03.02.2015 Views

ΛΑΡΙΣΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

SHOW MORE
SHOW LESS

You also want an ePaper? Increase the reach of your titles

YUMPU automatically turns print PDFs into web optimized ePapers that Google loves.

+

ΛΑΡΙΣΑ,

ΜΝΗΜΕΙΑ ΚΑΙ

ΙΣΤΟΡΙΑ. ΑΠΟ ΤΟ

ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ

ΠΑΡΟΝ

Υπεύθυνοι καθηγητές:

Αργυρούλη Ευαγγελία

Πάνος Κωνσταντίνος


ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 14 ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2013 - 2014

«Λάρισα, μνημεία και ιστορία, από το παρελθόν στο παρόν»

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Το όνομα Λάρισα είναι προελληνικό πελασγικής προέλευσης και σημαίνει ισχυρά

οχυρωμένος λόφος ή ακρόπολη. Σύμφωνα με τη μυθολογία η πόλη της Λάρισας

χτίστηκε στην πελασγική περίοδο από τον Λάρισο, γιο του Πελασγού, πριν από

4000 χιλιάδες χρόνια περίπου.

Λέγεται ακόμη ότι η Νύμφη Λάρισα παίζοντας με το τόπι της, στις όχθες του

ποταμού Πηνειού, γλίστρησε, έπεσε, έχασε τη ζωή της και από κείνη πήρε το όνομα

της η πόλη. Η νύμφη Λάρισα ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα και μητέρα του

Αχαιού, του Φθία και του Πελασγού ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ήταν κόρη του

Πελασγού. Η μορφή της απεικονίζεται στον εμπροσθότυπο των αρχαίων

νομισμάτων της πόλης.

Στη Λάρισα, σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ενδείξεις, η κατοίκηση υπήρξε από την

Πρώιμη εποχή του Χαλκού, οπότε και πρωτοκατοικείται στη σημερινή θέση λόφος

«Φρούριο», μέχρι σήμερα. Σε αυτή την ίδια θέση αποκαλύφθηκε η αρχαία

ακρόπολη.

O ΠΗΝΕΙΟΣ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ

Ο Πηνειός ποταμός που διασχίζει την πόλη, κατά την μυθολογία, ήταν γιος του

Ωκεανού και της Τυθήος, και με την νύμφη Κρέουσα γέννησε τον Ιψέα, βασιλιά

των Λαπίθων. Στην περιοχή του Πηνειού ζούσε ο θεός Απόλλωνας, θεός της

μουσικής, του φωτός και του κάλλους. Εκεί ερωτεύτηκε την Δάφνη, κόρη του

Πηνειού. Φοβούμενος ο Πηνειός για την τύχη της κόρης του την μεταμόρφωσε στο

θάμνο δάφνη και από τότε ζει και ανθίζει αιώνια στις όχθες του.

Η ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟIΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Λάρισα σημαίνει φρούριο ή ακρόπολη και είναι πελασγικό –προθεσσαλικό- όνομα.

Σύμφωνα με την μυθολογία η πόλη κτίστηκε από τον Λάρισο, γιο του Πελασγού,

πριν από 4000 χιλιάδες χρόνια περίπου.

Λέγεται ακόμη ότι η Νύμφη Λάρισα παίζοντας με το τόπι της, στις όχθες του

ποταμού Πηνειού, γλίστρησε, έπεσε, έχασε τη ζωή της και από κείνη πήρε το όνομα

της η πόλη. Η νύμφη Λάρισα ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα και μητέρα του

Αχαιού, του Φθία και του Πελασγού ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ήταν κόρη του

Πελασγού. Η μορφή της απεικονίζεται στον εμπροσθότυπο των αρχαίων

νομισμάτων της πόλης.

Στη Λάρισα, σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ενδείξεις, η κατοίκηση υπήρξε από την

1


Πρώιμη εποχή του Χαλκού, οπότε και πρωτοκατοικείται στη σημερινή θέση λόφος

«Φρούριο», μέχρι σήμερα. Σε αυτή την ίδια θέση αποκαλύφθηκε η αρχαία

ακρόπολη.

Οι προϊστορικοί οικισμοί που ήλθαν στο φως στα όρια της σύγχρονης πόλης της

Λάρισας μαρτυρούν την κατοίκηση της σε αυτή από την Αρχαιότερη Νεολιθική

Εποχή (6.000 - 5.800 π.Χ.). Τόσο η έκταση της σύγχρονης πόλης της Λάρισας όσο

και η ευρύτερη περιοχή είναι από τις λίγες στον ελλαδικό χώρο που κατοικούνται

συνεχώς από την 6η χιλιετία.

Από τις ανασκαφές προϊστορικών οικισμών στο Νομό Λάρισας που διεξήχθησαν

τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια προέκυψαν νέα δεδομένα για την οργάνωση των

οικισμών, τον πολιτισμό και τη ζωή των κατοίκων στη μακρινή αυτή περίοδο.

Κατά τη νεολιθική εποχή (περ. 6700 - 3300 π.Χ.), οι οικισμοί περιβάλλονταν συχνά

από περίβολους ή τάφρους που προστάτευαν τα νοικοκυριά των νεολιθικών

γεωργοκτηνοτρόφων. Τα σπίτια ήταν κατά κανόνα μικρά και αποτελούνταν από

ένα δωμάτιο ή καλύβες με ελαφρώς εμβαθυμένο δάπεδο. Οι τοίχοι

κατασκευάζονταν κυρίως από πλιθιά ξεραμένα στον ήλιο, μερικές φορές πάνω σε

χαμηλή θεμελίωση από πέτρες, αλλά και με ξύλινο σκελετό από πασσάλους και

επάλειψη πηλού, ενώ η στέγη επιχρίονταν με παχύ στρώμα πηλού ή ήταν

χορτάρινη. Η οικοσκευή των νεολιθικών σπιτιών αποτελούνταν από κατασκευές

για την αποθήκευση και Παρασκευή της τροφής (εστίες, φούρνοι), αγγεία,

εργαλεία από πέτρα ή κόκκαλο ζώων, αντικείμενα σχετικά με την υφαντική

(σφοντύλια) αλλά και ειδώλια ή προσωπικά αντικείμενα των ενοίκων τους π.χ.

κοσμήματα.

Στη Εποχή του Χαλκού (περ. 3300 - 1100 π.Χ.) παρατηρούνται διαφοροποιήσεις

στις κατόψεις των σπιτιών και στη χωροοργάνωση των οικισμών, απόρροια της

διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης. Τα σπίτια της Μέσης Εποχής του Χαλκού

(περ. 1900 - 1550 π.Χ.) είναι μεγάλα, αψιδωτά και μακρόστενα (τύπος «μεγάρου»)

και κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο.

Η ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Κατά την αρχαϊκή εποχή (τέλη του 7ου αι. π.Χ.) διαμορφώθηκε η ισχυρή

πρωτεύουσα της Πελασγιώτιδας, η Λάρισα, πάνω στην ακρόπολη. Οι Θεσσαλοί

αφού κυριάρχησαν των προθεσσαλικών Πελασγικών φύλων διαχωρίστηκαν σε

τέσσερα φυλετικά κράτη που ονομάστηκαν «τετράδες ή μοίρες» και διαίρεσαν έτσι

την περιοχή, δηλαδή τις δυο πεδιάδες που διασχίζει ο Πηνειός και τα βουνά

Όλυμπος και Όσσα, που τις χωρίζουν.

Οι λαοί της περιφέρειας αποκλείονταν από αυτή τη Θεσσαλική Τετραρχία δηλαδή

την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, τη Θεσσαλιώτιδα και τη Φθιώτιδα. Ο

μυθικός Αλεύας κατά τον Αριστοτέλη ήταν ο εμπνευστής αυτού του διαχωρισμού.

Τα παραπάνω θεσσαλικά κράτη επισύναψαν συμμαχία κατά το τέλος του 7ου

2


αιώνα π.Χ. δημιουργώντας το Κοινό των Θεσσαλών, ένα διοικητικό κυρίως θεσμό.

Η Θεσσαλική Τετραρχία κατά τον Γερμανό μελετητή Friedrich Stählin κατάφερε να

παραμείνει σε ισχύ λίγο πιο πριν το 196 π.Χ., ενώ τελευταία φορά αναφέρεται κατά

την περίοδο που κυριάρχησε ο Φίλιππος ο Β’.

Σε περίοδο κρίσης, ισχυρές αριστοκρατικές οικογένειες, όπως αυτή των Αλευάδων

αναλάμβαναν την αντιμετώπιση της με την οργάνωση στρατιωτικών δυνάμεων και

αυτοδιορίζονταν προσωρινοί άρχοντες ή αλλιώς «ταγοί». Μετά το πέρας της

κρίσης προσπαθούσαν να διατηρήσουν την εξουσία τους και να επωφεληθούν του

συμβολικού κεφαλαίου που είχαν συσσωρεύσει με κληρονομικό τρόπο. Ως πρώτος

ταγός αναφέρεται ο Αλεύας ο Πυρρός, ιδρυτής του ηγεμονικού οίκου της

Λάρισας. Ο ίδιος οργάνωσε τη συμμαχία στρατιωτικά. Το πεζικό δεν

περιλαμβανόταν σε αυτές τις στρατιωτικές συνθέσεις λόγω της ικανότητας των

Θεσσαλών να εκτρέφουν μεγάλο αριθμό αλόγων. Στην τέχνη εξάλλου είναι

ιδιαίτερα αγαπητό το θέμα του αλόγου αλλά και στα νομίσματα από τα πρώιμα

ακόμη χρόνια.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο οίκος πάντως των Αλευάδων δεν άσκησε ιδιαίτερα επιτυχή

πολιτική, κυρίως κατά τη χρονική περίοδο που έγινε η εισβολή του Ξέρξη. Απλά, ο

ηγεμονικός χαρακτήρας του οίκου μετατοπίστηκε σε μεγάλο βαθμό, από τις

πολιτικές στις οικονομικές πρακτικές και η Λάρισα έγινε η κύρια πόλη της

θεσσαλικής νομισματικής ενώσεως (1).

Σε πνευματικό επίπεδο, οι ηγεμονικές οικογένειες όπως αυτή των Αλευάδων

προσκαλούσαν φιλοσόφους και προσωπικότητες του πνεύματος. Ανάμεσα τους

ήταν οι ποιητές Ανακρέων, Σιμωνίδης, Πίνδαρος, Βακχυλίδης, ο σοφιστής Γοργίας

και ο ιατρός Ιπποκράτης.

Ενδιαφέρον έχει εδώ να αναφερθεί η εξέχουσα προσωπικότητα του Φίλωνα του

Λαρισαίου, ο οποίος γεννήθηκε στη Λάρισα το 159/158 π.Χ. και πέθανε το

84/83π.Χ. (159/158-84/83 π.Χ.). Πήγε στην Αθήνα όπου και έγινε μαθητής του

Κλιτόμαχου. Σύμφωνα με τον Sextus Empiricus, ήταν ιδρυτής της «τέταρτης

ακαδημίας» του Πλάτωνα (2). Ήταν διδάσκαλος του Αντίοχου του Ασκαλωνίτη.

Κατά την διάρκεια του πρώτου Μιθριδατικού πολέμου έφυγε από την Αθήνα και

μετέβη στην Ρώμη. Δυστυχώς, τα συγγράμματά του δεν διασώθηκαν. Ο Φίλωνας

ανήκε στη φιλοσοφική σχολή των σκεπτικών (3).

(1) Stählin F., Η αρχαία Θεσσαλία (Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών

Κυριακίδη α.ε./ Φιλολογικός Ιστορικός Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.Λ.Ο.Σ.)

Τρικάλων, 2008), Σειρά: Κείμενα και Μελέτες, 2η Έκδοση διορθωμένη

(2) Sextus Empiricus, Hypotyp. i. 220

(3) Brittain C., Philo of Larissa (Oxford University Press, 2001) ISBN 0198152981

3


Η ΛΑΡΙΣΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗΣ

ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Γύρω στον 4ο αι. π.Χ., η Λάρισα στην προσπάθεια της να διατηρήσει τη δύναμη

της και την πρωτοκαθεδρία της στο θεσμό της ταγείας ενεπλάκη σε μάχη με την

αντίζηλο της, Φάρσαλο και με τη βοήθεια δυνάμεων από την Κεντρική Ελλάδα, τη

νίκησε. Αυτή η νίκη όμως πιθανόν να την εξουθένωσε και της στοίχησε την

αυτονομία της διότι η ελευθερία της χάθηκε όταν ο Φίλιππος ο Β’ εισέβαλε στην

περιοχή. Από το 344 π.Χ. έως το 196 π.Χ. η Λάρισα ήταν υποταγμένη στο όνομα

ενός συνασπισμού στους βασιλείς της Μακεδονίας.

