ROMANIA of MY HEART

dimitrastasinopoulou

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

DIMITRA STASINOPOULOU

ROMÂNIA INIMII MELE


«[...] Οι στόχοι της, προφανείς: μια επιτακτική λαχτάρα να δούμε κι εμείς

”τη Ρουμανία της καρδιάς της” με τα μάτια που την είδε η ίδια, και ν’

αποθαυμάσουμε μαζί της επαύλεις και τρώγλες (σε κώμες και χωριά),

εξαϋλωμένες μορφές (σ’ εκκλησιές κι υπαίθρια παζάρια), το αυτοσχέδιο

βεστιάριο, μα και το καμάρι των γυρολόγων ηρώων της (σε κατώφλια,

βάρκες, κάρα κι ετοιμόρροπους πάγκους)· κοντολογίς, να μετάσχουμε

επιτέλους κι εμείς συνεπαρμένοι στο ιδιοσύστατο παιχνίδι της!

Ο αποκαλυπτικός φακός της, γκρεμίζοντας σύνορα, κάνει τη μεν ξένη

γη ολόδικιά μας, τα δε ρωμαλέα πρόσωπα που απεικονίζονται (και που

κρατούν τόσο περήφανα την υπόστασή τους παρά τα φανερά προβλήματα

– “κι αυτά τα παιδιά φτωχά και σκεφτικά της προλετάριας πλέμπας”,

γράφει ο Εμινέσκου) να λογίζονται μέλη της μεγάλης παγκόσμιας

οικογένειάς μας. Ας δοκιμάσουμε τούτη την οικογένεια −την τελευταία

ελπίδα του ανθρώπου− να την κρατήσουμε οικεία και ζωντανή όπως κι

όσο μπορούμε (φτωχή σάρκα εκ της φτωχής σαρκός μας) με την ίδια

ενάργεια κι αυτοπεποίθηση που ακτινοβολεί το χιλιοπροδομένο βλέμμα

της, με την ίδια ενάργεια κι αυτοπεποίθηση που ακτινοβολεί το συναίσθημα

της φωτογράφου μας [...]».

«Αγαπάς μία χώρα όταν αγαπάς τους ανθρώπους της, και είναι αυτοί

ακριβώς οι άνθρωποι που εμπνέουν βαθιές φιλίες και σε κάνουν να αισθάνεσαι

τη χώρα τους δεύτερη πατρίδα.

Άνθρωποι ανοιχτοί, απλοί, γενναιόδωροι, αισιόδοξοι, γεμάτοι ενέργεια·

άνθρωποι που ακόμα χαμογελούν, έχουν χρόνο να σε κοιτάξουν και να

επικοινωνήσουν μαζί σου. Τους πλησίασα με αγάπη και μου το ανταπέδωσαν

με ζεστασιά και φιλοξενία.

Προσωπικά, μ’ αυτό το βιβλίο εκφράζω ένα μικρό μέρος απ’ το “ευχαριστώ”

που χρωστώ σε αυτήν τη χώρα της καρδιάς μου, που με δέχτηκε με

τόση αμεσότητα κι αγάπη.

Τα νερά του Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας, οι κοινές αξίες και η

τόσο μεγάλη ιστορία που μοιραζόμαστε, ένωσαν και συναδέλφωσαν

τους δύο λαούς, και θα συνεχίσουν να τους ενώνουν [...]».

Δήμητρα Στασινοπούλου

Τάκης Καλογερόπουλος

«[...] Dorinţa autoarei este evidentă. O dorinţă intensă de a vedea şi

noi “România ei” cu aceiaşi ochi cu care ea însăşi o vede şi să admirăm

împreună vilele sau bordeiele, trăsăturile atât de elocvente ale

chipurilor surprinse în biserici şi târguri, demnitatea nativă a eroilor

ei, micii vânzători ambulanţi (pe praguri de case, în bărci, în căruţe sau

aşezaţi pe bănci dărăpănate).

