Φαντάζομαι δεν έχει συνέλθει, για να επικρατεί ακόμα

ησυχία!»

«Για αυτόν τον λόγο μεσιέ πάμε να φύγουμε γρήγορα!»

Δε χρειάστηκε να συζητήσουν άλλο. Ο Αλβίν ανέβηκε στο

μαύρο του άλογο και η Ντενίζ φορώντας τη μεγάλη κάπα με την

κουκούλα να σκεπάζει ακόμα και τη μύτη της, ανέβηκε με

επιφύλαξη στη λευκή φοράδα του Σιλβάν και μαζί κάλπασαν προς

την έξοδο του Σαιν Λο. Ένας σύντομος χαιρετισμός στους φρουρούς

της πόρτας και βρέθηκαν στους φωταγωγημένους από τους

δαυλούς δρόμους. Μόλις προχώρησαν αρκετή απόσταση από το

χωριό, τους έμεινε μόνο ένα αδύναμο σκοτάδι που φαινόταν να

υποκύπτει στα προστάγματα του φεγγαριού. Κάτι που βοηθούσε

τους δύο ταξιδιώτες να διασχίζουν τις σκοτεινές περιοχές. Οι

πρόσφατες βροχές δημιούργησαν πολλές λακκούβες με νερό το

οποίο καθρέφτιζε το ασημένιο χρώμα ενός ουρανού που εκείνη τη

νύχτα δεν έλεγε να φορέσει τη μαύρη επιβλητική του στολή. Μια

φωτεινή νύχτα που σαν να αντικατόπτριζε τις ελπίδες του Αλβίν

που ξεπήδησαν και πάλι μέσα από έναν ωκεανό θλίψης και

απογοήτευσης, έκανε τον δρόμο τους ευδιάκριτο και έτσι κάλπαζαν

161


χωρίς τη δεδομένη προσοχή και επιφύλαξη που συνοδεύει τους

ταξιδιώτες στο σκοτάδι. Ειδικά σε εμπόλεμες περιοχές.

Η πράσινη κάπα της Ντενίζ ανέμιζε υπακούοντας στα

αναποφάσιστα νυχτερινά ρεύματα του αέρα και άλλοτε έπεφτε στα

γυμνασμένα καπούλια της λευκής φοράδας. Αντίθετα η Αγγλική

στολή του Αλβίν, ήταν αρκετά βαριά με τον λερωμένο κόκκινο

μανδύα να αρχίζει να τον δυσκολεύει, κάνοντάς τον να βρίζει από

μέσα του κάθε τόσο.

Κινούνταν ανατολικά προς την Καν και πάλι. Το μυαλό του

Αλβίν δεν έβρισκε ηρεμία. Σκεφτόταν την οικογένειά του.

Σκεφτόταν πως η μοίρα τους βρισκόταν στα χέρια εκείνων τον

εγκληματιών. Εκείνων που σκότωσαν μόλις πριν λίγες ώρες τον

Σιλβάν με αυτό τον τρόπο. Τι θα ένιωθε η κόρη του στα χέρια

αυτών των τεράτων; Πόσο πολύ θα είχε προδοθεί η εμπιστοσύνη

της προς τον άνθρωπο που δεν έπρεπε να της την κλονίσει ποτέ;

Τον πατέρα της.

Μακάρι ο Λανγκίγ να είναι πράγματι η βοήθεια που

χρειάζομαι!

162


XIII.

ε κουρασμένη και βραχνιασμένη φωνή, ο Αλβίν θα

ρωτήσει την όμορφη συνταξιδιώτισσά του μόλις

M

βγήκε στην επιφάνεια από τον βούρκο θλίψης και

οργής που είχε βυθιστεί και πάλι.

«Πού είπες ότι πάμε Ντενίζ;»

Εκείνη, άφησε μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν σαν να ζύγιζε την

απάντησή της.

«Δεν είπα ακόμα μεσιέ Άγγλε! Αντιθέτως, εσύ μου

υποσχέθηκες ότι θα μου πεις την ιστορία σου και το μόνο που

ακούω εδώ και ώρα είναι τα ποδοβολητά των αλόγων μας».

«Έχουμε καιρό για αυτό, αλλά εσύ μόλις απέφυγες την

ερώτησή μου. Νομίζω ήταν αρκετά απλή!»

«Ωραία, έχεις δίκιο! Θα μου πεις εσύ πρώτα την ιστορία σου

και μετά θα σου πω και εγώ πού πάμε!»

Γύρισε και τον αποστόμωσε με το χαμόγελό της ενώ το

φεγγάρι έλουζε τη χλωμή της επιδερμίδα. Έπαιζε μαζί του τη

χειρότερή ίσως στιγμή. Δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο

δεν την άρπαζε από τον μανδύα της, να τη ρίξει κάτω από το άλογο

και με το μαχαίρι στον λαιμό της, να στραγγίξει κάθε πληροφορία

που χρειαζόταν παρατώντας την εν συνεχεία στις μαύρες και

παγωμένες λάσπες. Το είχε κάνει στο μακρινό παρελθόν του πολλές

φορές. Δε σεβάστηκε ούτε γυναίκες ούτε γέρους. Τα ματωμένα και

εγκληματικά μονοπάτια της ζωής του, είχαν κατασκευάσει πάνω

του ένα κτήνος που πλέον ολοένα και επανερχόταν στην επιφάνεια.

Το ένιωθε μέσα του να παλεύει να βγει. Όμως απέναντι στη Ντενίζ,

163


το κτήνος αυτό υποχωρούσε προς το παρόν, για έναν ανεξήγητο

λόγο.

Έμεινε για λίγο σιωπηλός ακούγοντάς τη να πνίγει ένα μικρό

πονηρό γέλιο. Ήθελε να τη χτυπήσει. Αλλά τελικά, ξεκίνησε να της

τα λέει όλα. Στην αρχή με πολλές παύσεις σαν να προσπαθούσε να

δώσει χρόνο στον εαυτό του να σκεφτεί τι θα έλεγε. Μόλις έπιασε

το βλέμμα της όμως να τον κοιτά με γνήσιο ενδιαφέρον και

περιέργεια, συνέχισε να περιγράφει τα γεγονότα της ζωής του με

σταθερή φωνή και έντονη περιγραφικότητα και μόνο στα πολύ

θλιβερά ή τα αιματηρά σταματούσε τον ρυθμό του, χωρίς όμως η

Ντενίζ να δείχνει πως ενοχλείται. Όταν έφτασε στο σημείο της

ιστορίας που γνώριζε πρώτη φορά τη Μαριέτ, σταμάτησε. Η Ντενίζ

διακριτικά και επιδέξια τον βοήθησε να συνεχίσει.

«Είπες σε έπιασαν; πότε;»

«Με το που έδεσε στο λιμάνι της Βενετίας το εμπορικό που

είχα χωθεί χρυσοπληρώνοντας τον καπετάνιο, είχα ένα άσχημο

προαίσθημα και αποφάσισα να κρύψω τον θησαυρό. Τον έθαψα

κάτω από ένα θεόρατο δέντρο που βρήκα σε ένα δάσος στα

σύνορα της αυτοκρατορίας. Τελικά, το ένστικτό μου ήταν σωστό.

Μου επιτέθηκαν πειρατές ενώ επέστρεφα στη μεγάλη πόλη.

Προφανώς, με είχαν ακολουθήσει αλλά άργησαν πάρα πολύ για

τον θησαυρό. Ένας από αυτούς με αναγνώρισε, έτσι αποφάσισαν

να με πουλήσουν στους Ντιέ Μαλαντί. Δε γνώριζαν τότε πως το

τάγμα βρισκόταν σε φυγή και το αμείλικτο χέρι της δικαιοσύνης

έπιανε όποιον σχετίζονταν με αυτούς, έστω και έμμεσα. Τα

υπόλοιπα μπορείς να τα φανταστείς. Ταξιδεύοντας έπεσαν πάνω σε

Αγγλικό δουλεμπορικό. Έτσι... γνώρισα τη Μαριέτ».

«Και πως δραπετεύσατε;» η Ντενίζ προχώρησε άμεσα στην

επόμενη ερώτηση ενθουσιασμένη αλλά και για να αποφύγει τη

συναισθηματική φόρτιση του Αλβίν. Εκείνος ξεφύσησε.

«Πιάσαμε κάπου λιμάνι. Το πλήρωμα κατέβηκε για

ανεφοδιασμό μεταμφιεσμένο σε κοινούς ναύτες. Στο πλοίο έμειναν

μόνο κάτι ηλίθιοι, όπως αποδείχθηκε, για να μας προσέχουν.

164


Κατέβηκε να φέρει φαγητό ένας από αυτούς και... σου ορκίζομαι

πως σκόνταψε στο απλωμένο μου πόδι. Το τέντωσα επίτηδες

βέβαια αλλά δεν περίμενα πολλά. Ήξερα όμως πως ήταν η πρώτη

φορά που είχαμε την ξηρά δίπλα μας και σχεδόν όλους τους

πειρατές να λείπουν. Δε θα υπήρχε άλλη ευκαιρία. Ο ηλίθιος έπεσε

κάτω πανικόβλητος αφήνοντας από τα χέρια του ένα μεγάλο

αναμμένο κερί με τη μεταλλική βάση του. Αμέσως τον

εξουδετέρωσα με δυνατές κλοτσιές στο πρόσωπό του και

προσέγγισα το κερί που ευτυχώς δεν είχε σβήσει από την πτώση.

Με τα κλειδιά του ελευθέρωσα όλους τους σκλάβους και βάλαμε

φωτιά στο πλοίο για να προκαλέσουμε πανικό. Τα υπόλοιπα ήταν

εύκολα...»

«Πήγατε ξεθάψατε τον θησαυρό εκεί που τον είχες κρύψει

μετά ε; οι σταυροί;»

«Δεν είχα ιδέα πως θα αποκτούσαν αυτού του είδους την

καταραμένη αξία... δεν υπάρχει περίπτωση να ξέρω που μπορούν

να βρίσκονται τώρα!»

Ο Αλβίν δεν είχε το κουράγιο καν να θυμώσει με την τύχη του.

Μόνο κρέμασε το κεφάλι του προς τα κάτω από τη θλίψη και την

απογοήτευση αφήνοντας το άλογο να τον μεταφέρει. Η Ντενίζ

επιβράδυνε και άπλωσε το λεπτό της χέρι πιάνοντας τον από τους

ώμους. Δεν αρκούσε όμως το παρήγορο χέρι της και τα γλυκά της

λόγια για να εντοπίσουν τους σταυρούς που έλειπαν. Δεν ήταν καν

σίγουρος πως ο Λανγκίγ, θα είχε έστω και έναν.

Οι ώρες περνούσαν. Η εξιστόρηση του Αλβίν συνέχιζε με

περισσότερη μελαγχολία, φτάνοντας στα περίεργα πρόσφατα

γεγονότα των εφιαλτών και τον υπερφυσικών εμπειριών του. Η

κούραση όμως κατέβαλε τους δύο ταξιδιώτες. Έπρεπε να

σταματήσουν για τη νύχτα. Ο Αλβίν γνώριζε πως δεν υπήρχε χρόνος

165


για χάσιμο αλλά ήταν αναγκαίο να κρατήσουν τις δυνάμεις τους για

να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που τους περίμεναν. Η Ντενίζ αν

και εμφανώς κουρασμένη, με τα όμορφα μάτια της να κλείνουν

συνεχώς, έπαιρνε συνεχώς ένα ζωηρό χαμόγελο για να δείξει στον

Αλβίν ότι διασκεδάζει αυτό το νυχτερινό ταξίδι και την

ενδιαφέρουσα περιγραφή της πολυτάραχης ζωής του συνταξιδιώτη

της.

Ο Αλβίν κάποια στιγμή εντόπισε κίνηση ανάμεσα στα δέντρα.

Η έντονη φεγγαράδα είχε κάνει τη βαθιά νύχτα σαν βαθύ

σούρουπο έτσι η ορατότητα ήταν αρκετή. Αρκετή για να διακρίνει

έναν νεαρό άντρα να στέκεται μπροστά από ένα καμένο δέντρο.

Έμοιαζε σαν να τους περίμενε. Καθώς φαινόταν καθαρά τώρα τα

χαρακτηριστικά του, θα ορκιζόταν πως ήταν το ευγενικό και έντιμο

πρόσωπο του Σιλβάν.

«Ντενίζ... σε παρακαλώ! Πες μου αν βλέπεις και εσύ αυτόν τον

άντρα στο δέντρο δεξιά μας...» Η φωνή του Αλβίν ήταν σπασμένη

και ταραγμένη. Δεν άντεχε εκείνη τη στιγμή περισσότερα

υπερφυσικά παιχνίδια αλλά η απάντηση της Ντενίζ ήρθε σαν

κεραυνός που τον συντάραξε.

«Όχι μεσιέ Αλβίν... δε βλέπω τίποτα; ποιος είναι;»

«Κοίτα καλύτερα!»

Η Ντενίζ σοβάρεψε το ύφος της και έκλινε το κεφάλι της για να

δει πάνω από το άλογό της.

«Λυπάμαι πολύ Αλβίν... αλήθεια δε βλέπω κάτι!»

«Τότε λάθος μου, ας προχωρήσουμε μέχρι να βρούμε ένα

κατάλληλο μέρος να ξεκουραστούμε!»

Η καρδιά του άρχιζε να παγώνει. Το περίεργο συναίσθημα

φόβου και ο ανατριχιαστικός ήχος στο κεφάλι του τον συνόδευε και

πάλι. Η μορφή του Σιλβάν συνέχιζε να τους κοιτά χωρίς να κάνει

κάποια κίνηση ούτε επιχείρησε να μιλήσει. ‘Όπως προχωρούσαν ο

δρόμος θα στρίψει και μια μεγάλη συστάδα χαμηλών δέντρων θα

κρύψει το κεραυνοβολημένο δέντρο μαζί με τη φιγούρα που

έμοιαζε με τον νεκρό Καθαρό. Μόλις ο δρόμος έγινε ευθύς και

166


πάλι, ο Σιλβάν χάθηκε από τα μάτια του, κάνοντάς τον να γυρίζει

συνεχώς στη σέλα για να δει πίσω του.

«Αλβίν... με τρομάζεις! Τι είναι αυτό που βλέπεις; ποιος είναι;»

«Συγγνώμη Ντενίζ... θα είναι παιχνίδια του μυαλού μου! Είμαι

κουρασμένος και στενοχωρημένος!»

«Ποιον είδες;»

Η Ντενίζ αγνοώντας τα λεγόμενά του τον ξαναρώτησε, χωρίς

αυτή τη φορά να πάρει απάντηση.

«Εντάξει... κάποια στιγμή θα μου πεις, έχουμε δρόμο ακόμα

μέχρι να πάρουμε τον σταυρό...»

«Είσαι βέβαιη πώς ο Λανγκίγ έχει μόνο έναν! Γενικά, από πού

ξέρεις τον Λανγκίγ;»

Η Ντενίζ χαμήλωσε το κεφάλι της αργώντας χαρακτηριστικά να

δώσει κάποια άμεση εξήγηση.

«Κρυφακούς τις συζητήσεις, ξέρεις για τον Λανγκίγ και

προσφέρθηκες να με ακολουθήσεις ενώ αρκούσε να μου πεις που

βρίσκεται αυτός που ψάχνω! Επίσης το Σαιν Λο είναι ένα κατά τα

άλλα αδιάφορο χωριό! Ποιος λοιπόν θα ήταν το Χέλι; το χοντρό

αφεντικό σου; ο αρχηγός της φρουράς ή οι τρομαγμένοι πολίτες; Το

μοναδικό ενδιαφέρον πρόσωπο που δεν ταιριάζει στο Σαιν Λο…

είσαι εσύ Ντενίζ!»

«Ώστε με βρίσκεις ενδιαφέρουσα Αλβίν ε;»

«Τουλάχιστον σιγουρεύτηκα πως ο Λανγκίγ υπάρχει

πραγματικά και έχει έναν σταυρό. Να ελπίζω πως θα γνωρίζει και

που θα βρούμε και τον άλλον;»

Ο Αλβίν, εμφανώς απέφυγε να απαντήσει στην ερώτησή της

και έκανε τη δική του. Πριν προλάβει όμως να μιλήσει η Ντενίζ,

ξαφνικά μπροστά τους εμφανίστηκε και πάλι ο Σιλβάν. Στεκόταν

καταμεσής του δρόμου με ματωμένα ρούχα και χλωμό πρόσωπο

γεμάτο αμυχές. Η καρδιά του Αλβίν άρχισε να χτυπά. Γύρισε

ταραγμένος στην Ντενίζ η οποία και πάλι έδειχνε να μη μοιράζεται

την εμπειρία του.