Οικονομικά και δημογραφικά η Λάρισα υπέφερε. Αργότερα όμως όταν οι Ρωμαίοι

εισέβαλαν στην περιοχή, «απελευθερώνοντας» τη Λάρισα από τους Μακεδόνες,

στην εξουσία επικράτησε η αντιμακεδονική παράταξη η οποία ευνοούνταν από

τους Ρωμαίους κατακτητές. Κάτω από τη δική τους δημοκρατική διακυβέρνηση, η

πόλη γνώρισε μια σύντομη αναλαμπή ακμής χωρίς να παραλείπονται και πολλές

φάσεις παρακμής.

Μια από τις πιο λαμπρές στιγμές στην ιστορία της ήταν η ίδρυση των Ελευθέριων.

Τα Ελευθέρια ιδρύθηκαν προς τιμής του Ελευθερίου Διός, κατά το 2ο αιώνα π.Χ.

Ήταν μια μεγάλη πανθεσσαλική γιορτή με απήχηση σε όλο τον αρχαίο ελληνικό

κόσμο, σε πόλεις της Μικράς Ασίας ακόμη και της Ιταλίας. Αυτά περιλάμβαναν

μεγάλους ιππικούς αγώνες καθώς και φιλολογικούς, χορευτικούς, γυμνικούς,

μουσικούς αγώνες.

Στον αντίποδα, φάση παρακμής διαπιστώνεται όταν στη Λάρισα συγκροτούνται

μεγάλες ιδιοκτησίες γης των Ρωμαίων στη Θεσσαλία. O άλλοτε ισχυρός διοικητικός

θεσμός του Κοινού των Θεσσαλών τώρα υποβαθμίζεται. Η ζωή γίνεται ακόμη πιο

δύσκολη με τους ρωμαϊκούς εμφυλίους ενώ παρατηρείται γενική μείωση του

πληθυσμού. Παρόλες τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν, η Λάρισα καταφέρνει

να ξεπεράσει την κρίση με μετοικήσεις πληθυσμών από τις γύρω πόλεις ενώ

παράλληλα γίνονται και απελευθερώσεις δούλων (1).

Ενδιαφέρον έχει εδώ να αναφερθεί ότι η πιο παλαιά πολιτογράφηση που

γνωρίζουμε, όσον αφορά μετοικήσεις άλλων πληθυσμών, έγινε στο τέλος του 5ου

αι. π.Χ. από το Γοργία το Σοφιστή, από τον οποίο αναφέρεται σαν τον αστείο των

Λαρισαίων. «Ο Γοργίας φέρεται ειπών ότι, όπως ακριβώς οι ολμοποοιοί της Λαρίσης

κατεσκευάζον εις τα εργαστήρια της αγοράς τους όλμους, τοιοτοτρόπως και ωρισμένοι

άρχοντες της Λαρίσης είχον κατασκευάσει τότε τους Λαρισαίους πολίτας, γενόμενοι τρόπον

τινά Λαρισοποιοί». Το σκώμμα του Γοργία αναφέρεται στις πολιτογραφήσεις ξένων

που οφείλονταν μάλλον σε σοβαρή κυβερνητική μεταβολή.

Μια άλλη πολιτογράφηση έγινε στο τέλος του 3ου αι. π.Χ., όταν ο Φίλιππος,

βασιλιάς των Μακεδόνων, έστειλε στους Λαρισαίους γραπτή εντολή να εκλέξουν

πολίτες για λόγους πολιτικούς στρατιωτικούς και οικονομικούς. Ειδικότερα, οι

4


λόγοι αφορούσαν την προετοιμασία του πολέμου κατά των Ρωμαίων, την

ελάττωση του σώματος των ελεύθερων πολιτών από ολιγανθρωπία και λειψανδρία,

τη χαμηλή στάθμη της καλλιέργειας και της σιτοπαραγωγής της Πελασγιώτιδας,

και γενικότερα την παραμέληση της αγροτικής καλλιέργειας στην Ελλάδα κατά

την τελευταία δεκαετία της Μακεδονικής ηγεμονίας και τους μετέπειτα Ρωμαϊκούς

χρόνους (2).

Η Λάρισα βέβαια, κατάφερε να αυξηθεί τόσο λόγω των παραπάνω μέτρων όσο της

αγαστής προσπάθειας των Λαρισαίων πολιτών να διασώσουν το περιβάλλον τους.

Ο Στράβωνας (3) αναφέρει ότι οι Λαρισαίοι κατασκεύαζαν «αντιπλημμυρικά έργα

στη περιοχή Αμυρίου πεδίου» για να προστατεύουν και να βελτιώνουν τη

γεωργική παραγωγή τους. Έτσι γίνεται αντιληπτό ότι η χώρα της πόλης της

Λάρισας από μια μικρή ημικυκλική έκταση κοντά στην πόλη, με ένα σύστημα

κλειστής οικονομίας που επικρατούσε για αιώνες στην αρχαία Ελλάδα, έγινε μια

πολιτική και οικονομική ενότητα που περιελάμβανε όλη την πεδιάδα της

Πελασγιώτιδας.

(1) F. Stählin, Η αρχαία Θεσσαλία (Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη α.ε./

Φιλολογικός Ιστορικός Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.Λ.Ο.Σ.) Τρικάλων, 2008), Σειρά: Κείμενα και

Μελέτες, 2η Έκδοση διορθωμένη

(2) Helly, Br., 1985 Η περιοχή της Αρχαίας Λάρισας. Έκταση, όρια, οργάνωση. Πρακτικά του Α'

Ιστορικού- Αρχαιολογικού Συμποσίου, Λάρισα: Παρελθόν και μέλλον, Συντακτική Επιτροπή:

Γαλλής Κ., Σακελλίων Γ., Σπανός Κ. Λάρισα, Δήμος Λάρισας, 1985

(3) Στράβων, Γεωγραφικά, IX, 440.

Μνημεία που δεν διασώθηκαν (Κλασικοί – Ρωμαϊκοί Χρόνοι)

Τα αλληλεπικαλυπτόμενα στρώματα κατοίκησης, οι διαφορετικές ανάγκες των

πολιτών σε κάθε εποχή επέφεραν αλλαγές στον τοπογραφικό - πολεοδομικό ιστό

της πόλης της αρχαίας Λάρισας. Πάρα πολλά μνημεία που μας είναι γνωστά από

ιστορικές πηγές σήμερα δεν είναι ορατά. Σωστικές ανασκαφές, που έγιναν από το

1973, αποκάλυψαν αρκετά στοιχεία για την αρχαία πολεοδομία. Πολλά όμως από

τα ευρήματα δε διατηρήθηκαν, καθώς η αποκάλυψη τους έγινε στα πλαίσια

εκτέλεσης ιδιωτικών έργων.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν το Α’ και Β’ Αρχαίο Θέατρο που

αποκαλύφθηκαν εντός του σημερινού ιστορικού κέντρου της Λάρισας και τα οποία

διαμορφώνουν την πολιτιστική ταυτότητα της πόλης αφού είναι τα μόνα ορατά

σήμερα.

5


Εικόνα 1 Α΄ Αρχαίο θέατρο

Εικόνα 2 Β΄ Αρχαίο θέατρο

Άλλα δημόσια οικοδομήματα είναι γνωστά μόνο από επιγραφικές μαρτυρίες και γραπτές

πηγές. Τέτοια ήταν ο ναός της Πολιάδας Αθηνάς, η οποία βρισκόταν ανατολικά του

σημερινού Αγίου Αχιλλείου. Ο ναός πιθανολογείται ότι ήταν το Αρχείο της πόλης. Ακόμη,

στο χώρο που οριοθετούν οι σημερινές πλατείες Κεντρική και Ταχυδρομείου, και στον οποίο

εκτεινόταν, η Αρχαία Αγορά, πιθανολογείται ότι βρισκόταν ο ναός του Κερδώου

Απόλλωνος που θα πρέπει να χτίστηκε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Ο ναός αυτός

διαδραμάτιζε επίσης το ρόλο του Αρχείου αφού σε αυτόν στήνονταν τα ψηφίσματα του

Δήμου και οι δικαστικές αποφάσεις. Στα αναθήματα που ήταν ανιδρυμένα στο ιερό

περιλαμβάνεται η στήλη του Θεοτίμου, θεσσαλού ιππέα που σκοτώθηκε στη μάχη της

Τανάγρας του 457π.Χ.

Εικόνα 3 457 π. Χ. Επιτύμβια στήλη του Θεοτίμου

Γύρω στον 2ο αι. π.Χ. μετά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση και βορειοανατολικά της

πλατείας Ταχυδρομείου, πιθανολογείται ότι χτίστηκε ο ναός του Διός Ελευθερίου.

Ο ναός ήταν χώρος φυλάξεως των επίσημων εγγράφων του Κοινού των Θεσσαλών.

Εκτός των παραπάνω, αναφέρονται σε επιγραφές ο ναός του Μειλιχίου Διός,

ένας ιππόδρομος και δυο γυμνάσια των οποίων δε γνωρίζουμε ούτε την ακριβή

θέση ούτε κάποια άλλα επιπρόσθετα πληροφοριακά στοιχεία. Σε σχέση με την

ύπαρξη των γυμνασίων γνωρίζουμε μόνο δυο ονόματα γυμνασιαρχών, αυτά του

Τιμασίθεου και του Εύδημου.

Πηγές:

• Ανθή Μπάτζιου-Ευσταθίου, Δρ.Αρχαιολόγος - Προϊσταμένη της ΙΕ’ Εφορείας

Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Λάρισας

• Stählin F., Η αρχαία Θεσσαλία (Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη

6


α.ε./ Φιλολογικός Ιστορικός Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.Λ.Ο.Σ.) Τρικάλων, 2008), Σειρά:

Κείμενα και Μελέτες, 2η Έκδοση διορθωμένη

BYZANTINH ΛΑΡΙΣΑ

Παλαιοχριστιανική περίοδος (4ος - 7ος αι. μ.Χ.)

Με την άνοδο του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο θρόνο, τη μεταφορά της

πρωτεύουσας του κράτους στην Κωνσταντινούπολη και την εγκαθίδρυση του

Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, η Θεσσαλία εξακολουθεί να αποτελεί

διοικητική επαρχία, η οποία διοικητικά υπάγεται στο Ανατολικό Ιλλυρικό και

εκκλησιαστικά στον πάπα της Ρώμης. Οι σημαντικότερες πόλεις της αρχαιότητας

στο νομό, όπως η Λάρισα και τα Φάρσαλα συνεχίζουν να ακμάζουν, ενώ μια σειρά

από αρχαία αστικά κέντρα εξακολουθούν να αναφέρονται στις πηγές μέχρι το

τέλος της περιόδου.

Από το τέλος του 4ου αι. αρχίζει μια σειρά βαρβαρικών επιδρομών, που οδηγούν

σε ερήμωση στην ύπαιθρο και δοκιμάζουν την αντοχή των οχυρωμένων θέσεων,

αρκετές από τις οποίες ερειπώνονται. Στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα, ο

Ιουστινιανός αναλαμβάνει γενναία προσπάθεια ανακαίνισης αρκετών φρουρίων

και τόνωσης της ζωής των πόλεων, ενώ ιδρύει και μια νέα οχυρωμένη πόλη στους

πρόποδες του Κισσάβου, η οποία δεν έχει ταυτισθεί μέχρι στιγμής.

Το σημαντικότερο νέο στοιχείο της περιόδου είναι η εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Όσον αφορά στην εξάπλωσή του στη Λάρισα, μεγάλη θεωρήθηκε κατά ορισμένες

πηγές και η συμβολή του Αγίου Αχιλλίου, ίσως του πρώτου Επισκόπου της, για τον

οποίο αναφέρεται ότι συμμετείχε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο (324 μ.Χ.) και

υπήρξε ιδρυτής αρκετών κοινωφελών ιδρυμάτων στην πόλη, ενώ επιμελήθηκε ο

ίδιος τον τάφο του στο λόφο του φρουρίου.