Este firesc deci ca aceste fotografii să inspire poezie. Mânuit de ea,

obiectivul aparatului desfiinţează hotarele, face pământul străin să

devină al ei. Chipurile acelor oameni care îşi păstrează demnitatea în

ciuda greutăţilor vieţii –“copii săraci şi sceptici ai plebei proletare”, după

cum scria Eminescu–, sunt membri ai marii noastre familii internaţionale.

Să intrăm cu toţii în această familie –ultima speranţa a omului– să ne- o

păstrăm vie cu demnitate oricum şi oricât putem (trup din trupul nostru)

cu aceeaşi vivacitate şi incredere în noi înşine cu care autoarea îşi exprimă

sentimentele [...]».

«Iubeşti o ţară atunci când îi iubeşti oamenii; ei, care inspiră prietenii

profunde, te fac să le simţi ţara ca pe a doua ta patrie. Oameni deschişi,

simpli, generoşi, optimişti, plini de energie.

Oameni care încă zâmbesc, au timp să te privească şi să comunice cu

tine. I-am abordat cu dragoste şi mi-au răspuns cu căldură şi ospitalitate.

Personal, prin această carte adresez o mică parte din imensul

“mulţumesc” pe care-l datorez acestei ţări “a inimii mele”, care m-a

primit cu atâta deschidere şi dragoste.

Apele Dunării şi ale Mării Negre, valorile comune şi lunga istorie comună

pe care o împărţim au unit şi au înfrăţit cele două popoare ale noastre şi

vor continua să le unească [...]».

Dimitra Stasinopoulou

Takis Kalogeropoulos


Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ – ΚΕΙΜΕΝΑ

ΔΉΜΗΤΡΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΎΛΟΥ

ROMÂNIA INIMII MELE

FOTOGRAFII – TEXTE

DIMITRA STASINOPOULOU


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η ΔHΜΗΤΡΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Μετά τις

σπουδές της, εργάστηκε για 20 χρόνια στην Τράπεζα Chase Manhattan, απ’ όπου

και παραιτήθηκε το 1994 για να εργασθεί στην ΙMEDICA S.A., τη φαρμακευτική

εταιρία που δημιούργησε ο σύζυγός της Γιάννης Στασινόπουλος, στη Ρουμανία. Απο

τότε μοιράζει το χρόνο της μεταξύ των δύο χωρών. Με τη φωτογραφία ασχολείται

ερασιτεχνικά τα τελευταία δύο χρόνια. ‘Εχουν δυο γιους, τον Νίκο και τον Κώστα, που

επίσης εργάζονται στη Ρουμανία.

Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

Δήμητρα Στασινοπούλου

NOTĂ BIOGRAFICĂ

DIMITRA STASINOPOULOU s-a născut la Atena în 1953. După studii, a lucrat timp

de 20 de ani la Banca Chase Manhattan, de unde s-a retras în 1994 ca să lucreze la

IMEDICA S.A., societatea farmaceutică fondată de soţul ei, Yannis Stasinopoulos, în

România. De atunci îşi împarte timpul între cele două ţări. Cu fotografia se ocupă

doar ca amator în ultimii doi ani. Au doi băieţi, Nikos şi Kostas, care lucrează şi ei în

România.

ROMÂNIA INIMII MELE

Dimitra Stasinopoulou


©

Copyright Δήμητρα Στασινοπούλου, Αθήνα 2005

Κρίτωνος 57

16674 Γλυφάδα, Αθήνα

e mail: dimitra@imedica.ro

©

Copyright Dimitra Stasinopoulou, Atena 2005

IMEDICA S.A. Soseaua Bucuresti - Ploiesti 141D,

Bucureşti

e mail: dimitra@imedica.ro

Στον Ηπειρώτη πατέρα μου, Κώστα Παπαγιάννη, που δεν το πρόλαβε,

Στον άντρα μου, που το στήριξε,

Και στα παιδιά μας, με την ευχή να αγαπήσουν τη Ρουμανία όσο και εμείς.