«Περίμενε εδώ... πάω να δω τι θέλει!»

167


«Τι ακριβώς να δεις Αλβίν; ποιον να δεις;»

Ο Αλβίν την αγνόησε και αφίππευσε. Έβγαλε το ξίφος από τη

θήκη και πλησίασε τον νεκρό Καθαρό με αργά βήματα. Ο τρόμος

μέσα του γινόταν ολοένα και πιο έντονος. Τα πόδια του κολλούσαν

στις λάσπες του δρόμου και το σπαθί του γινόταν βαρύ.

«Δεν μπορείς να κυριαρχήσεις στους εφιάλτες σου Αλβίν!

Αλλιώς θα ήταν απλά όνειρα ή πνευματικά ταξίδια».

Ο νεκρός Σιλβάν έσπασε την αγχωτική σιωπή δείχνοντας ότι

διάβασε τις σκέψεις του ξανθομάλλη πολεμιστή.

«ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ;» με δυνατή φωνή που έσκισε τη γαλήνη της

νύχτας ο Αλβίν προσπάθησε με όσο το δυνατόν περισσότερο

θάρρος να απευθυνθεί στη μορφή που είχε μπροστά του. Η Ντενίζ

μερικές δεκάδες μέτρα πιο πίσω, έπιασε το στόμα της μην

μπορώντας να πιστέψει πως ο Αλβίν μιλούσε μόνος του.

«Μα... ο Σιλβάν είμαι! Ο φίλος σου ο τροβαδούρος!»

Με ψυχρό βλέμμα και άχρωμη χροιά στα λόγια του, η μορφή

άρχισε να σιγοτραγουδά τη μελωδία του ‘Νεκρού Πολεμιστή’, το

τραγούδι του Σιλβάν. Τα χέρια του, είχαν τα σημάδια των καρφιών

σαν του Ιησού και ο λαιμός του είχε μια φρικτή τομή. Ο Αλβίν

άρχισε να θυμώνει με την έκδηλη ειρωνεία και τον χλευασμό του

νεκρού Σιλβάν.

«Ποιο είναι το όνομά σου δαίμονα; ποιος είσαι και τι θέλεις

από εμένα; Θα σε ρωτώ μέχρι να μου πεις...»

Ο νεκρός Σιλβάν σοβάρεψε παίρνοντας μια μοχθηρή έκφραση

ενώ τα μάτια του άρχισαν να μεταμορφώνονται σε εκείνα του

αιλουροειδούς. Κίτρινα με μια κάθετη μαύρη σχισμή. Τα δόντια του

όταν άρχισε να χαμογελά, μαύρα και μυτερά σαν τέρατος

παραμυθιού. Ο Αλβίν έκλεισε τα μάτια του για να αντέξει τον

έντονο πόνο του εκκωφαντικού ήχου που σφυροκοπούσε τα αφτιά

του. Συνειδητοποίησε και πάλι πως δεν ήταν ο Σιλβάν αυτός που

φοβόταν. Ήταν το πρωτόγονο συναίσθημα φόβου που του

προκαλούσε ο γέρος. Ένα μεγάλο γεράκι πέταξε από πάνω τους,

168


διέγραψε έναν μεγάλο κύκλο και προσγειώθηκε στον ώμο του

Σιλβάν.

«Η σωστή ερώτηση είναι... ποιο είναι το δικό σου όνομα

πολεμιστή; σύντομα θα τα μάθεις όλα και όταν με βλέπεις θα είμαι

η γαλήνη σου και όχι ο τρόμος».

Ο Αλβίν σάστισε και επανέλαβε την ερώτησή του.

«ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ; δεν αντέχω άλλους γρίφους. Πρέπει

να σώσω την οικογένειά μου. Δεν είναι δυνατόν να εμφανίζεσαι

μπροστά μου μόνο και μόνο για να με τρομάξεις και να με

κοροϊδέψεις, βοήθησέ με. Δώσε μου μία ένδειξη όπως τότε στην

Καν. Είπες ότι με βοηθάς. Είπες να ακολουθήσω το ένστικτό μου

και το γεράκι. ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΕ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!»

Ο νεκρός Σιλβάν μετά το ξέσπασμα του Αλβίν, πλησίασε λίγα

βήματα και άπλωσε το χέρι του προς μία κατεύθυνση προς την

πεδιάδα. Το μεγάλο γεράκι που στεκόταν στον ώμο του

απογειώθηκε και κατευθύνθηκε προς την κατεύθυνση που του

υπέδειξε.

«Έχεις δύο... θα έχεις τρεις και μετά θα ξέρεις πού να πας».

«Πώς; πες μου τι να κάνω, πες μου ποιος είσαι... ΠΕΣ ΜΟΥ!»

Οι ερωτήσεις του έπεσαν και πάλι στο κενό. Ο Σιλβάν άρχισε

να αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια του μέχρι που δεν έμεινε

τίποτα παρά στάχτη, που έπεσε βαριά στον λασπωμένο δρόμο. Ο

πονοκέφαλος και το κουδούνισμα σταμάτησαν. Γύρισε και κοίταξε

την Ντενίζ η οποία είχε ανοιχτό το στόμα και τώρα έκανε τον

σταυρό της.

«Το είδες!»

«Πώς... πώς είναι δυνατόν να συνέβει αυτό;»

«Αυτό και άλλα πολλά συμβαίνουν κάθε φορά που κοιμάμαι

για αρκετό καιρό. Τελευταία συμβαίνουν συχνότερα, είτε κοιμάμαι

είτε όχι, σε στιγμές σαν και αυτή!»

«Τα... μάτια σου! Για τα μάτια σου λέω!»

«Τα μάτια μου;»

169


«Για μία στιγμή έλαμψαν στο σκοτάδι... και είχες ένα άλλο

πρόσωπο, διαφορετικό!»

Ο Αλβίν αναστατώθηκε και έπιασε αμέσως το πρόσωπό του.

Της χαμογέλασε αγχωμένος και προς στιγμή έδειξε να την ηρεμεί.

Ανέβηκε στο άλογό του και της έκανε νόημα να προχωρήσουν.

«Είμαι χαμένος Ντενίζ! Δεν ξέρω τι συμβαίνει! Σκοτεινές

δυνάμεις παίζουν μαζί μας. Αν μου το έλεγες πριν λίγο καιρό αυτό

θα γελούσα. Τώρα όμως είναι η νέα μου πραγματικότητα και

δυστυχώς, φαίνεται να επηρεάζει και τη δική σου».

«Μάλλον ήταν η ιδέα μου μεσιέ! Η νυχτερινή ατμόσφαιρα

μπορεί άνετα να μπερδέψει αυτά που βλέπεις. Άλλωστε τώρα έχεις

το κανονικό σου πρόσωπο και τα μάτια σου αν και κουρασμένα,

μοιάζουν φυσιολογικά!»

«Λοιπόν, σου είπα σχεδόν τα πάντα. Σειρά σου τώρα μαντάμ

Ντενίζ!» Ο Αλβίν άλλαξε απότομα θέμα ανακουφίζοντας και τους

δύο.

«Τι θέλεις να πω;» Η φωνή της ήταν παιχνιδιάρικη, μα

περισσότερο έδειχνε πως προσπαθούσε να ζυγίσει τι θα έλεγε. Ο

Αλβίν συνέχισε.

«Πρώτα από όλα... πού έχεις σκοπό να με πας; αριστερά ο

δρόμος πάει για την Καν. Το γεράκι του δαίμονα πέταξε προς τα

δεξιά... νότια δηλαδή».

«Το γεράκι του δαίμονα;»

«Για τίποτα δεν είμαι σίγουρος πια... αλλά το ένστικτό μου λέει

να ακολουθήσουμε αυτό το γεράκι! Ελπίζω το γεράκι τουλάχιστον

να το βλέπεις!»

«Ναι, είδα ένα πουλί να πετάει. Γεράκι; μέσα στη νύχτα;»

«Προφανώς δεν πρόκειται για φυσιολογικό γεράκι. Αυτό

εννοώ Ντενίζ για τη νέα μου πραγματικότητα!»

«Θέλω να ξέρεις πως σε πιστεύω και μπορείς να μοιραστείς τις

σκέψεις και τις εμπειρίες σου σχετικά με τον... δαίμονα που λες!»

170


«Δε φαντάζεσαι πόσο με παρηγορεί αυτό! Αλήθεια! Όμως θα

ήθελα να μου λύσεις μία απορία! Γιατί οι Ντιέ Μαλαντί σε έψαχναν

στο Κρεσί;»

«Πώς…το ξέρεις; Θα πρέπει να με παρακολουθούσαν καιρό ή

κάποιος να με πρόδωσε. Στο Κρεσί έχω τον σταυρό!»

Ακολούθησαν μερικές στιγμές απόλυτης σιωπής με τα βήματα

των αλόγων να ακούγονται ρυθμικά στον λασπωμένο δρόμο.

Ύστερα ο Αλβίν γέλασε δυνατά δείχνοντας να μη το πιστεύει.

«Το σπίτι μου ήταν δίπλα στο Κρεσί! Οι Ντιέ Μαλαντί

οδηγήθηκαν στην περιοχή ψάχνοντας... εσένα; το είπε άλλωστε

ένας που σκότωσα!»

«Το... σπίτι σου; το σπίτι που ζούσες με την οικογένειά σου;»

«Κατάρα σε όλους τους δαίμονες και στη μοίρα που παίζουν

μαζί μου και διασκεδάζουν. Πού τον έχεις τον σταυρό και πόσο

καιρό τον έχεις εκεί;»

«Σχεδόν έναν χρόνο. Αυτό θα πει πως... ο Ντιντιέ ο φίλος σου

ήταν στο Κρεσί πανδοχέας;»

Ο Αλβίν ξεφύσησε και με μια ήρεμη παραδόξως φωνή, θα

απαντήσει στην Ντενίζ.

«Τον είδαν να το φορά. Έψαχναν μετά και εμένα για αυτό τον

ανέκριναν. Όπου καπνός υπάρχει και φωτιά και δεν είχαν άδικο».

«Αλβίν... ο Ντιντιέ πέθανε εξαιτίας μου! Έμπλεξες σε όλο αυτό

εξαιτίας μου... η γυναίκα σου...!»

Η όμορφη Ντενίζ με δυσκολία ολοκλήρωσε την πρότασή της. Ο

Αλβίν μόλις την είδε έτσι κατέβηκε από το άλογό του και τέντωσε

το χέρι του να την κατεβάσει από το δικό της. Μόλις εκείνη

υπάκουσε και κατέβηκε την κοίταξε στα μεγάλα καστανά της μάτια.

Οι φακίδες της δε φαίνονταν στο φως του φεγγαριού αλλά το

χλωμό της πρόσωπο είχε κοκκινίσει.

«Ντενίζ! Ένας φταίχτης υπάρχει και αυτός είμαι εγώ. Είμαι εγώ

που πίστεψα πως μπορώ να τα διαχειριστώ όλα. Πως μπορώ να

ξεφύγω από αυτή την κόλαση που έπεσα εδώ και χρόνια. Ήμουν

αλαζόνας... είμαι αλαζόνας. Αλλά με αυτά που είδα τον τελευταίο

171


καιρό, πιστεύω πως είμαι απλά ένα μικρό πιόνι. Ένας ασήμαντος

και ένας ανίκανος να προστατέψω τους κοντινούς μου ανθρώπους.

Αλλά εσένα τουλάχιστον θα σε προστατέψω. Στο ορκίζομαι...»

Εκείνη άρχισε να μορφάζει και να κλείνει τα μάτια της. Στη

συνέχεια έπεσε απροσδόκητα στην αγκαλιά του Αλβίν ο οποίος

ανταπέδωσε επαναλαμβάνοντας την τελευταία του φράση.

Συνειδητοποίησε πως την είχε ανάγκη. Τόσο, που οι βαριές τύψεις

για τη νεκρή του γυναίκα, του χτύπησαν την πόρτα σαν σφυρί σε

αμόνι. Η αγκαλιά της του έδινε τόσο πολύ δύναμη που με δυσκολία

την άφησε καθώς τη στιγμή τους, διέκοψε από ψηλά στον ουρανό

η κραυγή του γερακιού. Σύντομα εμφανίστηκε από πάνω τους το

μεγάλο πτηνό και αφού έφερε έναν γρήγορο κύκλο από τους δύο

ταξιδιώτες, πέταξε και πάλι νότια σαν να ήθελε να τους φρεσκάρει

τη μνήμη για την πορεία τους.

«Τι λες; πάμε νότια όπου μας πάει το παλιοπούλι και

επιστρέφουμε μετά στο Κρεσί;»

«Στις διαταγές σας μεσιέ Άγγλε...» Η Ντενίζ χαμογέλασε

ανακτώντας το πονηρό της βλέμμα και πάτησε στον αναβολέα του

αλόγου της με τη μικρή ώθησή του. Ανέβηκε και εκείνος στο δικό

του και της χαμογέλασε.

«Σειρά σου όμως να μου πεις για τη ζωή σου...» Εκείνη του

χαμογέλασε σύντομα με έναν μικρό δισταγμό να διαφαίνεται.

172


173


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΠΥΡΑΣ

174


XIV.

ωρίς να το χάνουν από τα μάτια τους, διέσχιζαν

δάση και άγνωστα μονοπάτια ακολουθώντας

X

σχεδόν τυφλά την πορεία του. Κάποιες φορές, το

γεράκι προκαλούσε τον εκνευρισμό και την

απόγνωση του Αλβίν καθώς προσπαθούσε να

μαντέψει τους πιθανούς ελιγμούς του.

Οι αμφιβολίες του για τον αφύσικο οδηγό τους πολλές. Ήταν

μόνιμα προβληματισμένος για την έκβαση την αποστολής και η

Ντενίζ, προσπαθούσε συνεχώς να του απαλύνει το βάρος της

καρδιάς του με έξυπνα σχόλια και σαρκασμούς. Έβλεπε και εκείνη

ξεκάθαρα τώρα το περίεργο γεράκι και ο Αλβίν ένιωθε μεγάλη

παρηγοριά και ανακούφιση στη μοναξιά των προηγούμενων

εμπειριών του.

Όσο και αν ήθελε να πετάξει στην άκρη οποιαδήποτε υποψία

συναισθηματικού δεσίματος με το όμορφο “Χέλι”, κάθε ώρα και

μέρα που περνούσε, ένιωθε μέσα του πως γιγάντωνε η ειλικρίνεια

του όρκου που της έδωσε. Δεν ήταν σίγουρος αν τον υποκινούσε

μαγεία ή κάποιο διαβολικό τέχνασμα για να τον κάνει να της

ορκιστεί πως θα την προστάτευε με τη ζωή του, αλλά πλέον ένιωθε

ολοένα και πιο σίγουρος για την επιλογή του. Έτσι λοιπόν, την μέρα

άκουγε υπομονετικά τους σαρκασμούς και τα έξυπνα σχόλιά της

αποφεύγοντας έτσι να δίνει λεπτομέρειες από την εξιστορησή της

και τις νύχτες, εκείνος καθόταν στο μεγαλύτερο μέρος της νύχτας

άυπνος για να την προσέχει.

«Ήμαστε δύο μέρες στο ταξίδι μας και το μόνο που μου έχεις

πει είναι πως είσαι από την Αβινιόν και παντρεύτηκες έναν έμπορο

175


κρασιών στη Μαρσέιγ. Κατόρθωσες να τον παρατήσεις και ήρθες

στον Βορρά με ένα σταυρό και την ομορφιά σου;»

Του χαμογέλασε, το βλέμμα της όμως πρόδιδε πως ήθελε να

αποφύγει τη συζήτηση αλλά γνώριζε πως δεν μπορούσε.