Στην περιοχή του Λόφου του Φρουρίου ανασκάφηκε τα τελευταία χρόνια

σημαντική παλαιοχριστιανική βασιλική του 6ου αιώνα κτισμένη πάνω σε 2

καμαροσκεπείς τοιχογραφημένους τάφους επίσημων προσώπων. Ένας από

αυτούς μπορεί να συσχετισθεί με τον Άγιο Αχίλλιο, όπως προκύπτει από τις

επιγραφές που βρέθηκαν επιτόπου καθώς και όσα παραδίδουν οι σωζόμενοι βίοι

του.

Εικόνα 4 Παλαιοχριστιανική Βασιλική λόφου φρουρίου

7


Άλλη μια μεγάλη παλαιοχριστιανική βασιλική, πιθανόν πεντάκλιτη,

ανασκάφηκε στην οδό Κύπρου 22 και διατηρείται σε κατάχωση. Χρονολογείται

στα τέλη του 4ου με αρχές 5ου αιώνα και υπήρξε το σημαντικότερο κτίριο της

Λάρισας μετά την επικράτηση της νέας θρησκείας. Η βασιλική έφερε σημαντική

ζωγραφική, αξιόλογο ψηφιδωτό, όπως το περίφημο ψηφιδωτό των παγονιών

που βρέθηκε στο νάρθηκα, και γλυπτό διάκοσμο. Η κόγχη της βρέθηκε στην

πλατεία Μπλάνα, ενώ το αίθριό της έφθανε μέχρι την οδό Ανδρούτσου.

Εικόνα 5 Ψηφιδωτό παλαιοχριστιανικής βασιλικής Κύπρου

Πλήθος άλλων ευρημάτων της περιόδου, πολλά από τα οποία ανακαλύφθηκαν σε

κοσμικά κτίρια, αποδεικνύουν ότι η Λάρισα υπήρξε ακμάζουσα πόλη στην

παλαιοχριστιανική εποχή και σημαντικό καλλιτεχνικό κέντρο.

Από εκκλησιαστική άποψη, η επισκοπή της Λάρισας από πολύ νωρίς ανυψώθηκε

σε μητρόπολη, με υποτελείς όλες τις επισκοπές της Θεσσαλίας, τα όρια της οποίας

έφθαναν τότε προς Νότο μέχρι την Υπάτη, ενώ προς Βορρά μέχρι τις πόλεις της

σημερινής Δυτικής Μακεδονίας, Καισάρεια και Διοκλητιανούπολη.

Κυρίως Βυζαντινή περίοδος (7ος - 13ος αι. μ.Χ.)

Την ακμάζουσα παλαιοχριστιανική περίοδο, κατά την οποία συνεχίζεται ως ένα

σημείο η ζωή των αρχαίων θεσσαλικών πόλεων -διαφοροποιημένων ωστόσο υπό

την επίδραση του χριστιανισμού- έρχεται να διακόψει από τα τέλη του 6ου αιώνα

μια μεγάλη περίοδος ταραχών και αναστατώσεων, κατά την οποία οι πόλεις της

Θεσσαλίας παύουν να αναφέρονται στις πηγές. Το φαινόμενο αυτό, που

δημιουργήθηκε κατά μεγάλο μέρος από τις βαρβαρικές επιδρομές, χαρακτηρίζει ως

ένα βαθμό και τις υπόλοιπες επαρχίες του βυζαντινού κράτους, γι’ αυτό και οι

αιώνες 7ος και 8ος ονομάζονται σκοτεινοί αιώνες.

Σημαντική αναστάτωση δημιουργείται από τις επιδρομές των σλαβικών φύλων,

μέρος των οποίων εγκαθίσταται μόνιμα σε περιοχές της Θεσσαλίας και της

Μακεδονίας. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για το χρόνο και τις θέσεις

εγκατάστασης τους, αλλά ένα από αυτά, οι Βελεγεζήται, αναφέρονται τον 8ο αιώνα

8


στα παράλια του Παγασητικού κόλπου. Με την κατάλληλη πολιτική των

βυζαντινών αυτοκρατόρων, οι Σλάβοι εκχριστιανίζονται και σταδιακά

ενσωματώνονται στο ντόπιο πληθυσμό.

Μετά τη διοικητική αναδιοργάνωση του κράτους για την αντιμετώπιση των νέων

κινδύνων, η Θεσσαλία ανήκει πλέον στο Θέμα Ελλάδος για να επεκταθεί

αργότερα προς Νότο. Κατά καιρούς, η Λάρισα αποτέλεσε την πρωτεύουσα του

Θέματος κυρίως την εποχή των Βουλγαρικών πολέμων. Από τον 8ο αιώνα αρχίζει

και η σύγχυση των πηγών όσον αφορά στην ονομασία της Θεσσαλίας, αφού ο όρος

αυτός αποδίδεται πλέον στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και ο χώρος της

σημερινής Θεσσαλίας αναφέρεται ως Δευτέρα Θεσσαλία, ενώ από τον 12ο αιώνα

και εξής, συχνά και ως Βλαχιά ή Μεγάλη Βλαχιά.

Τον 10ο αιώνα σημειώνονται και άλλες καταστρεπτικές επιδρομές στη

Θεσσαλία. Μία από αυτές, του 901 – 902 μ.Χ., σχετίζεται κατά πάσα πιθανότητα

με Άραβες.

Στη συνέχεια η Θεσσαλία απειλείται σοβαρά από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των

Βουλγάρων, οι οποίες κορυφώνονται τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 10ου αιώνα

με την κατάληψη της Λάρισας το 982 μ.Χ. από τον τσάρο Σαμουήλ, μετά από

τρίχρονη πολιορκία και αιχμαλωσία των κατοίκων της. Τον ίδιο καιρό

μεταφέρθηκαν και τα λείψανα του Αγίου Αχιλλίου από τη Λάρισα στην Πρέσπα,

όπου κτίσθηκε ναός προς τιμή του.

Για αρκετά χρόνια όλη η περιοχή υπέφερε πολλά δεινά μέχρι την ήττα των

Βουλγάρων το 966 μ.Χ. από τον στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό στη μάχη του

Σπερχειού.

Ακολουθεί μια εποχή ειρήνης και αναδιοργάνωσης του Βυζαντίου από τον

αυτοκράτορα Βασίλειο Β’, ο οποίος φρόντισε μεταξύ των άλλων και για την

ανόρθωση των κατεστραμμένων φρουρίων της Θεσσαλίας.

Ο επόμενος σοβαρός κίνδυνος για τη Θεσσαλία εμφανίσθηκε από την εκστρατεία

των Νορμανδών, την εποχή του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1082- 1118

μ.Χ.). Ο ηγεμόνας των Νορμανδών, Βοημούνδος, λεηλάτησε την περιοχή και

πολιόρκησε για μεγάλο διάστημα τη Λάρισα, αλλά αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς με

την εκστρατεία του Αλεξίου το 1083 μ.Χ.

Από τον 9ο αιώνα και εξής, εκτός από τα γνωστά κέντρα Λάρισα, Φάρσαλα,

Ελασσόνα εμφανίζονται στο προσκήνιο και νέες πόλεις στην περιοχή, όπως η

Βέσαινα, που παλιότερα ταυτιζόταν με τον Αετόλοφο Αγιάς και τελευταία με τον

ερειπωμένο σήμερα κοντινό του οικισμό, Βαθύρεμα. Εδώ σώζεται η εκκλησία της

Παναγίας με σημαντικές τοιχογραφίες σε περισσότερα από ένα στρώματα που

χρονολογούνται στην περίοδο αυτή. Σημασία επίσης αποκτούν οι οχυρωμένες

θέσεις.

Από τον 12ο αι., και περισσότερο στην υστεροβυζαντινή περίοδο, αρχίζει να

9


γίνεται φανερή η διάσπαση της κεντρικής οργάνωσης του κράτους και η εμφάνιση

μικρών περιφερειών με διάφορα ονόματα, σύστημα με ιδιαίτερη διάδοση στη

Θεσσαλία με τις τεράστιες πεδινές και εύφορες εκτάσεις, που προκαλούσαν τον

ενδιαφέρον των ισχυρών της εποχής.

Έτσι αναφέρονται η επίσκεψη Ρεβενίκου και Φαρσάλων, η επαρχία Βλαχίας, η

επίσκεψη Δομοκού και Βεσαίνης και άλλες, οι οποίες αποτελούσαν στα 1204

ιδιοκτησία της αυτοκράτειρας, συζύγου του Αλεξίου Γ’ Κομνηνού.

Υστεροβυζαντινή περίοδος (13ος- 14ος αι. μ.Χ.)

Το πρώτο μέρος της υστεροβυζαντινής περιόδου αποτελεί την εποχή της

Φραγκοκρατίας, η οποία στη Θεσσαλία είναι σύντομη και διαρκεί λιγότερο από

είκοσι χρόνια. Όταν το 1204 καταλύθηκε το βυζαντινό κράτος και η

Κωνσταντινούπολη με το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής επικράτειας περιήλθε

στην εξουσία των Λατίνων Ιπποτών της Δ’ Σταυροφορίας, η Θεσσαλία αποδόθηκε

στον βασιλέα της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιο του Μομφερρά, ο οποίος την κατέλαβε

χωρίς αντίσταση και εγκατέστησε λατινική εξουσία στις πόλεις.

Στη Λάρισα τοποθετήθηκε ως ηγεμόνας, ο Λομβάρδος ευγενής Γουλιέλμος, ο

οποίος πρόσθεσε στον τίτλο του την προσωνυμία ντι Λάρσα.

Οι αναστατώσεις της περιόδου αυτής προέρχονται κυρίως από τις συγκρούσεις των

Λατίνων Ιπποτών μεταξύ τους, όπως η στάση των Λομβαρδών της Λάρισας το 1209

και η κατάπνιξη της από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης

Ερρίκο. Σημαντικές έριδες πυροδότησε επίσης και η επέμβαση του Πάπα, ο οποίος

εγκατέστησε καθολικούς ιερωμένους ως επικεφαλής των επισκοπών, γεγονός που

προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις καθώς και διεκδικήσεις οικονομικού χαρακτήρα

για την εκμετάλλευση των εύφορων εκτάσεων της εκκλησιαστικής και μοναστικής

περιουσίας.

Τις ταραχές αυτές εκμεταλλεύθηκαν οι ηγεμόνες του ανεξάρτητου βυζαντινού

κράτους της Ηπείρου και άρχισαν την σταδιακή προσάρτηση της Θεσσαλίας, η

οποία ολοκληρώθηκε το 1224 με την κατάλυση του φραγκικού κρατιδίου της

Θεσσαλονίκης. Από την εποχή αυτή οι τύχες της Θεσσαλίας συνδέθηκαν στενά με

αυτές του κράτους της Ηπείρου από το οποίο θα αποσπασθεί αργότερα για να

αποτελέσει ανεξάρτητο κρατίδιο με κέντρο την Υπάτη και πρώτο ηγεμόνα τον

Ιωάννη Α (1268/70- 1289/90), νόθο γιο του Μιχαήλ Β’ της Ηπείρου.

Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα και άλλοι ξένοι λαοί θα εισβάλλουν στη

Θεσσαλία και πάντοτε χωρίς να συναντήσουν οργανωμένη αντίσταση, όπως οι

Καταλανοί, οι οποίοι θα την λεηλατήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα από το

1304 και εξής- ενώ ορισμένα εδάφη, όπως το φρούριο στο Καστρί, θα παραμείνει

για πολλές δεκαετίες στην κατοχή τους. Αργότερα εμφανίζονται οι Σέρβοι, που θα

αρχίσουν σταδιακά την κατάληψη της περιοχής από το 1342 για να ιδρύσουν

10


τελικό ιδιαίτερο κρατίδιο από το 1348 με έδρα τα Τρίκαλα.

