Ο Αιθεροβάτης (Χρήστος Μάλαμας)

easywriter.gr

http://www.easywriter.gr/ebooks/item/421

ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

«Υπάρχουν δύο τρόποι για

να ζήσεις αυτή τη ζωή:

σαν να μην υπάρχουν θαύματα

ή σαν να υπάρχουν».

Albert Einstein.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ο

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Τ

ελείωνε ο Ιούλιος του 2000 σ’ ένα από τα πιο ζεστά καλοκαίρια

των τελευταίων δεκαετιών˙ έτσι ανακοίνωναν οι εφημερίδες της

χώρας εκείνη την ημέρα στα πρωτοσέλιδα τους.

Με θερμοκρασίες που άγγιζαν και ξεπερνούσαν τους 40 ο C και σχετική

υγρασία πάνω από 80% η Ελλάδα θύμιζε μια τεράστια κατσαρόλα που

βράζει.

Οι ίδιες συνθήκες επικρατούσαν και στην Περαία, ένα μικρό παραθαλάσσιο

χωριό που ανήκοντας στον δήμο Θερμαϊκού μαζί με άλλα δύο-την

¨Αγία Τριάδα¨ και τους ¨Νέους Επιβάτες¨ -συγκροτούσαν μια μίνι πόλη σε

απόσταση μόλις 20΄ λεπτών της ώρας από την Θεσσαλονίκη.


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Και δεν υπήρχε κανένας λόγος άλλωστε να αποτελούν εξαίρεση γιατί και

εκεί η θάλασσα αντί να δροσίζει, έστεκε ακίνητη χαμογελώντας ειρωνικά

και προσθέτοντας υγρασία στην ατμόσφαιρα.

Εκείνο το μεσημέρι ο Μιλτιάδης Ανδρέου αφού μάταια είχε αναζητήσει

λίγη δροσιά στην αυλή του σπιτιού του, κατέληξε στο ¨στούντιο εργασίας¨,

όπως αποκαλούσε η γυναίκα του τη σοφίτα, το μοναδικό δωμάτιο στο

δεύτερο πάτωμα που συντρόφευε την ταράτσα του σπιτιού.

Κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Η επίπλωση ήταν λιτή: ένα

γραφείο από ξύλο καρυδιάς με την μαύρη δερμάτινη καρέκλα του που είχε

ρόδες και ένα ζευγάρι ξύλινα μπράτσα, μια καφέ δερμάτινη πολυθρόνα με

μεγάλη καπιτονέ πλάτη-την αγαπημένη του- ένα διθέσιο καναπέ-κρεβάτι,

μια ξύλινη βιβλιοθήκη που εκτός από βιβλία φιλοξενούσε και ένα πανίσχυρο

μίνι στερεοφωνικό και τέλος πάνω στο γραφείο έναν ηλεκτρονικό

υπολογιστή με τα περιφερειακά του που αποτελούσε τον αγαπημένο του

συνεργάτη.

Στο χέρι του ένα μπουκάλι παγωμένη μπύρα χωρίς αλκοόλ. Το σορτσάκι

και τα σανδάλια που φορούσε στα πόδια του μόλις που τον βοηθούσαν να

μην σκάσει από την ζέστη. Το κλιματιστικό χαλασμένο από χθες τον

κοίταζε γεμάτο ειρωνεία πάνω από το γραφείο.

Θα μπορούσε φυσικά να πάει σε κάποιον άλλο χώρο του σπιτιού όπου

λειτουργούσε το αντίστοιχο κλιματιστικό αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν ήταν

χαρακτηριστικό δείγμα ανθρώπου της συνήθειας.

Η αλήθεια είναι πως ο Μίλτος περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας

σ’ αυτόν εδώ τον χώρο γράφοντας.

Αφού ήπιε μια γουλιά σηκώθηκε με κατεύθυνση την άλλη άκρη του

δωματίου όπου ήταν η βιβλιοθήκη. Στάθηκε χαζεύοντας με απλανές βλέμμα

τις ράχες των βιβλίων με τους τίτλους.

Όλα τους μυθιστορήματα, από την μια άκρη του τοίχου που ξεκινούσε η

βιβλιοθήκη μέχρι την άλλη. Κάθε είδους, από Επιστημονική Φαντασία,

Θρίλερ, έως και Κλασική Λογοτεχνία.

Άπλωσε το χέρι στην τύχη. Τζακ Λόντον˙ ¨Το κάλεσμα της άγριας φύσης¨,

ότι έπρεπε με τόση ζέστη.

Μια ιστορία που εξελισσόταν στην ¨δροσερή¨ Αλάσκα. Πήγε στην πολύθρόνα

με τις ρόδες ,κάθισε, την τράβηξε προς το γραφείο του άναψε τσίγαρο

και βρέθηκε στην Καλιφόρνια μέσα στο μυαλό ενός σκύλου.

Σε λίγη ώρα είχε ξεχάσει εντελώς την ζέστη και όλα όσα τον βασάνιζαν

παρακολουθώντας τον αγώνα για επιβίωση του ¨ Μπακ¨- έτσι έλεγαν τον

σκύλο- στην άγρια και αφιλόξενη γη των χρυσοθήρων του 1897.

Ούτε που καταλάβαινε πως κυλούσε ο χρόνος μέσα από την ανάγνωση.

Είχε βουτήξει ολόκληρος μέσα στον υπέροχο κόσμο του Λόντον που

γλαφυρός και ρεαλιστής όπως ήταν περιέγραφε έναν κόσμο διαφορετικό

και συνάμα τόσο όμοιο με τον δικό μας.

Δεν κατάλαβε πως έγινε. Πάντως ξαφνικά βρέθηκε να κοιτάζει τον εαυτό

του από ψηλά.

Ναι! Καλά καταλάβατε τον Μίλτο Ανδρέου κοίταζε από ψηλά , καθισμένο

στη μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα του γραφείου με το βιβλίο ανοιχτό

μπροστά του, το κεφάλι να στηρίζεται στις παλάμες και τους αγκώνες στο

γραφείο.

Άλλο και τούτο, με πήρε ο ύπνος ή... τι διάβολο γίνεται εδώ;

Αναρωτήθηκε. Έριξε μια ματιά γύρω του. Τα πάντα ήταν όπως τα ήξερε

εκτός από κάτι τι διαφορετικό που περιέβαλε την ατμόσφαιρα. Όλα


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

έμοιαζαν να είναι τυλιγμένα σ’ ένα γαλαζοπράσινο φως. Το ξύλινο γραφείο

έμοιαζε απόκοσμο. Ο υπολογιστής αν και ήταν σβηστός έδινε την εντύπωση

πως υπερλειτουργούσε γεμάτος ενέργεια. Όλα ήταν πιο φωτεινά αν

καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.

Και να πεις ότι έπινε κάτι δυνατό;

Μπύρα και μάλιστα με ελάχιστο αλκοόλ. Τέτοιο όνειρο δεν είχε ξαναδεί.

Να τρομάξω; Και γιατί παρακαλώ; Μήπως έγινε τίποτα τρομαχτικό;

Αναρωτήθηκε , καθόλου, απάντησε μοναχός του, εξάλλου ξύπνησε μέσα

του το συγγραφικό δαιμόνιο, αυτό που κάνει τους συγγραφείς τόσο

παρατηρητικούς όπως λένε.

Πράγματι άρχισε να παρατηρεί γύρω του. Σιγά το όνειρο, σκέφτηκε, αν

εξαιρέσεις την γαλαζοπράσινη ανταύγεια όλα είναι στη θέση τους και

τίποτα δεν κουνιόταν ούτε καν ο αέρας ,πολύ φυσικό με τέτοια ζέστη.

Για σιγά, την ζέστη δεν την αισθανόταν καθόλου, να κάτι το αξιοπερίεργο.

Άμ’ το άλλο ; Να κοιτάζει τον εαυτό του αφ’ υψηλού; Αλήθεια ένοιωθε

σαν να είχε χάσει ξαφνικά όλο του το βάρος, σαν να ήταν ένας από εκείνους

τους αστροναύτες που είδαμε να περπατούν στην Σελήνη. Το σώμα του

ήταν εντελώς ακίνητο. Καιρός να ξυπνήσω, σκέφτηκε και αμέσως ένοιωσε

σαν να ήταν δεμένος με χιλιάδες λεπτά τεντωμένα ελάσματα που τον

τραβούσαν όλα μαζί ταυτόχρονα προς το γραφείο, την πολυθρόνα, το

βιβλίο, και φυσικά το σώμα του.

Κλάπ! Ένοιωσε ένα τράνταγμα και αντίκρισε μπροστά του το ανοιχτό

βιβλίο ¨Μάλιστα, πολλές φορές, προκαλούσε ξεπίτηδες τον Μπακ, προσπαθώντας

ν' αρχίσει έναν καυγά μαζί του ...¨ , διάβασε.

Τα πόδια και τα χέρια του ήταν παγωμένα. Με τόση ζέστη; Από την

ακινησία, απάντησε μόνος στην ερώτησή του καθώς ξεκίνησε να τα

δοκιμάζει.

Όλα εν’ τάξη ,μέχρι και τα πιο μικρά του δαχτυλάκια κουνιόταν κανονικά.

Τράβηξε πίσω την πολυθρόνα και σηκώθηκε χωρίς δυσκολία, με

μεγαλύτερη ευκολία θα έλεγε μάλιστα απ΄ ότι τον τελευταίο καιρό.

Μια περίεργη διαύγεια είχε απλωθεί στο μυαλό του , σαν να είχε

ξεκουραστεί και εγώ δεν ξέρω πόσο. Σαν να μη έβραζε ο κόσμος εκεί έξω.

Τσάκισε με το δάχτυλό του την περσίδα του παραθύρου που άφησε μια

δυνατή δέσμη φωτός να ξεχυθεί στο δωμάτιο και εκείνον να ρίξει μια ματιά

έξω. Τίποτε το ιδιαίτερο ή το διαφορετικό ,όλα ήταν όπως τα άφησε, άραγε

πόση ώρα πριν; Άγνωστο.

Το βλέμμα του τράβηξε ένας μεγαλόσωμος κίτρινος σκύλος που περνούσε

από το χωματόδρομο με την γλώσσα να του κρέμεται δυο πιθαμές από το

στόμα και το κεφάλι κατεβασμένο.

Κύματα ζεστού αέρα ανέβαιναν προς τον ουρανό κάνοντας τα πάντα να

τρεμοπαίζουν στα μάτια του.

Πραγματικά είναι μια πολύ ζεστή μέρα σήμερα, σκέφτηκε.

Το σπίτι ήταν άδειο. Οι πόρτες και τα παράθυρα ερμητικά κλεισμένα- για

να κρατούν έξω τον φοβερά καυτό αέρα- με αποτέλεσμα να κρατούν έξω

και τους ήχους της ζωής. Άδειο και βουβό λοιπόν το σπίτι, κάτι σαν

μαυσωλείο.

Μια κρύα ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του.

Κοίτα να δεις, δεν φοβηθήκαμε όταν έπρεπε με όλο εκείνο το

γαλαζοπράσινο φωτεινό πέπλο που κάλυψε τα πάντα στο δωμάτιο και μας

φόβισε η μοναξιά. Άντε λοιπόν, ακόμη δυο ημέρες μοναξιάς έμειναν και θα


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

γυρίσει η γυναικούλα μου από εκείνη την αναθεματισμένη συνάντηση με

τις συμμαθήτριες της στην Αθήνα, σκέφτηκε, μετανιώνοντας που την είχε

αφήσει να πάει.

Δεν γινόταν όμως αλλιώς.

Βλέπετε, στο σπίτι τους δεν καταπίεζαν ο ένας τον άλλον.


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Ο

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

Η επιβλητική νέα γυναίκα έστρεψε το βλέμμα της στον ουρανό.

Κανένα θεϊκό σημάδι, ούτε όρνεα ούτε περίεργα σύννεφα, όλα ¨έπλεαν¨

ήρεμα σ’ έναν υπέροχο γαλάζιο ουρανό. Διόρθωσε το αραχνοΰφαντο

πέπλο που κάλυπτε το περίτεχνο χτένισμα ενός καστανόξανθου κεφαλιού

καθώς το μυαλό της πετούσε στα τελευταία γεγονότα που την είχαν

κυριολεκτικά παρασύρει στην δίνη τους ξεβράζοντας την μαζί με τους τρεις

γιους της σ’ αυτό το υπέροχο κάστρο στην Κασσάνδρεια.

Βρέθηκε νοερά πίσω στον χρόνο στην παλιά Έφεσο -που τώρα είχε το

όνομά της- στο παλάτι, την στιγμή που κατάκοπος και κατατρομαγμένος

εμφανίστηκε μπροστά της ο αγγελιοφόρος.

Είχε τα μάτια του καρφωμένα αμήχανα στο μαρμάρινο δάπεδο ενώ η

φωνή του δεν έλεγε να ακουστεί.

«Δεν σ’ ακούω αγγελιοφόρε! ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ!», άκουσε την φωνή της να

τον προστάζει καθώς είχε πραγματικά καταλάβει τον λόγο της συστολής

και του φόβου του.

«Έλεος βασίλισσα μου», ψέλλισε ο κατατρομαγμένος κήρυκας, «τα νέα

είναι δυσάρεστα, πολύ δυσάρεστα …έλεος...».

Η φωνή του έσβησε μέσα στο μαύρο σύννεφο που τον πλαισίωνε.

Κατάμαυρη η αύρα του! παρατήρησε η γυναίκα που τώρα πια έχοντας

περάσει τα 35 της χρόνια και μετά από πολύ εξάσκηση έβλεπε την αύρα

των ανθρώπων χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.

Δεν χρειαζόταν ούτε καν την στοιχειώδη βοήθεια κάποιου λευκού

φόντου.

«Ο βασιλιάς;…»Η φωνή της περήφανης βασίλισσας ράγισε, δεν

χρειαζόταν και πολύ μεγάλη αντίληψη για να καταλάβει κανείς την έκβαση

της μάχης αλλά έπρεπε να μάθει αν είχαν χαθεί όλα.

Από την τρυφερή ηλικία των 16 ετών-πανέμορφη κοπελίτσα τότε-ένοιωθε

την προστατευτική σκιά του βασιλιά της Θράκης και της Μακεδονίας,

Λυσίμαχου που αργότερα έγινε πατέρας των παιδιών της ,να την περιβάλει

σαν μάλλινος χειμωνιάτικος μανδύας.

Είχε συνηθίσει την ζεστασιά αυτού του χιτώνα την οποία κέρδισε μέσα

από ατέλειωτους αγώνες επικράτησης στην αυλή με αντιπάλους τις άλλες

δυο γυναίκες του βασιλιά αποκτώντας έτσι τον τίτλο της βασίλισσας.

Τρεις γιους του χάρισε στο μεταξύ, τον Πτολεμαίο που σαν άντρας πιαήταν

19 ετών-διεκδικούσε άμεσα τον θρόνο από τον θείο του, τον μεσαίο

με τ’ όνομα του πατέρα του δεκαέξι ετών σήμερα και το στερνοπούλι της

τον Φίλιππο έναν έφηβο δεκατριών ετών.