«Πώς έπεσε στα χέρια σου ο σταυρός; δε θυμάμαι να πέρασα

τότε από τη Μαρσέιγ, ούτε και από την Αβινιόν. Μήπως τον

απέκτησε κάπως ο έμπορος;»

«Ναι... ο Φρεντερίκ τον είχε κερδίσει στα χαρτιά από ένα

ναύτη στη Βενετία. Ήταν το καμάρι του μετά για κάποιο λόγο.

Κόμπαζε συνέχεια για εκείνον διηγούμενος την ιστορία πως τον

απέκτησε, σχεδόν σε ολόκληρη την πόλη».

«Να υποθέσω πως δε χάρηκε καθόλου όταν τον παράτησες,

κλέβοντάς του το καμάρι του ε;»

«Θα σου φανεί περίεργο αλλά το μετάνιωσα που του πήρα τον

σταυρό. Ήταν ένας κακόμοιρος ανθρωπάκος πέρα από την εικόνα

του δυναμικού και επιτυχημένου που προσπαθούσε τόσο να

επιδεικνύει. Σκέφτηκα πως, αυτός ο βλάκας μόνο τον σταυρό και τα

νομίσματά του έχει για να χαίρεται ακόμη και στον ύπνο του.

Γύρισα πριν βγω ακόμα από την πόλη με σκοπό να του τον

επιστρέψω στα μούτρα και αν του έβγαζα και κανένα μάτι ακόμα

καλύτερα».

Ο Αλβίν ξεφύσησε απότομα γελώντας καθώς περίμενε ένα

τέτοιο σχόλιο με βάση τον τόνο που πήρε ξαφνικά η φωνή της.

Μετά όμως εκείνη σοβάρεψε απότομα. Τα όμορφα χαρακτηριστικά

της σκλήρυναν. Χαμογέλασε πάλι αλλά αυτή τη φορά χωρίς

σαρκαστική ούτε παιχνιδιάρικη διάθεση.

«Τώρα σίγουρα μετάνιωσα που τον πήρα. Πριν προλάβω να

επιστρέψω στο σπίτι τον είδα στην πόρτα να μιλά με μερικούς

άντρες από τη φρουρά της πόλης και μόλις με κατάλαβε με

υπέδειξε στους φρουρούς φωνάζοντάς τους να με συλλάβουν ως

κλέφτρα.

176


Οι φρουροί διστακτικοί στην αρχή καθώς μάλλον κατάλαβαν

πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ηλίθιος, τελικά άρχισαν να με

κυνηγούν. Ευτυχώς, κουβαλούσα τα απολύτως απαραίτητα χωρίς

περιττά βάρη, τόση ήταν η ανάγκη μου να φύγω από εκείνη την

καθημερινή κόλαση, ξεγλιστρώντας στα στενά της πόλης. Όμως,

άλλοι δύο με βρήκαν και δεν ήταν από τη φρουρά. Φορούσαν

κουκούλα κρύβοντας το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου τους. Με

κυνηγούσαν και αυτοί αλλά εν αντιθέσει με τους φρουρούς, δεν

αστειεύονταν. Κατάφεραν να με στριμώξουν σ’ ένα σοκάκι και ένας

με έριξε μπρούμυτα στο πλακόστρωτο κόβοντάς μου την ανάσα,

ενώ ο άλλος με τη βρομερή του μπότα με κλότσησε ρωτώντας για

τον σταυρό. Στάθηκα πάλι τυχερή και με είδε κάποιος φωνάζοντας

τη φρουρά. Οι φρουροί απάντησαν και ενεπλάκησαν με τους δύο

μυστήριους διώκτες μου. Επωφελήθηκα και εξαφανίστηκα όσο

γρήγορα μπορούσα πηδώντας στο πρώτο πλοίο που μπάρκαρε

και...»

«Σσσσς!» Ο Αλβίν τη διέκοψε απότομα, γνέφοντάς της να

σταματήσουν. Εκείνη σταμάτησε την εξιστόρησή της και τον

κοιτούσε περίεργη και ξαφνιασμένη. Πριν προλάβει να τον

ρωτήσει, φάνηκαν από τα διπλανά δέντρα παράξενοι στρατιώτες οι

οποίοι τους περικύκλωσαν άμεσα. O Αλβίν πρόσεξε τους

περίεργους θώρακες με τα μυτερά κράνη και ότι σχεδόν όλοι

κρατούσαν βαλλίστρα. Το σύνθετο, δύσχρηστο αλλά φονικό αυτό

όπλο. Οι χιτώνες και οι ασπίδες τους είχαν τα χρώματα της

Φραγκίας, κυανό με λευκούς κρίνους. Βλαστήμησε δυνατά καθώς

θυμήθηκε πως ήταν ακόμα ντυμένος στα κόκκινα.

«Φράγκοι... δικοί μας! Να τους πούμε αμέσως ότι δεν είσαι

Άγγλος». Η Ντενίζ προσπαθούσε να του υπενθυμίσει το προφανές,

καθώς την προβλημάτιζε η απογοητευμένη του έκφραση.

«Δεν είναι Φράγκοι Ντενίζ. Αυτοί είναι ξένοι μισθοφόροι και

πληρώθηκαν να σκοτώνουν οποιονδήποτε φορά τον μανδύα με τα

λιοντάρια!»

Η Ντενίζ τότε έκανε μια γκριμάτσα απελπισίας.

177


Από τον μεγάλο κύκλο των μισθοφόρων, ένας τους πλησίασε

χαμογελαστός. Ο Αλβίν δεν περίμενε να του απευθύνει εκείνος τον

λόγο πρώτος. Κατέβηκε από το άλογό του και πλησίασε και εκείνος

τον πεζό στρατιώτη σηκώνοντας τα χέρια σε ειρηνική στάση.

«Νον... Ινγκλέζε! Σιάμο Φράνκι... Βολιάμο πασάρε περ

φαβόρε!»

O αρχηγός γέλασε. Κοίταξε τους υπόλοιπους και τους

μετέδωσε το γέλιο.

«Ινγκλέζε, Φράνκι... Νον τσι ιντερέσα. Ντάτσι ι καβάλι, ι τούι

σόλντι... ε λα ντόνα!»

Την τελευταία λέξη ο μισθοφόρος την πρόφερε παίρνοντας το

σοβαρό του ύφος και ο Αλβίν έκλεισε τα μάτια του. Τα άνοιξε πάλι

και άρχισε να εξετάζει έναν έναν από αυτούς. Μερικοί είχαν άλογα.

Ακόμα και αν απέφευγαν τις βαλλίστρες τους, θα ήταν ριψοκίνδυνη

μια καταδίωξη έχοντας μαζί του και τη Ντενίζ. Μόλις επιβεβαίωσε

πως τουλάχιστον οι μισοί δεν είχαν οπλισμένα τα περίεργα όπλα

τους, επέστρεψε αμέσως ακούγοντας πίσω του γέλια. Εκείνη,

φανερά αγχωμένη πήγε να κατέβει από το άλογό της αλλά ο Αλβίν

της έκανε νόημα να παραμείνει στη σέλα της. Την πλησίασε τόσο

που έπιασε το δεξί της πόδι σε στάση που έμοιαζε σαν να επεδίωκε

να την κατεβάσει, αλλά στην πραγματικότητα απλά την έφερε

κοντά του ψιθυρίζοντάς της.

«Τα πράγματα είναι πολύ σκούρα. Πίσω σου ακριβώς είναι

δύο δέντρα. Μόλις σου πω, θα κλοτσήσεις τα πλευρά του αλόγου

και θα το οδηγήσεις ανάμεσά τους και πέρα από τον δρόμο

καλπάζοντας χωρίς να σταματήσεις. Εντάξει;»

«Μα... εσύ; τι θα κάνεις;»

«Δεν έχουμε χρόνο... ΤΩΡΑ».

Η Ντενίζ ήθελε να έχει πάρα πολύ χρόνο για να διαφωνήσει,

αλλά υπάκουσε και έκανε το άλογό της να φύγει σαν σίφουνας

χλιμιντρίζοντας δυνατά. Μέχρι να καταλάβουν την απότομη εξέλιξη

των γεγονότων οι μισθοφόροι, ο Αλβίν ήδη χτύπησε με τη γροθιά

του το δικό του άλογο και όπως εκείνο ξεχύθηκε καλπάζοντας προς

178


τον εχθρό, εκείνος σχεδόν άμεσα θα πιαστεί από το πλάι και με ένα

επιδέξιο άλμα θα βρεθεί στη σέλα. Οι μισθοφόροι σάστισαν αλλά

μερικοί εξαπέλυσαν σχεδόν ακούσια τις σαΐτες τους. Τα μικρά βέλη

σφύριξαν στον άνεμο ανατριχιαστικά αλλά τα περισσότερα

καρφώθηκαν στο χορτάρι και στα διπλανά δέντρα, καθώς όπως

υπολόγιζε, ήταν ένα όπλο με μικρό ποσοστό επιτυχίας σε

κινούμενους στόχους. Μία σαΐτα όμως θα βρει το άλογό του στο

δεξιό του καπούλι και θα το κάνει να διαμαρτυρηθεί έντονα,

χάνοντας σταδιακά και τον βηματισμό του. Ο χρόνος οπλισμού

νέας σαΐτας των βαλλιστροφόρων ήταν μεγάλος και ο καλύτερος

σύμμαχος του Αλβίν. Μόλις και ο τελευταίος εκσφενδόνισε το

θανατηφόρο του κεντρί, ο ξανθός πολεμιστής πραγματοποίησε την

αιφνιδιαστική του επίθεση πέφτοντας πάνω στους πρώτους

έκπληκτους μισθοφόρους, συνθλίβοντάς τους κάτω από τις οπλές

του αλόγου. Θα συνεχίσει την τρελή του πορεία σε μερικούς

άλλους αλλά το δύσμοιρο άλογο αυτή τη φορά θα χάσει την

ισορροπία του γεμάτο αδυναμία από το τραύμα και θα

καταρρεύσει. Ο Αλβίν το κατάλαβε εγκαίρως και θα προλάβει να

πηδήσει από τη σέλα, αποφεύγοντας να παγιδευτεί κάτω από το

μεγαλόσωμο ζώο. Θα προσγειωθεί στον αρχηγό των μισθοφόρων ο

οποίος ήταν έτοιμος να ανέβει στο άλογό του και με το μαχαίρι θα

τον σκοτώσει ακαριαία χωρίς χρονοτριβές. Κατευθείαν θα αρπάξει

την ασπίδα, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή από την πλάτη του

νεκρού, αποκρούοντας το δεύτερο κύμα των σαϊτών.

Σηκώθηκε και την πέταξε με δύναμη στον πιο κοντινό του

αφαιρώντας του το κράνος. Τώρα το προηγούμενο άγχος και η

αγωνία που είχε για την Ντενίζ εξαφανίστηκε καθώς ο θυμός τον

κατέλαβε. Έβγαλε το πολεμικό του ξίφος και χώρισε σχεδόν στα

δύο το κεφάλι του ζαλισμένου μισθοφόρου. Ένας όρμησε από πίσω

κρατώντας ένα μεγάλο μαχαίρι αλλά ο Αλβίν έσκυψε ενστικτωδώς

αποφεύγοντας την επικίνδυνη μαχαιριά. Στη συνέχεια θα

περιστρέψει το σώμα του και επιδέξια θα σκίσει τον λαιμό του

αντιπάλου του τόσο βαθιά, που το κεφάλι θα λικνιστεί στην πλάτη

179


του για λίγο σαν θυμιατό, πριν πέσει μαζί με το υπόλοιπο σώμα.

Τώρα πανικός κυριάρχησε στους ξένους στρατιώτες.

Η μανία του έπεσε πάνω τους. Δίχως έλεος τους πετσόκοβε

έναν έναν αποφεύγοντας εύκολα μαχαίρια και μικρά τσεκούρια

που οι περισσότεροι ούτε προλάβαιναν να βγάλουν από τις ζώνες

τους. Το αίμα ράντιζε άφθονο το παχύ χορτάρι και οι βαλλίστρες

έκαναν έναν υπόκωφο γδούπο πέφτοντας η μια μετά την άλλη στο

έδαφος όταν οι ιδιοκτήτες τους πέθαιναν πριν προλάβουν να

ξαπλώσουν στο έδαφος. Οι λιγοστοί έφιπποι αναμεσά τους, στη

θέα της μανίας του Αλβίν κάλπασαν ατάκτως προς κάθε

κατεύθυνση, εγκαταλείποντας τους συντρόφους τους στον βίαιο

θάνατο.

Λίγες, αλλά ατελείωτες για κάποιους στιγμές σφαγής ακόμα

και οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες, άρχισαν να τρέχουν

ακόμη και στη θέα του πολεμιστή. Ο Αλβίν βαμμένος στο αίμα

τους, δε σταμάτησε ούτε τότε. Πρόλαβε σχεδόν αμέσως δύο από

αυτούς, πετυχαίνοντάς τους με τα ίδια τους τα μαχαίρια,

εκτοξεύοντάς τα με επιδεξιότητα και ακρίβεια. Ο ένας πέθανε

επιτόπου. Ο ξανθομάλλης άντρας περπάτησε και έσκυψε με

παράδοξη ψυχραιμία για να πάρει ένα τσεκούρι που είχε πέσει

προηγουμένως. Με την μπότα του ακινητοποίησε τον άλλον που

σερνόταν σαν πληγωμένο ερπετό. Έκλαιγε τρομοκρατημένος και

έλεγε βιαστικά μια προσευχή. Ο Αλβίν για ένα λόγο που δεν

μπορούσε εκείνη τη στιγμή να εξηγήσει, θύμωσε περισσότερο και

βύθισε με δύναμη το τσεκούρι στο κρανίο του.

Μέσα από την ομίχλη που άρχισε να συγκεντρώνεται κοντά

στο έδαφος, είδε τότε τον γέρο. Πριν προλάβει να διακρίνει

κανονικά την εφιαλτική φιγούρα, ένα έντονο ρίγος διαπέρασε το

κορμί του και πάλι. Το έντονο κουδούνισμα στο κεφάλι του

επέστρεψε μαζί με τον πόνο που το συνόδευε. Μόλις βγήκε από

ένα λουτρό αίματος όπου μπήκε ατρόμητος και πρόθυμος,

θερίζοντας παραπάνω από μια ντουζίνα εκπαιδευμένους

βαλλιστροφόρους, αλλά τώρα ένιωσε και πάλι τον φόβο. Ο

180


ρακένδυτος γέρος στεκόταν μέσα στην καταχνιά δίπλα σε ένα

μεγάλο δέντρο και τον κοιτούσε χαμογελαστός, με εκείνο το

σαρδόνιο χαμόγελο που επιδείκνυε τα μυτερά του δόντια.

«Ακολουθούμε το καταραμένο γεράκι σου... ψάχνουμε να

βρούμε τους σταυρούς τι θέλεις πάλι;»

Ο Αλβίν φώναξε με βραχνή και λαχανιασμένη από τη μάχη

φωνή. Κάθε του λέξη την πρόφερε με φόβο και ταυτόχρονα με

οργή. Ο γέρος γέλασε δυνατά ενώ η μορφή του άρχισε να

ξεθωριάζει αναγκάζοντάς τον να καθαρίσει τα μάτια του από το

αίμα όμως τώρα δε βρισκόταν άλλο εκεί. Ο πονοκέφαλος και ο

τρομακτικός ήχος που σφυροκοπούσε το κεφάλι του, σταμάτησε.

«Πού πήγες; πού πήγες πάλι;»

«Ποιος Αλβίν... τι έγινε εδώ;»

Η Ντενίζ εμφανίστηκε δειλά δειλά πίσω του κατεβαίνοντας

από το άλογό της. Τις τελευταίες λέξεις τις ψιθύρισε μόλις

συνειδητοποίησε πως ο τόπος είχε μετατραπεί σε σφαγείο και ο

Αλβίν βρισκόταν στο επίκεντρό του.

«Δε... δε νομίζω να μας ενοχλήσουν ξανά όσοι γλίτωσαν!»

«Μετά από αυτά που βλέπω... δεν ξέρω αν θα πρέπει να

φοβάμαι αυτούς ή εσένα Αλβίν!»

Χαμογέλασε για να τον αποσυμφορήσει από τη θανατερή

ατμόσφαιρα όμως βαθιά στον τόνο της, κρυβόταν ανησυχία για την

κατάσταση του συνταξιδιώτη της.