Σ’ όλη αυτή την εποχή, η Θεσσαλία περιήλθε για μικρές μόνον χρονικές

περιόδους στην κατοχή του επίσημου βυζαντινού κράτους, οι οποίες δεν

αρκούσαν για την αποκατάσταση της εξουσίας του, που είχε κλονισθεί σοβαρά ήδη

από τον 12ο αιώνα με την αύξηση της δύναμης των μεγάλων γαιοκτημόνων. Αυτοί

έγιναν σταδιακά κυρίαρχοι των καλύτερων εδαφών της Θεσσαλίας -με

προεξάρχουσες τις αρχοντικές οικογένειες των Μαλιασσηνών στην Ανατολική

Θεσσαλία και των Γαβριηλόπουλων στη Δυτική Θεσσαλία.

Εκτός από τους παραπάνω γαιοκτήμονες που απέκτησαν τις ακίνητες περιουσίες

τους αρχικά με αυτοκρατορική παραχώρηση, τεράστιες εκτάσεις γης με ολόκληρα

χωριά βρίσκονταν στην κατοχή των μεγάλων μοναστηριών όλο το διάστημα από

τη Φραγκοκρατία μέχρι την έναρξη της Τουρκοκρατίας το 1396. Η έλλειψη

κεντρικής εξουσίας στη Θεσσαλία, οι έριδες των ευγενών μεταξύ τους, η καταπίεση

του πληθυσμού και η ερήμωση της υπαίθρου θεωρούνται από τις βασικές αιτίες

που διευκόλυναν την τουρκική εγκατάσταση στη Θεσσαλία που άρχισε από το

1393 και διήρκεσε συνολικά 500 περίπου χρόνια.

Παρ’ όλες τις αναστατώσεις και την πολιτική παρακμή της περιόδου, υπήρχε ζωή

στις πόλεις και πολιτιστική δημιουργία η οποία εκδηλώθηκε κυρίως με την ίδρυση

και ανακαίνιση πολλών ναών και μοναστικών ιδρυμάτων, φαινόμενο που

χαρακτηρίζει γενικότερα την Παλαιολόγεια περίοδο.

Από καλλιτεχνική άποψη, το σημαντικότερο μνημείο της περιόδου στον σημερινό

νομό της Λάρισας, και το μοναδικό που διασώθηκε ακέραιο, είναι η μονή της

Ολυμπιώτισσας στην Ελασσόνα που ιδρύθηκε στο τέλος του 13ου αιώνα. Στις

πόλεις δυστυχώς δεν σώθηκαν μνημεία διότι καταστράφηκαν από την έντονη

οικονομική δραστηριότητα των Τούρκων κατά την επόμενη περίοδο.

Πηγή:

Σδρόλια Στ., Δρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας - Αρχαιολόγος 7ης ΕΒΑ.

ΤΕΔΚ Νομού Λάρισας, Οδηγός Νομού Λάρισας, Λάρισα 1998

Η ΛΑΡΙΣΑ ΥΠΟ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Πρώιμη Οθωμανική Περίοδος (14ος - 16ος αι.)

Η τουρκική κατάκτηση της Λάρισας ολοκληρώθηκε σε τρεις φάσεις, στην πρώτη,

κατά την εποχή του σουλτάνου Μουράτ Α΄, ο Γαζής Εβρενός Μπέης (Gazi Evrenos

Bey) και ο Χαϊρεντίν Πασάς (Hayreddin Pasa) καταλαμβάνουν την πόλη το έτος

788 από Εγίρας (1386/7).

Στη δεύτερη, το 1392/3, με τον Evrenos Bey και το σουλτάνο Βαγιαζίτ Α΄ (1389-

1402).

11


Στην τρίτη φάση, το 1423 όταν πλέον οριστικά η Λάρισα και ολόκληρη η

Θεσσαλία, θα κατακτηθούν και θα παραχωρηθούν ως τιμάριο από το σουλτάνο

Μουράτ Β΄, στο στρατηγό του, Γαζή Τουρχάν Μπέη (Gazi Turhan Bey). Τη

διοίκηση αναλαμβάνουν αργότερα ο γιος και εγγονός του τελευταίου, Ομέρ Μπέης

(Ömer Bey) και Χασάν Μπέης (Hasan Bey), αντίστοιχα.

Την εδραίωση της τουρκικής κυριαρχίας διευκόλυνε η κοινωνικοπολιτική

αποσύνθεση και η γενικότερη παρακμή που επικράτησε τα αμέσως προηγούμενα

χρόνια (το 14ο αι.) με διάφορους Έλληνες και ξένους δυνάστες να εκμεταλλεύονται

οικονομικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού, κυρίως του αγροτικού.

Η τούρκικη κατάκτηση συνέβαλε, ακόμη περισσότερο, στο μαρασμό της ήδη

παρακμασμένης οικονομίας, με αποτέλεσμα την αθρόα μετακίνηση πληθυσμών

από την πεδιάδα προς τα ορεινά. Αυτή η μετακίνηση προς τα ορεινά τροφοδότησε

ελπίδες σε μεγάλος μέρος του χριστιανικού πληθυσμού για μια πιο ασφαλή και

ελεύθερη ζωή, μακριά από την οθωμανική εξουσία.

Το κενό που άφηναν πίσω τους οι χριστιανοί, στο πλαίσιο μιας πολιτικής

εποικισμού καλυπτόταν από μουσουλμανικά νομαδικά φύλα, τα οποία διείσδυαν

άλλοτε ειρηνικά και άλλοτε βίαια, σε περιοχές μεγάλης στρατηγικής σημασίας για

τον κατακτητή. Είναι γνωστό ότι ύστερα από την μερική κατάληψη της ανατολικής

Θεσσαλίας από τον Evrenos Bey, το 1387, αρκετοί νομάδες [Γιουρούκοι (Yürük)] οι

οποίοι ακολούθησαν τον Evrenos Bey από διάφορα μέρη της πυκνοκατοικημένης

Μ.Ασίας και Ανατολίας, εγκαταστάθηκαν κυρίως στην περιοχή της Λάρισας και

των Φαρσάλων.

Ακολούθησαν και άλλοι, προγραμματισμένοι αυτή τη φορά, εποικισμοί, στα

χρόνια του Βαγιαζίτ Α΄ και, λίγο αργότερα, στα χρόνια του Μουράτ Β΄. Μετά τους

αλλεπάλληλους αυτούς εποικισμούς, γύρω στα 1454/5, η Λάρισα είχε μετατραπεί

σε μια καθαρά μουσουλμανική πόλη, με 355 μουσουλμανικά νοικοκυριά, (τα 217

από τα οποία ανήκαν σε βιοτέχνες) και 66 χριστιανικά. Έτσι, μπορεί να εξηγηθεί η

επίσημη τουρκική ονομασία της, Γενί Σεχίρ, η οποία όμως επικράτησε μόνο στη

διπλωματική γλώσσα.

Αλλαγή στη σύσταση του πληθυσμού συμβαίνει, επίσης, στα τέλη του 15ου αι. -

αρχές 16ου αι., όταν πολλοί Εβραίοι της Ισπανίας κατέφυγαν στα εδάφη τής

Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετά τη βίαιη εκδίωξή τους από τους βασιλείς

Φερδινάνδο και Ισαβέλα (1492). Ένας αριθμός προσφύγων καταφεύγει τότε και στη

Λάρισα, αναζωογονώντας την παλιότερη εβραϊκή κοινότητα. Κατά την ίδια

περίοδο (1463-79 και 1499-1503) και κατά τη διάρκεια των βενετοτουρκικών

πολέμων των ετών 1463-79 και 1499-1503 παρατηρούνται αθρόοι εξισλαμισμοί. Την

επικίνδυνη αυτή κατάσταση, στη Λάρισα, προσπαθεί να αντιμετωπίσει ο

πατριάρχης Διονύσιος Α΄ (1472-78 και 1490-93) φροντίζοντας να καλύψει την κενή

με κάποιο τρόπο τη μητροπολιτική έδρα τής πόλης.

12


Η έκρυθμη πάντως αυτή κατάσταση διαρκεί σχεδόν όλο τον 16ο αιώνα σε

ολόκληρο το βαλκανικό χώρο και ιδιαίτερα στη Θεσσαλία. Στις ορεινές περιοχές

δημιουργούνται εστίες ένοπλου αντιστασιακού αγώνα. Οι αρματολοί (martalos),

σώματα κάτω από οθωμανική αρχικά διοίκηση, συμπράττουν πολλές φορές στο

πλευρό του υποτιθέμενου εχθρού τους (των κλεφτών), ενώ και οι δυο μαζί

απομυζούν, ταλαιπωρούν και προσβάλλουν με τις ωμότητές τους, τους

χριστιανικούς πληθυσμούς των ορεινών περιοχών.

Στα τέλη του 16ου- αρχές 17ου αι., αρχίζει η αντίστροφη κίνηση των χριστιανών

από τα ορεινά προς τα πεδινά και τα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι παράγοντες που

συνετέλεσαν σε αυτό ήταν:

• Η βαθμιαία παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

• Η διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στον ελληνικό χώρο [υπογραφή των

πρώτων Διομολογήσεων (Capitulations), το 1535].

• Οι αυξημένες πλέον ανάγκες των αστικών κέντρων, στα οποία αρχίζουν σιγά

σιγά να δημιουργούνται οι συνθήκες για την οικονομική ανάπτυξη των

υπόδουλων.

Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα ζυμώσεων, είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί, η

οργάνωση επαναστατικού κινήματος το 1600, από το μητροπολίτη Διονύσιο Β΄,

τον επονομαζόμενο Φιλόσοφο, ή, σκωπτικά, Σκυλόσοφο, το οποίο όμως

δυστυχώς αποτυχαίνει ενώ ο ίδιος καθαιρείται (15 Μαΐου 1601).

Πηγή Θεόδωρος Παλιούγκας

Ύστερη Οθωμανική Περίοδος Ι (17ος- 18ος αι.)

Στις αρχές του 17ου αι, η Λάρισα ανθεί οικονομικά και εμπορικά. Είναι

μεγαλύτερη πληθυσμιακά τόσο σε σχέση με την πόλη των Ιωαννίνων, όσο και των

Τρικάλων και κατατάσσεται μεταξύ των δέκα κυριότερων πόλεων του ευρωπαϊκού

τμήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Κατά τη διάρκεια του Γ΄ βενετοτουρκικού πολέμου (1645-69), ο σουλτάνος Μεχμέτ

Δ΄(1648-87) μεταφέρει την έδρα του στη Λάρισα, για την καλύτερη παρακολούθηση

των επιχειρήσεων στην Κρήτη. Η εγκατάστασή του αυτή τρέπει πολλούς

χριστιανούς στα ορεινά. Ο ίδιος, κατά την παραμονή του, χτίζει μεγαλοπρεπές

ανάκτορο, και πολλοί ξένοι διπλωμάτες εγκαθίστανται στη Λάρισα και στο

γειτονικό Τύρναβο. Οι τεράστιες πολεμικές δαπάνες αναγκάζουν τον Μεχμέτ Δ΄ να

επιβάλλει βαριά φορολογία, εξαντλώντας οικονομικά τον υπόδουλο πληθυσμό τής

ευρύτερης περιοχής τής Λάρισας. Σε όλα αυτά προστίθενται μεγάλες επιδημίες και

φυσικές καταστροφές: το 1667 και 1688 ο πληθυσμός μειώνεται από επιδημίες, και

13


το 1684, μια μεγάλη πλημμύρα του Πηνειού δημιουργεί προβλήματα και

δυσχεραίνει τη διαβίωση.

Φυσικές καταστροφές συμβαίνουν και κατά το πρώτο μισό του 18ου αι.: στα 1719,

το μεγάλο «θανατικό» αποδεκάτισε τον πληθυσμό, ενώ το 1729, μεγάλη πλημμύρα

προκάλεσε τεράστιες καταστροφές σε αρκετά χωριά της θεσσαλικής πεδιάδας, ενώ

στη Λάρισα, κατακλύσθηκαν από τα νερά του Πηνειού οι συνοικίες Πέρα,

Ταμπάκικα και Αρναούτ.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις των Ρώσων στην περιοχή της Κριμαίας και του Αζόφ

(1735-39), και των Αυστριακών στην περιοχή του Βελιγραδίου (1737-39),

προκάλεσαν αναστάτωση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, εγκαινιάζοντας μια

περίοδο μεγάλης αναρχίας στη Θεσσαλία. Σε αυτή τη χρονική περίοδο έχουμε την

αρχή της λεγόμενης «αρβανιτοκρατίας», με τις καταστροφικές επιθέσεις Ελλήνων

και τουρκαλβανών κλεφταρματολών, όσο και την τρομοκρατία των γενίτσαρων

(yeniҫeri) σε βάρος του πληθυσμού των πόλεων. Τα ταξίδια στη Θεσσαλία γίνονται

ιδιαίτερα επικίνδυνα κατά την περίοδο αυτή, κάτι που επιβεβαιώνει ο Άγγλος

περιηγητής Richard Pococke.