Ήταν η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα της Μακεδονίας. Είχε μαγέψει τους

υπηκόους της με τα κοινωφελή έργα που έκανε χρησιμοποιώντας σωστά


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

τους φόρους που της απέδιδαν οι χαρισμένες από τον βασιλιά και άνδρα

της πόλεις με πρώτη και καλύτερη την Έφεσο την οποία μετά από τα

πρώτα ευτυχισμένα δέκα χρόνια με την νεαρή γυναίκα του ο Λυσίμαχος

είχε μετονομάσει προς τιμή της σε ¨Αρσινόη¨.

Οι αντίπαλοι του βασιλιά την σέβονταν και αυτοί για την βαρύτητα του

λόγου της αφού γνώριζαν πως ο ίδιος δεν δίσταζε να την συμβουλευτεί

ακόμη και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Ήταν από τις πλουσιότερες γυναίκες της εποχής με αποτέλεσμα να

¨σαγηνεύει¨ τους μισθοφόρους που αποτελούσαν τον πιστό στην χήρα του

βασιλιά και τον νόμιμο διάδοχο του, στρατό.

Διέθετε ακόμη και τις ικανότητες εκείνες που χαρακτήριζαν τις γυναίκες

τις αυλής -σε τόσο μεγάλο βαθμό μάλιστα -ώστε να αποτελεί έναν πολιτικό

ικανό για κάθε είδους ίντριγκα.

« Έλεος… »κλαψούρισε και πάλι ο αγγελιοφόρος.

Για μια στιγμή η βασίλισσα Αρσινόη κόρη του Πτολεμαίου Α΄ βασιλιά της

Αιγύπτου και γυναίκα του Λυσίμαχου του μέχρι χθες-όπως δυστυχώς

έδειχναν τα πράγματα-βασιλιά της Μακεδονίας ένοιωσε να την αρπάζει

στα νύχια του ένας φοβερός θυμός ο οποίος της θόλωσε την όραση και της

έφερε την παράλογη επιθυμία να ξεσπάσει την οργή της στον κακόμοιρο

κήρυκα που η ατυχία του-σίγουρα ήταν ο μεγάλος χαμένος της κλήρωσης

των κυνηγημένων από το πεδίο της μάχης-τον έστειλε στα πόδια της.

Γρήγορα όμως ένοιωσε και πάλι την αυτοκυριαρχία να κατακλύζει τις

φλέβες της κάνοντας το αίμα να κυλήσει μ’ έναν πιο φυσιολογικό ρυθμό και

την όραση να επανέλθει. Αντίκρισε έναν καταματωμένο στρατιώτη με το

κεφάλι σκυφτό να τρέμει γονατιστός στα πόδια της.

Με αγνώριστη φωνή πρόσταξε τον τρεμάμενο αγγελιοφόρο να αποσυρθεί

πράγμα που σήμαινε πως του χάριζε την ζωή κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο

εκείνες τις μέρες για ανθρώπους που έφερναν τόσο δυσάρεστες ειδήσεις.

Ο βασιλιάς σκοτώθηκε στην μάχη, αυτό ήταν το μήνυμα που έλαβε η

Αρσινόη εκείνο το απόγευμα του μήνα των Ανθεστηριών 7 και ένοιωσε το

έδαφος να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της.

Ούτε που άκουσε τις ευχαριστίες του τρισευτυχισμένου αγγελιοφόρου ο

οποίος προσπαθούσε να αποχωρίσει αξιοπρεπώς ενώ έχανε την ισορροπία

του αρκετές φορές καθώς η χαρά και η βιασύνη του μπέρδευαν τα πόδια.

Μπροστά της είδε να ανοίγεται το μαύρο βάραθρο της αβεβαιότητας. Αυτή

που μυημένη στα μυστήρια των Μεγάλων Θεών της Σαμοθράκης ήξερε

καλύτερα απ΄ τον καθένα πώς να αντιμετωπίζει χωρίς φόβο το αύριο.

Μα, τι βοή ήταν αυτή που σκέπασε όλους τους θορύβους; Σαν να ερχόταν

από τα τείχη της πόλης. Έτρεξε αμέσως στο κεντρικό παράθυρο του

κάστρου μην λογαριάζοντας στιγμή το υψηλό της αξίωμα και κοίταξε προς

την κεντρική πύλη του τείχους.

Μέσα από τα πυκνά σύννεφα σκόνης μόλις που διέκρινε στην αρχή την

τεράστια ξύλινη διπλή πόρτα να τραντάζεται ολόκληρη από τα χτυπήματα

του πολιορκητικού κριού.

Μπουμ! - μπουμ! κάθε χτύπημα και πιο δυνατό, έμοιαζε λες και ο ήχος

του μεγάλωνε σε ένταση μέσα στο μυαλό της Αρσινόης.

7. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν 12 μήνες που τους χώριζαν σε πλήρεις (30 ημερών) και κοίλους

(29 ημερών). Ο μήνας των Ανθεστηριών ήταν κοίλος και αντιστοιχούσε στο διάστημα μεταξύ

16 Φεβρουαρίου -15 Μαρτίου.


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Δεν ήταν καμιά άπειρη κοπελίτσα η βασίλισσα και έτσι δεν περίμενε

μέχρι να δει τα μεγάλα καρφιά-που συγκρατούσαν καρφωμένα στην ξύλινη

πύλη τα κυκλώπεια μεταλλικά άγκιστρα όπου έμπαινε ο γιγάντιος

μεταλλικός σύρτης που ασφάλιζε από μέσα την κεντρική πύλη-να τρέμουν

και να αποσπώνται λες από κάποια άγνωστη μαγική δύναμη και το άνοιγμα

ανάμεσα στα φύλα της διπλής πόρτας να μεγαλώνει.

Στράφηκε με φούρια προς το εσωτερικό της μεγάλης αίθουσας των

ακροάσεων πέρασε την πόρτα του εξώστη και έκλεισε τα μεγάλα ξύλινα

φύλα αφήνοντας απ’ έξω τους ήχους της μάχης.

Ήδη ένοιωθε το βλέμμα της να θολώνει και την απόγνωση να της

δαγκώνει με δύναμη το στήθος.

«Αυτή θα ήταν πράγματι μια πολύ καλή στιγμή για να με βοηθήσετε ω,

χθόνιοι Θεοί», ένοιωσε τον εαυτό της να ψιθυρίζει και να εκτελεί τις

μυστικές τελετουργικές κινήσεις των χεριών για την επίκληση στους

χθόνιους θεούς σαν αυτόματο, λες και είχε χωρισθεί σε δυο διαφορετικούς

ανθρώπους, την βασίλισσα και την ιέρεια, και ήταν η ιέρεια που μιλούσε

στους θεούς τώρα.

Μια περίεργη μυρωδιά απλώθηκε με μιας στο δωμάτιο λες και κάποιο

μάλλινο ρούχο είχε ριχτεί στην φωτιά.

Σήκωσε το κεφάλι και έμεινε άφωνη. Μπροστά της μέσα στον τεράστιο

κλειστό χώρο έστεκε ένας ψηλός άνδρας με ξανθά κοντά κουρεμένα μαλλιά,

ενήλικας, λίγο μεγαλύτερος στην ηλικία από αυτήν και φορώντας ρούχα

που δεν είχε ξαναδεί στην ζωή της.

Ένα ύφασμα στο χρώμα του ουρανού αγκάλιαζε τα πόδια του καλύπτοντας

τα μέχρι λίγο πιο πάνω απ’ τα γόνατα. Το σώμα του κάλυπτε ένα

πολύ κοντό ιμάτιο από φίνο λινό στο χρώμα της άμμου ύφασμα που

έφτανε μέχρι τους μηρούς είχε αρκετές πτυχώσεις και κατέληγε στο

λαιμό σε ένα κολάρο με δυο μυτερά άκρα.

Μικρά μαύρα κομβία ξεκινούσαν από το ύψος του στήθους του και

έκλειναν το περίεργο αυτό ιμάτιο φθάνοντας μέχρι την ευμεγέθη κοιλιά

του μυστηριώδους άνδρα.

Τίποτε δεν της έλεγε πως είχε μπροστά της έναν δούλο, -γιατί αυτοί είχαν

τόσο κοντά κομμένα τα μαλλιά τους αντίθετα με τους ευγενείς που τα είχαν

μακριά και χτενισμένα σε πλοκάμους, -παρά έναν άνδρα που παρουσιάστηκε

μπροστά της από κάποια άλλη διάσταση και την κοίταζε

κατευθείαν στα μάτια.

Αυτό μόνον ένας ευγενής θα το έκανε με τόση φυσικότητα, άσε που εδώ

είχε σίγουρα να κάνει το λιγότερο με απεσταλμένο των θεών αφού μόλις

είχε ζητήσει την βοήθεια τους.

Τον κοίταξε στα μάτια, δεν φανέρωναν τίποτε το απειλητικό. Η Αρσινόη

είχε πραγματικά σαστίσει, ο άγνωστος άνδρας δεν έμοιαζε με κανέναν

γνωστό θεό χθόνιο ή μη.

Της μίλησε χωρίς να κουνήσει τα χείλη με την φωνή του να ακούγεται

πεντακάθαρα μέσα στο κεφάλι της: «μην τα χάνεις βασίλισσα Αρσινόη,

άκουσε με προσεχτικά και σημείωσε τα λόγια μου στο μυαλό σου ώστε να

τα ακολουθήσεις κατά γράμμα και να αποφύγεις έτσι τον πρόωρο

θάνατο…», της μίλησε μ’ αυτόν τον τρόπο για μερικά λεπτά και μετά με ένα

χαμόγελο-αφού άρχισε να χάνει την συμπαγή μορφή του-έσβησε σαν

όνειρο.

Η μορφή του θα έμενε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό της Αρσινόης

αφού την αντίκρισε σε τόσο κρίσιμες στιγμές.


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

Κούνησε το κεφάλι της για να συνέλθει και ξεκίνησε για την εσωτερική

πόρτα που οδηγούσε στα ενδότερα του παλατιού.

Την ίδια στιγμή την είδε να ανοίγει απότομα και βρέθηκε μπροστά στην

προσωπική της θεραπαινίδα που με μάτια τεράστια από τον τρόμο ξεκίνησε

να λέει : «πρέπει να φύγουμε βασίλισσα μου οι συμπαθούντες τον Σέλευκο

-που δεν είναι και λίγοι τώρα που κρίθηκε η μάχη- σπάνε την πύλη και θα

έρθουν σίγουρα προς τα εδώ γυρεύοντας να του κάνουν κάποια μεγάλη

χάρη θαρρώ».

«Ήρεμα Θεοδώρα πάντα η ψυχραιμία ήταν που έσωζε τις καταστάσεις

γιατί όχι και τώρα;» Συμβούλεψε την θεραπαινίδα της η Αρσινόη.

«Μα βασίλισσά μου δεν έχουμε χρόνο…», η φωνή της Θεοδώρας έσπασε

κάτω από το βάρος που τις φόρτωσε στους ώμους ο φόβος τον οποίο και η

Αρσινόη ένοιωθε με όλο του το βάρος να πιέζει και τους δικούς της ώμους

άσχετα αν προσπαθούσε να τον αγνοήσει.

«Φέρε μου αμέσως ένα από τα περιστέρια που κουβαλήσαμε από την

Λυσιμάχεια, ετοίμασε το φορείο μου με την φρουρά και φώναξε εκείνη

την γριά θεραπαινίδα από τον Ελλήσποντο», πρόσταξε με φωνή που δεν

σήκωνε αντίρρηση και έτρεξε να βρει το χρυσελεφάντινο κουτί με τα

συνθηματικά βαμμένα κομμάτια υφάσματος.

«Ακόμα εδώ είσαι;» Ρώτησε την Θεοδώρα καθώς σήκωσε το κεφάλι της

από το κουτί κρατώντας στο χέρι της το κίτρινο με τις μαύρες κάθετες ρίγες

ύφασμα που σήμαινε: θα συναντηθούμε στο κάστρο της Κασσάνδρειας,

«ΤΣΑΚΙΣΟΥ ΝΑ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΜΟΥ», έβαλε τις φωνές

στην πανικόβλητη θεραπαινίδα που εξαφανίστηκε αμέσως από μπροστά

της.

Σε λίγα λεπτά της ώρας ένα ταχυδρομικό περιστέρι πετούσε βόρεια

σκίζοντας με ταχύτατες κοφτές και σταθερές κινήσεις των φτερών του τους

καπνούς από τις φωτιές και την σκόνη της μάχης που γέμιζαν τον ουρανό

πάνω απ’ την πόλη της Εφέσου.

Η γριά θεραπαινίδα ντυμένη με τα επίσημα ρούχα και κοσμήματα της

Αρσινόης στεκόταν αμήχανη με υγρά από την συγκίνηση μάτια ψελλίζοντας:

«είναι από την συγκίνηση που θα χωριστούμε για τόσο πολύ

καιρό βασίλισσά μου».

«Πήγαινε στο καλό αγαπημένη μου», της είπε η Αρσινόη κάνοντας

ταυτόχρονα μια μεγαλοπρεπή χειρονομία σηκώνοντας το δεξί της χέρι.

Αμέσως ένα πολύχρωμο σύννεφο σκέπασε την ηλικιωμένη θεραπαινίδα

από την κορφή μέχρι τα νύχια γεμίζοντας στην συνέχεια και όλον τον

χώρο.

Η Αρσινόη άνοιξε την δίφυλλη πόρτα που οδηγούσε στον εξώστη και το

πολύχρωμο σύννεφο διωγμένο από το ρεύμα αέρα που σχηματίστηκε

πέταξε ανάλαφρα έξω.

Και ω! του θαύματος στη μεγάλη σάλα των ακροάσεων βρέθηκαν

ξαφνικά δυο πανομοιότυπες στην μορφή γυναίκες, η μια ντυμένη με την

επίσημη βασιλική στολή και η άλλη με τα εσώρουχα.

Το πολυτελές φορείο της βασίλισσας ξεκίνησε με κατεύθυνση την πίσω

πύλη της πόλης κουβαλώντας ξαπλωμένη μέσα του επάνω στα πολύτιμα

δέρματα ζώων την ποιο ακριβά και μεγαλόπρεπα ντυμένη γυναίκα του

βασιλείου.

Ολόγυρά του έτρεχαν -κοιτάζοντας συνεχώς γύρω τους-οι πεζοί επίλεκτοι

άνδρες της βασιλικής φρουράς και οι έφιπποι αξιωματικοί της.


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Ξαφνικά από το πουθενά, μέσα από την σκόνη, ξεπετάγεται μια ομάδα

στρατιωτών με επικεφαλής έναν έφιππο άνδρα ντυμένο με την στολή του

πολέμαρχου να καλπάζει ξέφρενα προς το φορείο με το κόκκινο σαν αίμα

λοφίο του να ανεμίζει στον αέρα και προτεταμένο ένα τεράστιο μακεδονικό

δόρυ.

Ο εκκωφαντικός κρότος που έκανε η αιχμή του δόρατος καθώς διαπερνούσε

το επενδυμένο με ακριβά υφάσματα ξύλο του βασιλικού φορείου

άφησε άφωνους τους άντρες της βασιλικής φρουράς που δεν πρόλαβαν να

αντιδράσουν.

Η γυναικεία σπαρακτική κραυγή που βγήκε από το εσωτερικό του φορείου

αύξησε την μανία του πολέμαρχου Μενεκράτη που συνέχισε να σπρώχνει

με δύναμη το δόρυ στο γυναικείο κορμί ενώ αυτό σπαρταρούσε σαν

ψάρι μέσα στο βασιλικό φορείο.