«Έπρεπε Ντενίζ... ή αυτοί ή εμείς. Ήθελαν να σε πάρουν μαζί

τους το ξέρεις;»

«Απλά με στενοχωρεί που βασανίζεσαι. Το βλέπω πως

βασανίζεσαι. Δεν ξέρω αν είναι η θλίψη σου ή σε επηρεάζει ο

δαίμονας που λες αλλά... πρέπει να ηρεμήσεις!»

Ο Αλβίν έσφιξε τα μάτια του λυπημένος.

«Σημασία έχει που γλιτώσαμε και δε θα τους ξαναδούμε

σύντομα! Πρέπει να βρούμε ξανά τον δρόμο μας… να το γεράκι

πάμε!»

181


Ο Αλβίν θα παρατηρήσει το μεγάλο πουλί να πετά από πάνω

τους και να κινείται προς την κατεύθυνση που οπισθοχώρησαν οι

μισθοφόροι. Προς έκπληξή του, το γεράκι έχασε ύψος και φάνηκε

να προσγειώνεται πέρα από τη μικρή βλάστηση.

Θα καβαλήσουν και οι δύο τώρα το λευκό άλογο του Σιλβάν

και θα καλπάσουν γρήγορα διασχίζοντας το αιματοβαμμένο

ξέφωτο. Μόλις πέρασαν την αραιή βλάστηση, είδαν μια καρότσα

με ένα μεγάλο κλουβί, δεμένη σε δύο άλογα που περίμεναν

ανήσυχα και σαστισμένα στον δρόμο χτυπώντας τις οπλές τους

συνεχώς. Οι φρουροί της προφανώς ήταν οι μισθοφόροι που

εγκατέλειψαν κακήν κακώς το πόστο τους προκειμένου να

διαφύγουν τη μανία του Αλβίν.

Στο κλουβί ήταν ένας άνθρωπος ντυμένος με την πανοπλία των

Ντιέ Μαλαντί. Καθόταν όρθιος κρατώντας τις σκουριασμένες

μπάρες του κλουβιού και τους χαμογελούσε. Πάνω από το κλουβί

αγέρωχο, περήφανο, το γεράκι έμοιαζε να κοιτά τον Αλβίν. Ξαφνικά

με μια εκτίναξη, θα αφήσει την κορυφή του κλουβιού και θα

πετάξει ψηλά φέρνοντας ένα μεγάλο κύκλο πριν εξαφανιστεί

εντελώς στην απέραντη γκρίζα μονοτονία του ουρανού.

«Τι θα κάνουμε Αλβίν;»

«Δεν είναι προφανές;»

Ο ξανθός άντρας πλησίασε το κλουβί και μίλησε ήρεμα στον

αιχμάλωτο.

«Γεια σου κάθαρμα, μάλλον είναι η τυχερή σου μέρα! Υποθέτω

γι’αυτό χαμογελάς. Δε με νοιάζει ποιος είσαι και τι θα κάνεις, ούτε

αν ελευθερωθείς ή αν κάτσεις για πάντα σε αυτό το κλουβί. Πες

μου πού είναι κάτι που ψάχνω που περιττό να στον περιγράψω και

θα φύγουμε, αφού πρώτα σπάσω την κλειδαριά του κλουβιού. Τι

λες; Νομίζω είναι δίκαιη η πρότασή μου!»

«Αν δε σου πω; θα με αφήσεις εδώ κλεισμένο;» Ο άντρας

χαμογέλασε ειρωνικά στον Αλβίν και έριξε ένα παρατεταμένο

βλέμμα στην Ντενίζ.

182


«Εσένα όχι. Ό,τι απομείνει από εσένα όμως, όπως το κουφάρι

σου χωρίς χέρια και πόδια παρά μόνο το κεφάλι να είναι ακόμα

κολλημένο σε κάτι που άλλοτε θύμιζε το σώμα σου. Τότε ναι, θα σε

αφήσω έτσι κλεισμένο!»

Ο αιχμάλωτος συνέχιζε να χαμογελά ειρωνικά στην τρομερή

απειλή του Αλβίν.

«Κάνε ό,τι θέλεις, δεν έχω ιδέα έτσι και αλλιώς για τι πράγμα

μιλάς!»

Ήταν η σειρά του Αλβίν να χαμογελάσει. Γύρισε στην Ντενίζ

σαν να έψαχνε κάποια λύση για το αδιέξοδο που διαφαινόταν. Κάτι

που δε συμπεριλάμβανε αυτό που είχε στο μυαλό του. Εκείνη όμως

σήκωσε απογοητευμένη τους ώμους της. Δε θα συνέχιζε τη χαλαρή

συζήτηση με έναν Ντιέ Μαλαντί. Έπρεπε να βρουν τον σταυρό.

Ο Αλβίν έβγαλε το σπαθί από το θηκάρι του και το άφησε να

προκαλέσει ανατριχιαστικούς και ενοχλητικούς θορύβους,

χτυπώντας κάθε μπάρα από την πόρτα του κλουβιού. Με μια

απότομη κίνηση χτύπησε τη μικρή κλειδαριά κάνοντας την

ατσάλινη λάμα να βγάλει σπίθες. Με αρκετά ακόμα δυνατά

χτυπήματα, η κλειδαριά στράβωσε μέχρι που αποσυνδέθηκε

κάνοντας τις αλυσίδες να γλιστρήσουν πέφτοντας στο χορτάρι. Ο

αιχμάλωτος τώρα σοβάρεψε το ύφος του. Σαν να απορούσε τι είχε

στο μυαλό του αυτός που τον ανέκρινε. Δεν κινήθηκε ούτε βήμα

προς την έξοδο περιμένοντας σιωπηλός να πάρουν οι

απελευθερωτές του την πρωτοβουλία. Τελικά, αυτό έγινε και ο

Αλβίν τον άρπαξε από το βρόμικο χιτώνιό του πετώντας τον με

δύναμη κάτω.

«Πού είναι ο σταυρός;»

«Ποιος σταυρός; Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς!» Ο

αιχμάλωτος σίγουρα μετάνιωσε για την απάντησή του καθώς

δέχθηκε μια δυνατή κλοτσιά στο πρόσωπο, που τον έκανε να πέσει

ανάσκελα και πάλι στο έδαφος παραμένοντας εκεί για λίγες στιγμές

ζαλισμένος.

183


«Πού είναι ο σταυρός;» Ο Αλβίν τον άρπαξε ξανά από κάτω και

τον πέταξε στο κλουβί με δύναμη κάνοντας τις μπάρες να τρίξουν.

Το στόμα του αιχμάλωτου ήταν ματωμένο και έκανε το ειρωνικό

του χαμόγελο ανατριχιαστικό. Έφαγε μια ακόμη δυνατή γροθιά από

τον Αλβίν και κατάπιε μερικά από τα δόντια του καθώς έσκυψε

βήχοντας και φτύνοντας παντού παχύρρευστο αίμα. Παρόλα αυτά,

προσπάθησε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του και να

χαμογελάσει και πάλι με ό,τι του είχε απομείνει από

οδοντοστοιχία.

«Άντεξα μέχρι τώρα πολλά... άντεξα μέχρι και τα ηλίθια αστεία

των Γενοβέζων, νομίζεις πως θα με λυγίσεις με τη βία;»

Ο αιχμάλωτος ψεύδιζε πια και σε κάθε του λέξη πεταγόταν

από το στόμα του κόκκινα σωματίδια σάλιου και αίματος.

«Ξέρεις Ντενίζ, κάποτε σε ένα τάγμα, στην περίπτωση που

χρειαζόταν να κρύψουμε ένα πολύ σημαντικό αντικείμενο, μας

μάθαιναν με ποιο τρόπο να το καταπιούμε αν αυτό ήταν αρκετά

μικρό. Για να μπορούμε να το βρούμε ξανά μετά χωρίς να μας κάνει

κακό! Αν πεθαίναμε, τότε ένας άλλος από εμάς, έκανε το μακάβριο

έργο να το... αναζητήσει στο πτώμα του σύντροφού του!» Η Ντενίζ

γούρλωσε τα μάτια της αρχικά και έπειτα χαμογέλασε. Τον

πλησίασε και του μίλησε σε σπαστά Αγγλικά.

«Να... τον τρομάξεις... θέλεις! Ναι;»

Ο Αλβίν σοβαρός και βλοσυρός κοιτούσε την όμορφη κοπέλα

για λίγο και ύστερα χαμογέλασε και αυτός απαντώντας της στα

Φραγκικά.

«Όχι, αλήθεια λέω! Αυτό θα κάνουμε και σε αυτόν. Δεν έχει

πεθάνει ακόμα αλλά σύντομα θα γίνει και αυτό. Σίγουρα θα έχει

μαζί του τον σταυρό, το καταραμένο γεράκι δεν κάνει λάθος!»

Ο Αλβίν δε σταμάτησε να χαμογελά και αυτό τρόμαξε

περισσότερο την Ντενίζ κάνοντάς τη να διστάζει να πει κάτι

παραπάνω. Ο αιχμάλωτος άρχισε να βήχει και να φτύνει αίμα αλλά

στην πραγματικότητα προσπαθούσε να γελάσει.

184


«Σου αρέσει να σε ξεκοιλιάσω για να ψάξω τα σωθικά σου ενώ

βρίσκεσαι ακόμα στη ζωή κάθαρμα; Αν ναι ας μη χρονοτριβούμε!»

«Δε θα κάνεις τίποτα απολύτως... δεν έχεις τα κότσια. Είσαι

πολύ αγαθός για αυτή τη δουλειά!»

«Οι Γενοβέζοι πού πήγαν αναρωτήθηκες; ξέρεις πώς λεγόταν

το τάγμα που ήμουν; η τακτική που περιέγραψα και το όνομα Γκαέλ

δε σου θύμισαν κάτι;»

«Είσαι... ο Γκαέλ; αυτός που ψάχνει ο Μπελιμπάστ;»

Ο ματωμένος άντρας φάνηκε έκπληκτος μόλις ο Αλβίν

αποκάλυψε την ταυτότητά του.

«Ακριβώς! Και όπως θα έχεις μάθει από τα αφεντικά σου, ο

Μπελιμπάστ θέλει τους τρεις σταυρούς και έμενα. Ποιος ο λόγος να

μη μου τον δώσεις ε;»

«Γιατί έχω ρητές διαταγές να βρω και να παραδώσω εγώ ο

ίδιος τον σταυρό, δε με νοιάζει τι θα κάνεις εσύ. Έπειτα, πώς ξέρω

αν όντως σκοπεύεις να πας τους σταυρούς στο Μονσεγκιούρ; πώς

ξέρω αν όντως είσαι ο Γκαέλ;»

«Ώστε όντως στο Μονσεγκιούρ θέλει να πάω ο Μπελιμπάστ ε;

αυτό είναι στην άλλη άκρη του βασιλείου...!»

Ο αιχμάλωτος ξέσπασε στα γέλια φτύνοντας παντού αίματα

από το λειψό του στόμα, αν και ήταν φανερό πως τα γέλια του ήταν

προσποιητά. Ο Αλβίν συνέχισε να τον κοιτά χωρίς να υπάρξει καμία

αντίδραση στο πρόσωπό του.

«Αν είσαι ο Γκαέλ... γιατί δεν έσωσες τη γυναικούλα σου; ούτε

τον άμοιρο προδότη; για την πόρνη δεν ξέρω, δεν είχα την

απόλαυση να τη σκοτώσω εγώ, αλλά τον προδότη Καθαρό... ήταν

μια άκρως διασκεδαστική εμπειρία!»

Η Ντενίζ έκλεισε τα μάτια της. Ίσως, έτρεφε ελπίδες πως θα

έπαιρναν αυτό που ήθελαν χωρίς περισσότερη αιματοχυσία.

«Ποιο είναι το όνομά σου;»

«To όνομά μου είναι Εκτόρ… τι σχέσ...»

«Εκτόρ, δε μου αρέσει να λέω ψέματα οπότε δε θα το κάνω

ούτε τώρα που έχω μπροστά μου έναν σαν και εσένα. Λοιπόν, δε

185


θα φύγεις ζωντανός από εδώ μόλις τελειώσουμε μαζί σου. Απλά

σου δίνω, αν και δεν την αξίζεις, μία ευκαιρία και μόνο μία για να

βρεις έναν σύντομο θάνατο. Σχεδόν δε θα καταλάβεις τίποτα. Θα

πας στην κόλαση πριν προλάβεις καν να το σκεφτείς, αν μας πεις

που είναι ο σταυρός. Μόνο μία θυμήσου. ΜΙΑ».

Ο Αλβίν μιλούσε αργά σαν να εξηγούσε κάτι πολύπλοκο σε ένα

μικρό παιδί. Ο αιχμάλωτος χωρίς να διστάζει έφτυσε μια τεράστια

ποσότητα αίματος στο πρόσωπό του και προσπαθούσε και πάλι να

γελάσει. Αυτή τη φορά όμως ήταν λαχανιασμένος από την

ταχυπαλμία καθώς συνειδητοποιούσε ότι μάλλον το τέχνασμά του

να βασιστεί στον πιθανό κώδικα τιμής του Αλβίν απέτυχε οικτρά. Ο

τελευταίος, αφού σηκώθηκε ανέκφραστος, έβγαλε από τη ζώνη το

κυρτό μαχαίρι του και έσκυψε και πάλι προς τον Ντιέ Μαλαντί.

«Νίκησες, με έπεισες πως είσαι ικανός να κάνεις κάποιον να

μιλήσει! Δε με τρομάζεις και πάλι. Ό,τι και να μου κάνεις δεν είναι

τίποτα μπροστά στην τιμωρία του αν προδώσω την αποστολή!

Εμπρός, έλα να με γαργαλήσεις με το παιχνιδάκι σου. ΕΛΑ!»

Ο αιχμάλωτος έφτυνε συνεχώς ποσότητες αίματος και σάλιου

φωνάζοντας, δείχνοντας πως είχε χάσει τελείως την ψυχραιμία του.

«Μίλα όσο έχεις φωνή! ΜΙΛΑ!» Ο Αλβίν άρχισε να τον

γρονθοκοπά δίχως έλεος φωνάζοντας. Ξαφνικά ο αιχμάλωτος

άρχισε να μουγκρίζει από τρόμο γουρλώνοντας τα μάτια του. Στη

θέα του Αλβίν προσπαθούσε με τις τελευταίες δυνάμεις του να

σηκωθεί στα δυο του πόδια.

«Όχι... ΟΧΙ ΟΧΙ!»

«Τι έπαθες κάθαρμα; πες μου που είναι ο σταυρός!»

«Όχι... Άγκ... Άγκαρατ!»

Το βλέμμα του άρχισε να επικεντρώνεται στο κενό δείχνοντας

να μην επικοινωνεί άλλο με αυτά που συνέβαιναν. Στη συνέχεια

άρχισε να χτυπά δυνατά το κεφάλι του στις σιδερένιες μπάρες του

κλουβιού. Ο Αλβίν έτρεξε αμέσως και τον κράτησε από το

ματωμένο του κεφάλι.

186


«Όχι καθίκι δε θα γλιτώσεις τόσο εύκολα, πες μου ποιος είναι

ο Άγκαρατ που είπες; αυτός σε τρομάζει; ΜΙΛΑ!»

«Άγκαρατ...» Ο αιχμάλωτος έπεσε στα χέρια του Αλβίν

αναβλύζοντας αίμα από τα αυτιά και τη μύτη του.

«Όχι κάθαρμα πρέπει να μου πεις και άλλα! ΟΧΙ!»

Μάταια ο Αλβίν προσπάθησε να συνεφέρει τον αιχμάλωτο. Το

ματωμένο νεκρό του σώμα έπεσε σαν ανδρείκελο στο χορτάρι. Ο

Αλβίν θα βγάλει μια δυνατή και άγρια κραυγή κάνοντας την Ντενίζ

να κλείσει και πάλι τα μάτια της. Ήταν περισσότερο κραυγή

απόγνωσης όπως βύθισε το μαχαίρι του με μανία στα σωθικά του

νεκρού και κατακρεουργούσε το σώμα του ουρλιάζοντας. Το

κουδούνισμα και η πίεση στο κεφάλι του επέστρεψαν για μία

ακόμη φορά αλλά ο Αλβίν αδιαφορούσε συνεχίζοντας να σκάβει με

το μαχαίρι του στο νεκρό σώμα του εχθρού. Η Ντενίζ απέστρεψε το

βλέμμα και έγειρε προς το άλογό της. Μετά από λίγο οι κραυγές

σταμάτησαν. Άκουσε τα βήματα του Αλβίν να πλησιάζουν και

γύρισε αντικρίζοντάς τον ματωμένο. Η παλάμη του έσταζε αίμα

δημιουργώντας μια μικρή λίμνη όπως κοντοστάθηκε κοιτώντας τη.