Μετά την έκρηξη του Α΄ ρωσοτουρκικού πολέμου, για τον εκφοβισμό των

χριστιανών της Λάρισας, οι Τούρκοι πυρπολούν και κατεδαφίζουν το

μητροπολιτικό ναό του Αγ. Αχιλλίου, στις 12 Ιουνίου το 1769. Η ανοικοδόμησή του

απαγορεύτηκε, ενώ ο μητροπολίτης Μελέτιος Δ΄ (1769-91) εκδιώχτηκε και κατέφυγε

στο γειτονικό Τύρναβο. Τη φυγή του ακολούθησαν αρκετοί κάτοικοι της πόλης.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού εκδηλώθηκε στον ελλαδικό χώρο

επαναστατικό κίνημα, γνωστό ως Ορλωφικά (1770), το οποίο απέτυχε. Στη Λάρισα,

η οποία από το 1770 είχε αναγνωριστεί ως πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, η τάξη

διασαλεύεται και ακολουθούν αρκετές βιαιότητες σε βάρος του πληθυσμού.

Αν και από το 1774, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η νικήτρια Ρωσία

ανέλαβε το ρόλο του προστάτη των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,

στη Λάρισα, στις 4 Ιουνίου 1779, ο Καπουδάν Χασάν Πασάν έφτασε με έξι χιλιάδες

στρατιώτες, έχοντας ως στόχο να επιβάλλει την τάξη σε ομάδες Αλβανών ατάκτων.

Ο Καπουδάν επωφελείται όμως της γενικότερης σύγχυσης, προχωρώντας σε διώξεις

χριστιανών της πόλης.

Από το 1783, με την εμπορική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, στα μεγάλα

κέντρα της Θεσσαλίας αναπτύσσονται ευνοϊκοί όροι για τη διεύρυνση του

εμπορίου. Ιδιαίτερα το εμπόριο του βαμβακιού και των βαμμένων νημάτων έδωσε

μεγάλη ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη ορισμένων χωριών και κωμοπόλεων της

ευρύτερης περιοχής τής Λάρισας (Τσαριτσάνη, Αμπελάκια, Ραψάνη, Φάρσαλα,

Αγιά, Τύρναβος κ.ά.).

14


Στα 1794, ανοικοδομείται ναός του Αγ. Αχιλλίου. Η πολυπόθητη άδεια δόθηκε

ύστερα από μακροχρόνιους αγώνες των χριστιανών, έναντι γενναίων οικονομικών

ανταλλαγμάτων.

Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται έντονη πνευματική άνθηση, με τον

Κωνσταντίνο Κούμα, γύρω στα 1798, να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή,

διδάσκοντας ελληνικά και μαθηματικά στο Ελληνικό Σχολείο που είχε ιδρύσει ο

μητροπολίτης Διονύσιος κοντά στο ναό του Αγ. Αχιλλίου.

Η Λάρισα μετά την απελευθέρωση (από το 1881 έως τον Α΄ Παγκόσμιο

Πόλεμο)

Στις 31 Αυγούστου 1881 έγινε η ενσωμάτωση του μεγαλύτερου τμήματος της

Θεσσαλίας και ενός μικρού τμήματος της Ηπείρου στον κορμό του μικρού τότε

Ελληνικού Κράτους.

Οι ελπίδες για την ανασύνταξη και οργάνωση του Θεσσαλικού χώρου ήταν

μεγάλες και πολλές, δυστυχώς όμως δε συνοδεύτηκαν από τα κατάλληλα μέτρα και

εκείνες τις ενέργειες που θα επέτρεπαν την πραγματοποίηση τους. Γι ’αυτό η

πορεία της Θεσσαλίας μετά το 1881 είναι μια ατέρμονη σειρά τραυματικών

εμπειριών, οι οποίες προήλθαν είτε από τις δεσμεύσεις που επιβλήθηκαν στην

Ελλάδα με την Ιουλιανή Σύμβαση, είτε από τη δραματική διάψευση των ελπίδων

του πληθυσμού της Θεσσαλίας.

Το πλέον σημαντικό ήταν οι ατυχείς ρυθμίσεις σχετικά με την απόκτηση γης, όπου

οι Έλληνες μεγιστάνες του εξωτερικού που έρχονται στη Θεσσαλία, αλλά και οι

ντόπιοι κεφαλαιούχοι αποκτούν, πριν και αμέσως μετά την

Απελευθέρωση, μεγάλες γαιοκτησίες (τσιφλίκια) στη Θεσσαλία και στην περιοχή

της Λάρισας, που, λόγω της θέσης της, γίνεται έδρα των γεωργικών τους

επιχειρήσεων. Αυτό το φαινόμενο της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας σε λίγους,

ήταν η αφετηρία μιας πικρής ζωής για τους Θεσσαλούς κολίγους.

Η Λάρισα, η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη, κατά την περίοδο αυτή,

εξακολουθεί να είναι το κέντρο της Θεσσαλίας. Γίνεται η έδρα του ομώνυμου

Δήμου με το από 31-03-1883 Βασιλικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. 126/2 Απριλίου 1883).

Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ήταν φυσικό επόμενο να γίνει στρατιωτικό

κέντρο, έδρα δικαστικών και διοικητικών αρχών και να αποτελέσει πολύ γρήγορα

ένα σημαντικό πόλο έλξης πληθυσμών από μακρινές και πιο κοντινές περιοχές.

Η Ελληνική Νομοθεσία άρχισε να εφαρμόζεται από το 1882 στις «νέες χώρες»

(Νόμος ΠΜ'/1882 Φ.Ε.Κ. 16/20 Μαρτίου 1882), αλλά η κακοδιοίκηση δεν είχε

προηγούμενο. Γι’ αυτή την κατάσταση, που επικρατούσε στους διοικητικούς

θεσμούς της Λάρισας, ακούστηκαν στη Βουλή, κατά καιρούς και κάποιες φωνές

έντιμων πολιτικών, οι οποίοι παρουσίαζαν μια εικόνα της δημόσιας τάξης

15


χειρότερη από εκείνης της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Μέσα σε μια τέτοια

ατμόσφαιρα, η οικονομική ανάπτυξη δεν ήταν δυνατή. Χωρίς τάξη και ασφάλεια,

χωρίς γη στους αγρότες, η προκοπή του τόπου δε διαφαινόταν στον ορίζοντα. Ίσα,

ίσα ακύρωνε και τις όποιες θετικές ενέργειες της Πολιτείας.

Ο δρόμος για τη δημιουργία μιας ανθρώπινης πόλης δεν ήταν καθόλου

εύκολος. Το οδικό δίκτυο είχε παραμεληθεί από τους Τούρκους (αφού διέθεταν τα

τοπικά έσοδα σε στρατιωτικές ανάγκες), η πόλη ήταν συχνά υποκείμενη στο έλεος

των πλημμυρών του Πηνειού, τα νερά του οποίου συχνά προξενούσαν μεγάλες

καταστροφές στις παρακείμενες στις όχθες του συνοικίες (1883). Οι λοιπές

επικοινωνίες εξυπηρετούνται στοιχειωδώς με διπλές ή μονές τηλεφωνικές γραμμές

και ταχυδρομικά γραφεία κυρίως στη Λάρισα και στα σημαντικότερα

περιφερειακά της κέντρα.

Παρά τις δυσκολίες, η πόλη αρχίζει να κινείται. Εκδίδονται τοπικές εφημερίδες,

ενώ έρχονται και εφημερίδες από το Βόλο, που υπερτερεί στο σημείο αυτό ακόμη

και από την Αθήνα. Η πόλη αρχίζει να γεμίζει καταστήματα εμπορικά και

υπηρεσιών, ενώ την περίοδο αυτή κάνουν την εμφάνιση τους και τα πρώτα

σωματεία.

Σημαντικό γεγονός είναι η ίδρυση του «Ελληνικού Αγροτικού Συλλόγου» το 1884,

με στόχο την προαγωγή της ελληνικής γεωργίας, την εξάπλωση νέων καλλιεργειών,

την ενημέρωση -επιμόρφωση των αγροτών, τη διοργάνωση εκθέσεων κ.λπ.

Αν και οι προθέσεις ήταν καλές, στο θέμα της ανάπτυξης της γεωργίας δεν υπήρχε

πολιτική βούληση και οι μεγαλοϊδιοκτήτες είχαν βραχυκυκλώσει όλους τους

μηχανισμούς της πολιτείας, μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιτευχθεί η

ποθούμενη αναγέννηση του αγροτικού κόσμου.

Σε όλα αυτά προστέθηκε και η δεύτερη σύντομη κατοχή της Θεσσαλίας από τους

Τούρκους (1897- 1898), που ήταν το αποτέλεσμα της εξέλιξης του Κρητικού

Ζητήματος και των βεβιασμένων ενεργειών της Ελληνικής Κυβέρνησης. Ο ισχυρός

αυτός κλονισμός της δεύτερης κατοχής έφερε όμως και την αναγκαία περισυλλογή

και αφύπνιση για το κυρίαρχο ζήτημα που συνέχιζε να είναι το Αγροτικό.

Τα εκάστοτε νομοσχέδια απείχαν πολύ από το να δίνουν λύσεις και η αντίδραση

των αγροτών ήταν άμεση. Εξάλλου το πρόβλημα οξύνθηκε όταν στη Θεσσαλία

εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία, των οποίων η ομαλή

ένταξη και κυρίως η αποκατάσταση μαζί με τους λοιπούς Θεσσαλούς αγρότες,

έχρηζε άμεσης απάντησης.

Σύλλογοι αγροτών, συλλαλητήρια, δυναμικές εκδηλώσεις θορύβησαν τους

μεγαλοϊδιοκτήτες που αντέδρασαν σπασμωδικά φτάνοντας και σε ακραίες λύσεις,

μέσα στις οποίες περιλαμβάνονται η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα και η βίαιη

16


διάλυση του αγροτικού συλλαλητηρίου στο Κιλελέρ και στη Λάρισα στα 1907-

1910.

Πηγή: Δημήτριος Αγραφιώτης, Ιστορικός

Η Λάρισα από τον Α’ Παγκόσμιο έως σήμερα

Η περίοδος 1914-1917 (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) υπήρξε κρίσιμη για τη Θεσσαλία.

Η μακροχρόνια στράτευση πολλών ανδρών στερούσε από τη γεωργία τα εργατικά

χέρια και οι αναστατώσεις του Εθνικού Διχασμού δεν άφησαν ανεπηρέαστο

ολόκληρο το Νομό Λάρισας. Τα «στρατόπεδα» των οπαδών του Ελευθέριου

Βενιζέλου («Εθνική Άμυνα») και των φιλοβασιλικών («Επίστρατοι του Ιωάννη

Μεταξά») έκαναν την εμφάνιση τους ακόμη και στα μικρότερα χωριά του νομού.

Αργότερα, την Άνοιξη του 1917, η Θεσσαλία τάχθηκε με το μέρος της Κυβέρνησης

της Θεσσαλονίκης (Κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου).

Την κατάσταση θα επιδεινώσει το πικρό τέλος του Μικρασιατικού Πολέμου, η

καταστροφή, η προσφυγιά. Ο Θεσσαλός Πλαστήρας θα επιταχύνει μετά το 1922 τα

αργά βήματα προς την αποκατάσταση των αγροτών που είχαν αρχίσει ήδη από το

1917.

Κατά τη διετία 1923-1925, αλλά και αργότερα, αρχίζει μια εργώδης προσπάθεια

καθορισμού των απαλλοτριωτέων εκτάσεων, επιλογής των δικαιούχων κλήρου,

ποσοτικού προσδιορισμού του γεωργικού-κτηνοτροφικού κλήρου κ.λπ., μέσα από

τις Υπηρεσίες και τους Αναγκαστικούς Γεωργοπιστωτικούς Συνεταιρισμούς.