Ο πολέμαρχος ξεπεζεύει αφήνοντας καρφωμένο το δόρυ στο άψυχο

σώμα της δύστυχης γυναίκας και γεμάτος λαχτάρα ανοίγει την ξύλινη

πόρτα του φορείου. Στο εσωτερικό του αντικρίζει νεκρή την βασίλισσα

Αρσινόη να κείτεται στα καταματωμένα δερμάτινα καθίσματα. Πάντα του

έκανε εντύπωση η μεγάλη ποσότητα αίματος που περιείχαν τα ανθρώπινα

σώματα.

Μα τι συμβαίνει; Πάνω που είναι έτοιμος να πανηγυρίσει η νεκρή βασίλισσα

αρχίζει να αλλάζει μορφή και την θέση του άψυχου σώματος της

Αρσινόης να παίρνει ένα χωρίς ζωή επίσης αλλά πλαδαρό και γερασμένο,

κάποιας άγνωστης σώμα.

«Ω! θεοί!», αναφωνεί «λυπηθείτε με!», και πέφτει στα γόνατα, αυτός, ο

τρομερός πολέμαρχος κάνοντας τους άνδρες του να τραπούν σε άτακτη

φυγή γιατί πώς να το κάνουμε άλλο να τα βάζεις με ανθρώπους και άλλο με

δαίμονες.

Την ίδια ώρα από την δυτική βοηθητική μικρή πύλη των προμηθευτών,

των τεχνητών και των δούλων έβγαινε κατευθυνόμενη προς το λιμάνι μια

γυναίκα που κρατούσε μπροστά στο πρόσωπο της ένα παλιό προσωπείο.

Προχωρούσε σκυφτή από τα χρόνια, και ήταν ντυμένη με παμπάλαια και

καταξεσχισμένα ρούχα.

Μόλις αντίκρισε τα πλοία στο λιμάνι τάχυνε το βήμα της θυμίζοντας

νεαρή ελαφίνα που ξεκινούσε για την πρωινή της εξόρμηση στο δάσος.

Η βασίλισσα χάρη στην βοήθεια εκείνου του παράξενα ντυμένου άνδρα

κατόρθωσε να σωθεί και να ξεκινήσει με την βοήθεια των Καβείρων-θεών

που ήταν προστάτες των θαλασσινών- για την Κασσάνδρεια όπου θα

συναντούσε τους αγαπημένους της γιους και τις δυο πιστές της

θεραπαινίδες.

Έτσι βρέθηκαν αυτή, οι θεραπαινίδες και τα παιδιά της στο κάστρο της

Κασσάνδρειας περιτριγυρισμένοι από την μισθοφορική φρουρά που ήταν

πιστή στον ¨νόμιμο διάδοχο¨ του θρόνου και την βασίλισσα ή καλύτερα στα

γεμάτα τους πουγκιά.

Τώρα από τον εξώστη του κάστρου αγναντεύει την θάλασσα να

αγκαλιάζει καταγάλανη τον ισθμό της Κασσάνδρειας και προσπαθεί να

πείσει τον εαυτό της πως είναι όλοι τους ασφαλείς.

Ασφαλείς… μια λέξη που το νόημά της είχε αρχίσει να ξεθωριάζει καθώς

ξετυλίχθηκαν τα τελευταία δραματικά γεγονότα γι’ αυτήν και τα παιδιά της.

Διένυαν τον μήνα των Ποσειδεών 8 .

8 Σε αντιστοιχία με τους σημερινούς μήνες το διάστημα:

(16 Δεκεμβρίου – 15 Ιανουαρίου).


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

Η περίφημη μάχη στο Κύρου πεδίον ανάμεσα στον Λυσίμαχο και τον

Σέλευκο έγινε πριν οκτώ μήνες τον περασμένο μήνα των Ανθεστηριών 9 .

Κατόπιν τον περασμένο μήνα των Βοηοδρομιών 10 στις 25 Σεπτεμβρίου

του 281 π.Χ. ο Πτολεμαίος Κεραυνός δολοφόνησε τον Σέλευκο

καρφώνοντας του ένα στιλέτο πισώπλατα καθώς αυτός είχε σταματήσει για

να θυσιάσει σε κάποιο βωμό κοντά στην Λυσιμάχεια.

«ΠΗΡΑ ΠΙΣΩ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΛΥΣΙΜΑΧΟΥ!» βροντοφώναξε για ακουστεί

πάνω από τις επευφημίες του στρατού που τον ανακήρυττε βασιλιά της

Μακεδονίας.

Ο μικρότερος της αδελφός Πτολεμαίος Β΄ εδώ και τρία περίπου χρόνια

ξεκίνησε την συμβασιλεία με τον πατέρα τους στην Αίγυπτο.

Από τον περασμένο χρόνο δε, κυβερνούσε ολομόναχος, απόλυτος ά-

ρχοντας μετά τον θάνατο του γονέα τους Πτολεμαίου Α΄.

Τόσα χρόνια ακριβώς είχαν περάσει και από τον ερχομό του ετεροθαλούς

αδελφού τους Πτολεμαίου Κεραυνού στην αυλή του Λυσίμαχου και της

Αρσινόης. Ήταν τότε που ο Πτολεμαίος Α΄ αποφάσισε ενώ βρισκόταν

ακόμη στην ζωή να συμβασιλέψει με τον αγαπημένο του γιο και διάδοχο

Πτολεμαίο Β΄ απομακρύνοντας από την Αίγυπτο τον μεγαλύτερο σε ηλικία

αλλά αναξιοπρεπή σε χαρακτήρα γιο του από την άλλη του γυναίκα

Ευρυδίκη, τον Πτολεμαίο Κεραυνό.

Στη Λυσιμάχεια την πρωτεύουσα του βασιλείου της Θράκης ο μεγαλύτερος

γιος του Λυσίμαχου από την πρώτη του γυναίκα Νίκαια , ο

Αγαθοκλής , ήταν παντρεμένος με την Λυσάνδρα.

Αυτή κόρη του Πτολεμαίου Α΄ και της τρίτης του γυναίκας Ευρυδίκης,

ετεροθαλής αδελφή της βασίλισσας Αρσινόης και αμφιθαλής αδελφή του

Πτολεμαίου Κεραυνού ζήτησε να φιλοξενηθεί ο αδελφός της στην αυλή του

Λυσίμαχου.

Σ’ αυτήν την αυλή ήταν που γεννήθηκε μια από τις μεγαλύτερες αναμετρήσεις

για την εξουσία με πρωταγωνιστές αρκετά από τα παραπάνω

πρόσωπα.

Σαν χθες έμοιαζε για την Αρσινόη η ημέρα που ο Αγαθοκλής έπεφτε

νεκρός από το χέρι ανθρώπου που εκτελούσε διαταγή του ίδιου του

Λυσίμαχου.

Δεν ήθελε να καταλήξει έτσι ένα ιδιόρρυθμο ¨ειδύλλιο¨ που αναπτύχθηκε

ανάμεσα σ’ αυτήν και τον Αγαθοκλή ο οποίος αποτελούσε τον υπ’ αριθμό

ένα υποψήφιο για τον θρόνο καθώς ήταν ενήλικας και με δικά του παιδιά.

Η βιασύνη του να αποκτήσει την εξουσία ήταν που τον έστειλε στον τάφο

αφού μηχανογραφούσε για να ¨ρίξει¨ από τον θρόνο τον Λυσίμαχο που

ήταν τότε ήδη 80 ετών και προετοιμαζόταν έτσι και αλλιώς για την διαδοχή

του. Μόνο που όπως είχε εκμυστηρευτεί ο ίδιος στην Αρσινόη προτιμούσε

να κάνει κάτι ανάλογο με τον φίλο και αιώνιο σύμμαχό του τον πατέρα της,

Πτολεμαίο τον γιο του Λάγου.

Και ποιος θα ήταν ο διάδοχος που θα κυβερνούσε μαζί με τον πατέρα

του; Μα φυσικά ο πρωτότοκος γιος που έκαναν με την Αρσινόη˙ ο

Πτολεμαίος.

Μόλις 19 ετών, άπειρος εντελώς και φυσικά καθόλου επικίνδυνος για την

λιγοστή ζωή που είχε απομείνει στον πατέρα του.

9

(16 Φεβρουαρίου- 15 Μαρτίου).

10

(16 Σεπτεμβρίου- 15 Οκτωβρίου)


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Κάπως έτσι είχε η κατάσταση όταν ο Λυσίμαχος πληροφορήθηκε από την

ίδια την Αρσινόη τελικά-δεν της πήγαινε , ούτε και την συνέφερε άλλωστε,

να του πει ψέματα-πως ο Αγαθοκλής είχε στο μάτι όχι μόνο τον θρόνο αλλά

και την ίδια την βασίλισσα.

Μετά τον θάνατο του Αγαθοκλή ο Πτολεμαίος Κεραυνός μαζί με την

αδελφή του την Λυσάνδρα χήρα του Αγαθοκλή κατέφυγαν στην αυλή του

Σέλευκου 11 στην Βαβυλώνα προσπαθώντας να τον πείσουν να εκστρατεύσει

εναντίον του βασιλιά Λυσίμαχου που τόσο άδικα φέρθηκε στον γιο του και

άντρα της Λυσάνδρας.

Κοίτα όμως που και κάποιος άλλος πήγε με το μέρος του Σέλευκου επειδή

ο Λυσίμαχος φέρθηκε τόσο σκληρά στον γιο του τον Αγαθοκλή.

Ήταν ο Φιλέταιρος, ένας ευνούχος που έχοντας αποκτήσει την

εμπιστοσύνη του Λυσίμαχου ήταν ο φύλακας ενός θησαυροφυλακίουοχυρού

του Αγαθοκλή όπου φυλούσε εννέα χιλιάδες τάλαντα.

Το οχυρό αυτό βρισκόταν στην κορυφή ενός απότομου βουνού. Αυτός

λοιπόν ο έμπιστος του Λυσίμαχου μόλις έμαθε το τέλος του Αγαθοκλή και

μαλώνοντας με την Αρσινόη έφυγε από το οχυρό ψάχνοντας ανθρώπους

ικανούς να ρίξουν από τον θρόνο του τον Λυσίμαχο.

Τελικά έστειλε κήρυκα δηλώνοντας στον Σέλευκο πως θέτει στην

υπηρεσία του τα χρήματα και τον εαυτό του.

Όταν πληροφορήθηκε όλα αυτά ο Λυσίμαχος χωρίς να χάσει καθόλου

καιρό και με την οργή να του καίει τα σωθικά ξεκίνησε με τον στρατό του

για την Ασία όπου συναντώντας τον Σέλευκο στο Κύρου πεδίο νικήθηκε

χάνοντας και την ίδια την ζωή του.

Η Αρσινόη εν τω μεταξύ στην Έφεσο παρακολουθώντας την μάχη που

άλλαξε για πάντα την ζωή της από το πανύψηλο κάστρο-αφού μόνο μια

τεράστια πεδιάδα ήταν ανάμεσα στο κάστρο και το πεδίο της μάχης-είδε τα

στρατεύματα του άνδρα της να νικιόνται κατά κράτος και τους στρατιώτες

του να τρέπονται σε άτακτη φυγή για να γλιτώσουν τον θάνατο από τα

σπαθιά των βαρβάρων που συμπλήρωναν τις τάξεις του στρατού του

Σέλευκου.

Σαν χθες αλλά και σαν να είχαν περάσει χιλιάδες χρόνια φάνταζαν όλα

αυτά στο μυαλό της έμπειρης πια Αρσινόης.

Σήμερα με το βλέμμα της χαμένο στην γαλάζια απεραντοσύνη της

θάλασσας που έβρεχε και από τις δυο πλευρές τον ισθμό της

Κασσάνδρειας -έτσι όπως φαινόταν στα πόδια της, ψηλά καθώς ήταν στον

εξώστη της κύριας αίθουσας του κάστρου-δεν άκουσε τα βήματα του

Πτολεμαίου του πρωτότοκου γιου της που βγήκε να την συναντήσει.

Τον ένοιωσε όμως μ’ εκείνη την υπερφυσική ευαισθησία που την χαρακτήριζε

και στράφηκε ευθύς να τον αντικρίσει με ένα χαμόγελο χαραγμένο

στα μάτια και στα χείλη.

«Και εγώ που νόμισα πως τα ανακλαστικά σου χαλάρωσαν και αυτά μαζί

με την κρίση σου και θ’ αργούσες να με καταλάβεις». Ένα κεφάλι

ψηλότερος απ’ την μητέρα του με τα μάτια της -μεγαλύτερα απ’ των κοινών

θνητών όπως του έλεγε όταν ήταν μικρός -τα μαλλιά της και ίδια τα

περισσότερα χαρακτηριστικά λες και τον είχε κάνει μόνη της με την υποψία

ενός χαμόγελου στα χείλη και την ανησυχία στο βλέμμα χαιρέτησε με αυτόν

τον περίεργο τρόπο την μητέρα του.

11

Σέλευκος: στρατηγός του μεγάλου Αλεξάνδρου, ένας από τους διαδόχους και βασιλιάς της

Βαβυλωνίας.


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

«Ακόμη επιμένεις στην γνώμη σου πως ο Κεραυνός -ποτέ δεν αποκαλούσε

Πτολεμαίο τον ετεροθαλή και κατά 2 χρόνια μικρότερο αδελφό της-θα

καταφέρει να με ξεγελάσει και θα χάσουμε όλα αυτά που μας ανήκουν;»

Του είπε με σιγανή φωνή καθώς μάζευε τα απλωμένα χέρια της με την

λύπη να σκιάζει τα καστανόχρωμα της μάτια.

«Μα να σε ζητάει σε γάμο;» Τα μάτια του Πτολεμαίου κόντευαν να

πεταχτούν έξω απ’ τις κόγχες τους καθώς στυλώνονταν γεμάτα αγανάκτηση

στα μάτια της μητέρας του.

«Και λοιπόν; Μήπως πρώτη φορά θα είναι που μια βασίλισσα πάνω από

νόμους και έθιμα θα κάνει το καθήκον της απέναντι στη γενιά και τον λαό

της;» Απάντησε η Αρσινόη οργισμένη για την κακή της τύχη που πρώτα

απ’ όλα την έριξε σ’ αυτήν εδώ την θέση, μοναδικό υπερασπιστή της

κληρονομιάς του γιου της σε μια αντροκρατούμενη κοινωνία.

Και ακόμη πικραμένη περισσότερο παρά θυμωμένη για την έλλειψη εμπιστοσύνης

από μεριάς του.

Οι δυο άλλοι της γιοι ίσως και λόγω ηλικίας 13 ετών ο Φίλιππος και 16 ο

Λυσίμαχος την εμπιστεύονταν απόλυτα και ούτε που φοβήθηκαν, τόσο

σίγουροι ήταν γι’ αυτήν.

Αυτή άλλωστε δεν ήταν που τους προστάτευε τόσα χρόνια στην αυλή του

πατέρα τους όπου οι ίντριγκες ανάμεσα στα παιδιά και τις γυναίκες του

αποτελούσαν τρόπο ζωής;

Βέβαια για τους χαμένους η ζωή άλλαζε προς το χειρότερο όταν

κατάφερναν να την κρατήσουν αλλά έτσι ήταν η κατάσταση τα χρόνια

εκείνα, αυτός ήταν ο κόσμος που γνώρισαν και αποδέχθηκαν τα παιδιά της

σαν πραγματικό.