Όταν τελικά την άνοιξε απελευθερώνοντας την τελευταία ποσότητα

αίματος που είχε παγιδευτεί, έδειξε στην Ντενίζ τον σταυρό που

έψαχναν.

«Ελπίζω να μην τον έχεις καταπιεί και εσύ τον δικό σου ε;»

Προσπάθησε να σκουπίσει από πάνω του όσο αίμα ήταν

δυνατό, με ένα κομμάτι πανί. Η Ντενίζ τον κοιτούσε αποσβολωμένη

καθώς δεν περίμενε πως θα αστειευόταν σε αυτές τις συνθήκες.

Τώρα είχαν και πάλι δύο άλογα. Πήγαν ως το προηγούμενο νεκρό

του Αλβίν και πήρε την σέλα του, ασφαλίζοντας σε μία από τις

θήκες τον ματωμένο σταυρό.

«Εμπρός πάμε. Τώρα μας οδηγείς εσύ!»

«Ο τελευταίος σταυρός, σίγουρα είναι πιο εύκολος να

αποκτηθεί!» Του απάντησε εκείνη προσεκτικά.

«Θα δούμε. Τίποτα σε αυτή την ιστορία δεν είναι εύκολο μέχρι

στιγμής».

187


XV.

Αλβίν την περισσότερη ώρα προπορευόταν κάποια

μέτρα με το άλογό του, ενώ η Ντενίζ ακολουθούσε

O

σιωπηλή βυθισμένη στις σκέψεις της. Κάποια

στιγμή σταμάτησε και γύρισε ελαφρώς στο πλάι

κοιτώντας την ενώ εκείνη πλησίαζε με το αργό και

βαριεστημένο βηματισμό της λευκής φοράδας.

Το πρόσωπό του φαινόταν και πάλι καθώς τα ξεραμένα αίματα

έδειχναν να φεύγουν μετά και το πλύσιμο που έκανε βιαστικά σε

μια μεγάλη λακκούβα από νερό, κάποια στιγμή στη διαδρομή τους.

«Πες μου τι σκέφτεσαι;» Η ερώτηση την ξάφνιασε.

«Τι να σκεφτώ; σκέφτομαι ότι μένει μία νύχτα και αύριο το

μεσημέρι θα έχουμε φτάσει στο Κρεσί να πάρουμε τον σταυρό και

μετά τι; δε μου έχεις πει πού ακριβώς είναι το Μονσεγκιούρ. Είπες

είναι στην άλλη άκρη αλλά πώς θα πάμε εκεί; θα παραδοθείς με

τους τρεις σταυρούς ως αντάλλαγμα για την κόρη και τον πατέρα

σου;»

Η Ντενίζ ξεκίνησε να εκφράζει ακατάπαυστα τις ερωτήσεις,

φανερά αγχωμένη.

«Η απάντηση είναι ΝΑΙ, φυσικά και θα παραδοθώ για να τους

σώσω. Δε με νοιάζει τι κακό ετοιμάζουν αυτά τα καθάρματα αν δε

σώσω τους δικούς μου πρώτα. Η Ζιζέλ είναι κάπου φοβισμένη

χωρίς να ξέρει που είναι ο πατέρας της ή... η μητέρα της! Ο δικός

μου πατέρας κινδυνεύει δεύτερη φορά εξαιτίας αυτών των

ανθρώπων. Τότε ήμουν ένα αδύναμο παιδί όμως, αυτή τη φορά δε

θα κάτσω άπραγος. Επίσης, για ποιο λόγο πιστεύεις πως θα σε

πάρω μαζί μου; μιλάμε για πιθανή αποστολή αυτοκτονίας. Εσύ δεν

έχεις καμία δουλειά με όλα αυτά. Ακούς;»

188


Η ένταση και η σκληράδα στη φωνή του Αλβίν την έκανε να

αποστρέψει το βλέμμα της και πάλι, αλλά αυτή τη φορά από λύπη.

«Αν αποφασίσω να μη σου δώσω τον σταυρό;»

Ο Αλβίν σταμάτησε απότομα το άλογό του. Κατέβηκε και την

πλησίασε πεζός. Εκείνη προσπάθησε να δείξει ψύχραιμη αλλά

έτρεμε ολόκληρη. Ο Αλβίν την ακούμπησε μαλακά λίγο πάνω από

το γόνατο ενώ με το άλλο χέρι χάιδεψε τη μουσούδα του αλόγου

της για να ηρεμήσει την ξαφνική του νευρικότητα στην παρουσία

του.

«Σχεδόν με έπεισες για τους λόγους που είσαι ανήσυχη. Είσαι

και δείχνεις γυναίκα που θέλεις την περιπέτεια. Είδα με τα ίδια μου

τα μάτια πόσο εύκολα άφησες το Σαιν Λο για να με ακολουθήσεις.

Είσαι το διάσημο Χέλι που κυνηγούν οι Ντιέ Μαλαντί και

κατασκοπεύουν οι Άγγλοι! Όχι, δεν είσαι σκεπτική για το που θα

πάμε και τι θα απογίνουμε! Άρχισες να ανησυχείς για κάτι άλλο!

Με φοβάσαι... σωστά;»

«Ναι... αυτό που είδα στην κοιλάδα πριν με τρόμαξε. Δεν

εννοώ φυσικά τους Γενοβέζους. Μιλώ για αυτά που έγιναν με τον

αιχμάλωτο!»

Ο Αλβίν τράβηξε απότομα το χέρι του από το πόδι της και πήγε

λίγα βήματα πίσω.

«Ο αιχμάλωτος αυτοκτόνησε... ΤΟ ΕΙΔΕΣ!»

«Εκείνος αυτοκτόνησε, εσύ όμως τι ήσουν έτοιμος να του

κάνεις αν έμενε ζωντανός; έβλεπα το βλέμμα σου! Ήταν το βλέμμα

κάποιου που θα έκανε τα πάντα! Μετά όπως έψαχνες το σώμα του

για τον σταυρό και ούρλιαζες σαν δαιμονισμένος! Σαν άγριο θηρίο

στο κλουβί του. Όλα αυτά ναι, με τρόμαξαν γιατί βλέπω πως όλο

αυτό σε μετατρέπει σταθερά σε κάτι άλλο. Κάτι που σίγουρα δεν

είσαι. Δεν ξέρω αν ευθύνεται ο πόνος σου για όλα αυτά που έχουν

συμβεί ή οι ανεξήγητες δυνάμεις που ίσως σε επηρεάζουν!»

Η Ντενίζ όσο έβγαζε τις περισσότερές της σκέψεις, ο Αλβίν

έδειχνε να ενοχλείται και να σκληραίνει και πάλι τις εκφράσεις του.

189


«Υπάρχει η περίπτωση να ήμουν πάντα αυτό το τέρας που

είδες και τώρα απελευθερώθηκα ξανά. Το σκέφτηκες ποτέ αυτό;

Με ξέρεις πόσο; λίγες μέρες! Ισχυρίζεσαι πως ξέρεις τι πραγματικά

είμαι; έχεις ιδέα τι εγκλήματα έχω κάνει στη ζωή μου και σε τι μέρη

έχω βρεθεί; πώς μπορείς να λες ότι μετατρέπομαι σε κάτι άλλο;

ΑΥΤΟ ΕΙΜΑΙ! Η Μαριέτ, χρόνια ολόκληρα δεν είχε τολμήσει να με

κρίνει για το πόσο ηθικός είμαι ή όχι... αλλά εσύ βρήκες το θράσος

και το κάνεις μετά από λίγες μόνο μέρες;»

«Η γυναίκα σου, ο Θεός να τη συγχωρέσει, δε βρέθηκε ποτέ

στη δυσάρεστη θέση να σε δει με αυτόν τον τρόπο. Η Μαριέτ

έβλεπε μόνο τη φωτεινή σου πλευρά ακόμα και στις δύσκολες

στιγμές. Εσύ μου τα είπες. Εσύ μου είπες πώς περνούσες τα

τελευταία χρόνια! Χρειάστηκε ποτέ να σε δει να πετσοκόβεις ένα

πτώμα για να ψάξεις στα σπλάχνα του ουρλιάζοντας ή να απειλείς

ότι θα το κάνεις με τα μάτια σου να γυαλίζουν περίεργα; νομίζεις

αν εκείνη ήταν εδώ αυτή τη στιγμή αντί για μένα, δε θα σου έλεγε

τα ίδια ακριβώς;»

Το όμορφο χέλι, παρόλο που γνώριζε πως έχει ξεπεράσει τα

όρια για τη δεδομένη συναισθηματική κατάσταση του Αλβίν, δεν

έκανε πίσω στιγμή επιστρατεύοντας όλο της το θάρρος. Εκείνος την

κοίταξε σοβαρά με όλη την ένταση να σχηματίζεται στους

μορφασμούς του. Φάνηκε σαν να ήθελε να πει κάτι ακόμα αλλά

αντί αυτού, ξεφύσησε και γύρισε προς το άλογo. Ανέβηκε γρήγορα

και άρχισε να καλπάζει και πάλι μπροστά.

«Πάμε, όπως είπες σε λίγο φτάνουμε. Αν δεν κάνω λάθος

έχουμε μπει στην Πικαρδία εδώ και κάποιες ώρες».

«Ναι, στην Πικαρδία πρέπει να είμαστε επιτέλους!»

«Σε λίγο θα ξεκουραστείς, υπομονή».

Μόλις σκοτείνιασε, ο Αλβίν σταμάτησε σε ένα μικρό ξέφωτο

που το διέσχιζε ένα ρυάκι με καθαρό νερό και περιτριγυριζόταν

190


από πυκνή βλάστηση. Κάτι που επέτρεπε την ύπαρξη φωτιάς χωρίς

ταυτόχρονα να αποτελούν στόχο από δεκάδες μίλια μακριά. Στη

μέση, έστεκε αγέρωχο ένα δέντρο με πλατύ αλλά λείο κορμό, σαν

να περίμενε τους ταξιδιώτες να γείρουν πάνω του την κουρασμένη

τους πλάτη.

«Επιτέλους θα κατεβούμε ξανά από τα άλογα για να κάτσουμε

σαν άνθρωποι δίπλα δίπλα!»

«Ναι, αυτό μπορεί να γίνει!»

Ο Αλβίν χαμογέλασε και τη βοήθησε να κατέβει παίρνοντάς

την αγκαλιά. Έβγαλε δύο μεγάλες σκληρές κουβέρτες από το δέμα

της σέλας του και λίγο ψωμοτύρι. Ήλεγξε την περιοχή βιαστικά και

άρχισε να μαζεύει κλαδιά και φυλλώματα από τους γύρω θάμνους

και τα ξεραμένα δέντρα για τη φωτιά. Η Ντενίζ στεκόταν στο δέντρο

ακουμπώντας την παλάμη της πάνω στον κορμό του, σαν να

προσπαθούσε να διαβάσει τις εμπειρίες του που σίγουρα ήταν

πολλές. Πριν προλάβει να βυθιστεί στις σκέψεις της, ο Αλβίν

επέστρεψε και ήδη προσπαθούσε να ανάψει φωτιά. Ο

χαρακτηριστικός ήχος των πυρόπετρων που χτυπούν συνεχώς

μεταξύ τους, την επανέφερε.

«Περίμενε να σε βοηθήσω…»

«Δεν πειράζει, έτοιμη η φωτιά. Πάρε μόνο αυτά τα κλαδάκια

και πέτα τα στις φλόγες για να δυναμώσει, όσο εγώ ψάχνω να βρω

κάτι για να κάτσουμε».

Η Ντενίζ πήρε πειθήνια τη δεσμίδα με τα βρεγμένα κλαδιά και

τα πετούσε ένα ένα στη φωτιά προκαλώντας ένα δυνατό συριγμό

από το νερό που εξατμιζόταν όσο οι φλόγες το καταβρόχθιζαν. Ο

Αλβίν επέστρεψε σύντομα και πάλι, κρατώντας δύο μεγάλες πέτρες

που είχαν σχεδόν επίπεδη τη μία τους πλευρά βάζοντάς τες δίπλα

στη φωτιά με πλάτη, τον κορμό του δέντρου.

«Μένουν οι κουβέρτες και θα έχουμε όλες τις ανέσεις λαίδη

Ντενίζ... αλήθεια ποιο είναι το επίθετό σου;»

191


«Ντουζόν... Το επίθετό μου είναι Ντουζόν και να ξέρεις πως

είμαι περισσότερο σκληραγωγημένη από όσο φαίνομαι ξέρεις το

είπες μόνος σου άλλωστε! Είμαι το Χέλι!»

«Αλβίν! Αλβίν Γκαέλ Λοράν... χάρηκα για τη γνωριμία αγαπητό

μου Χέλι. Το ξέρω πως είσαι σκληραγωγημένη αλλά θέλω να είσαι

άνετα».

«Τότε πήγαινε να φέρεις κάτι να φάμε και έλα κοντά μου. Δεν

υπάρχει περίπτωση να φάω το ξερόψωμό σου! Στη σέλα του

αλόγου, έχω καπνιστό χοιρινό από το υπόγειο του πανδοχείου. Μη

με κοιτάς έτσι μεσιέ Άγγλε... νηστική θα έβγαζα όλο το ταξίδι;»

«Ώστε αν και σκληραγωγημένη δεν τρως τυρί και ψωμί ε; Τι

άλλες εκπλήξεις μου έχεις;» Η Ντενίζ χαμογέλασε στο σχόλιο του

Αλβίν.

«Θα δεις...»

Χωρίς να σχολιάσει την τελευταία της φράση, επέστρεψε με το

δείπνο τους και πήρε θέση δίπλα της. Έστρωσαν μια κουβέρτα

κάτω για να προστατευτούν από τα αγριόχορτα και την υγρασία και

την άλλη την άφησαν να σκεπαστούν. Για λίγο δε μιλούσε κανένας

όσο έτρωγαν και κοιτούσαν τις φλόγες. Οι ήχοι που κυριαρχούσαν

εκτός από τα ξύλα που σφύριζαν αποβάλλοντας αφρισμένο νερό,

ήταν το διπλανό ρυάκι που τραγουδούσε απαλά και γαλήνια όπως

κυλούσε, τα τριζόνια και τα φτερωτά αρπακτικά της νύχτας.

«Συγγνώμη για πριν Αλβίν...»

«Ευτυχώς έχουμε φρέσκο νερό δίπλα γιατί δε γλιτώνουμε με

τόσο καπνιστό!» Αδέξια ο ξανθομάλλης άντρας προσπάθησε να

αποφύγει την κατεύθυνση της συζήτησης.

«Συγγνώμη... δεν έπρεπε να σου πω αυτά τα λόγια. Αλλά

ανησυχώ αλήθεια... ξέρω να κρίνω έναν χαρακτήρα πολύ καλά

χωρίς να χρειάζεται να τον ζήσω καιρό. Εσένα σε συμπάθησα από

την πρώτη στιγμή που μπήκες με τον Σιλβάν στο άθλιο πανδοχείο

και μιλήσαμε. Ξέρω ότι κρύβεις πόνο και έχεις περάσει πολλά, αλλά

δεν είσαι αυτό το αιμοσταγές τέρας που είδα. Απλά το ξέρω».

192


Ο Αλβίν χωρίς να απαντήσει, πήρε μια βαθιά ανάσα και

τεντώθηκε για να επαναφέρει ένα κομμάτι ξύλου που παρέκλινε

από τη φωτιά. Εκείνη σηκώθηκε τότε απότομα πετώντας την

κουβέρτα πίσω και προχώρησε προς το ρυάκι. Πριν προλάβει ο

Αλβίν να της πει να μην απομακρυνθεί, επέστρεψε κρατώντας ένα

βρεγμένο κομμάτι υφάσματος που έμοιαζε με μέρος από το

πουκάμισό της.