Η διαδικασία αυτή, αν και ολοκληρώθηκε πολύ αργότερα (1952-1953), έδωσε μια

κάποια λύση στο θέμα που ταλαιπώρησε τόσο τη Θεσσαλία όσο και γενικότερα την

περιοχή της Λάρισας, η οποία διέθετε τα μεγαλύτερα και περισσότερα τσιφλίκια

άρα περισσότερους κολίγους και ακτήμονες. Σ’ αυτούς προστέθηκαν και

σαρακατσάνοι, που σταδιακά εγκατέλειπαν το νομαδικό βίο και σχεδόν

αναγκαστικά επέλεγαν να γίνουν μικροκτηνοτρόφοι και γεωργοί.

Τα Φάρσαλα, η Ελασσόνα, η Αγιά κι ο Τύρναβος ενισχύθηκαν πληθυσμιακά,

όμως το μεγαλύτερο μερίδιο στην αύξηση του πληθυσμού το αποκόμισε η

Λάρισα, η οποία από ένα μεγάλο και απλωμένο σε έκταση χωριό, μετατρεπόταν

σταδιακά σε αστικό κέντρο ως έδρα των κάθε είδους κρατικών υπηρεσιών, καλών

σχολείων, Διδασκαλείου (Ακαδημίας αργότερα), νοσοκομείου, τραπεζών, καθώς

και ως κέντρο εμπορίου-αγοράς και ως χώρος διασκέδασης.

Η Λάρισα ήταν η πόλη με τις μεγαλύτερες ανάγκες (νέα ρυμοτομία, φωτισμός,

νερό). Οι στενοί δρόμοι ήταν ανάγκη να αντικατασταθούν από φαρδύτερους κι

από λασπόδρομοι να γίνουν πιο στερεοί και καθαροί. Τα φανάρια του πετρελαίου

ή της ασετυλίνης έπρεπε να αντικατασταθούν από τον ηλεκτρισμό. Οι νερουλάδες

17


(σακατζήδες), που μετέφεραν στα σπίτια το νερό από τον Πηνειό, έπρεπε να

αντικατασταθούν ένα δίκτυο, το οποίο θα εξασφάλιζε τις απαραίτητες συνθήκης

υγιεινής.

Η προσπάθεια άρχισε το 1911, όταν ηλεκτροδοτήθηκε η πόλη και άρχισαν να

εκτελούνται έργα υδρεύσεως, οι δρόμοι άρχισαν να πλαταίνουν, πολλοί να

ασφαλτοστρώθηκαν, νέα κτίρια κτίστηκαν, πλατείες δημιουργήθηκαν, για να

πάρει σταδιακά η Λάρισα τη νέα όψη της, την προπολεμική. Ταυτόχρονα, έκαναν

την εμφάνιση τους αξιόλογες βιομηχανικές μονάδες (αλευρόμυλοι, υφαντουργεία,

παγοποιεία, εργοστάσια υποδημάτων, ζαχαροπλαστικής, ποτοποιεία) και πλάι

τους μικρότερες βιοτεχνίες και καταστήματα, αρκετά για να καλύψουν όχι μόνο τις

ανάγκες της πόλης αλλά και του νομού.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οργανώθηκε μια κοινωνική ζωή που σταδιακά

εγκατέλειπε τις παλιές συνήθειες και αποκτούσε κάποια κοσμικά κέντρα, λέσχες,

ωδείο και μουσική ευρωπαϊκή αντί των αμανέδων, θέατρο, κινηματογράφο,

ποδήλατα και τα πρώτα αυτοκίνητα, γραμμόφωνα και αργότερα ραδιόφωνα. Οι

εφημερίδες των Αθηνών, του Βόλου αλλά και οι τοπικές αποτελούν με το

περιεχόμενο τους το καθημερινό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό θερμόμετρο.

Οι σύλλογοι (κυριών, αθλητικοί, μουσικοί, πνευματικοί) αποτελούν τους χώρους

όπου πιστοποιείται η έξοδος από το σπίτι και η δραστηριοποίηση μέσα στο

κοινωνικό σύνολο.

Εν κατακλείδι, θα έλεγε κανείς ότι μέσα σε αυτά τα εξήντα χρόνια (1881-1940) το

τοπίο διαφοροποιήθηκε σε όλες του τις διαστάσεις. Ο ερχομός του Β’ Παγκοσμίου

Πολέμου ήρθε να επιδεινώσει την κατάσταση και να επισφραγίσει η τρομακτική σε

μέγεθος φυγή πληθυσμών (1955-1965) προς τα αστικά κέντρα ή τις ξένες χώρες.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 και μετά, η Λάρισας μεταμορφώθηκε σε ένα

σύγχρονο αστικό κέντρο, που ζει με έντονους ρυθμούς και έχει δημιουργήσει

πυλώνες πολιτιστικής, επιστημονικής και βιομηχανικής δραστηριότητας, δίνοντας

την αίσθηση μιας πόλης με πολλές δυνατότητες και ακόμη περισσότερες

προοπτικές.

18


ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ

Κωνσταντίνος Κούμας (1777, Λάρισα - 1836, Τεργέστη)

Η μεγαλύτερη πνευματική φυσιογνωμία της Λάρισας στο πέρασμα από τον 18ο

στον 19ο αιώνα, είναι ο Κωνσταντίνος Κούμας (1777, Λάρισα - 1836, Τεργέστη).

Στις αρχές του 1797 αναλαμβάνει να διδάξει στη σχολή της Λάρισας. Αλλά όχι για

πολύ. Γρήγορα εγκαταλείπει τη Λάρισα για το σχολείο της Τσαριτσάνης όπου

διδάσκει ελληνικά και επιστημονικά μαθήματα στην απλοελληνική και εισάγει ως

νέο μάθημα την άλγεβρα. Στα 1799 έρχεται στα Αμπελάκια, όπου με τον Ασάνη

μεταφράζουν το έργο του Abbe de la Caille «Περί κωνικών τομών». Το έργο θα

τυπωθεί στη Βιέννη το 1803. Ο Κωνσταντίνος Κούμας από τους πλέον συνεπείς

διαφωτιστές θα ακολουθήσει τη μοίρα των ανθρώπων που αναζητούν ως πατρίδα

το πνεύμα και την προσφορά. Οι σταθμοί της πορείας του είναι το 1803 η Βιέννη

(με τον Άνθιμο Γαζή), το 1809 η Σμύρνη (με τον Κωνσταντίνο Οικονόμου), το 1813

η Πόλη, το 1815 πάλι η Σμύρνη, το 1817 η Βιέννη, το 1818 τα Πανεπιστήμια της

Γερμανίας και μετά δύο χρόνια η Σμύρνη.

Με την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης διαφεύγει στην Τεργέστη και από κει

στη Βιέννη. Θα συλληφθεί από τους αυστριακούς με την κατηγορία της συμμετοχής

σε συνωμοσία, γρήγορα, όμως, θα αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. Στη

Βιέννη θα συγγράψει το πιο σημαντικό του έργο, τη δωδεκάτομη «Ιστορία των

ανθρωπίνων πράξεων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι το 1831». Θα πεθάνει

στην Τεργέστη από χολέρα σε ηλικία πενήντα εννέα ετών.

Ο Κούμας είναι αντίπαλος της αρχαΐζουσας, την οποία θεωρεί ως μέγα εμπόδιο για

την πρόοδο του γένους και «ο πιστότερος και συνεπέστερος οπαδός του Κοραή''.

Στις γλωσσικές θέσεις του είναι φανερή η επίδραση του της θεωρίας του Κοραή για

τον καθαρμό και τη διόρθωση της γλώσσας».

19


Οικονόμου ο εξ Οικονόμων Κωνσταντίνος (1780-1857)

Διαπρεπής λόγιος, ευρυμαθής ρήτορας, εξέχουσα φυσιογνωμία της Ορθόδοξης

Εκκλησίας, συγγραφέας και ιεροκήρυκας. Αποτελούσε χαρακτηριστικό

παράδειγμα ηθικής, σύνεσης, μόρφωσης αστείρευτης πηγής ενέργειας και γνώσης.

Διέθετε την ιδιαίτερη ικανότητα να απαγγέλλει ραψωδίες του Ομήρου και να

γράφει στίχους στην ομηρική γλώσσα. Το γεγονός ότι ήταν πολυμαθής και

οξυδερκής με ιδιαίτερη ευφράδεια λόγου, τον βοήθησε να καταξιωθεί και να

χαρακτηριστεί μεγάλη μορφή της Εκκλησίας και του ΄Εθνους. Γεννήθηκε στην

Τσαριτσάνη τη χρονιά που γεννήθηκε και ο Καραϊσκάκης.

Ήταν γιος του ιερέα Κυριάκου Οικονόμου. Ο πατέρας του και οι παππούδες του

ήταν οικονόμοι, γι’ αυτό και έλαβε τον τίτλο «ο εξ Οικονόμων». Στα Αμπελάκια

πήρε τις βασικές γνώσεις και διδάχτηκε γαλλικά και ιερά γράμματα.

Αργότερα ανέλαβε τη θέση του πατέρα του ως κληρικός και οικονόμος της

Επισκοπής Ελασσόνας. Δίδαξε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και υπήρξε ευεργέτης

αυτής. Έμπρακτη απόδειξη του ενδιαφέροντός του για την πνευματική ανάταση

του τόπου, ήταν η προσφορά του πατρικού του σπιτιού για διδακτήριο, καθώς

επίσης και ενός σεβαστού ποσού για τη μισθοδοσία των διδασκάλων.

Το 1806 φυλακίστηκε από τον Αλή Πασά ως ύποπτος και αφού ελευθερώθηκε,

έφυγε για τις Σέρρες και αργότερα ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη. Στην Σμύρνη,

διατέλεσε δάσκαλος και σχολάρχης και έπειτα από πρόσκληση του πατριάρχη

Κωνσταντινούπολης πήγε στην Πόλη, όπου ονομάστηκε «καθολικός ιεροκήρυκας

της Μεγάλης Εκκλησίας και πασών των ορθοδόξων του ελληνικού γένους

Εκκλησιών».

Ταξίδεψε στην Οδησσό, στην Πετρούπολη, όπου έγινε δεκτός από τον τσάρο

Αλέξανδρο τον Α΄. Μετά το χαμό της οικογένειάς του εγκατέλειψε τη Ρωσία και

ταξίδεψε δυτικά. Αφού περιπλανήθηκε σε χώρες της Δύσης, βρέθηκε στην Αθήνα

20


(1837), όπου και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Αγωνίστηκε εναντίον του Θεόκλητου Φαρμακίδη για το ζήτημα της αυτοκέφαλης

ελληνικής Εκκλησίας, πιστεύοντας ότι αυτή πρέπει να έρχεται σε συνεννόηση με το

Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Περισπούδαστος μελετητής της αρχαίας

ελληνικής γραμματείας, μετέφρασε και συνέγραψε πολλά έργα, τα οποία

χωρίζονται σε τρεις ομάδες: α) Εκκλησιαστικά, β) Φιλοσοφικά, γ) Λόγοι.

Ενδεικτικά αναφέρονται: «Περί των τριών ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών»

(1835), «Σημειώσεις εις το περί ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας γαλλικόν

υπόμνημα» (1837), «Περί βαττολογίας παροδικόν μελέτημα» (1837), «Επίκρισις εις

την περί νεοελληνικής Εκκλησίας σύντομον απάντησιν του σοφού διδασκάλου κ.

Νεοφύτου Βάμβα» (1852). Επίσης έγραψε πολλά ερμηνευτικά, όπως: «Περι των Ο'

ερμηνευτών της Παλαιάς θείας Γραφής βιβλία τέσσαρα» (1844-1849).

Θεόκλητος Φαρμακίδης [1784, Νεμπεγλέρ (Νίκαια) -1860, Αθήνα]

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης* [1784, Νεμπεγλέρ (Νίκαια) -1860, Αθήνα], κατά κόσμον

Θεοχάρης Φαρμακίδης, έλαβε τη βασική μόρφωση στο χωριό του και τη Λάρισα

όπου και χειροτονήθηκε διάκονος το 1802.

Φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και

στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811). Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στο

Βουκουρέστι και διορίστηκε εφημέριος του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου στη Βιέννη

(1811 μέχρι το 1818).