«Δεν λέω, σωστά μιλάς για το καθήκον, μα είναι ηλίου φαεινότερο πως

αυτός ο καταραμένος άλλο από σφαγές και μακελειά δεν γνωρίζει. Την δε

πολιτική μήτε που την έχει συναντήσει ποτέ του, πονηριά, φόνοι, ωμή βία;

Μάλιστα, αυτός είναι ο ¨θείος¨ μου», κατέληξε ο νέος πετώντας το θείος

σαν βρισιά.

«Δεν βλέπω να ταιριάζουν οι απόψεις μας σε τούτο δω το θέμα ίσως να

έπαψες να βασίζεσαι σε άλλους τώρα που έγινες άνδρας και θέλεις ν’

αποδείξεις πως κρίση έχεις πιο κοφτερή ακόμη και από εμένα.

Ας είναι, παρακάλεσε μόνο τους θεούς εγώ να έχω δίκιο μιας και το

αντίθετο κανέναν μας δεν συμφέρει»,ζήτησε με τρεμάμενη φωνή απ’ τον

πρωτότοκο γιο της η βασίλισσα.

«Το εύχομαι, μα όλα μέσα μου φωνάζουν πως μόνο άσχημα μαντάτα

μπορούμε να περιμένουμε με τέτοιες συναναστροφές που κάνουμε

μητέρα».

Λες να έχει και αυτός το χάρισμα; Γιατί όχι; Αίμα μου δεν είναι;

«Άκουσε τι θα κάνουμε λοιπόν γιε μου, αφού εσύ είσαι ο νόμιμος

κληρονόμος του θρόνου άρα εσύ κινδυνεύεις περισσότερο απ’ όλους μας

σωστά;»

Ο Πτολεμαίος κούνησε συμφωνώντας το κεφάλι του, τελικά μπορώ να

έχω ακόμα εμπιστοσύνη στην κρίση της δεν την θόλωσαν τόσο πολύ τα

γεγονότα, θα ξεπεράσει εύκολα τον χαμό του πατέρα μου και τον φόβο του

άγνωστου για το αύριο, είναι τελικά άξιος μαχητής.

«Θα κοιτάξουμε λοιπόν να σε προφυλάξουμε από τις ¨κακές συναναστροφές¨

που ανέφερες προηγούμενα, φυσικά δια της αποφυγής αυτών,

συμφωνείς ;»


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Ο νέος αφού βάδισε τα δυο βήματα που τους χώριζαν άνοιξε τα χέρια του

και αγκάλιασε την μητέρα και βασίλισσα του.

Εκείνη είδε το βαθύ γαλάζιο της θάλασσας να θολώνει και κατάλαβε πως

κάποιο δάκρυ προσπαθούσε να δραπετεύσει από τα μάτια της.

Στους δαίμονες και οι μπογιές θα ξαναβαφτώ αργότερα.

Έμειναν έτσι για κάποια λεπτά της ώρας. Δεν νοιώθω πως θα τον χάσω,

κάνω το σωστό λοιπόν, σκέφτηκε η σαστισμένη μάνα καθώς

συνειδητοποιούσε πως ζούσε μια απ’ τις ελάχιστες στιγμές της ζωής της

όπου ένοιωθε τόσο μπερδεμένη και αναποφάσιστη.

Αυτή που σε λίγα λεπτά της ώρας έπαιρνε αποφάσεις για την σωστή

εξωτερική πολιτική ενός ολόκληρου βασιλείου δεν ήταν σίγουρη για τίποτε

πια.

«Ετοιμάσου, σε μερικές ώρες σαλπάρει ένα καράβι μας με εφόδια για την

Σαμοθράκη. Θα τα πας συ ο ίδιος εκπροσωπώντας εμένα που τα στέλνω

και θα σου δώσουν λογαριασμό αν και πως τελείωσε το Αρσινόειο, δεν είσαι

ξένος εκεί, έχουμε περάσει αρκετά καλοκαίρια στις γιορτές του νησιού έτσι

δεν είναι γιε μου;» Είπε και του έκλεισε όλο νόημα το μάτι.

«Το ένοιωσα εγώ πως δεν άλλαξε τίποτα και όλα θα πάνε καλά τελικά, σ’

ευχαριστώ μητέρα», ψιθύρισε ο Πτολεμαίος με φωνή βραχνή απ’ την

συγκίνηση.

«Αρχίνα να ετοιμάζεσαι για το ταξίδι μα με προσοχή να μην σε καταλάβει

κανείς ούτε τ’ αδέλφια σου μην χαιρετήσεις πάρε τα απαραίτητα και όταν

φθάσεις με το καλό στείλε μου ειδοποίηση.

Ξεκίνα! Μην στέκεσαι δακρυσμένος σαν γυναικούλα», τον πρόσταξε με

την συγκίνηση να χρωματίζει την φωνή της.

«Πηγαίνω αμέσως μητέρα», στο δεξί του χέρι η παλάμη σφίχτηκε σε

γροθιά που πήγε αυτόματα και χτύπησε την αριστερή μεριά του στήθους

του χαιρετώντας την στρατιωτικά.

Ήταν η αναγνώρισή της σαν βασίλισσα από τον νόμιμο κληρονόμο του

θρόνου ενός θρόνου που αντί για πολυτελή χρυσοκέντητα μαλακά μαξιλάρια

είχε ανάμενα κάρβουνα.

Η Αρσινόη, καθώς ο Πτολεμαίος έκανε με κατεβασμένο το κεφάλι βήματα

προς τα πίσω αποχωρώντας απ’ τον τεράστιο εξώστη, σήκωσε το δεξί της

χέρι σαν τελευταίο αποχαιρετισμό στον γιο της που φεύγοντας κουβαλούσε

στις αποσκευές του και ένα κομμάτι απ’ την καρδιά της.

Γύρισε προς την θάλασσα και πάλι ψάχνοντας με το βλέμμα στο λιμάνι

την αρματωμένη μέχρι τα δόντια τριήρη που μαζί με τα εφόδια σ’ αυτό το

ταξίδι θα μετέφερε στα αμπάρια της και τον γιο της βασίλισσας.

Ένα χαμόγελο άνθισε στα υπέροχα χείλη της με το στραπατσαρισμένο

βάψιμο καθώς διέκρινε ανάμεσα στα άλλα πλεούμενα το ¨Βασιλιάς

Λυσίμαχος¨ που φάνταζε ανάμεσά τους σωστή όρκα.

Οι μαούνες θύμιζαν φάλαινες, τα βαρκάκια δελφίνια και το πολεμικόμεταγωγικό

της πλοίο μια πραγματική όρκα συνδυάζοντας δύναμη, ταχύτητα

και μια ευελιξία ανάλογη με το μέγεθος του φυσικά.

Έπρεπε να μηνύσει του καπετάνιου του πως τον θέλει για να γίνουν όλα

σωστά. Ο γιος της ακόμα εξαρτιόταν από αυτήν γιατί ήταν πολύ

καλομαθημένος και πολύ περήφανος για την βασιλική καταγωγή του ώστε

να ασχοληθεί με τις λεπτομέρειες ενός τέτοιου ταξιδιού που από ρουτίνας

θα μεταμορφωνόταν σε μια επικίνδυνη απόδραση.

Η Αρσινόη ένοιωθε μέρες τώρα τον κίνδυνο να περιβάλει τα πάντα σαν

ένα ισχυρό ηλεκτρικό πεδίο.


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

ΑΛΛΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ξέφυγε από τα χείλη των υπολοίπων

στην μεγάλη αίθουσα.

Στο αριστερό της χέρι ως δια μαγείας εμφανίσθηκε ένα δερμάτινο

σακουλάκι δεμένο σφιχτά με δερμάτινο κορδόνι.

Σαν φτερούγισμα πουλιού κινήθηκε το χέρι της Θάλειας που με μια και

μοναδική ανάλαφρη κίνηση το πήρε απ΄ το χέρι της Αρσινόης περνώντας

το στο χέρι του Πραξίοχου καθώς εκείνος ξεκινούσε ήδη τα βήματα προς τα

πίσω με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη και μουρμουρίζοντας έναν

ατέλειωτο κατάλογο από ευχές.

Μόλις έκλεισε η βαριά ξύλινη πόρτα η βασίλισσα άνοιξε το δεξί της χέρι

και με την βοήθεια του αριστερού χώρισε τον μικρό μεταλλικό κύλινδρο

στα δύο.

Από μέσα έπεσε ένα μικροσκοπικό γαλάζιο κομματάκι ύφασμα που ήρθε

να επιβεβαιώσει την ενόραση της ευαίσθητης βασίλισσας.

Όλα είχαν εξελιχθεί καλά, αυτό μαρτυρούσε το λιλιπούτειο κομμάτι

ύφασμα. Αν το ύφασμα ήταν κόκκινο τότε το μήνυμα θα είχε το αντίθετο

περιεχόμενο.

«Κορίτσια ακολουθήστε με έχουμε να κάνουμε τις ετοιμασίες υποδοχής

του μέλλοντα άνδρα μου και ενός βασιλικού γάμου», είπε και τα υπέροχα

μάτια της άστραψαν όπως τότε που ήταν το ¨κοριτσάκι βασίλισσα¨ όπως

την έλεγε ο βασιλιάς Λυσίμαχος στο παλάτι της Λυσιμαχείας του Ελλήσποντου

ανατολικά της Κασσάνδρειας.

Οι δυο γυναίκες ρίχτηκαν στο κατόπι της Αρσινόης ανταλλάσσοντας

ταυτόχρονα βλέμματα απορίας σχετικά με τα σχέδια της βασίλισσάς τους

καθώς τους τα έλεγε την τελευταία στιγμή.

Επίσημη αντιπροσωπία στάλθηκε στον Κεραυνό με τα καλά μαντάτα, την

πρόσκληση δηλαδή της βασίλισσας στην μεγαλειότητά του για να τελέσουν

μαζί τα ¨προτέλεια¨ πράγμα που ουσιαστικά σήμαινε την αποδοχή της

Αρσινόης στην πρόταση γάμου του Κεραυνού.

Οι ετοιμασίες ήταν πράγματι βασιλικές. Αν και η Αρσινόη δεν ήταν

παιδούλα για να κανονίσουν την ¨εγγύη¨17 ο άντρας με τον πατέρα της και

να ισχύει ο γάμος από την ημέρα αυτής της συμφωνίας όπως όριζε ο νόμος,

παρ’ όλα αυτά αμέσως πριν τα ¨προαύλια¨18 και σε εντελώς επίσημο

χαρακτήρα έγινε η περίφημη συμφωνία ¨εγγύη¨ ανάμεσα στα δυο

ετεροθαλή αδέλφια.

Ο Πτολεμαίος Κεραυνός συμφώνησε να αποδώσει την τεράστια προίκα

της Αρσινόης σε περίπτωση διάλυσης του γάμου ή θανάτου της στους τρεις

γιους της. Τα προτέλεια τελέστηκαν με την μεγαλοπρέπεια που άρμοζε σε

βασιλικό γάμο.

Οι πατρογονικοί θεοί τιμήθηκαν δεόντως με τις ανάλογες θυσίες από

τους μελλόνυμφους.

Η Αρσινόη όπως ήταν το έθιμο άσχετα με την ηλικία της προσέφερε στην

Αφροδίτη την αγαπημένη της θεά και προστάτιδα έναν βόστρυχο από τα

μαλλιά της, έτσι όπως έκαναν οι κοπέλες σαν σημάδι της ενηλικίωσης τους

17.είδος συμβολαίου ανάμεσα στο μελλοντικό σύζυγο και στον πατέρα ή στον κηδεμόνα της

κοπέλας Ο σύζυγος έδινε εγγύηση ότι θα επέστρεφε την προίκα σε περίπτωση διάλυσης του

γάμου ή θανάτου της συζύγου του, αν δεν υπήρχε κληρονόμος.

18.την ημέρα πριν από το γάμο τελούνταν τα προαύλια λέξη που προέρχεται από το ρήμα

"αυλίζομαι", που σημαίνει "περνώ τη νύχτα".


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

μόνο που στην περίπτωσή της το κίνητρο ήταν ο φόβος για την κατάληξη

αυτού του αφύσικου γάμου.

Η δεύτερη ημέρα των γαμήλιων τελετών που περιλάμβανε και την κυρίως

γαμήλια τελετή ξεκίνησε με τις ετοιμασίες για το γαμήλιο λουτρό της

νύφης.

Η Θάλεια που ανέλαβε και την εποπτεία-σαν επίσημη ¨νυμφεύτρια¨19

διορισμένη από την βασίλισσα-της μεταφοράς του νερού για το γαμήλιο

λουτρό μουρμούριζε μεσ’ από τα δόντια της στα δύστυχα κορίτσια όμοια

σκύλα που μουγκρίζει για να προστατέψει τα παιδιά της.

«Προσέξτε εσείς οι Νουμιδές πως κρατάτε τις λουτροφόρους 20 με το νερό

και χαχανίζετε σαν χαζές μην σπάσετε καμιά γιατί τα εβένινα μεριά σας

θα τα δώσω βορά του Πραξίοχου με το καμουτσίκι του να τα αργάσει έτσι

που να μην καθίσετε σ’ αυτά τουλάχιστον για κανένα τρίμηνο».

Η πομπή από την ιερή κρήνη προς το κάστρο και τα ιδιαίτερα δωμάτια

της βασίλισσας ήταν αντάξια βασιλέων.

Τα βότανα που χρησιμοποιήθηκαν στο λουτρό είχαν έρθει στο παλάτι του

Λυσίμαχου από εξωτικές χώρες με πρώτη και καλύτερη την Αίγυπτο και

είχαν να το λένε σε όλες τις αυλές του ελληνιστικού κόσμου για την

ικανότητα που είχε η Αρσινόη στη χρήση των αρωμάτων.

Το σώμα της μόνο με την ηλικία της δεν είχε να κάνει, τόσο νεανικό και

σφριγηλό έδειχνε μετά από τρεις γέννες και 35 χρόνια ζωής.

«Σαν μωρού είναι το δέρμα σου βασίλισσα μου», η Πολύμνια που την

βοηθούσε να σκουπιστεί με την βοήθεια δυο ακόμη νεαρών θεραπαινίδων

εξέφρασε τον θαυμασμό της γεμάτη ειλικρίνεια και η Αρσινόη γνωρίζοντας

πολύ καλά την αλήθεια χαμογέλασε γεμάτη ευχαρίστηση.

«Στάθηκαν γενναιόδωροι μαζί μου οι θεοί σ’ αυτό καλή μου Πολύμνια»,

σχολίασε κοιτάζοντας το είδωλο της στο χρυσό σχήματος οβάλ γυαλισμένο

κάτοπτρο.

Όσο για τον γαμπρό; Αυτός έχοντας την φρουρά του για ακόλουθους

προετοιμαζόταν αναλόγως. Αφού έκανε ένα μπάνιο στα δωμάτια που τους

παραχωρήθηκαν -μόνο σ’ αυτούς επέτρεψε η Αρσινόη να εισέλθουν στην

πόλη- αρωματίστηκε και φόρεσε στο κεφάλι την ταινία με κλαδιά μέντας

και σουσαμιού που του έστειλε η γυναίκα του.

Αν και μόνο η εγγύη αρκούσε για το κράτος ώστε ο γάμος τους να

θεωρείται ήδη νόμιμος, η τελετή του γάμου και το γλέντι δεν έπαυαν να

αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του επίσημου γάμου.