«Βγάλε τα ρούχα σου...» Η ερώτηση τον ξάφνιασε και της

χαμογέλασε συγκρατημένα.

«Δε θέλεις να φάμε πρώτα;»

«Να σε καθαρίσω θέλω αστείε πολεμιστή! Δεν μπορώ να

βλέπω άλλο αυτές τις κηλίδες αίματος που έχεις ακόμα πάνω σου!»

«Εντάξει λοιπόν όπως θέλεις». Ο Αλβίν σηκώθηκε και αυτός

βγάζοντας το κουραστικό κόκκινο γιλέκο και στη συνέχεια το

ματωμένο πουκάμισό του, επιδεικνύοντας ένα βασανισμένο από

ουλές, αλλά μυώδες σώμα. Η Ντενίζ του έγνεψε να καθίσει και πάλι

δίπλα της αρχίζοντας να τον καθαρίζει με το βρεγμένο ύφασμα

σιγά σιγά ξεκινώντας από το μέτωπό του.

«Δε... θέλω να πεθάνω. Κανείς δε θέλει φαντάζομαι. Κανείς

που να έχει τα μυαλά του στη θέση τους. Αλλά δε θέλω... να

πεθάνεις ούτε εσύ. Το ξέρω πως θα κάνεις τα πάντα να σώσεις τους

δικούς σου αλλά αρνούμαι. Απλά αρνούμαι να οδηγηθείς έτσι στο

τέλος σου και μάλιστα εγώ να σε βοηθήσω σε αυτό!»

«Να φας και άλλο μόλις τελειώσεις ε; πεινούσες πριν!»

«Ναι πεινούσα, τώρα θέλω να μάθω τι σκέφτεσαι σε

παρακαλώ».

«Άνθρωποι σαν εμένα... δεν έχουν καλό τέλος και αργά ή

γρήγορα αυτό το τέλος θα έρθει. Όσο και αν προσπαθείς να

ξεφύγεις από τον τρόπο ζωής που σε στιγμάτισε, αυτό το στίγμα

πάντα θα βρίσκεται μέσα σου. Καμία μετάνοια και καμία θεϊκή

δύναμη δεν μπορεί να στο βγάλει και να σε θεραπεύσει. Θα

βρίσκεται πάντα εκεί σαν δηλητήριο στις φλέβες σου και θα κυλά

παντού. Θα ξεκινά και θα καταλήγει στην καρδιά σου. Αν δε σε βρει

193


το τέλος έγκαιρα, αργά και σταθερά θα παρακαλάς να είχε γίνει

γιατί οι τύψεις σου, θα σε οδηγούν εκεί από μόνες τους. Οπότε,

είμαι καταδικασμένη ψυχή και δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο

τέλος από το να προσπαθήσω να σώσω την κόρη και τον πατέρα

μου. Τουλάχιστον, τότε θα δώσω αξία στον θάνατό μου».

«Αίσχος. Δεν ισχύει τίποτα από αυτά που είπες σαν ποιητής

του σκότους. Είναι δυνατόν να το πιστεύεις αυτό; Η ζωή είναι

πάντα γεμάτη με δεύτερες ευκαιρίες αρκεί να τις εκμεταλλεύεσαι.

Ο θάνατος όμως είναι γεμάτος με... με τίποτα ή με φωτιές και

βασανιστήρια αν πας στην κόλαση. Οπότε κανείς δεν είναι

καταδικασμένος μέχρι να πεθάνει».

«Αν πας στον Παράδεισο;» ο Αλβίν μπόρεσε και χώρεσε

σαρκασμό στη συζήτηση χωρίς ωστόσο να τον συνοδέψει από

χαμόγελο.

«Γεμάτο σάλπιγγες και σύννεφα τότε! Καταλαβαίνεις τι εννοώ

μην υπεκφεύγεις! Πώς θα σώσεις την οικογένειά σου αν πεθάνεις

Αλβίν; Θα τη σώσεις μόνο αν την ελευθερώσεις και τιμωρήσεις

αυτά τα καθάρματα. Αν πολεμήσεις και νικήσεις αυτόν τον διάβολο

που σε στοιχειώνει».

«Γιατί νομίζεις ότι θέλω να πράξω διαφορετικά; εγώ αυτό που

είπες θέλω να κάνω».

«Τότε γιατί είπες αυτά τα λόγια σαν να αποχαιρετάς εμένα και

τα πάντα;»

«Για να σου πω πως άδικα ανησυχείς για την ψυχή και την

υγεία μου. Είμαι αυτός που είμαι και αν με ακολουθήσεις, πολύ

φοβάμαι θα πάθεις κακό και αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που

θέλω».

Η Ντενίζ άρχιζε να βουρκώνει τα μάτια της τρίβοντας μια

τελευταία ξερή κηλίδα αίματος από το στήθος του Αλβίν και

προσπάθησε να πολεμήσει τη συναισθηματική της φόρτιση.

«Ααα ώστε το θέλεις ε; έστω και τελευταίο!» Έχοντας ακόμα

υγρά τα μάτια της, χαμογέλασε με σκανδαλιάρικο ύφος που έκανε

τον Αλβίν να ξεφυσήσει για μία ακόμη φορά. Μία στιγμή έδωσε

194


στον εαυτό του ακόμα. Μία στιγμή ήταν αρκετή για να μετουσιώσει

σε πράξη αυτό που ποθούσε ίσως από την πρώτη στιγμή στο Σαιν

Λο.

Την αγκάλιασε και τη φίλησε τρυφερά, πρώτα στα μαλλιά της,

ύστερα στο μέτωπό της και μετά τα χείλη του κατέληξαν να

αγγίζουν τα δικά της. Στην αρχή σαν να προσπαθούσε να δώσει

πνοή σε κάτι υπερβολικά εύθραυστο. Σαν να γευόταν τη στιγμή

σταματώντας τον χρόνο. Ο χρόνος αυτός θα ξεκινούσε και πάλι

όταν εκείνη απαντήσει, χαϊδεύοντάς τον στα ξανθά του μαλλιά. Με

αυτόν τον τρόπο, του έδωσε το έναυσμα να συνεχίσει να τη φιλά

σαν να πρόκειται να καταστραφεί ο κόσμος μετά από λίγες στιγμές.

Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι χωρίς να το καταλάβουν

συνεχίζοντας να ανταλλάσσουν παθιασμένα φιλιά.

Τα μικρά ξύλα στη φωτιά συνέχιζαν να σφυρίζουν ενώ οι δύο

εραστές φιλούσαν ο ένας τον άλλον με μανία. Άρχισαν να

ακούγονται τα πρώτα βογγητά ηδονής που έβγαιναν αβίαστα από

το στόμα και των δύο. Ο Αλβίν τότε βοήθησε την Ντενίζ να

απαλλαχτεί από την πράσινη κάπα και με μαλακές κινήσεις

κατέβασε το χοντρό ύφασμα από κάτω αποκαλύπτοντας τα στήθη

της. Η Ντενίζ μετά από λίγες στιγμές που ο Αλβίν αφαίρεσε κάθε

ύφασμα που κάλυπτε το καλλίγραμμό της σώμα, ήταν ολόγυμνη.

Το δέρμα του κορμιού της είχε πάρει ένα χρυσοκόκκινο χρώμα

λόγω της φωτιάς που έλουζε με το ζεστό φως της και τους δύο, ενώ

το ολόγιομο φεγγάρι από πάνω τους, συνέχιζε να πολεμά με

δυσκολία το παχύ σκοτάδι των γύρω περιοχών. Ο ξανθομάλλης

άντρας τότε έβγαλε το σκληρόπετσο παντελόνι και τις μπότες και

έμεινε και αυτός γυμνός μπροστά της. Αυτή τον επιβράβευσε με

ένα χαμόγελο που του επιβεβαίωσε την αρχική του εντύπωση για

εκείνη. Ήταν κάτι αλλόκοτο, κάτι μαγικό.

Τραβήχτηκε για λίγο πίσω και έμεινε να θαυμάζει τη γυμνή

γυναίκα. Τις τέλειες καμπύλες της, τις τέλειες ατέλειές της. Το

πρόσωπό της που τον κοιτούσε πονηρά και λάγνα, αλλά

ταυτόχρονα γλυκά και αθώα. Ένιωθε τύψεις που οι μνήμες της

195


νεκρής Μαριέτ ήταν νωπές σαν φρέσκια πληγή που αναβλύζει

ζεστό αίμα και δεν μπορεί κανένας να τη ράψει εύκολα. Τύψεις που

η κόρη του κινδύνευε και τύψεις μέχρι και για τον Σιλβάν τον

χαρούμενο τροβαδούρο. Αλλά αυτό που έκανε η Ντενίζ στο μυαλό

και στην καρδιά του, τα έδιωξε όλα όπως ένας αναμμένος δαυλός

διώχνει νηστικά και καχεκτικά θηρία της νύχτας, που τολμούν να

βγουν από τις σκιές. Η Ντενίζ ήταν αυτή η φωτιά και αυτός έπρεπε

να καεί μέσα της μέχρι να γίνει στάχτη.

Εκείνες τις στιγμές τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Ο ένας

αφέθηκε στην ηδονή που του προκαλούσε ο άλλος. Τα βογγητά

έδωσαν τη θέση τους σε κραυγές που έσχιζαν τη νύχτα αψηφώντας

με περίσσια αδιαφορία και αφέλεια τον κίνδυνο. Τα τρυφερά φιλιά

και τα αιθέρια αγγίγματα στο δέρμα της Ντενίζ, σαν εκείνος να

φοβόταν πως θα της καταστρέψει το δέρμα, σαν να μεταχειριζόταν

ένα σπάνιο και πανάκριβο ύφασμα, ένα βρέφος που είχε γεννηθεί

πρόωρα, έδωσαν τη θέση τους σε κάτι πρωτόγονο και ζωώδες. Τη

στιγμή που το μυαλό θολώνει και δύο άνθρωποι θα

συμπεριφερθούν σαν να έχει καταργηθεί απότομα η σκέψη και η

ανθρώπινη κρίση. Ο Αλβίν θα την αρπάξει από τον λαιμό και μετά

θα την πάρει αγκαλιά σηκώνοντάς τη σαν ένα πούπουλο

περιστεριού, μόνο για να την τοποθετήσει με την πλάτη της στον

λείο κορμό του δέντρου δίπλα τους, όπως ένας κυνηγός τοποθετεί

το μακάβριο τρόπαιό του στον τοίχο. Η Ντενίζ κραύγαζε τώρα

συνεχώς όσο ο Αλβίν τη σφυροκοπούσε αλύπητα κάνοντας τους

τρυφερούς μηρούς της να διαμαρτύρονται έντονα και ηχηρά. Από

τα μπράτσα του σύντομα άρχισα να κυλούν ρυάκια αίματος καθώς

εκείνη του βύθισε τα νύχια της στην ταλαιπωρημένη του σάρκα,

μην μπορώντας άλλο να αντέξει τη διέγερση σε όλο της το κορμί,

αλλά εκείνος δεν έδειχνε το παραμικρό σημάδι ενόχλησης.

Η σαρκική τους ένωση θα διαρκούσε λίγο ακόμα όταν η Ντενίζ

θα περάσει στην αντεπίθεση ρίχνοντας το βάρος της πάνω του.

Έπεσαν αγκαλιασμένοι προς τα πίσω προκαλώντας έναν υπόκωφο

θόρυβο στην κουβέρτα. Η ετοιμοθάνατη φωτιά τρεμόπαιξε για λίγο

196


τις αδύναμες φλόγες της από τον αέρα που προκάλεσε η πτώση

τους. Η Ντενίζ τώρα λικνιζόταν με μανία πάνω του και μόλις ο Αλβίν

άρχισε να ξεφυσάει δυνατά βογκώντας από ευχαρίστηση, έσκυψε

και τον αγκάλιασε φιλώντας τον στο στόμα, πνίγοντας έτσι τις

τελευταίες φωνές του.

Η φωτιά τώρα πια έσβηνε αλλά ο Αλβίν και η Ντενίζ ήταν

ξάπλα, ιδρωμένοι και αμίλητοι. Ακόμα και να χιόνιζε, οι δύο τους

θα νόμιζαν πως βρίσκονταν μέσα στη φωτιά της κόλασης. Όμως,

έπρεπε να συνέλθει σύντομα. Έπρεπε να ξαγρυπνήσει για να

μπορέσει η όμορφη σύντροφός του να κοιμηθεί με ασφάλεια. Οι

φασαρία και ο ηδονικός θόρυβος που προκάλεσαν λίγο πριν,

τάραξαν την ησυχία της νύχτας. Ίσως, έφτασαν και στα αυτιά

εχθρών κάθε είδους. Έπρεπε να αφήσει την αγκαλιά της όσο και αν

αυτό φάνταζε ακατόρθωτο. Έπρεπε να σηκωθεί, να ντυθεί και να

ελέγξει την περιοχή. Έπρεπε, αλλά βυθίστηκε στον ύπνο μαζί της.

Ο ύπνος του ήταν βαθύς, γεμάτος σκέψεις και συναισθήματα

που περίμεναν μάταια να μπουν σε μια τάξη τη μοναδική στιγμή

μετά από καιρό που άφησε το σώμα και το μυαλό του, πραγματικά

να ξεκουραστούν. Εκείνη τη νύχτα δεν ονειρεύτηκε τον άθλιο γέρο

ούτε είδε κάποιον εφιάλτη. Ήταν ήρεμος. Κρατούσε σφιχτά την

Ντενίζ η οποία είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του χωρίς να κάνει τον

παραμικρό θόρυβο. Κοιμόταν γαλήνια. Η μικρή φωτιά τους είχε

αποχαιρετήσει ώρες πριν αλλά οι δύο εραστές ήταν ακόμη ζεστοί.

Ο Αλβίν τότε άνοιξε τα μάτια του ενώ οι ακτίνες του ηλίου

περνούσαν από τα πυκνά φυλλώματα του διπλανού δάσους. Έριξε

μια γρήγορη ματιά γύρω του και αμέσως μετά έστριψε το κεφάλι

του στην Ντενίζ η οποία ήταν ακόμα στην αγκαλιά του. Ξημέρωσε

για τα καλά. Ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά και ο Αλβίν έπρεπε να αφήσει

την ονειρεμένη νύχτα οριστικά πίσω του.

197


Δεν ήταν μόνο οι Ντιέ Μαλαντί. Το Κρεσί μπορεί να ήταν στον

δρόμο των Άγγλων μετά την πτώση της Καν. Ξαφνικά, όπως άφηνε

με βαριά καρδιά την Ντενίζ από την αγκαλιά του και τράβηξε

απότομα την κουβέρτα για να σηκωθεί, αισθάνθηκε στην παλάμη

του κάτι κολλώδες και γνώριμο. Έστριψε την παλάμη προς το μέρος

του για να διαπιστώσει πως ήταν κατακόκκινη όπως άλλωστε και η

μισή κουβέρτα. Η απεχθής μυρωδιά του αίματος έφτασε ήδη στα

ρουθούνια του και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από αγωνία.

Από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του ήταν όταν έπιασε την

Ντενίζ από τον ώμο και προσπάθησε να τη γυρίσει. Τινάχτηκε

κατευθείαν πίσω με φρίκη καθώς ήταν λουσμένη στο αίμα. Ο

λαιμός της κομμένος, η ζωή της είχε χαθεί.

«ΟΧΙ!»

Ο Αλβίν σχεδόν κλαψούριζε αρχικά μέχρι που άρχισε να

φωνάζει με θυμό.

«ΟΧΙ ΟΧΙ ΚΑΙ ΑΥΤΗ... όχι αυτή... ΟΧΙ!»

«Αλβίν! Έρχονται οι Άγγλοι!»

Μια φωνή ακούστηκε πίσω του διακόπτοντας τον θρήνο και το

οργισμένο του παραλήρημα. Έντονη δυσωδία κυριάρχησε παντού.

Θειάφι και στάχτη. Έστριψε το κεφάλι του με αργές κινήσεις και

είδε τον γέρο να κάθεται σχεδόν δίπλα του. Ο Αλβίν ήταν τόσο

θυμωμένος και πληγωμένος εκείνη τη στιγμή που ήταν έτοιμος να

του ορμήσει. Ο γέρος τον πρόλαβε και ακούμπησε το βρόμικο και

αποκρουστικό του χέρι στο μέτωπό του.