Μετείχε με τον Άνθιμο Γαζή και τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη στην έκδοση του

περιοδικού «Λόγιος Ερμής» και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το Μάιο του 1821,

κατέβηκε στην Ελλάδα και εντάχθηκε στο επιτελείο του Δημήτριου Υψηλάντη. Τον

Αύγουστο του 1821 στην Καλαμάτα εκδίδει την «Ελληνική Σάλπιγγα» την πρώτη

ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος η έκδοση της οποίας

21


διακόπηκε εξ αιτίας της διαφωνίας του με τον Υψηλάντη.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες Εθνοσυνελεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου

Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, Έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των

Παίδων (5 Ιουλίου 1823) και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία

της Κέρκυρας. Στα 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυντάκτης της

"Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος". Παραιτήθηκε από αυτή τη θέση το 1827.

Υπήρξε υποστηρικτής του «Αγγλικού κόμματος» γι’ αυτό και διαφώνησε εξαρχής

με τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής

πολιτικής. Δικάστηκε και φυλακίστηκε γιατί επέκρινε τον κυβερνήτη.

Το 1832, διορίστηκε έφορος του εν Αιγίνη Γενικού και Προκαταρκτικού Σχολείου

(14 Απριλίου 1832). Από την αντιβασιλεία χρησιμοποιήθηκε ως σύμβουλος σε

εκκλησιαστικά ζητήματα. Με ενέργειες του Φαρμακίδη στις 23 Ιουλίου 1832

εξεδόθη Βασιλικό Διάταγμα για την κήρυξη του αυτοκεφάλου της ελλαδικής

εκκλησίας. και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο

Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και κύκλοι που ανήκαν στο "ρωσικό

κόμμα" άσκησαν εναντίον του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες.

Το 1833 διορίστηκε Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου και το 1837 έγινε τακτικός

καθηγητής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο οποίο όμως δεν δίδαξε ποτέ.

Αργότερα διορίστηκε καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή. Όταν στις 29 Ιουνίου 1850

το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε Τόμο ανακήρυξης του αυτοκεφάλου της

Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Φαρμακίδης, θεωρώντας τους όρους του Τόμου

αντικανονικούς και περιοριστικούς για την άσκηση ελεύθερης διοίκησης, εξέδωσε

ως «Αντιτόμο» το σύγγραμμα «Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας» (23 Απριλίου

1852) με τις θέσεις του, έργο που επηρέασε καταλυτικά την όλη νομολογία και

πρακτική του ελληνικού κράτους έναντι της Εκκλησίας. Πέθανε στην Αθήνα το

1860.

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπήρξε πιστός υπερασπιστής των ιδεών του Κοραή. Το

έργο του δεν είναι μόνον θεολογικό. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να

μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα

λαϊκά στρώματα. Έγραψε τα «Στοιχεία ελληνικής γλώσσης» το 1815 με το οποίο

συστηματοποιεί τη διδασκαλία του Κοραή και αργότερα την «Χρηστομάθεια

ελληνική».

Όμως, η προσφορά του Θεόκλητου Φαρμακίδη και του Κωνσταντίνου Κούμα στην

ιδιαίτερη πατρίδα τους, παρά το πνευματικό διαμέτρημα και το θαυμασμό που

προκαλούσε το έργο τους στους συμπατριώτες τους, δεν ήταν η ανάλογη. Βασική

αιτία ήταν το γεγονός ότι, ακολουθώντας την προτροπή του Κοραή για

μεταλαμπάδευση των «φώτων» από την Ευρώπη, κανείς εκ των δύο δεν παρέμεινε

22


για μακρό χρονικό διάστημα στη Λάρισα ώστε να επηρεάσει το εδώ πνευματικό

κλίμα.

Πέζαρος Δημητριάδης Ιωάννης (1749-1806)

Θερμός λάτρης και βαθύς γνώστης του κλασικού ελληνικού πολιτισμού. Γεννήθηκε

στον Τύρναβο, πήρε τις βασικές γνώσεις από τους Ιωάννη Αγραφιώτη και Λάμπρο

Πάσχο και βρέθηκε στα Γιάννενα μαθητής του Κοσμά Μπαλάνου και του

Κύριλλου. Ενώ αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα, συνέχισε τις σπουδές του στη

σχολή του ΄Αθωνος, όπου διδάχτηκε μαθήματα νεότερης φιλοσοφίας από το

μαθητή του Ευγένιου Βούλγαρη, Κυπριανό (1771).

Ασχολήθηκε με τη μελέτη πολλών εκκλησιαστικών συγγραφέων και δίδαξε στο

νεοϊδρυμένο σχολείο του Λιβαδίου Ελασσόνας (1768-69) και στη Σχολή της

Τσαριτσάνης (1771-76), προσελκύοντας με τη φήμη του πλήθος μαθητών. Κατά

καιρούς τού προτάθηκε να διδάξει σε πολλά σχολεία της χώρας, όμως ο ίδιος

προτίμησε να προσφέρει τις γνώσεις του στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Το 1780 ανέλαβε την περίφημη Σχολή του Τυρνάβου στη θέση του εκλιπόντος

Λάμπρου Πάσχου, την οποία θέση διατήρησε ως το 1806 που πέθανε.

Προηγουμένως το 1790, μετά το γάμο του, χειροτονήθηκε ιερέας και έλαβε το

αξίωμα του οικονόμου.

Ως ιεροκήρυκας, δίδαξε το Ευαγγέλιο στις 16 εκκλησίες της πατρίδας του, του

Τυρνάβου. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν ο Κωνσταντίνος Κούμας, ο μετέπειτα

διδάσκαλος του Γένους, ο Στέφανος Δούγκας, λόγιος που υπηρέτησε στα

στρατεύματα του Αλ. Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και ο ιατροφιλόσοφος

Διονύσιος Πύρρος. Πολλοί απ’αυτούς δίδαξαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας στη

Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Κωνσταντινούπολη.

Στο Αρχείο του Τυρνάβου στην Εθνική Βιβλιοθήκη σώζονται επιστολές του σε

πολλούς λόγιους της εποχής του, με τους οποίους αλληλογραφούσε.

23


Περραιβός Χριστόφορος (1773-1863)

Ψευδώνυμο του Χρυσάφη Χατζηβασιλείου, δηλωτικό της καταγωγής του.

Γεννήθηκε σε χωριό του Ολύμπου, ήταν συγγραφέας και οπλαρχηγός του Αγώνα.

Σπούδασε στην Ελληνική Σχολή του Βουκουρεστίου και κατόπιν στη Βιέννη.

Συνδέθηκε με το Ρήγα και έγινε φίλος και άξιος συνεχιστής των αγώνων του. Στη

διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Τεργέστη της Ιταλίας, συνελήφθη, όπως και ο

Ρήγας. Η μεσολάβηση των Γάλλων και η γαλλική υπηκοότητά του, τον βοήθησαν

να αφεθεί ελεύθερο. Δίδαξε για ένα χρόνο στα σχολεία της Κέρκυρας και έπειτα

έγινε συνοδός του Ρώσου πρίγκιπα Μιχαήλ Δολγορούκι.

Ταξίδεψε στη Λευκάδα με 4 εκατονταρχίες για την ενίσχυση της άμυνας του

νησιού από τον Αλή πασά. Η επάνοδος των Γάλλων στα Επτάνησα το 1807, τον

βρίσκει υπασπιστή του κυβερνήτη Μπερκέ με το βαθμό του χιλίαρχου. Το 1814

διώκεται στη Βαρλέτα της Νεάπολης. Το 1817 στη Μόσχα, μυήθηκε στην Φιλική

Εταιρεία και υπέβαλε στον αυτοκράτορα Αλέξανδρο επαναστατικό σχέδιο για όλη

την Ελλάδα. Πρόσφερε τις γνώσεις του και την πείρα του ως πολιτικός

διαφωτιστής, στο πέρασμά του από διάφορες πόλεις της Ελλάδας (Μάνη, Σούλι,

Τρίπολη). Όταν παραιτήθηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα, πήρε μέρος στις

μάχες Σκιάθου, ΄Αμπλιανης, Σκάλας, Χαϊδαρίου, Αράχωβας, Αττικής, Δίστομου,

Κερατσινίου και Πέτρας.

Το 1825 του απονεμήθηκε ο τίτλος του στρατηγού της Επανάστασης. Επίσης πήρε

μέρος στην Εθνοσυνέλευση του ΄Αργους το 1829 ως πληρεξούσιος της Θεσσαλίας.

Το 1863 τον βρίσκει με το βαθμό του υποστράτηγου και στις 5 Μαΐου του ίδιου

χρόνου, πεθαίνει. Μερικά από τα έργα του είναι: «΄Υμνος εγκωμιαστικός παρ’όλης

της Γραικίας προς τον αρχιστράτηγον Μποναπάρτε, ποίημα Χριστόφορου

Περραιβού. Εν Κερκύρα, χρόνος έκτος πολιτικός» (1798), «Ιστορία του Σουλίου και

Πάργας» (1803), «Απομνημονεύματα πολεμικά διαφόρων μαχών συγκροτηθεισών

μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών κατά το Σούλιον και Ανατολικήν Ελλάδα από του

1820 μέχρι το 1829 έτους», «Βιογραφία του Ρήγα του Θεσσαλού».

24


Κατσίγρας Γεώργιος (1914-1998)

Μέλος της οικογένειας Κατσίγρα, που ξεκίνησε την πορεία της από τη

Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας, σημαντικό εμπορικό κέντρο της Βαλκανικής.

Χειρούργος, αντιστασιακός, φιλότεχνος και δωρητής έργων τέχνης.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και αναγορεύτηκε Διδάκτορας

της χειρουργικής. Στα χρόνια της Κατοχής συνελήφθη από τους Ιταλούς και

φυλακίστηκε στη Λάρισα και την Αθήνα. Εγκαταστάθηκε κατόπιν μόνιμα στη

Λάρισα, όπου ίδρυσε χειρουργική κλινική, η οποία από το 1987 και έπειτα στεγάζει

την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Διακρινόταν για την -αδιανόητη για πολλούς- μετριοφροσύνη του, ενώ ήταν

ακούραστος συνεχιστής των δραστηριοτήτων του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Διέθετε πλούσιο καλαισθητικό συναίσθημα και απέκτησε μια σπάνια συλλογή -

ανυπολόγιστης αξίας- πινάκων ζωγραφικής, χαρακτικής και σχεδίων, 700 περίπου

έργων Ελλήνων καλλιτεχνών, την οποία επιδαψίλευσε στη γενέτειρά του Λάρισα

και αποτέλεσε το έναυσμα της δημιουργίας του πολιτιστικού φορέα «Δημοτική

Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα», αποτελώντας βαρυσήμαντη

συμβολή στην ανύψωση της εικαστικής παιδείας του τόπου.

Οι πίνακες της Συλλογής καλύπτουν χρονολογικά μια μεγάλη περίοδο της

νεοελληνικής ζωγραφικής και χαρακτικής, εάν λάβουμε υπόψη την ηλικία του

παλιότερου ζωγράφου (1768-1834). Στην ίδια συλλογή ανήκουν προσωπικά

αντικείμενα (γραφείο) του αρχαιολόγου της Τροίας και των Μυκηνών, Ερρίκου

Σλήμαν. Η δωρεά του συνοδεύτηκε με 1.000 εικονογραφημένους πολυτελείς τόμους

βιβλίων, με βιογραφίες Ελλήνων και ξένων ζωγράφων, σκίτσα και

φωτογραφημένα έργα τους. Ο Γεώργιος Κατσίγρας θεωρείται μεγάλο τέκνο της

πόλης της Λάρισας και αποτελεί υπόδειγμα γνήσιου πατριώτη και άξιου

επιστήμονα.

25


Εικόνα 6 Γουναρόπουλος, "κορίτσια που κεντούν"

Εικόνα 7 Τα έπιπλα του γραφείου του Ερρίκου Σλήμαν

Θεσσαλικοί ιδιωματισμοί και ντοπιολαλιές

«...Πώς μπορώ να πάω στο δημαρχείο της Λάρισας», ρωτά κάποιος έναν Θεσσαλό.

Κι εκείνος απαντά: Ντουγρού! Δηλαδή ευθεία.