Το σουσάμι συμβόλιζε την γονιμότητα ενώ η μέντα ήταν αφροδισιακή.

Όχι πως ο Κεραυνός είχε το μυαλό του το σεξ και τους απογόνους για την

πρώτη νύχτα του γάμου αλλά υποχώρησε στην επιθυμία της Αρσινόης να

φαίνεται ο γάμος τους όσο το δυνατόν πιο φυσιολογικός.

Τώρα τι ακριβώς εννοούσε η αδελφή του ούτε που κατάλαβε αλλά θυμόταν

πως από τότε ακόμη που μεγάλωναν στην αυλή του πατέρα τους δεν

μπορούσε να την ανταγωνιστεί κανείς τους σε θέματα πρωτοκόλλου ούτε

και η αμφιθαλής αδελφή του η Λυσάνδρα που αν και πολύ μικρότερη της

προσπαθούσε με όλες της τις δυνάμεις.

Φόρεσε και το ιμάτιο όπως όριζαν τα έθιμα, ένα μάλλινο ορθογώνιο

ρούχο που το έριξε στους ώμους του πάνω από την πανοπλία.

19.υπεύθυνη για την επιτήρηση του γάμου και τον καθορισμό της νυμφοκόμου, η οποία

φρόντιζε για την ένδυση και τον καλλωπισμό της νύφης.

20.αγγείο με ραδινό (λυγερό) σώμα, ψηλό λαιμό και ανακαμπτόμενο χείλος. Το

χρησιμοποιούσαν σαν τελετουργικό αγγείο για τη μεταφορά νερού στο νυφικό λουτρό.


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

Δεν δέχθηκε με κανένα τρόπο να αποχωρισθεί τα όπλα του. Ούτε καν μια

ημέρα σαν και αυτή, την ημέρα του γάμου του.

Στην τελετή που έγινε στο ιερό του Απόλλωνα φάνταζε πελώριος δίπλα

στην Αρσινόη με τα κατάμαυρα μαλλιά και γένια του καθώς ήταν απ’ τους

λίγους που δεν ακολουθούσαν την μόδα του Αλέξανδρου να έχουν το

πρόσωπο ξυρισμένο.

Η Αρσινόη έδειχνε τόσο εύθραυστη δίπλα του καθώς του έφτανε μόλις

μέχρι το στήθος που αν και συνέβαινε το αντίθετο έμοιαζε να είναι αυτή η

μικρότερη σε ηλικία. Δεν φόρεσε το νυφικό πέπλο που φορούσαν οι νεαρές

νύφες παρά μόνο το γυαλισμένο από τα χέρια της Πολύμνιας στέμμα.

Εκείνο, ολόχρυσο αστραποβολούσε αντανακλώντας τις αχτίδες ενός

χειμωνιάτικου ήλιου που πάλευε συνεχώς με ένα σμάρι σύννεφα για το

ποιος θα κυριαρχήσει στο στερέωμα εκείνη την βαριά ημέρα του

Ποσειδεώνα. 21

Τα χρυσά σανδάλια της οι ¨νυμφίδες¨ κατασκευασμένα με περισσή τέχνη

από τα χέρια ονομαστού Αιγυπτίου τεχνίτη έγιναν αφορμή για σχόλια

θαυμασμού από όλες τις προσκαλεσμένες στο γάμο.

Κάποτε η τελετή τελείωσε και όλοι αποσύρθηκαν για να προετοιμαστούν.

Ήταν καλεσμένοι όλοι τους, άντρες και γυναίκες στην γαμήλια γιορτή

ένα συμπόσιο που θα γινόταν μετά την δύση του ήλιου σε μια τεράστια

αίθουσα του κάστρου , την αίθουσα των τελετών.

Το έθιμο πρόσταζε να μην δει ο γαμπρός την νύφη πριν από την επίσημη

αποκάλυψη του προσώπου της που γινόταν μπροστά σ’ όλους τους

καλεσμένους του συμποσίου από τον πατέρα της νύφης με την αφαίρεση

του πέπλου.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως τα πράγματα ήταν αρκετά περίπλοκα

καθώς γαμπρός και η νύφη μοιραζόντουσαν τον ίδιο πατέρα.

Άλλωστε η νύφη δεν έκανε καν τον κόπο να φορέσει το νυφικό πέπλο.

Έτσι γαμπρός και νύφη βρισκόντουσαν στον ίδιο χώρο κάτω από τα

φοβισμένα βλέμματα της Θάλειας της Πολύμνιας και τουλάχιστον δεκαπέντε

ακόμη θεραπαινίδων και δούλων που περίμεναν έτοιμοι να ικανοποιήσουν

κάθε επιθυμία του ζευγαριού και των άλλων παρευρισκόμενων

όπως για παράδειγμα την φρουρά του Κεραυνού.

«Αυτή η επιμονή σου να μην αποχωρισθείτε τα όπλα σας ούτε καν μια

τέτοια ημέρα είναι το λιγότερο … αχαρακτήριστη», σχολίασε η Αρσινόη

νοιώθοντας ταυτόχρονα και τις δαγκάνες τις αμφιβολίας να τις σφίγγουν

όλο και περισσότερο την ψυχή.

«Μα είναι μέρος της ενδυμασίας μας πια βασίλισσα μου μην ξεχνάς πως

πρώτα απ’ όλα είμαστε πολεμιστές».

Τουλάχιστον με προσφωνεί σωστά˙ κάτι είναι και αυτό, μα τι έχω πάθει

Αφροδίτη μου; Δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά και να εκτιμήσω την

κατάσταση.

«Τέλος πάντων ας είναι, μια μέρα σαν και αυτή πρέπει να χαιρόμαστε για

μας και τους υπηκόους μας», είπε η Αρσινόη και σήκωσε με τα δυο της

χέρια την κύλικα 22 που ήταν γεμάτη με γλυκό σκουρόχρωμο κεκραμένο

μελιηδή οίνο 23 . «Εμένα μου λες», μουρμούρισε η Θάλεια στην Πολύμνια

που στεκόταν δίπλα της καθώς επέβλεπαν την μετάγγιση των κρασιών από

21.(16 Δεκεμβρίου- 15 Ιανουαρίου).

22.αβαθές αγγείο με ψηλό πόδι και δυο συμμετρικές λαβές κάτω από το χείλος.

23.αραιωμένο με νερό και αρωματισμένο με μέλι κρασί.


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

τους τεράστιους κωδωνόσχημους κρατήρες 24 -χωρητικότητας 940 λίτρων

διακοσμημένων με φίδια, λέοντες και σκηνές μάχης- πού έκαναν κοπέλες

με την βοήθεια χρυσών κυαθίων 25 στις οινοχόες 26 . «Σώπα μην σε

ακούσουνε καημένη και μας βλέπω σε κανένα μπουντρούμι αφού μας έχει

βιάσει ο μισός στρατός του ¨μαύρου καβαλάρ稻, πληροφόρησε την

μικρότερη φίλη της η γυναίκα από την Γαλατία.

Το συμπόσιο που ακολούθησε δεν υστερούσε ούτε από πλευράς φαγητού.

Μέχρι και το παραδοσιακό γλύκισμα με σουσάμι και μέλι σερβιρίστηκε στο

τέλος, πέντε είδη ελιές σαν ορεκτικό πριν το γεύμα, θαλασσινά όπως

χταπόδια καλαμάρια σουπιές και φυσικά ψάρια, τα καλύτερα ψάρια,

συναγρίδες, τσιπούρες, σκάροι, ροφοί και λαβράκια. Ο γάμος ήταν

βασιλικός.

Έπεσε η νύχτα και στο φως των δαυλών που βρίσκονταν στερεωμένοι

στους γκρίζους πέτρινους τοίχους άρχισαν να διαγράφονται οι τρεμάμενες

φιγούρες των μελών του χορού που τον αποτελούσαν δυο ομάδες: η

γυναικεία και η ανδρική. Οι φωνές τους γέμιζαν την αίθουσα με το

ορθογώνιο άνοιγμα στο μέσον της οροφής η οποία εκτός από την τεράστια

φωτιά που έκαιγε στο κέντρο της στέλνοντας χοντρές τουλούπες καπνού

στον συννεφιασμένο ουρανό θερμαινόταν και από μαγκάλια τοποθετημένα

στην περιφέρεια της.

Έξω ο καιρός γύρισε σ΄ έναν φοβερό χιονιά που αφού νίκησε κατά

κράτος τον ήλιο έριξε την θερμοκρασία σε χαμηλά επίπεδα ακόμη και για

τον χειμώνα.

Μικροσκοπικές παγωμένες νιφάδες, έρμαια του αέρα, στριφογύριζαν

σαν τρελές με διαφορετική κάθε φορά κατεύθυνση.

Η Αρσινόη ρίγησε, κάτι απόκοσμο πλανιόταν στην ατμόσφαιρα εκτός απ’

το κρύο σαν κάτι το αλλόκοσμο να είχαν οι καλεσμένοι, ή μήπως φταίει το

κρασί;

Πέρασε η ώρα και οι καλεσμένοι όσοι δεν θα περνούσαν την νύχτασυνήθως

υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί και ευγενείς-στο κάστρο άρχισαν

σιγά-σιγά να φεύγουν για τα σπίτια τους. Άλλωστε οι εορταστικές εκδηλώσεις

δεν είχαν τελειώσει. Η αυριανή μέρα θα ξεκινούσε από πολύ νωρίς με

τα επαύλια.

Ο θάλαμος ,το συζυγικό δωμάτιο είχε ετοιμαστεί σύμφωνα με όλους τους

τύπους. Το νυφικό κρεβάτι αρωματισμένο και στρωμένο με υπέροχα πανάκριβα

υφάσματα, περίμενε την βασίλισσα για έναν ξεκούραστο ύπνο μια

και ο ¨παράβουστος¨ ένα δεύτερο κρεβάτι στο ίδιο δωμάτιο ήταν επίσης

έτοιμος να υποδεχθεί τον βασιλιά.

Ευτυχώς που τα έθιμα καλύπτοντας όλες τις περιπτώσεις ήρθαν να ταιριάξουν

σαν γάντι και σ’ αυτήν.

Έξω από τον θάλαμο αντί για τους φίλους του γαμπρού και της νύφης θα

περνούσαν την νύχτα στην πόρτα του-σίγουρα όχι τραγουδώντας όπως

ήταν το έθιμο-οι σωματοφύλακες του Πτολεμαίου Κεραυνού.

Η Αρσινόη κατάκοπη λόγω της ημέρας έπεσε στην αρωματισμένη νυφική

κλίνη και με ένα:«θα τα πούμε αύριο βασιλιά μου»,-οι διπλωματικές τις

ικανότητες λειτουργούσαν άψογα παρά την μεγάλη της κούρασηστράφηκε

στον ζωγραφισμένο με υπέροχα γεωμετρικά σχήματα τοίχο σε

24.αγγεία όπου ανακάτευαν το κρασί με νερό.

25.κύπελλο που χρησίμευε σαν κουτάλα για την μετάγγιση του κρασιού.

26.κανάτες σερβιρίσματος κρασιού.


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

χρώματα που του έδιναν μια έντονη εντύπωση θαλπωρής και απόκοιμήθηκε.

Πυκνό κάτασπρο χιόνι κάλυπτε τα πάντα μαζί με μια παγωνιά που

τρύπωνε μέχρι το μεδούλι στα κόκαλα της Αρσινόης. Το μεγάλο αρπακτικό

πουλί έκανε κάθετη εφόρμηση με προτεταμένα τα πόδια και τα τεράστια

κατάμαυρα νύχια του να γυαλίζουν στην αναλαμπή μιας νύχτας όπου όλα

ήταν άσπρα.

Βρέθηκε ξαφνικά εκεί σ’ αυτό το κρύο και αφιλόξενο μέρος με τα παιδιά

της χωμένα κάτω από την κάπα της να κλαψουρίζουν σαν φοβισμένα

κουτάβια.

Κάτι δεν πάει καλά εδώ, σκέφτηκε, τα παιδιά μου δεν είναι τόσο μικρά

και πως βρεθήκαμε ξαφνικά εδώ; Εγώ έκανα ένα γάμο σήμερα, τι είναι

αυτό που τα φόβισε τόσο; Πρέπει να είναι όνειρο Κάδμηλε Ερμή κάνε με

να ξυπνήσω.

Σαν τον δύτη που βγαίνει στην επιφάνεια της θάλασσας ρουφώντας

λαίμαργα τον αέρα μετά από μια πολύωρη κατάδυση έτσι και η Αρσινόη

βγήκε από τον κόσμο των ονείρων παίρνοντας μια βαθιά ανάσα.

Κοίταξε γύρω της και διαπίστωσε πως πράγματι βρισκόταν στην νυφική

κλίνη του θαλάμου όπου αναγκαστικά κλείστηκε με τον Κεραυνό ο οποίος

μετά την χθεσινή ημέρα ήταν πια ο άνδρας και βασιλιάς της,

Στα μάτια της πολιτείας τουλάχιστον.

Στο τρεμάμενο φως των λυχναριών με μεγάλη προσπάθεια διέκρινε την

σιλουέτα του Κεραυνού στον ¨παράβουστο¨.

Μα πράγμα περίεργο κανένα σημάδι ζωής δεν υπήρχε γύρω του, η αύρα

απουσίαζε εντελώς από την σκεπασμένη με βαριά ρούχα σκοτεινή μορφή.

Απόψε όλα τα περίεργα; Για να δω, ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΒΑΡΙΑ

ΣΚΕΠΑΣΜΑΤΑ! ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ!!! και δυνατά: «ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ΘΑΛΕΙΑ

ΞΥΠΝΗΣΤΕ».

Φασαρία ακούστηκε στην πόρτα του θαλάμου, ανακατεμένες γυναικείες

και ανδρικές φωνές με την λεπτή φωνή της Θάλειας να ξεχωρίζει.

Η Αρσινόη έτρεξε στην πόρτα και δοκίμασε να την ανοίξει από μέσα,

μάταια φώναζε τις πιστές της θεραπαινίδες το μόνο που κατάφερε ήταν να

ξεσηκώσει μεγαλύτερη φασαρία.

Γνωστές αντρικές φωνές ενώθηκαν στην χορωδία καθώς προστέθηκε και

η κλαγγή των όπλων παριστάνοντας την μουσική.

Η φωνή του Πρωτέα ακούστηκε πάνω απ’ όλες να μουγκρίζει «ΠΙΣΩ

ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΟΙ ΠΙΘΗΚΟΙ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΜΟΥ!

ΠΙΣΩ ΘΑ ΧΥΘΕΙ ΑΙΜΑ».

Η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε και η Αρσινόη βρέθηκε πρόσωπο με

πρόσωπο με τον γενναίο στρατηγό και την γκρίζα του γενειάδα.

«Στα παιδιά γρήγορα!», τον πρόσταξε και ξεχύθηκε ξοπίσω του σαν

αθλητής στον δρόμο των εκατό μέτρων.

Σε άλλη περίπτωση θα της έκανε εντύπωση που δεν υπήρχε ούτε ένας

λαβωμένος στον διάδρομο μα τώρα τυφλή από την αγωνία της για τον

Φίλιππο και τον Λυσίμαχο προσπαθούσε να καλύψει την απόσταση των

λίγων μέτρων που την χώριζαν απ’ αυτούς σε όσο το δυνατόν λιγότερο

χρόνο.