ΕΚΔΟΣΗ

Γιάννης και Δήμητρα Στασινοπούλου

EDIŢIA

Yiannis şi Dimitra Stasinopoulou

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Φοίβη Σκοτίδα

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

Ιρίνα Ταπαλάγκα

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

Ελένα Λάζαρ

ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Δημήτρης Ανανιάδης

MACHETARE ARTISTICĂ

Fivi Skotida

CONSILIER EDITORIAL

Irina Tapalagă

TRADUCERE ÎN LIMBA ROMÂNĂ

Elena Lazăr

REDACTOR

Dimitris Ananiadis

Tatălui meu epirot, Kostas Papayannis, care n-a apucat să vadă cartea,

Soţului meu, care m-a sprijinit,

Şi copiilor noştri, cu urarea să iubească România ca şi noi.

ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΕ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ

Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

EDIŢIA A FOST PROIECTATĂ ŞI ÎNGRIJITĂ

DE DIMITRA STASINOPOULOU

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο

σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου

λόγου ή τέχνης χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια των κατόχων του

Copyright.

Este interzisă republicarea sau reproducerea prezentei lucrări, în totalitate

sau parţial, în orice formă de reproducere scrisă sau artistică, fără un prealabil

acord scris al deţinătorilor de Copyright.

ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

NOT FOR SALE


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

CUPRINS

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τάκης Καλογερόπουλος 8

Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

Δήμητρα Στασινοπούλου 12

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Η ύπαιθρος και οι άνθρωποί της 27

Εκκλησίες και μοναστήρια 161

Αστική αρχιτεκτονική 221

Βουκουρέστι 263

Το Δέλτα του Δούναβη 313

PROLOG

Takis Kalogeropoulos

ROMÂNIA INIMII MELE

Dimitra Stasinopoulou 13

FOTOGRAFII

Ţara şi oamenii ei 27

Biserici şi mănăstiri 161

Arhitectura urbană şi Bucureşti 221

Bucureşti 263

Delta Dunării 313

9

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ 346

MULŢUMIRI

347


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

PROLOG

Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο «ερασιτέχνης»;

Πολλοί λένε πως είναι «ο παρέργως και ουχί συστηματικώς ασχολούμενος με την τέχνην ή την επιστήμην, άρα ο κινούμενος είτε προς απλήν

διασκέδασιν είτε υπό κοινωνικής ματαιοδοξίας». Άλλοι πάλι λένε πως είναι «ο ατζαμής» (εξαιτίας της μη συστηματικής ενασχόλησης με το

αντικείμενο της προτίμησής του). Όλοι αυτοί ασφαλώς έχουν ξεχάσει πως ο όρος αποτελεί κράμα των λέξεων «έρως» και «τέχνη», και καθιερώθηκε

για να χαρακτηρίσει τον πραγματικό φιλότεχνο, τον εραστή της τέχνης, αυτόν που καλλιεργεί το αντικείμενό του, ορμώμενος από

καθαρή αγάπη ή ψυχική ευχαρίστηση.

Γι´ αυτό λοιπόν, ο ερασιτέχνης που προλογίζει το ερασιτεχνικό αυτό βιβλίο, εύχεται μ’ όλη τη δύναμη της ερασιτεχνικής του καρδιάς να

υπάρξουν κι άλλοι ερασιτέχνες με την ποιότητα και την αισθαντικότητα της δημιουργού του Δήμητρας Στασινοπούλου, η οποία, σημειωτέον,

μέσα απ’ τις σελίδες του πραγματώνει τη μεγάλη της αγάπη τόσο προς τη φωτογραφία όσο και προς τη «δεύτερη πατρίδα» της, τη

Ρουμανία.

Πρόκειται για μια φρέσκια ματιά αγάπης και τρυφερότητας, ένα ατέλειωτο φολκλορικό τραγούδι (διάλογος με την Ντόκια και τις λοιπές

νεράιδες της τοπικής παράδοσης) που όχι μόνο δικαιώνει το ρουμάνικο τοπίο και τους ανθρώπους του, αλλά κάτι παραπάνω· αφήνει παρακαταθήκη

αισιοδοξίας και αγνής αισθητικής όχι σ’ έναν στενά οριοθετημένο τοπικισμό, μα σ’ έναν πανανθρώπινο «εθνικισμό»: το συναίσθημα!