Είναι ένας συνηθισμένος διάλογος με θεσσαλικές αναφορές που αποτελεί

χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου ομιλίας των ανθρώπων της περιοχής, που σε ένα

πολύ μεγάλο ποσοστό χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους λέξεις λίγο...

διαφορετικές.

Εκείνο όμως που κάνει τους Θεσσαλούς να ξεχωρίζουν στον τρόπο με τον οποίο

εκφράζονται είναι η προφορά τους, δηλαδή η συνήθειά τους να κόβουν τις λέξεις

αλλά και τις φράσεις. Έτσι πολλές δισύλλαβες λέξεις, συνήθως μετατρέπονται σε

μονοσύλλαβες, όπως για παράδειγμα, το «κάτω» γίνεται «κατ'», ή το «κόβεις»

μετατρέπεται σε «κοβ'ς».

Ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρείται είναι ότι το ο-ω μετατρέπεται σε «ου» και

το ε-αι αντίστοιχα σε «ι». Για παράδειγμα το ρήμα «έρχεται» γίνεται «έρχιτι»,

και τα ουσιαστικά «ποδάρι» γίνονται «πουδάρ'», ή κοσμάκης μετατρέπεται σε

«κουσμάκ'ς».

Η πιο γνωστή φράση πια που κατέληξε σε ανέκδοτο είναι και η αστεία «Λεν μι λεν σι

λέου», δηλαδή «Ελένη με λένε σου λέω». Τοπικοί ιδιωματισμοί ή ντοπιολαλιές που

χρησιμοποιούνται κατά κόρον από ανθρώπους κάθε ηλικίας, κάνοντας τους

Θεσσαλούς να ξεχωρίζουν με την ιδιαίτερη προφορά τους σε όλη τη Ελλάδα.

Σε ό,τι αφορά στους ιδιωματισμούς ή ντοπιολαλιές σύμφωνα με τον

γλωσσιοκοινωνιολογικό ορισμό της έννοιας γλώσσα είναι γλώσσες λεξικογραμματικά

πλήρεις και σημαντικές, ανεξάρτητα από την κοινωνική ιεράρχηση, που τους έχει

26


γίνει μέσα στα διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα ή αυθαίρετα από απαίδευτους και

ανιστόρητους. Οι ιδιωματισμοί αναδεικνύουν την ιδιοσυγκρασία, την κουλτούρα, τις

ιδιαίτερες ιστορικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες μιας περιοχής. Στην

ελληνική επικράτεια η γλώσσα μας αν και παρέμεινε ενιαία από την αρχαιότητα έως

σήμερα, ποτέ δεν μιλήθηκε ομοιόμορφα σε ολόκληρο τον γεωγραφικό χώρο με

αποτέλεσμα να διαμορφωθούν τοπικές παραλλαγές.

ΘΕΣΣΑΛΙΚΟΙ ΙΔΙΩΜΑΤΙΣΜΟΙ

Ενδεικτικά σας παραθέτουμε ένα μικρό δείγμα από τους Θεσσαλικούς

ιδιωματισμούς που λίγο - πολύ είναι γνωστοί στους Θεσσαλούς, προκαλώντας σε

αρκετές περιπτώσεις ευθυμία και αφορμή για πειράγματα σε μεγαλύτερους σε

ηλικία πολίτες.

Ιδού ...αρκετές:

... κασκαρίκα = φάρσα, κασκέτο = καπέλο, κατ' = κάτω, καταΐ = κάτω, κατσιό =

καθισιό, καψαλίσ'κα = κάηκα, κενώνω = μοιράζω φαγητό, κλησσιά = εκκλησία,

κλοκύθι = το κολοκύθι, κλόστης = πλάστης, κλουρ' = κουλούρι, κοκοτσέλο =

μικρός κόκορας, κολ'τσίδα = φορτικός άνθρωπος, κοπάνα = σκάφη, κουρίτσια =

κορίτσια, κουσούρι = στραβά, κουτουλάω = τρακάρω, κούτσ'κο = μικρό παιδί,

κούτσινο = το μικρό, κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα, λαβίδα = κουτάλι, λαΐνι = στάμνα,

λαμπίκο = πεντακάθαρο, Λάρ'σα = Λάρισα, λέλεκας = πελαργός, λιανά =

ψιλά,λιγνός = λεπτός, μικρός, λόρδα = μεγάλη πείνα, λούμπα = λακκούβα με νερό,

μαγαρίζω = βρομίζω, λερώνω, μανάρι = πρόβατο, μανιά = γιαγιά, μάπα = λάχανο,

μασλάτι = η κουβέντα, μάστι = μάζεψε, ματαρθώ = ξαναέρθω, μαχαλάς = συνοικία,

η γειτονιά, μεσάμπρα = ντουλάπα, μεσσάλα = τραπεζομάντηλο, μίρλα = κλάμα,

μισίρια= γαλοπούλες, μόρτης = αλήτης, κακός, μόρχεται = μου έρχεται, μουσκάρι =

μοσχάρι, μπαϊλντισα = κουράστηκα, μπακρατσούλι =μικρή κατσαρόλα, μπάμπαλου =

σκουπιδάκι μικρό, μπομπίρκο=μικρό και ζωηρό παιδί, μπιζέρσα = βαρέθηκα,

κουράστηκα, μπουρτζόβλαχος = πολύ βλάχος, μπριτζόλες= μπριζόλες, μυαλό

κουρκούτι = μυαλό ζαλισμένο, μωρή = καλέ, νίβομαι = πλένομαι στο πρόσωπο,

νταγλαράς = εύσωμος, νταλάκιασα = δίψασα, νταξ = εντάξει, ντερλίκωσα = έφαγα

πολύ, ντι βερλίνγκα τι απόι = αυτός που πάει από εδώ και εκεί, ντίπ = καθόλου,

ντουγρού=ίσα, ευθεία, ντουρλάπ = βροχή, ντράβαλα = μπερδέματα, ξεμπλέτσος =

ξεκούμπωτος, ξεποδαριάζομαι = κουράζομαι απ' το περπάτημα, ξερακιανός =

αδύνατος, ξυλιά = χτύπημα με ξύλο, ολουνούς = όλοι, οντάς= δωμάτιο, όξω = έξω,

ορνία = κότες, ουι γιεμ= επιφώνημα έκπληξης, ούλα = όλα, σάκα = τσάντα,

σακατεύτηκα = χτύπησα πολύ, σαλβάρι= το παντελόνι, σαματάς = φασαρία, σαπάν =

επάνω, σαπέρα = εκεί πέρα, σαρώνω = σκουπίζω, σαφρακιασμένος = άρρωστος,

σινί = ταψί, σιούτος = όταν το κριάρι ή ο τράγος δεν έχουν ανεπτυγμένα κέρατα ή

τα χάσουν για κάποιο λόγο λέγονται 'σιούτα' στη γλώσσα των κτηνοτρόφων. Άρα

27


σιούτος είναι αυτός που έχει χάσει τη δύναμή του και θεωρείται παρηκμασμένος

και ανάξιος λόγου, σκασμένο = χαζό, χλιάρας = αυτός που είναι περιορισμένου

νοητικού επιπέδου, χλιάρι = κουτάλι, χλιαρός = αυτός που είναι νωχελικός,

χαλαρός, χούι = κουσούρι, συνήθεια, χτικιό = βάσανο, χώλωσα = θύμωσα, ψένω =

ψήνω, ψες = χθες, ψίχες = ψίχουλα.

Αρχαία νομίσματα της Λάρισας

Η Λάρισα είχε κόψει νόμισμα, και αρκετά αρχαία κέρματα έχουν διασωθεί

1) Μια αργυρή δραχμή του δεύτερου ήμισυ του 5ου αι. π.Χ. απεικονίζει την

αριστερή πλευρά ενός έφηβου. Φοράει χλαμύδα στους ώμους

και πέτασο (καπέλο) στον αυχένα. Δαμάζει έναν ταύρο που τον έχει πιάσει

και του έχει δέσει ένα σκοινί στα κέρατα. Στο έδαφος διακρίνεται να

φυτρώνει χορτάρι. Φέρει την επιγραφή [Τ.Ο]. Η πίσω όψη

φέρει βουστροφηδόν την επιγραφή ΛΑ ΡΙΣΑ σε δύο τμήματα, επάνω και

κάτω αντίστοιχα και απεικονίζει ένα καλπάζον άλογο με χαλινάρι. Το κέρμα

έχει διάμετρο 20 χιλ. και ζυγίζει 5,96 γραμ.

Εικόνα 8:Δραχμή Λάρισας 5ος αι .π.Χ.

2) Μια άλλη αργυρή δραχμή της ίδιας εποχής παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά

με το προηγούμενο νόμισμα. Λείπει το χορτάρι στο έδαφος, αφού ο ταύρος

αναπηδάει και έχει σηκώσει τον έφηβο στον αέρα, κάνοντας την χλαμύδα του

να κυματίζει. Η πίσω όψη φέρει την επιγραφή ΛΑΡ[Ι] ΣΑΙ Α σε δύο τμήματα,

επάνω και κάτω αντίστοιχα και απεικονίζει ένα άλογο που καλπάζει

περισσότερο, έχοντας σπάσει το χαλινάρι. Το κέρμα αυτό έχει διάμετρο 19 χιλ.

και ζυγίζει 5,85 γραμ.

28


Εικόνα 9: Δραχμή Λάρισας 5ος αι. π.Χ.

3) Μια αργυρή δραχμή του πρώτου ήμισυ του 4ου αι. π.Χ. απεικονίζει την

προτομή της νύμφης Λάρισα. Φοράει σκουλαρίκι, ενώ τα μαλλιά της είναι

περιποιημένα (οπισθοσφενδόνη). Μπροστά από την προτομή, το κέρμα φέρει

την επιγραφή ΚΛΕΙ. Η πίσω όψη φέρει την επιγραφή ΛΑΡ[Ι] ΣΑΙ Α σε δύο

τμήματα, επάνω και κάτω αντίστοιχα και απεικονίζει το γνωστό καλπάζον

άλογο με σπασμένο χαλινάρι. Το κέρμα έχει διάμετρο 20 χιλ. και ζυγίζει 5,96

γραμ.

Εικόνα 10: Δραχμή Λάρισας 4ος αι. π.Χ.

29


4) Δύο άλλες αργυρές δραχμές της ίδιας εποχής απεικονίζουν την νύμφη Λάρισα

με το πρόσωπο ελαφρώς στραμμένο στα αριστερά ή από εμπρός με ελαφριά

κλίση στα αριστερά. Φοράει σκουλαρίκια, περιδέραιο και κοκαλάκι στα μαλλιά

(άμπυξ). Η πίσω όψη φέρει την επιγραφή ΛΑΡΙΣ ΑΙΩΝ σε δύο τμήματα,

επάνω και κάτω αντίστοιχα και απεικονίζει ένα άλογο που βόσκει. Το ένα

κέρμα έχει διάμετρο 21 χιλ. και ζυγίζει 5,97 γραμ., ενώ το άλλο έχει διάμετρο

20 χιλ. και ζυγίζει 5,95 γραμ.

30


Πηγές

www.culture.gr

http://culture.larissa-dimos.gr/index.phplang=gr

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%AC%CF%81%CE%B9%CF%83%

CE%B1

Στην έρευνα, συγκέντρωση και καταγραφή του υλικού συμμετείχαν εκτός από

τους υπεύθυνους εκπαιδευτικούς του προγράμματος Αργυρούλη Ευαγγελία

και Πάνο Κωνσταντίνο και οι μαθητές:

Ακριτίδου Ελένη

Ανδρεοπούλου Βάϊα

Αντωνάκη Αναστασία

Βούρτουρα Ιππονίκη

Γκαμπούρα Ζαχαρένια

Διαμαντά Μαρία

Κότσα Γεωργία

Λίτσιου Μαριάννα

Λώνα Ανθή

Μαρκοπούλου Άννα

Μιχαηλίδης Δημήτρης

Μίχου Κωνσταντίνα

Μορφούλια Ελένη

Μπλάτσα Σοφία

Μπουτουρίδης Νίκος

Πράττος Γιάννης

Σακελαρίου Γιάννης

Σαμαράς Αλέξανδρος

Χαραχούσος Θοδωρής

31

Hooray! Your file is uploaded and ready to be published.

Saved successfully!

Ooh no, something went wrong!