Παραμερίζοντας τους φρουρούς που η ίδια είχε διορίσει έπεσε πάνω

στην πόρτα και την άνοιξε για να αντικρίσει ένα θέαμα που της έκοψε την

ανάσα από χαρά.


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

ΑΛΛΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

Όποιος δεν ελπίζει, δεν θα βρει το ανέλπιστο.

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

Βόλγιος δε επί Μακεδόνας τε και Ιλλυριούς ήλασε και ες αγώνα προς

Πτολεμαίον κατέστη τότε έχοντα την Μακεδόνων βασιλείαν. Πτολεμαίος δε

ην ούτως ος Σέλευκον τε εδολοφώνησε τον Αντιόχου καταπεφευγώς όμως

ικέτης ως αυτόν, και είχεν επίκληση Κεραυνός δια το άγαν τολμηρόν. Και ο

μεν αυτός τε ο Πτολεμαίος απέθανεν εν τη μάχη και των Μακεδόνων εγένετο

ούκ ελαχίστη φθορά.

Ο Βόλγιος εναντίον των Ιλλυριών και των Μακεδόνων εκστράτευσε

Και σε πόλεμο με τον Πτολεμαίο ενεπλάκη ο οποίος ήταν τότε ο βασιλιάς των

Μακεδόνων. και ήταν αυτός ο Πτολεμαίος ο οποίος δολοφόνησε τον Σέλευκο τον

γιο του Αντίοχου στον οποίο είχε καταφύγει ως ικέτης, ο επονομαζόμενος

Κεραυνός για την εκρηκτική του φύση. Και ο Πτολεμαίος αυτός σκοτώθηκε στην

μάχη ενώ οι Μακεδόνες αποδεκατίστηκαν.

Παυσανίας, Φωκικά: βιβλίο 10, κεφάλαιο 19, στίχος 7, σειρά 4-11

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 Ο

ΜΙΛΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΣΙΝΟΗ

Μ

ε το που έκλεισε πίσω του την πόρτα-ράφι ο Μίλτος βρέθηκε

στον δεύτερο προσωπικό του κόσμο. Εκεί σχεδόν πάντα

βρισκόταν μόνος παρέα με τα όπλα του. Ο πρώτος ήταν το

γραφείο του όπου έβγαζε το ψωμί της οικογένειας.

Είχε φτιάξει αυτό το μικρό μυστικό δωμάτιο όταν η Αθηνούλα του ήταν

κοριτσάκι και έτρεχε σαν κουταβάκι από την μια άκρη του σπιτιού στην άλλη


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

πιάνοντας με στρουμπουλά αδέξια χεράκια όσα πράγματα εύρισκε μπροστά

της. Τα όπλα υπήρχαν πριν από αυτήν στο σπίτι, άσε που ο Μίλτος πίστευε

πως σπίτι χωρίς όπλο ήταν κάστρο δίχως τείχη.

Έτσι και με την σύμφωνη γνώμη της Αφροδίτης έκαναν το έξοδο, τότε

ήταν ένας νέος συγγραφέας με ένα bestseller, δυο πατάτες, και ένα μέτριο

μυθιστόρημα στο ενεργητικό του.

Μέσα στο δυο επί δυο δωματιάκι υπήρχαν εκτός από τα όπλα που ήταν

κρεμασμένα στους τοίχους, μια άνετη παλιά καρέκλα, ένα βαλιτσάκι με τα

σύνεργα για το καθάρισμα των όπλων και λίγα τρόφιμα καθώς και δυο

πλαστικά μπουκάλια εμφιαλωμένο νερό για ώρα ανάγκης φυσικά.

Ήταν περήφανος ο Μίλτος γιατί τόσα χρόνια δεν είχαν το παραμικρό

ατύχημα με κανένα από τα όπλα στο σπίτι τους.

Όσο για τα όπλα; Ο πληθυντικός μόλις που ίσχυε. Ένα κυνηγετικό δίκαννο

μια καραμπίνα και δυο πιστόλια ήταν όλα και όλα.

Το ένα κλασικό εξάσφαιρο περίστροφο και το άλλο ένα αυτόματο με την

γεμιστήρα να μπαίνει κάτω από την λαβή.

Όλα αυτά λοιπόν μαζί με τα ανάλογα πυρομαχικά αποτελούσαν το οπλοστάσιο

του σπιτιού των Ανδρέου.

Έκατσε στην καρέκλα και τέντωσε τα πόδια του, η ησυχία του μικρού

κλειστού χώρου ήταν απόλυτη.

Αυτός απλά την άφησε να τον τυλίξει. Και εκείνη σαν ένα παχύρρευστο

σιρόπι τον απομόνωσε από όλους και απ’ όλα.

Ούτε στην μήτρα δεν πιστεύω να είναι τόσο ήσυχα, σκέφτηκε και

μετά τίποτε, ένα κενό, ώσπου ένοιωσε μια ακατανίκητη δύναμη να τον

τραβάει προς τα έξω. Άντε, πάλι φεύγω σε ταξίδι, σκέφτηκε και το

κουβάρι της περιπέτειας άρχισε να ξετυλίγεται για άλλη μια φορά.

Το μέρος του φαινόταν γνωστό, το είχε ξαναδεί άλλωστε νύχτα από ψηλά

και δεν τον ξένισαν οι κίτρινου και πορτοκαλί χρώματος αναλαμπές που

ξεχώριζαν ανάμεσα στα λευκά μαρμάρινα κτίρια.

Βέβαια, τα τελευταία, σαν να είχαν αβγατίσει από την προηγούμενη φορά

που είχε βρεθεί εκεί ο Μίλτος αλλά κάτι τέτοιο μάλλον σήμαινε πως

¨έπεφτε¨ σε διαφορετική χρονική στιγμή.

Αυτό δεν τον ενόχλησε καθόλου επειδή ένοιωσε την δύναμη που τον

τραβούσε εκεί δυνατότερη από κάθε άλλη φορά, πράγμα που σήμαινε πως

έπρεπε να βρεθεί στην Σαμοθράκη εκείνη την συγκεκριμένη χρονική εποχή.

Άλλωστε τον τελευταίο καιρό είχε καταλάβει πως δεν αποφάσιζε αυτός

για όλες του τις κινήσεις σ’ αυτήν την αναμέτρηση αλλά το καλό του οποίου

είχε γίνει πια αφοσιωμένος υπηρέτης.

Συνέχισε να κατεβαίνει λοιπόν προς τα κατάλευκα μαρμάρινα κτίρια

που φώτιζαν οι αναλαμπές από τους δαυλούς και τις τεράστιες φωτιές.

Προσγειώθηκε έξω από ένα κυκλικό κτίριο που φάνταζε ολοκαίνουργιο

ακόμη και στα δικά του άπειρα μάτια.

Η σκαλισμένη επιγραφή στο λευκό μάρμαρο πάνω από την μεγάλη ξύλινη

πόρτα έδωσε στον Μίλτο το στίγμα του τόπου και του χρόνου.

βασίλισσα Αρσινόη, βασιλέως Πτολεμαίου θυγάτηρ, βασιλέως

Λυσιμάχου γυνή, θεοίς μεγάλοις.

Η διαφορά της ατμόσφαιρας που βρέθηκε με εκείνη που μόλις είχε

αφήσει ήταν αισθητή. Η ζέστη πρώτα απ’ όλα, ήταν εντελώς διαφορετική.

Έλειπε εκείνη η υγρασία που προκαλεί το έντονο συναίσθημα του πνιγμού.


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Εδώ η ζέστη είναι ευχάριστη, η ατμόσφαιρα γλυκιά και οι μυρωδιές…ω! οι

μυρουδιές το κάτι άλλο! Τα δένδρα, τα λουλούδια, τα βότανα, το χώμα, όλα

μαζί συνθέτουν μια μοναδική και απαράμιλλη ατμόσφαιρα όπου ο αέρας

είναι καθαρός και το οξυγόνο περίσσιο.

Ο Μίλτος ένοιωσε σαν να είχε γυρίσει για άλλη μια φορά σπίτι.

Το γλυκό κίτρινο φως που περνούσε από τις χαραμάδες τις μεγάλης

κεντρικής πόρτας του κυκλικού κτιρίου γέμιζε με μαύρες σκιές σε κίτρινο

φόντο το μαρμάρινο κεφαλόσκαλο και καθώς έφθανε μέχρι τα λεπτότατης

ύλης πόδια του έμοιαζε να τον καλεί στον μυστικό εκείνο χώρο.

Κοίταξε ψηλά στην σκεπή του κυκλικού οικοδομήματος και είδε πως από

την κορυφή της κωνικής στέγης στο σημείο όπου σταματούσαν τα κεραμίδια

και συνέχιζε ο σκελετός της κεραμοσκεπής αφήνοντας μικρά τριγωνικά

ανοίγματα ανάμεσα στα ξύλινα δοκάρια ξεχυνόταν προς τον ουρανό

άφθονο από το υπέροχο εκείνο φως που τον προσκαλούσε σαν να ήταν και

αυτός μια από τις πεταλούδες της νύχτας.

Το σκέφτηκε και αμέσως βρέθηκε εκεί επάνω με το κιτρινωπό φως που

ελευθέρωναν οι δαυλοί μέσα στο κτίριο να διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα

το σχεδόν άυλο κορμί του.

Κοίταξε μέσα και το θέαμα που αντίκρισε τον έκανε να απομείνει εκστατικός

με το μυαλό κενό από κάθε είδους σκέψη.

Και αυτό γιατί στις δυο μορφές που ήταν καθισμένες δίπλα στην κεντρική

εστία του κυκλικού χώρου λουσμένες στο χρυσαφί φως των δαυλών που

ήταν στερεωμένοι στους τοίχους με ειδικές μεταλλικές κατασκευές, αναγνώρισε

την πανέμορφη σαστισμένη βασίλισσα των ονείρων του και έναν

σεβάσμιο γέροντα ιερέα.

Το ότι οι μορφές τελικά δίπλα στην φωτιά ήταν τρεις δεν έκανε μεγαλύτερη

εντύπωση στον Μίλτο γιατί η καλοντυμένη-φορούσε ένα λεπτό

διαφανές πέπλο στο κεφάλι και χιτώνα με αμέτρητες πτυχές και χρυσές

ταινίες-ασθενική και μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα που διέφυγε της

προσοχής του δεν του θύμιζε απολύτως τίποτα.

Ωστόσο το περίεργο μουρμουρητό που έφθανε μαζί με τον καπνό και την

κίτρινη αναλαμπή στο μυαλό του Μίλτου και ήταν κάτι σαν: «Κάδμηλε

Ερμή άκουσε τις παρακλήσεις μας μμμμ…», με τον τελευταίο μακρόσυρτο

ήχο να διαπερνά μέχρι τα μύχια της την ύπαρξη του Μίλτου τον έκανε να

νοιώσει μια ακατανίκητη έλξη προς την φωτιά που έκαιγε ανάμεσα στις δυο

γυναίκες και τον ηλικιωμένο άνδρα.

Σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε λοιπόν ανάμεσα τους νοιώθοντας

σαν να καθόταν γύρω απ’ την φωτιά με ανθρώπους που την είχαν ξαναμοιραστεί

αρκετές φορές στο παρελθόν; Ή μήπως και ήταν στο μέλλον; Τον

τελευταίο καιρό τα μπέρδευε πολύ αυτά τα δυο.

Εκείνοι μόλις ένοιωσαν την παρουσία του σταμάτησαν την επίκληση και

έμειναν να τον κοιτάζουν εκστατικοί σαν να μην πίστευαν στα μάτια τους.

Πρώτη έσπασε την σιωπή η Αρσινόη: «σ’ ευχαριστώ που άκουσες την

έκκλησή μας ω! κάδμηλε Ερμή», είπε γεμάτη σεβασμό στον εμβρόντητο

Μίλτο.

«Αυτό τα εξηγεί όλα, άρα εγώ είμαι απεσταλμένος του», ένοιωσε

περισσότερο παρά συμπέρανε λογικά σκεπτόμενος ο Μίλτος.

«Αυτό κατάλαβα και εγώ παντοδύναμε, μόνο που δεν ξέρουμε

ποιος είσαι και από πού ακριβώς έρχεσαι. Βλέπεις μέχρι τώρα οι

θεοί και προστάτες μας εμφανίζονταν με περιβολή γνώριμη σ’


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

εμάς», ακούστηκε ολοκάθαρα σε όλους η φωνή της σκέψης από το κεφάλι

της ηλικιωμένης γυναίκας.

«Έχουμε ξανασυναντηθεί μητέρα στην Κασσάνδρεια αυτός είναι

ο θεός που με έσωσε τότε», η Αρσινόη δεν κρατήθηκε και πετάχτηκε

στη μέση γεμάτη ενθουσιασμό αψηφώντας κανόνες και πρωτόκολλα σαν

την παιδούλα που επιδεικνύει έναν καινούργιο φίλο στους γονείς της.

«Ώστε έχω την τιμή να μιλώ με την βασίλισσα Βερενίκη!», ήταν η

σειρά του Μίλτου τώρα να αψηφήσει τους τρόπους της καλής

συμπεριφοράς και να μην απαντήσει στην ερώτηση που του είχε απευθύνει

η βασίλισσα της Αιγύπτου. Τόσο μεγάλο ήταν το ξάφνιασμα του στην θέα

ενός ακόμη ιστορικού προσώπου.

Την βασίλισσα Αρσινόη κόντευε να την νοιώσει σαν την γυναίκα του την

Αφροδίτη. Υπήρχε άλλωστε και μεγάλη εξωτερική ομοιότητα ανάμεσα στις

δύο γυναίκες, το χρώμα των μαλλιών, των ματιών, ακόμη και το αγέρωχο

περπάτημα.

Μια αλλαγή στο χτένισμα και να μπροστά του η Αφροδίτη του, Αφροδίτη-

Αρσινόη πως δεν το πρόσεξε νωρίτερα;

Ένα σήκωμα των φρυδιών από την βασίλισσα Βερενίκη ήταν αρκετό για

να δείξει την ευχαρίστηση και την χαρά της που οι χθόνιοι θεοί τους

έστειλαν έναν αρωγό που αν μη τι άλλο αναγνώριζε και την δική τους αξία

σαν μυημένες και αφιερωμένες στην υπηρεσία του ίδιου θεού.

«Δεν είσαι κοινή θνητή μεγαλειοτάτη για να σε μπερδέψω με

μύθους και παραδόσεις, γι αυτό και έχω υποχρέωση να σου πω

την γυμνή αλήθεια», ξεκίνησε να απαντάει με την φωνή του μυαλού του ο

Μίλτος στην βασίλισσα της Αιγύπτου. «Έρχομαι από μια άλλη εποχή

μακριά στο μέλλον, εσείς με καλέσατε και περιμένω να μου πείτε

τον λόγο. Με την βασίλισσα Αρσινόη έχουμε ξανασυναντηθεί

όπως ξέρετε».

Η εγκεφαλική φωνή του Μίλτου έπαψε να αντηχεί μέσα στα κρανία τους

περιμένοντας τις εξηγήσεις.