«ΞΥΠΝΑ!»

198


XVI.

νιωσε δυνατή λάμψη πέφτοντας προς τα πίσω και

έκλεισε ασυναίσθητα τα μάτια του. Μόλις τα άνοιξε

E

και πάλι, ο ήλιος έπαψε να βρίσκεται ψηλά. Ήταν

ακόμη κρυμμένος στον ορίζοντα πετώντας δειλά

δειλά τις ακτίνες του οι οποίες με τα βίας

ξεπερνούσαν τα πυκνά φυλλώματα των γύρω

δασών. Ήταν ξαπλωμένος ακόμα με την Ντενίζ στην αγκαλιά του.

Το σώμα της ήταν ζεστό και υπήρχε κίνηση στο στήθος της.

Ανέπνεε. Ζούσε.

Πριν προλάβει να ουρλιάσει από χαρά, άκουσε ομιλίες αρκετά

κοντά. Πολλοί άντρες πλησίαζαν κάνοντας θόρυβο όπως βάδιζαν με

τις πανοπλίες και τα άλογά τους. Μερικοί γελούσαν, άλλοι

βλαστημούσαν και πλέον το κόκκινο ύφασμα των στολών τους

ξεχώριζε όποτε περνούσαν από τα μικρά ανοίγματα της βλάστησης.

Ο Αλβίν δεν ξόδεψε περισσότερο χρόνο και ξύπνησε την Ντενίζ. Η

στρατιωτική πομπή των Άγγλων, αν έβρισκε στον δρόμο της ένα

γυμνό αντρόγυνο με μια ματωμένη και βρόμικη αγγλική στολή, τα

γεγονότα θα περιπλέκονταν σοβαρά. Πιθανόν, να κρεμούσαν για

λιποτάκτη τον Αλβίν και να διεκδικούσαν την Ντενίζ ως λάφυρο

πολέμου, πριν εκείνος προλάβει να βρει κάποιον που να γνωρίζει

ανάγνωση για να του παραδώσει την άδεια του κόμη.

«Ντενίζ! ξύπνα... ξύπνα τώρα Ντενίζ μου! Πρέπει να φύγουμε».

Η γυμνή καλλονή άνοιξε με δυσκολία τα μάτια της και κοίταξε

προβληματισμένη τον Αλβίν. Της χαμογελούσε αλλά με τρόπο που

πρόδιδε την ύπαρξη ανησυχίας. Σαν να λυπόταν που την ξυπνούσε.

Σαν να ήθελε να την αφήσει να ξεκουραστεί για όλη την επόμενη

199


μέρα χαζεύοντάς τη. Ποτέ του άλλωστε δεν ήταν καλός στο να

κρύβει τα συναισθήματά του.

«Τι... συμβαίνει; τι έπαθες;»

«Πρέπει να φύγουμε αμέσως... να κρυφτούμε!»

Ο ξανθομάλλης πολεμιστής, της έγνεψε χαρακτηριστικά να

μιλά πιο σιγά και τη βοήθησε να σηκωθεί τυλίγοντάς τη με την

κουβέρτα για να μην κρυώνει από τη δροσιά της αυγής. Εκείνη

πρόθυμη, ακολούθησε τις προθέσεις του και με γρήγορες κινήσεις

φόρεσαν τα ρούχα τους και κατευθύνθηκαν προς τα άλογα τη

στιγμή που η αγγλική πομπή συνέχιζε να διασχίζει τον δρόμο πέρα

από το μικρό δασάκι. Ο Αλβίν ευχαρίστησε την τύχη που οι Άγγλοι

με την οχλαγωγία των αλόγων τους, κάλυπταν τα χλιμιντρίσματα

των δικών τους που διαμαρτύρονταν από την ξαφνική διατάραξη

της ησυχίας. Ανέβηκαν στις σέλες τους και με ελαφριές κινήσεις

κάλπασαν για λίγο αντίθετα με την πομπή, παίρνοντας απόσταση

ασφαλείας πίσω από τα δέντρα αλλά έχοντας οπτική επαφή σε όλη

την κοιλάδα προς το χωριό.

«Πάνε κατευθείαν στο Κρεσί από ό,τι φαίνεται. Ακολούθησαν

τον ποταμό...» Ο Αλβίν ψιθύρισε στην Ντενίζ σκύβοντας το κορμί

του προς το μέρος της.

«Τι δουλειά έχει ο Αγγλικός στρατός στο κωλοχώρι αυτό; τώρα

βρήκαν;»

Ο Αλβίν χαμογέλασε με τον τρόπο που εκδήλωσε η Ντενίζ την

παρατήρησή της. Τεντώθηκε και τη χάϊδεψε τρυφερά στο πίσω

μέρος του κεφαλιού της.

«Έχεις δίκιο, δεν έχει πολύ νόημα αλλά το Κρεσί βρίσκεται

στην καρδιά της Πικαρδίας και μοιραία στην πορεία τους. Ο

στρατός του Φιλίπ σίγουρα βρίσκεται κοντά. Αρκετά τους άφησε

ανενόχλητους να κάνουν ό,τι θέλουν! Ελπίζω…»

«Με αυτή την ιστορία ξεχάσαμε πως μαίνεται πόλεμος στο

βασίλειό μας!»

«Όλα μου φαίνονται ασήμαντα τώρα πια και…!»

200


«Τι κάνουμε τώρα; Οι Άγγλοι ήδη άρχισαν να πλησιάζουν στο

χωριό!»

Η Ντενίζ τον διέκοψε παρόλο που έγνεψε καταφατικά στις

σκέψεις του.

«Τώρα... περιμένουμε να φύγουν όλοι από εδώ και θα

κινηθούμε προσεκτικά ακολουθώντας τους!»

«Αν μας πιάσουν;»

«Τουλάχιστον τώρα θα είμαστε ντυμένοι».

Ο Αλβίν γέλασε αναγκάζοντάς τη να του πετάξει το φλασκί με

το νερό που έπινε.

Το σοβαρό της ύφος τον ανάγκασε να σταματήσει το γέλιο και

να τεντωθεί για να πιάσει το χέρι της.

«Δε θα σε αφήσω να πάθεις ποτέ κακό το ξέρεις έτσι;»

«Το ξέρω... το ξέρω...» Του χαμογέλασε αλλά το χαμόγελό της

υποδήλωνε μπόλικη ανησυχία. Ο Αλβίν έβγαλε τσαλακωμένο κάτω

από τη σέλα, το γράμμα του κόμη του Γουόργουικ.

«Θυμάσαι που το έχω... να το ξέρεις σε περίπτωση που πάθω

κάτι να το πάρεις. Θα κερδίσεις στη χειρότερη περίπτωση χρόνο αν

πέσεις στα χέρια των Άγγλων και αν είσαι τυχερή, θα μιλήσεις με

τον κόμη του Γουόργουικ! Αλλά μη σε νοιάζει δεν πρόκειται να

πάθω τίποτα. Δε με νοιάζουν οι δυνάμεις που έχουμε να

αντιμετωπίσουμε και ολόκληρος ο Αγγλικός στρατός! Θα σε

προστατέψω!»

«Μεσιέ Άγγλε, θα δεχθώ την προστασία σας, με τιμά! Ελπίζω

να μην πάθετε τίποτα όμως!» Του χαμογέλασε συγκρατημένα.

Εκείνος τότε επανέφερε στη συζήτηση το σχέδιό τους.

«Η στρατιά του Έντουαρντ προχωρά αργά. Πιστεύεις ότι

μπορούμε να τρέξουμε πριν από αυτούς να ανακτήσουμε τον

σταυρό; πού είναι ακριβώς; τον έχεις θάψει κάπου; είναι μέσα στο

χωριό;»

«Στο τζάκι του “Αγριογούρουνου”!»

Στις τελευταίες λέξεις της ο Αλβίν γούρλωσε τα μάτια και πήγε

να γελάσει αλλά προβληματίστηκε περισσότερο.

201


«Έκρυψες τον σταυρό στο αρχοντικό του Ντε Μπρισάκ;

αλήθεια;»

«Όταν ήρθα εδώ, επισκέφτηκα τον κόμη για να του ζητήσω

βοήθεια... είναι υπεύθυνος της περιοχής άλλωστε».

«Βοήθεια γιατί; εννοώ τι δικαιολογία του είπες; σε κυνηγούν

να σε σκοτώσουν για έναν μικρό σταυρό;»

«Σταμάτα να γελάς... του είπα απλά ότι θέλω να μείνω κάπου

με ασφάλεια».

«Ντενίζ, αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο αχρείος, δεν κάνει ποτέ

κάτι χωρίς αντάλλαγμα. Κρίνοντας από το γεγονός πως μια όμορφη

γυναίκα του ζήτησε βοήθεια...»

«Σημασία έχει πως κατάφερα να τον αποφύγω και φεύγοντας

έκρυψα στο τζάκι του τον σταυρό. Ήξερα πως είχε τεράστια αξία

όπως επίσης ήξερα πως θα μου κόστιζε τη ζωή μου αν συνέχιζα να

τον κουβαλώ. Δε σκέφτηκα πολύ καθαρά... λυπάμαι».

«Οι Ντιέ Μαλαντί ακολούθησαν τα ίχνη σου μετά από καιρό

και πυροδότησαν όλα αυτά τα γεγονότα μέχρι τώρα. Θα αρχίσω να

πιστεύω στο πεπρωμένο... το προκαθορισμένο πεπρωμένο από

υψηλές δυνάμεις και όχι πάντα θεϊκές».

«Λυπάμαι Αλβίν ειλικρινά, μακάρι να κρατούσα εγώ τον

σταυρό... μακάρι να τον είχα αφήσει στον ηλίθιο τον Φρεντερίκ…

να μην...» Ο Αλβίν τεντώθηκε ξανά να τη χαϊδέψει στο μάγουλο

σκουπίζοντάς της τα δάκρυα.

«Αν εγώ δεν είχα αρπάξει το μπαούλο με τον θησαυρό των

Ντιέ Μαλαντί που περιείχε τους σταυρούς... δε θα είχε γίνει τίποτα

από όλα αυτά! Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα να το

σκεφτόμαστε τώρα!»

«Τι κάνουμε; μήπως να φύγουμε από εδώ;» Η Ντενίζ

προβλημάτισε τον Αλβίν.

«Να φύγουμε; Πάμε στο αρχοντικό του Ντε Μπρισάκ να

πάρουμε τον σταυρό πριν φτάσει όλος ο στρατός του Έντουαρντ!

Μετά πάμε Νότια και σκοτώνουμε όλα τα καθάρματα... ΟΛΟΥΣ!

Σώζουμε τη Ζιζέλ και τον πατέρα μου... ξέχασες το σχέδιό μας;»

202


«Το σχέδιό... μας; Τελικά, θα με πάρεις μαζί σου;»

«Δεν μπορώ να σε αφήσω! Δε θα σε αφήσω ποτέ!»

Με χαμόγελο και σιγουριά ο Αλβίν πήγε να την αγκαλιάσει

αλλά εκείνη προς έκπληξή του, τραβήχτηκε. Έκανε μερικά βήματα

προς τα πίσω με το άλογό της και τα μάτια της άρχισαν να

βουρκώνουν.

«Σε παρακαλώ... πάμε να φύγουμε δε θέλω να πάθεις τίποτα!»

«Μα τι έχεις πάθει; τι φοβάσαι;»

«Στο αρχοντικό εκείνου του ηλίθιου... μπορεί να έχει άντρες

που μας περιμένουν! Μπορεί να...»

«Άκουσέ με, δεν μπορώ να κάνω πίσω τώρα. Τα έχω βάλει

μέχρι και με δαίμονες δε θα φοβηθώ μια δειλή μοσχαροκεφαλή.

Πάμε γρήγορα πριν δυσκολέψει και άλλο η κατάσταση».

Αυτή τη φορά η Ντενίζ θα κουνήσει το κεφάλι της καταφατικά,

παραμένοντας όμως αγχωμένη. Τον ακολούθησε πειθήνια χωρίς να

μιλά όσο κάλπαζαν παράλληλα με τον στρατό. Από μακριά, πέρα

από το δάσος φαινόταν ο μικρός λόφος του σπιτιού του Αλβίν. Του

έριξε μια σύντομη ματιά, πήρε σύντομα την έκφραση της

νοσταλγίας και της θλίψης και γύρισε το βλέμμα του στην Ντενίζ η

οποία κατάλαβε τις σκέψεις του και δεν πρόσθεσε κάτι.

Έφτασαν στο χωριό και πέρασαν από το πανδοχείο του Ντιντιέ

που μόνο έρημο δεν έδειχνε. Ο κόσμος προφανώς γνώριζε την

πορεία των Άγγλων αν μπορούσαν να κρίνουν από τις σκιές που

φαίνονταν από τα τζάμια και το έντονο βουητό ομιλιών στο

εσωτερικό του. Αν αναγνώρισαν οι κάτοικοι τον Αλβίν μόλις εκείνος

πέρασε μπροστά από το πανδοχείο, δε θα το μάθει ποτέ. Παρά

ήταν φοβισμένοι για να πάρει κάποιος την πρωτοβουλία να αφήσει

τον όχλο.

Η αίσθηση της ασφάλειας του όχλου. Λες και δε σκοτώνονταν

μαζικά οι άνθρωποι στις μάχες. Λες και αυτοί οι ηλίθιοι, θα

γλίτωναν από τη μανία των εγκληματιών του Έντουαρντ, μόνο και

μόνο επειδή βρίσκονταν όλοι συγκεντρωμένοι σε ένα μέρος.

«Τι σκέφτεσαι;»

203


«Σκεφτόμουν πως ο Ντε Μπρισάκ άφησε τον κόσμο

απροστάτευτο και σίγουρα κάθεται κρυμμένος στο αρχοντικό του.

Πού να ήξερε όμως...»

Η Ντενίζ χαμογέλασε αλλά πάγωσε αμέσως το ύφος της και

αύξησε τον ρυθμό του αλόγου της αναγκάζοντάς τον να την

ακολουθήσει χωρίς να σχολιάσει κάτι. Δεν τους πήρε ώρα με την

ταχύτητα που ανέπτυξαν να ανέβουν έναν άλλο λόφο που δέσποζε

πέρα από την ανατολική πλευρά του χωριού. Κόντευαν τώρα να

φτάσουν στην είσοδο του αρχοντικού. Ήταν ένα αρκετά μεγάλο

οικοδόμημα από πέτρα με δύο πατώματα και σιδερένιο φράχτη

γύρω του. Ξαφνικά, η Ντενίζ σταμάτησε και γύρισε το άλογό της

προς τον Αλβίν.

«Αλβίν... σε παρακαλώ! Πάμε κατευθείαν στο Μονσεγκιούρ,

θα σκεφτούμε κάτι για τον τρίτο σταυρό!»

«Ειλικρινά πες μου τι έχεις πάθει; Φτάσαμε! Είμαστε εδώ!»

«Αλβίν... δεν μπορείς να μπεις στο αρχοντικό...»

Ο Αλβίν κατέβηκε τότε αμέσως από το άλογό του. Τα μάγουλά

του κινούνταν επειδή έσφιγγε ακούσια τα σαγόνια του. Έκανε

μερικά βήματα πέρα δώθε νευρικά, ενώ η Ντενίζ βούρκωσε ξανά.

Ύστερα ο ξανθομάλλης άντρας κινήθηκε γοργά εναντίον της και

εκείνη πάγωσε στο άλογό της. Με το δεξί του χέρι την άρπαξε από

την πράσινη κάπα ρίχνοντάς την κάτω και με το αριστερό έβαλε το

κυρτό του μαχαίρι στο λαιμό της.

«ΜΟΥ ΕΣΤΗΣΕΣ ΠΑΓΙΔΑ Ε; ΛΕΓΕ!» Ο Αλβίν πλέον ήταν έξω

φρενών τόσο πολύ, που η Ντενίζ έκλαιγε με λυγμούς και έντονο

φόβο στα μάτια της.

«ΣΥΓΓΝΩΜΗ... συγγνώμη! Δεν ήξερα!»