«Θα λάβεις τις απαντήσεις σου ω, απεσταλμένε του Κάδμηλου

Ερμή», μπήκε στην σιωπηλή εκείνη συζήτηση και ο αρχιερέας του ιερού

των μεγάλων θεών. «Σε καλέσαμε εδώ, με πολύ κόπο μάλιστα, για να

μας βοηθήσεις να απονείμουμε δικαιοσύνη. Ένας αντιπρόσωπος

των σκοτεινών δυνάμεων-από τους πιο σημαντικούς ίσως στον

άλλο κόσμο-μετά από ακατονόμαστες πράξεις απέναντι σε

εκπροσώπους του καλού παραμένει ατιμώρητος και απολαμβάνει

του βασιλικού αξιώματος», στην παύση που ακολούθησε ο Μίλτος είχε

την ευκαιρία να παρατηρήσει καλύτερα την βασίλισσα Βερενίκη.

Με την πρώτη ματιά εκτός από την πανάκριβη φορεσιά της και ένα

απαράμιλλης ομορφιάς στέμμα που στόλιζε το κεφάλι της δηλώνοντας με

κραυγαλέο τρόπο την κοινωνική της θέση έβλεπες μια κουρασμένη και

ηλικιωμένη γυναίκα που έδωσε αμέτρητες μάχες στην πολυτάραχη ζωή της.

Το εντυπωσιακό ήταν πως παρ’ όλη την εξάντληση που ήταν ζωγραφισμένη

στην μορφή της, μέσα της ,μια σπίθα που διακρινόταν ολοκάθαρα

στα μάτια της έκαιγε ακόμη έτοιμη να μετατραπεί, όταν το απαιτούσαν οι

περιστάσεις σε μια λαίλαπα φωτιάς.

«Ο δαίμονας αυτός γιατί σίγουρα δεν είναι άνθρωπος είναι ο

Πτολεμαίος Κεραυνός που ανάμεσα σε αμέτρητα άλλα αφαίρεσε

και την ζωή δυο αθώων παιδιών, των βασιλικών γόνων του βασιλιά

Λυσίμαχου και της βασίλισσας Αρσινόης».


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

«Κάτι γνωρίζω επ’ αυτού αγαπητέ μου Ορφέα και είμαι

πρόθυμος να βοηθήσω σ’ αυτήν την απονομή δικαιοσύνης», ο

Μίλτος ήταν κάτι παραπάνω από συνεργάσιμος αφού ήταν πάντα της

γνώμης πως όταν αναλαμβάνεις με την θέληση σου κάτι, καλύτερο είναι για

όλους να προσπαθείς για την επιτυχία του με όλες σου τις δυνάμεις.

Το χαμόγελο που εμφανίστηκε ταυτόχρονα στα χείλη μητέρας και κόρης

ήταν η απόδειξη πως η βραδιά εξελισσόταν πέρα από κάθε τους προσδοκία.

Δεν ήταν άλλωστε και λίγες οι φορές που τέτοιου είδους προσπάθειες

αποτύγχαναν οικτρά προξενώντας στους επίδοξους συνδέσμους των δυο

κόσμων ανεπανόρθωτες υλικές και πνευματικές βλάβες.

Και να ήτανε μόνο αυτό; Ο απεσταλμένος του Ερμή ήταν το κάτι άλλο,

από το μέλλον; Πιο εξωτική αλλά και πιο ισχυρή βοήθεια δεν πρέπει να

είχαν ποτέ τους αξιωθεί.

Αυτές οι κοινές για όλους σκέψεις πλανιόταν στον μυρωμένο ακόμη και

από ειδικά για την περίσταση λιβάνια αέρα του Αρσινόειου μαζί με το

τραγούδι των γρύλων που τρύπωνε από τα ανοιχτά παράθυρα του κυκλικού

κτιρίου.

Ο Μίλτος σήκωσε το βλέμμα του ξεχωρίζοντας μια σειρά από σκαλισμένους

στον τοίχο κίονες που παρίσταναν μια εσωτερική διακοσμητική

στοά η οποία έζωνε περιμετρικά το κτίριο.

Του είχαν τραβήξει την προσοχή τα ανάγλυφα σχήματα στη βάση και

ανάμεσα τους, που παρίσταναν κεφάλια ταύρων, δεκαεξάκτινα αστέρια,

και άλλων μορφών που λόγω της απόστασης δεν μπορούσε να διακρίνει

καλά.

Ακόμη δεν μπορούσε να καταλάβει πως λειτουργούσε η αντίληψη του σ’

αυτήν την διαφορετική διάσταση.

«Όπως γνωρίζεις η απονομή δικαιοσύνης δεν αποτελεί

αποκλειστικό προνόμιο ούτε των θεών αλλά ούτε και των

ανθρώπων», ανέλαβε να εξηγήσει η Αρσινόη στον Μίλτο τον τρόπο που

σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν για την περίφημη αυτή απονομή

δικαιοσύνης.

«Μήπως δεν πρόκειται γι’ αυτό αλλά για καθαρή εκδίκηση;»

Ξέφυγε σαν άταχτο παιδάκι η σκέψη από τον Μίλτο.

«Σε διαβεβαιώνω πως δεν είναι καθόλου έτσι», άκουσε την γεμάτη

παράπονο μελωδική φωνή της μητέρας που έχασε τα δυο από τα παιδιά

της.

Την ίδια στιγμή ένα νεύμα της βασίλισσας Βερενίκης προς τον αρχιερέα

προκάλεσε δυο πράγματα: το σταύρωμα στο στήθος των χεριών του και την

ορμητική είσοδο βίαιων σκηνών στο μυαλό του Μίλτου.

Το αίμα περίσσευε στις σκηνές που ξετυλίχθηκαν στο τρομαγμένο μυαλό

του και με την αηδία έντονα αποτυπωμένη στην φωνή παρακάλεσε:

«ΦΤΑΝΕΙ! ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΑΡΚΕΙ».

Οι εικόνες έσβησαν αφήνοντας πίσω τους μια έντονα αιματηρή ανάμνηση.

Ο Μίλτος ήταν έτοιμος.

Τα πρόσωπα του Κεραυνού-Τζων και του Ταύρου-Μινώταυρου που

κυριαρχούσαν στο όραμα ήταν κάτι παραπάνω από κίνητρο σ’ αυτό που

έπρεπε να κάνει, έγιναν μια τεράστια ανάγκη.

«Όπως έλεγα λοιπόν, κατά καιρούς γνωρίσαμε μέσα από τις

ιερές παραδόσεις πως εκτός από την κόρη του Ωκεανού και της

Νύχτας- την τιμωρό Νέμεση που αποκλειστική δουλειά της είναι η

τιμωρία των αλαζόνων των υπεροπτών και των επίορκων-


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

απένειμαν δικαιοσύνη και άλλοι θεοί ή ακόμη και εκλεκτοί

απεσταλμένοι τους», τα μάγουλα της Αρσινόης απόχτησαν ένα υπέροχο

κόκκινο-ροζ χρώμα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε: «Ολοφάνερο είναι λοιπόν πως

το να παίρνουμε στα χέρια μας το έργο των Θεών κάποιες φορές

αποτελεί θεάρεστο έργο και συνυπολογίζεται μαζί με όλα τα άλλα

που μας στέλνουν είτε να ξαναζήσουμε μια πιο εύκολη ζωή όταν

ξαναγεννηθούμε είτε μια ανώτερη σε άλλη διάσταση».

Ο Μίλτος όλη την ώρα που ¨μιλούσε¨ η Αρσινόη έχοντας τα μάτια της

καρφωμένα επάνω του ένοιωσε μια βαθιά συμπόνια να τον γεμίζει γι’ αυτήν

την αδελφή ψυχή που τόσο είχε πληγωθεί.

Το βλέμμα που της χάρισε δεν πέρασε απαρατήρητο από κανέναν

προκαλώντας μια γενική εφορία σε όλους και ένα χαμόγελο ευχαρίστησης

στο πρόσωπο της Αρσινόης που κατάλαβε πως δεν υπήρχε λόγος να προσπαθεί

να πείσει τον απεσταλμένο των θεών απλά και μόνο γιατί αυτό είχε

ήδη γίνει.

Σταμάτησε λοιπόν τον πύρινο μονόλογο της χαμογελώντας και κοίταξε

τον Μίλτο με ένα αμήχανο βλέμμα που έλεγε μια μόνο λέξη: ευχαριστώ.

«Ο τόπος και ο χρόνος βρίσκονται κάπου στο μέλλον, θα σε

οδηγήσει εκεί ο Κάδμηλος Ερμής που αυτή την στιγμή μιλάει με το

στόμα μου», ο αρχιερέας πήρε επάνω του την συνέχεια του θαυμαστού

τους έργου.

Ο Μίλτος μόλις που πρόλαβε να τους χαιρετήσει ρίχνοντας από ένα

βλέμμα στον καθένα ενώ ένοιωθε την ίδια ακατανίκητη δύναμη που τον

έφερε νωρίτερα στο ιερό νησί να τον τραβάει προς τα πού άραγε; Άγνωστο.

Μήπως και τον ένοιαζε; Όχι βέβαια. Αφέθηκε λοιπόν γεμάτος εμπιστοσύνη

στην τεράστια εκείνη δύναμη που υπηρετούσε όπως και αυτός το καλό και

το δίκαιο.

Αυτό που θα μπορούσε να τον τρομάξει αυτήν την φορά ήταν το γεγονός

πως καθώς ταξίδευε δεν μπορούσε να διακρίνει το παραμικρό γύρω του.

Μια παράξενη γκρι θολούρα τον είχε κυκλώσει θυμίζοντας του ένα κινούμενο

με ιλιγγιώδη ταχύτητα τοπίο. Δεν τον τρόμαξε αυτό όμως, τόσο

μεγάλη ήταν η εμπιστοσύνη του σ’εκείνη την δύναμη που τον άρπαξε στα

πανίσχυρα νύχια της και τον ταξίδευε με τα φτερά της στο ραντεβού του με

το πεπρωμένο.

Κάποτε ένοιωσε πως κατέβαινε. Κοίταξε κάτω και αντίκρισε ένα πολύχρωμο

χαλί με τα χρώματα της γης να σκεπάζει το χώμα.

Φθινόπωρο, άλλαξε και η εποχή του χρόνου; Αυτά μόνο πρόλαβε να

σκεφτεί καθώς ¨προσγειώθηκε¨ αργά και απαλά μέσα στο σώμα ενός

ξανθού μεγαλόσωμου άνδρα που κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα τεράστιο

δόρυ, και φορούσε στο κεφάλι ένα δερμάτινο κράνος στολισμένο με δυο

κέρατα ταύρου. Είχε τα κατάξανθα μακριά του μαλλιά πλεγμένα σε δυο

υπερμεγέθεις πλεξούδες ριγμένες στους πελώριους ώμους του και μακριά

κατάξανθα γένια.

Ήταν σχεδόν γυμνός και βαμμένος γαλάζιος. Πολύπλοκα περιδέραια από

σύρμα του σκέπαζαν ολόκληρο το στήθος. Άριστος θώρακας, κάτι μου

θυμίζει όμως εμένα αυτό! Πράγματι το σώμα του που ήταν ολόκληρο

βαμμένο με ένα έντονο γαλάζιο χρώμα ήταν κάτι παραπάνω από ανάμνηση

για τον Μίλτο.

Η συναυλία των τριγμών που προερχόταν από όλα σχεδόν τα μέρη του

μικρού ξύλινου άρματος το οποίο χοροπηδούσε σαν τρελό στον κακο-


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

τράχαλο δρόμο, όρμησε σαν σίφουνας στα αυτιά του Μίλτου μαζί με τους

κλυδωνισμούς που τον ανάγκαζαν να κρατηθεί από την κουπαστή του

μουγκρίζοντας μια βρισιά σε κάποια περίεργη γλώσσα προς τον αμαξηλάτη

που το οδηγούσε.

Εκείνος, αφού στράφηκε προς το μέρος του δείχνοντας ένα στόμα γεμάτο

καφετιά και δύσοσμα σάπια δόντια, απάντησε γεμάτος σεβασμό στην ίδια

άγνωστη πριν από λίγο για τον Μίλτο γλώσσα: «συχώρα με βασιλιά μου θα

προσέχω περισσότερο, ξεχάστηκα».

Στρέφοντας πίσω το κεφάλι του ο Μίλτος αντίκρισε έναν ολόκληρο στρατό

από μεγαλόσωμους άντρες ντυμένους και βαμμένους σαν αυτόν να ακολουθούν

τρέχοντας πεζοί το άρμα του μουγκρίζοντας σαν πληγωμένα ζώα.

Τα μουγκρητά έδωσαν την θέση τους στους άγριους αλαλαγμούς και τους

κρότους των μετάλλων που χτυπούσαν μεταξύ τους καθώς τα σιδερένια

σπαθιά συναντούσαν με ορμή τις μπρούτζινες ασπίδες τους. Ο ήχος των

πολεμικών σαλπίγγων ήρθε και έδεσε με τους προηγούμενους αμέσως μόλις

ξεπρόβαλε απέναντι τους μέσα απ’ την σκόνη ο εχθρός.

Ήταν ένας στρατός από πεζούς λογχοφόρους που σχημάτιζαν μια

μετωπική παράταξη, την φάλαγγα. Οκτώ σειρές αποτελούμενες από οκτώ

άνδρες η κάθε μια, οπλισμένοι με τεράστια δόρατα έξι μέτρων που προεξείχαν

από την πρώτη γραμμή.

Ελαφρά(πρόδρομοι) αλλά και βαριά(εταίροι) οπλισμένοι ιππείς καθώς

και ελαφρά οπλισμένο(ψιλοί) πεζικό που έπαιζε επικουρικό ρόλο στην

μεγάλη και δυσκίνητη φάλαγγα των λογχοφόρων. Τέλος τοξότες και

τμήματα του μηχανικού (μηχανοποιοί) ειδικευμένα στην πολιορκία με

πολιορκητικές μηχανές, που ήταν άχρηστες βέβαια στην παρούσα περίσταση.

Ο Μίλτος ήξερε τι έπρεπε να κάνει και πώς να σταθεί. Δίπλα του στο

άρμα εκτός από τον αμαξηλάτη με τα χαλασμένα δόντια ένοιωθε και κάποια

άλλη πανίσχυρη παρουσία.

Αυτή ήταν που του έδινε μια σιγουριά φερμένη από τα υπερφυσικά πεδία

όπου ελάχιστοι θνητοί είχαν πρόσβαση ενώ θεοί όπως ο Κάδμηλος Ερμής

τα κατοικούσαν.

Μια πύρινη πανοπλία με τέλεια εφαρμογή ένοιωσε να φοράει ο Μίλτος

που έδειξε την χάρη της από την πρώτη κιόλας στιγμή της μάχης. Ένα

σμήνος από ιπτάμενα βέλη αφού πρώτα διέγραψαν μισό τόξο στον

συννεφιασμένο ουρανό φθάνοντας στο ζενίθ του σύντομου ταξιδιού τους

έστρεψαν όλα μαζί τις αιχμές τους κάτω προς το μέρος του στρατού των

γαλάζιων ανδρών και αφήνοντας την βαρύτητα να τα παρασύρει ανέπτυξαν

ιλιγγιώδη ταχύτητα και σκόρπισαν τον θάνατο στους γενναίους

άνδρες.

Κάποιο απ’ αυτά φαίνεται πως έγραφε το όνομα του Μίλτου αφού

σφυρίζοντας και με τα φτερά του να περιστρέφονται τράβηξε γραμμή κατ’

απάνω του.

Μέχρι και την μεταλλική περιστρεφόμενη αιχμή του διέκρινε καθαρά ο

Μίλτος και έκανε να σκύψει ασυναίσθητα για προστασία στα υπερυψωμένα

πλευρά του άρματος. Δεν χρειάστηκε όμως, το βέλος χωρίς να

χάσει καθόλου από την ταχύτητά του απλά άλλαξε κατεύθυνση.

Ένα αίσθημα θριάμβου κατάκλεισε τον Μίλτο δίνοντας του μια ακατανίκητη

ορμή που μεταδόθηκε σαν πυρκαγιά στους πολεμιστές που τον

ακολουθούσαν.


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

Άλλωστε κάποιο σχέδιο μάχης που υπήρχε στο μυαλό του Μίλτου από

πριν έκανε την εμφάνιση του στην κατάλληλη στιγμή για να κάνει ακόμη

πιο σταθερό το αίσθημα σιγουριάς που τον είχε κατακλείσει.

Πάνω από τους δυο στρατούς που ετοιμάζονταν να αλληλοσπαραχτούν ο

ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει και φοβερά μπουμπουνητά ακολούθησαν

τις εκτυφλωτικές λάμψεις που φώτιζαν κάθε τόσο τα πάντα με ένα λαμπρό

λευκό απόκοσμο φως. Ένας δυνατός αέρας σηκώθηκε απ’ το πουθενά

κάνοντας τους πολεμιστές να κοντοσταθούν για μερικά δευτερόλεπτα και

να κοιτάξουν τον σκοτεινό ουρανό που αυλάκωναν ασημένιες φωτεινές

φλέβες.

Οι φωνές των βαθμοφόρων κατάφεραν τελικά να καλύψουν το βουητό

του αέρα και οι αντίπαλοι όρμησαν πάλι μπροστά.

Εκείνα τα δευτερόλεπτα ο Μίλτος ήταν σίγουρος πως καθώς έστρεψε

ψηλά το βλέμμα του στους σκοτεινούς αιθέρες διέκρινε τις φωσφορίζουσες

μορφές ενός ταύρου, μιας τεράστιας τίγρης με μεγάλους κάτασπρους

κυνόδοντες καθώς και μιας τεράστιας πρασινωπής σαύρας που είχαν

μπλεχθεί σ’ έναν φονικό χορό με έναν τεραστίων διαστάσεων άνδρα με

κεφάλι ρινόκερου-που κάποιον θύμιζε στον Μίλτο-έναν ακόμη τερατώδη

άνδρα με πόδια τράγου και δυο μελαχρινούς νέους με μυώδη σώματα και

κατάμαυρα μαλλιά που κράδαιναν ο καθένας από ένα τεράστιο σπαθί πάνω

απ’ το κεφάλι του.

Απασχολημένοι λοιπόν οι τερατώδεις σύμμαχοι του Κεραυνού-Τζων και

ένας θεός ξέρει με πόσα ονόματα ακόμη μέσα στους αιώνες, να παλεύουν

εκεί επάνω με κάτι αντιπάλους παραπάνω από ισάξιους τους έλυναν

εντελώς τα χέρια του Μίλτου βοηθώντας τον να φέρει σε πέρας το έργο που

του είχαν αναθέσει μια μητέρα και μια γιαγιά κάπου στα βάθη του χρόνου

σε κάποιο ιερό νησί.

Βροχή έπεφταν στο μεταξύ τα βέλη που εκτοξεύονταν και από τις δυο

παρατάξεις χαρίζοντας απλόχερα και χωρίς διακρίσεις τον θάνατο.

Ο στρατός των ξανθόμαλλων ανδρών με τα βαμμένα κορμιά που οδηγούσε

στην μάχη ο Μίλτος ήταν σαφώς μεγαλύτερος σε αριθμό από τον

αντίπαλο τους στρατό των Μακεδόνων.

Και μόνο ο αριθμός των πεζικάριων που έφτανε τους εκατόν πενήντα

χιλιάδες ήταν αρκετός για να κάνει και τους πιο ριψοκίνδυνους στρατηγούς

να το ξανασκεφτούν προτού παραταχθούν απέναντι στον πολυάριθμο αυτό

στρατό των βάρβαρων αλλά άξιων και τιμημένων στη μάχη Γαλατών

πολεμιστών.

Και οι είκοσι χιλιάδες ιππείς που τους συνόδευαν δεν αποτελούσαν βέβαια

καμιά αμελητέα ποσότητα για την έκβαση οποιασδήποτε μάχης.

Έμοιαζε άπειρος στην τέχνη του ορθόδοξου πολέμου λοιπόν ο ηγέτης των

Μακεδόνων γιατί άλλο πράγμα το να γνωρίζεις καλά τον χειρισμό του

ξίφους και άλλο το χάρισμα να οδηγείς τα στρατεύματα σου με επιτυχία

στην μάχη.

Καλές και αποτελεσματικές οι σάρισες αλλά τι να σου κάνουν και αυτές

όταν στομώνουν από τα πτώματα των εχθρών;

Γιατί οι Γαλάτες φόβο στην μάχη δεν γνώριζαν αποφασισμένοι καθώς

ήταν να κατακτήσουν την πλούσια Ελλάδα που οι θησαυροί των ναών της

και μόνο έφθαναν για να γεμίσουν με χρυσάφι τα θησαυροφυλάκια όλων

των Κελτών βασιλιάδων. Τα πρώτα κύματα των πεζών έπεσαν με μανία

επάνω στις ακονισμένες αιχμές των εξάμετρων δοράτων λες και προσπα-


ΜΑΛΑΜΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

θούσαν να τις βγάλουν εκτός μάχης στομώνοντας τες με τα νεκρά κορμιά

τους.

Οι κραυγές πόνου ενώνονταν με τις πολεμικές ιαχές σ’ ένα σκληρό

τραγούδι όπου το ίσο κρατούσε ο ήχος των ξεσχισμένων σωμάτων από την

καλά ακονισμένη λεπίδα του δρεπανιού που δούλευε στα χέρια του ακούραστα

ο χάρος.

Ο Μίλτος εξακόντισε με μεγάλη δύναμη το μακρύ του δόρυ. Προσπάθησε

να περάσει τις πυκνές γραμμές των ανασηκωμένων Μακεδονικών σαρισών

που κρατούσαν στρατιώτες οι οποίοι περπατούσαν πίσω από την πρώτη

οκτάδα που μάταια αγωνιζόταν να κρατήσει προτεταμένες τις σάρισες με

το μακάβριο φορτίο.

Η καμπύλη τροχιά του το έκανε να περάσει πάνω από τα κεφάλια και τα

δόρατα των στρατιωτών και να προσγειωθεί στο στήθος κάποιου βαθμοφόρου

που προσπαθούσε με τις φωνές του να κρατήσει την συνοχή των

ανδρών στην φάλαγγας.

Εκείνος κοίταξε με απορία τον σκοτεινό ουρανό και του φάνηκε πως είδε

κάπου εκεί ψηλά τον μυθικό Μινώταυρο που πολεμούσε με τον Κάστορα

τον έναν από τους θεϊκούς Διόσκουρους.

Αυτός λοιπόν είναι ο θάνατος ,σκέφτηκε και άφησε τον αιμάτινο πίδακα

να πεταχτεί προς το στεγνό λαρύγγι του πνίγοντάς τον.

Σ’ ένα σήκωμα του χεριού του βασιλιά τους οι Γαλάτες τοξότες έστειλαν

άλλη μια βροχή από βέλη τα οποία στο ζενίθ της καμπύλης τροχιάς τους

σχημάτισαν ένα ξύλινο παραπέτασμα και χώρισαν έτσι τις δυο επικές μάχες

που εξελίσσονταν ταυτόχρονα. Η μια στους σκοτεινούς αιθέρες και η άλλη

στο σκεπασμένο από φθινοπωρινά φύλλα έδαφος.

Εκτός απ’ αυτό όμως επειδή τα περισσότερα στο τέλος της τροχιάς τους

άλλα συνάντησαν ακάλυπτα σημεία στα σώματα των Μακεδόνων στρατιωτών

και άλλα διαπέρασαν τους άσχημα συντηρημένους δερμάτινους

θώρακες τους κατάφεραν τελικά να διασπάσουν την συνοχή της φάλαγγας.

Ο Μίλτος έκανε νόημα στον αμαξηλάτη του να στρέψει το μικρό ξύλινο

άρμα που το τραβούσε ακούραστα ένα ζευγάρι ξανθά γεροδεμένα πόνεϊ

στα δυτικά όπου είχε ξεκινήσει μια σκληρή αναμέτρηση ανάμεσα στα δυο

αντίστοιχα σώματα του ιππικού.

Την καθοδήγηση του πεζικού ανέλαβε ένας άφοβος άντρακλας ο πιστός

του αρχιστράτηγος ο οποίος με φωνές προέτρεπε τους άνδρες του να

εισχωρήσουν στο ρήγμα που σχηματίστηκε στο μπροστινό τμήμα της

φάλαγγας. Ήξερε καλά την δουλειά του ο Αρσεζεκτορίξ και ανταπόδωσε

περήφανα τον χαιρετισμό του βασιλιά του που ξεκινούσε να διευθύνει την

μάχη η οποία θα έκρινε όλη την αναμέτρηση σχηματίζοντας στον αέρα το

σινιάλο που ζητούσε την εύνοια του θεού του πολέμου.

Το άρμα περνώντας ανάμεσα από άνδρες που πολεμούσαν σώμα με

σώμα και αναπηδώντας πάνω σε πτώματα έφθασε τελικά στο κυρίως σώμα

του Γαλατικού ιππικού που άρχισε να χωρίζεται στα δύο όπως η θάλασσα

από το ραβδί του Μωυσή. Ο ήχος από τα γυμνά σπαθιά που χτυπούσαν

πάνω στις μεταλλικές ασπίδες γέμισε τον αέρα μόλις οι ιππείς κατάλαβαν

την παρουσία του βασιλιά τους.

Μέσ’ τον ορυμαγδό της μάχης ήρθε να προστεθεί και ο ήχος από τις

δεκαπέντε πολεμικές σάλπιγγες, τις κάρνυκες, που υπακούοντας σε κάποιο

ουράνιο πρόσταγμα άρχισαν να ηχούν όλες μαζί σκεπάζοντας για λίγο τους

ήχους της μάχης. Η πολεμική κραυγή που ξεχύθηκε από το στόμα του

Μίλτου καθώς το άρμα του προέλαυνε ανάμεσα από το ιππικό έδεσε τέλεια


Ο ΑΙΘΕΡΟΒΑΤΗΣ

με τον στριγκό ήχο που έστελναν στον σκοτεινιασμένο ουρανό οι πολεμικές

σάλπιγγες παρασέρνοντας τους σκληροτράχηλους πολεμιστές σε μια

αγωνιστική φρενίτιδα που φάνηκε στην ταυτόχρονη επιτάχυνση του

καλπασμού όλων των αλόγων.

Το άρμα πέρασε τελικά στην κεφαλή του σχηματισμού των ιππέων με τον

αμαξηλάτη του να σκουπίζει με τον πήχη του αριστερού χεριού τα δακρυσμένα

απ’ τον αέρα μάτια του ενώ με το δεξί τίναζε με δύναμη τα χαλινάρια

στις ιδρωμένες πλάτες των αλόγων προτρέποντας τα να διατηρήσουν τον

έντονο καλπασμό τους και έναν Μίλτο να ζει σε κάποιον άλλο κόσμο

συνεπαρμένος από την δυνατή συγκίνηση της μάχης.

Απέναντι τους μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης διέκριναν αχνά τον μαύρο

όγκο του Μακεδονικού ιππικού που κάλπαζε με την ίδια ταχύτητα και

κατεύθυνση ευθεία μπροστά, κατ’ επάνω τους.

Η απόσταση λιγόστεψε και ο Μίλτος βρήκε την ευκαιρία να εκτοξεύσει το

δόρυ του δίνοντας έτσι το σύνθημα στους πρώτους καβαλάρηδες της

φάλαγγας να εξαπολύσουν και αυτοί τα δόρατα τους μετά από αυτόν όπως

όριζαν οι κανόνες της μάχης των Κελτών.

Τα αντίστοιχα δόρατα εξαπολύθηκαν και από τους Μακεδόνες ιππείς με

αποτέλεσμα να καταστραφεί η ασπίδα του Μίλτου καθώς την διαπέρασε

ένα χωρίς να ακουμπήσει τον ίδιο ευτυχώς .

Δεν έγινε το ίδιο όμως και με τα υπόλοιπα δόρατα που κατόρθωσαν να

γκρεμίσουν από τα άλογα τους αρκετούς Γαλάτες ιππείς στην πρώτη σειρά

του σχηματισμού.

Το θάρρος δεν εγκατέλειψε όμως τους γαλάζιους πολεμιστές που συνέχισαν

με αμείωτη ορμή την επέλαση τους.

Το άρμα του Μίλτου έπεσε με ορμή πάνω στους πρώτους καβαλάρηδες

του Μακεδονικού σχηματισμού γκρεμίζοντας δυο αναβάτες με τα άλογα

τους και δημιουργώντας ένα μικρό ρήγμα που ίσα-ίσα χωρούσε στο πλάτος

του τρεις άνδρες.

Αλλά πού βρισκόταν επιτέλους ο βασιλιάς τους; Δεν φημίζονταν καθόλου

για δειλοί οι Μακεδόνες μονάρχες, άρα;

Ο ιππέας που τον συνόδευε στα δεξιά, του έκανε ένα σινιάλο δείχνοντας

με το σπαθί του στα ανατολικά όπου ένα νέο σύννεφο σκόνης έκανε την

εμφάνιση του κάνοντας τον να χαμογελάσει γιατί είχε προβλέψει κάτι τέτοιο

και κράτησε κάποιες εφεδρείες που θα έσπευδαν να τους βοηθήσουν

την κατάλληλη στιγμή.

Έκανε σινιάλο στον αμαξηλάτη να στρέψει το άρμα προς τα εκεί και ένα

άγριο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του καθώς αναλογίστηκε τον τρόπο

που αυτός, ένας άνθρωπος των γραμμάτων έφτασε να ζει και να απόλαμβάνει

τέτοιες στιγμές άγριου μεγαλείου, δόξας και πολεμικού πυρετού.

Πράγματι όσο το άρμα πλησίαζε στις Μακεδονικές ενισχύσεις τόσο πιο

καθαρά διακρινόταν η φιγούρα ενός καβαλάρη που κάλπαζε επικεφαλής

τους σ’ ένα υπέροχο κατάμαυρο άτι μοιάζοντας να το συγκρατεί περισσότερο

παρά να το πιέζει στον καλπασμό.

Ένα κατάμαυρο λοφίο στην περικεφαλαία του μαύρου ιππέα σκόρπισε

και την τελευταία αμφιβολία του Μίλτου σχετικά με την ταυτότητα του

Μακεδόνα επικεφαλή.

Καθόλου δειλός λοιπόν, και αν κρίνουμε απ’ την φούρια του

καλπασμού του και τον τρόπο που έχει αποσπαστεί από το κυρίως

σώμα της δύναμης μάλλον ριψοκίνδυνος θα μπορούσε να

χαρακτηριστεί. Αν λάβουμε υπ ‘όψιν δε και τον τρόπο που έστειλε

πίσω νωρίτερα την Γαλατική ειρηνευτική αντιπροσωπία αφού

εξευτέλισε πρώτα τους άνδρες της, μέχρι και παλαβός ακόμη.


η συνέχεια στο...

http://www.easywriter.gr/ebooks/item/421

More magazines by this user
Similar magazines