«ΔΕΝ ΗΞΕΡΕΣ ΤΙ; ΔΕΝ ΗΞΕΡΕΣ ΤΙ;» Ο Αλβίν είχε κοκκινίσει τόσο

πολύ που μερικά αγγεία από τα πράσινά του μάτια άρχισαν να

σπάνε κάνοντάς τον ακόμα πιο τρομακτικό.

«Με... βρήκαν τελικά οι Ντιέ Μαλαντί στο Σαιν Λο λίγο πριν

έρθετε με τον Σιλβάν και με ανάγκασαν... να τους τα πω όλα! Μου

είπαν ότι αν έρθει ένας ξανθός πολεμιστής με το όνομα Γκαέλ ή

204


Αλβίν και με αναζητά, εμένα ή τους σταυρούς, να τον οδηγήσω εκεί

που έκρυψα τον δικό μου τίποτα άλλο. Μετά... θα με άφηναν για

πάντα ήσυχη!»

«Όλα ψέματα δηλαδή ε; ΟΛΑ ΨΕΜΑΤΑ! Η ευκαιρία να φύγεις

από το Σαιν Λο, η περιπέτεια, η... χθεσινή βραδιά; ΟΛΑ!»

«Όχι... όχι στο ορκίζομαι! Δεν ήξερα πως θα ένιωθα για σένα.

Προσπαθούσα να βρω το κουράγιο να στο πω από τη μέση της

διαδρομής αλλά φοβόμουν την αντίδρασή σου... πρέπει να με

πιστέψεις. Στο είπα τώρα πριν μπεις!»

«Εκμεταλλεύτηκες την κατάσταση μου... πρόδωσα τη μνήμη

της Μαριέτ τόσο… νωρίς... παραδόθηκα σ’ εσένα... ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑ!»

«Και εγώ σ’ εσένα! Ήταν όλα αλήθεια ΠΙΣΤΕΨΕ ΜΕ!»

«ΣΚΑΣΕ! Όχι άλλα ψέματα...»

Ο Αλβίν άφησε το μαχαίρι να του πέσει και με τα δύο του

χέρια έπιασε τον λαιμό της και τον έσφιγγε. Η Ντενίζ με τα δικά της

προσπαθούσε να αποσοβήσει το μοιραίο νιώθοντας τον αέρα να

τελειώνει και τη ζωή να φεύγει όπως οι φλέβες των κροτάφων της

διογκώνονταν από την πίεση. Τότε ο Αλβίν άρχισε να αισθάνεται

τον έντονο πόνο στο κεφάλι του συνοδευόμενο από το

διαπεραστικό μεταλλικό ήχο.

Μία κραυγή που θα λύγιζε και τον πιο σκληρό και αμείλικτο

άνθρωπο, έσχισε τους ουρανούς και αντήχησε στην κοιλάδα του

Κρεσί. Η Ντενίζ ανέπνεε ξανά και ο Αλβίν μετά το ξέσπασμα

σηκώθηκε όρθιος. Έκανε δύο βήματα πίσω και τελικά έπεσε στα

γόνατά του. Έκλαιγε. Έκλαιγε με λυγμούς και κάθε τόσο άφηνε ξανά

δυνατά ουρλιαχτά. Η Ντενίζ, παρόλο που έκανε τελευταία στιγμή

μεταβολή από το κατώφλι του θανάτου, σηκώθηκε ζαλισμένη. Με

περίσσια γενναιότητα, προσπάθησε να παρηγορήσει τον

συντετριμμένο πολεμιστή επιχειρώντας να τον σηκώσει από τη

στάση απελπισίας όπου βρισκόταν.

«Μη! Μείνε μακριά μου... κινδυνεύεις!» Συνεχίζοντας να

κλαίει ο Αλβίν έσπρωξε την όμορφη γυναίκα και σηκώθηκε μόνος

του.

205


«Συγγνώμη Αλβίν! Στο ορκίζομαι στη ζωή μου πως δεν ήταν

τίποτα ψέματα». Τώρα έκλαιγε και η Ντενίζ ξανά αλλά ο Αλβίν την

αγνόησε. Ανέβηκε στο άλογό του και άρχισε να καλπάζει προς το

αρχοντικό σαν τρελός.

Μετά από λίγα λεπτά έφτασε στην κεντρική πόρτα ρίχνοντάς

τη με τα πόδια του αλόγου. Αμέσως από την είσοδο βγήκε μια

ντουζίνα από Ντιέ Μαλαντί οπλισμένοι ως τα δόντια. Χωρίς να

χάνει καιρό ο Αλβίν, σπιρούνιασε δυνατά τα πλευρά του ζώου και

έπεσε πάνω τους ουρλιάζοντας. Όσο οπλισμένοι και αν ήταν δεν

περίμεναν τέτοιου είδους επίθεση, ειδικά από τη στιγμή που

ανέμεναν να πέσει στην παγίδα τους. Οι δύο πρώτοι

καταπλακώθηκαν και ποδοπατήθηκαν από το άλογο. Στη συνέχεια

ο Αλβίν πήδηξε πάνω σε άλλους δύο πετσοκόβοντάς τους τόσο

γρήγορα με το μαχαίρι και το σπαθί, που τα πτώματά τους έκαναν

νευρικές κινήσεις για αρκετά δευτερόλεπτα αφότου η ψυχή τους

ταξίδεψε. Ο αιφνιδιασμός έλαβε τέλος αλλά ο θάνατος των Ντιέ

Μαλαντί όχι. Άλλοι δύο γενναίοι όρμησαν εναντίον του ενώ οι

υπόλοιποι υποχώρησαν στο αρχοντικό προκειμένου να οχυρωθούν.

Όσο καλά καταρτισμένοι στην τέχνη του πολέμου και αν ήταν,

ο Αλβίν μαχόταν σαν δαιμονισμένος. Σφυρηλατημένος από την

οργή, τη θλίψη και την απελπισία. Με ταχύτητα απέκρουε τα

χτυπήματα και των δύο ταυτόχρονα και δεν έχανε στο ελάχιστο την

ορμή του, ακόμα και όταν μερικά από αυτά έβρισκαν το σώμα του.

Τελικά, αρκούσε μία δυνατή αγκωνιά στο πρόσωπο του ενός ώστε

να του δώσει τον απαραίτητο χώρο και χρόνο για να βυθίσει το

ξίφος του βαθιά στα σωθικά του άλλου. Μόλις ο σύντροφός του

συνήλθε από το χτύπημα προσπάθησε και πάλι να επιτεθεί έχοντας

πλέον το ένα του χέρι στη σπασμένη του μύτη. Χωρίς να το

καταλάβει, το βλέμμα του έχασε τον Αλβίν από το οπτικό του πεδίο

και συνάντησε το ματωμένο χορτάρι. Ο Αλβίν κλότσησε το κομμένο

κεφάλι δυνατά με την μπότα του, αφήνοντας μία ακόμη κραυγή

θυμού.

206


Άνοιξε τη μεγάλη πόρτα του πέτρινου σπιτιού που στον πανικό

τους οι υπόλοιποι ξέχασαν να κλειδώσουν και βρέθηκε στο σαλόνι

παρατηρώντας ένα μισογκρεμισμένο τζάκι που γέμισε με σκόνες

τους πολυτελείς καναπέδες του κόμη.

«ΝΤΕ ΜΠΡΙΣΑΑΑΑΑΑΚ! Πού είσαι άθλιε;» Στο αρχοντικό

κυριαρχούσε ησυχία. Τόσο, που οι πρώτοι ήχοι της μάχης που είχε

ξεσπάσει στην κοιλάδα, έφταναν στα αφτιά του μέσω του ανέμου.

Την ησυχία διέκοψε ο ανατριχιαστικός ήχος μιας σαΐτας που

καρφώθηκε στο μεγάλο τραπέζι δίπλα του. Ακολούθησαν πολλές

άλλες που Αλβίν απέφυγε σκύβοντας πίσω από τα ογκώδη έπιπλα.

Τώρα ξεκίνησαν οι έντονες ομιλίες από τον πάνω όροφο. Ο Αλβίν

κοίταξε την ξύλινη μεγάλη σκάλα μέχρι τα κάγκελα του πάνω

πατώματος. Μόλις διέκρινε ένα κεφάλι εκτόξευσε το κυρτό του

μαχαίρι. Ένας πνιχτός ήχος και ακολούθησε η φασαρία που έκανε

το πτώμα κατρακυλώντας στα σκαλοπάτια.

«Θέλετε να έρθω να σας ξετρυπώσω; Εδώ είμαι! Γιατί δεν

κατεβαίνετε να μιλήσουμε;»

Οι έντονες συζητήσεις άρχισαν και πάλι.

«Ξέρω πως δεν έχετε διαταγές να με σκοτώσετε. Πρέπει να με

πιάσετε ζωντανό αλλά αυτό δε γίνεται».

Μερικά μουρμουρητά και το αρχοντικό επέστρεψε στην

ησυχία. Ο Αλβίν άρχισε να ανεβαίνει ένα ένα τα ξύλινα σκαλοπάτια

κάνοντάς τα να τρίζουν.

«Έχετε τον τρίτο σταυρό. Θέλετε να με πιάσετε και να με

παραδώσετε στον Μπελιμπάστ μαζί με τους άλλους δύο ε; Πολύ

ωραία θα ήταν. Όμως θέλω να παραδοθώ μόνος μου με δικούς μου

όρους οπότε σας δίνω μία ευκαιρία. Φύγετε από εδώ, δώστε μου

τον σταυρό και αφήστε μου μόνο τον Ζιλ Ντε Μπρισάκ».

Η τελευταία πρόταση του Αλβίν προκάλεσε έντονες ομιλίες στο

πάνω πάτωμα μέχρι που ακούστηκε ο ήχος μιας γροθιάς και στη

συνέχεια τρεις άντρες εμφανίστηκαν με τα σπαθιά στις θήκες τους

και κατέβαιναν φοβισμένοι τα σκαλοπάτια.

«Σοφή επιλογή, φύγετε πριν αλλάξω γνώμη».

207


Οι τρεις τους, έφτασαν στο ίδιο σκαλοπάτι που βρισκόταν ο

Αλβίν και αφού πήραν μια βαθιά ανάσα άπλωσαν το πόδι τους για

το επόμενο αλλά τελικά οι δύο, έχασαν σχεδόν ταυτόχρονα τον

βηματισμό τους και σωριάστηκαν στο μεγάλο χαλί του σαλονιού

ποτίζοντάς το με άφθονο αίμα. Ο ένας προσπαθούσε να κρατήσει

τα έντερά του στη θέση τους και ο άλλος ακίνητος, είχε το μαχαίρι

του Αλβίν στον σβέρκο του. Έκανε μερικά βήματα πίσω για να

πάρει ξανά το μαχαίρι του, αλλά δεν το κράτησε για πολύ. Το

έστειλε στον τρίτο φυγά που πέθανε πριν προλάβει να περάσει την

πόρτα της εξόδου. Τώρα ανέβηκε γοργά τις σκάλες για να βρεθεί

στο δωμάτιο του υποκόμη.

Το μεγάλο παράθυρο ήταν ανοιχτό και έμπαινε ένα ελαφρύ

αεράκι. Ο Ντε Μπρισάκ, ένας παχύσαρκος ροδαλός άντρας με

ξυρισμένο κεφάλι και γένια, φορούσε μια λεπτή ρόμπα η οποία

δυσκολευόταν να κλείσει από τη γιγαντιαία κοιλιά του.

Προσπαθούσε να κατέβει από το παράθυρο χρησιμοποιώντας μια

ξύλινη σκαλωσιά που με κόπο κρατούσε σταθερή. Στη μέση

βρίσκονταν το γραφείο του όπου επάνω γυάλιζε χαρακτηριστικά ο

τρίτος σταυρός. Οι δύο εναπομείναντες Ντιέ Μαλαντί, μόλις είδαν

τον Αλβίν να μπαίνει στο δωμάτιο έσπρωξαν με δύναμη τον κόμη ο

οποίος έπεσε με τη μεγάλη του πλάτη στο κομοδίνο του,

προσπαθώντας να κατεβούν οι ίδιοι από το παράθυρο.

Ο ένας, μόλις κατάλαβε ότι δεν προλάβαινε, τράβηξε το σπαθί

του και έκανε μια προσπάθεια να επιτεθεί η οποία ήταν και η

τελευταία του.

«Άθλια καθάρματα, βαρέθηκα το παιχνίδι σας. Βαρέθηκα να

σας βλέπω συνέχεια μπροστά μου. ΒΑΡΕΘΗΚΑ!» Φωνάζοντας την

τελευταία λέξη ξεκόλλησε με δύναμη το σπαθί από το κεφάλι του

νεκρού και με μια γρήγορη κίνηση, πρόλαβε τον άλλον που

κατέβαινε και τον επανέφερε στο δωμάτιο, αφήνοντας τη

σκαλωσιά να πέσει με πάταγο. Προτού να προλάβει να πει το

οτιδήποτε, ο Αλβίν θα του κόψει τον λαιμό κοιτάζοντάς τον με

ψυχρό βλέμμα. Ο κόμης Ντε Μπρισάκ δίπλα, είχε μόλις ξεράσει

208


από τον τρόμο του, μια ποσότητα φαγητού που σίγουρα είχε

στερηθεί ολόκληρο το χωριό και οι γύρω περιοχές.

«Συγγνώμη... δεν ήθελα τους πω που είναι το σπίτι σου!»

«Είσαι τόσο ηλίθιος δειλέ… σκουλήκι! Ξέρω πως εγώ φταίω για

όλα αλλά αν δεν ήσουν εσύ τόσο κακόψυχο ανθρωπάκι, δε θα

πέθαινε ο Ντιντιέ, ίσως δε γινόταν τίποτα από όλα αυτά στη

συνέχεια. Επειδή εσύ, ένας υποκόμης, φοβήθηκες μερικούς άντρες.

Σε πλήρωσαν! Δε σου αρκούν αυτά που κλέβεις από τους φτωχούς;

δε σου αρκούσαν αυτά που σου έδινα εγώ με αντάλλαγμα να με

αφήνεις ήσυχο; Ατόφιο χρυσάφι σου έδινα κάθαρμα και

συνεργάστηκες μαζί τους ξανά για να μου στήσετε παγίδα!»

«Συγγνώμη... Χριστέ μου... ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ! ΑΓΙΕ ΔΙΟΝΥΣΙΕ

ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΕ!» Ο κόμης τρομοκρατήθηκε ξαφνικά ακόμη

περισσότερο στη θέα του Αλβίν και έκλεισε τα μάτια του.

«Δεν έκανε μόνο αυτά!» Η φωνή της Ντενίζ πίσω του τον

ξάφνιασε. «Αυτό το γουρούνι, ζήτησε αντάλλαγμα...»

Ο Αλβίν δεν πήρε το βλέμμα του από τον Ντε Μπρισάκ. Ο

τελευταίος δεν άνοιξε καθόλου τα μάτια του. Έγνεψε άρνηση με το

μεγάλο κεφάλι του και ανοιγόκλεινε γρήγορα το στόμα σαν να

προσπαθούσε να επικαλεστεί κάποια δικαιολογία που θα τον

γλίτωνε από τη δυσχερή του θέση. Τελικά, προσπάθησε

απελπισμένα.

«Δεν... δεν τη γνωρίζω αυτή... δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλά.

Αφήστε με ήσυχο δαίμονες!»

«Όχι ε; δε με κράτησες εδώ διά της βίας και προσπάθησες να

με πηδήξεις με αντάλλαγμα να μου επιτρέψεις να εγκατασταθώ

στην περιοχή; Δεν πήγες να με δέσεις με αλυσίδες από το ταβάνι

του υπογείου και να μου κάνεις διάφορα όπως με καμάρι μου

περιέγραφες;»

Ο χοντρός κόμης ξεροκατάπιε συνεχίζοντας να γνέφει άρνηση

με το κεφάλι του, κάνοντας ολόκληρο το σαγόνι με τα υπερμεγέθη

προγούλια, να κινούνται ακανόνιστα.

«Εγώ, εγώ... ψεμ... ψέματα… δεν τη γνωρίζω!»

209


Ο Αλβίν τον άρπαξε δυνατά από το στήθος του και τον

οδήγησε στο ανοιχτό παράθυρο.

«ΟΧΙ!»

Με μια απότομη σπρωξιά ο Ντε Μπρισάκ χτύπησε στο