Η σκηνογραφική τυχαιότητα των εικόνων του βιβλίου, που γι’ άλλους αποτελεί ελάττωμα, εδώ όχι μόνο γίνεται προτέρημα, μα εξασφαλίζει

μαγική γνησιότητα κι ανεπιτήδευτη ομορφιά. Κι είναι αξιοσημείωτο πως, σε πολλές απ’ τις περιεχόμενες φωτογραφίες, αυτή η τυχαιότητα

υποκλίνεται στο ταλέντο της φωτογράφου και της εξασφαλίζει τόσο ταιριαστά «φόντα» που, βλέποντάς τα, είσαι έτοιμος ν’ αρνηθείς την

παρουσία της μπροστά στην αντίπαλό της, την επιμελημένη σκηνοθεσία!

Τα σύμβολά της (ένας κήπος, ένα σλέπι, ένα ξυλόγλυπτο, ένα βλέμμα κτλ.) εξίσου απλά (όσο απλός είν’ ο Κόσμος στον «Ερωτικό Λόγο» του

Σεφέρη)· Τα χρώματά της (ένα πέταγμα με τα φτερά της Ίριδας, μια κόκκινη καυτερή πιπεριά, ένα ροζ μπλουζάκι) εξίσου ανεπιτήδευτα` δηλαδή

έντονα (όσο έντονα τα χρώματα της ρουμάνικης σημαίας και της πατροπαράδοτης ελληνορουμάνικης αδελφοποίησης)· οι στόχοι της,

προφανείς: μια επιτακτική λαχτάρα να δούμε κι εμείς «τη Ρουμανία της καρδιάς της» με τα μάτια που την είδε η ίδια, και ν’ αποθαυμάσουμε

μαζί της επαύλεις και τρώγλες (σε κώμες και χωριά), εξαϋλωμένες μορφές (σ’ εκκλησιές κι υπαίθρια παζάρια), το αυτοσχέδιο βεστιάριο, μα

και το καμάρι των γυρολόγων ηρώων της (σε κατώφλια, βάρκες, κάρα κι ετοιμόρροπους πάγκους) κοντολογίς, να μετάσχουμε επιτέλους κι

εμείς συνεπαρμένοι στο ιδιοσύστατο παιχνίδι της!

Για να μας πείσει και να μας δελεάσει, τοποθετεί τη μηχανή της στα ανεπαίσθητα κύματα της χλόης, στα τρυφερά καλάμια της ακροποταμιάς

και στα λαχταριστά ζαρζαβάτια των λαϊκών αγορών της ρουμάνικης υπαίθρου. Παράλληλα, μπροστά στα μάτια μας παρελαύνουν πρόσωπα

που δεν εκπροσωπούν μόνο τον εαυτό τους, αλλά κι όλη την ιστορία της ντόπιας (και της παγκόσμιας) φτωχολογιάς, που ό,τι και να ’παθε

στη διάρκεια αιώνων κοινωνικής βαρβαρότητας, ατενίζει κατάματα το φακό και το μέλλον, συγκρατώντας με φωτεινή αξιοπρέπεια κόπους,

αγωνίες, δάκρυα, και –γιατί όχι;– τη βαθιά ειρωνεία, χάρη στην οποία κρατιέται ακόμα όρθια και πορεύεται.

Ce înseamnă cu adevărat „artist amator”?

Mulţi sunt de părere că artistul amator este acela care are preocupări artistice (sau ştiinţifice) oarecum superficiale, lipsite de

rigoarea studiului sistematic, izvorâte din pasiune şi, eventual, din vanitate socială. Ei dau sintagmei o nuanţă peiorativă, acuzând

neprofesionalismul şi abordarea nesistematică a domeniului. Uitând sau ignorând înţelesul străvechiului etimon latin, neschimbat

până astăzi, cum neschimbată este şi forma cuvântului în româneşte: amator–is “cel care iubeşte”.

Editoarea albumului este şi ea o artistă amatoare. Îşi doreşte din tot sufletul să descopere şi alţi artişti de calitatea şi sensibilitatea

autoarei Dimitra Stassinopoulou care, prin intermediul paginilor acestui album, dovedeşte o dragoste mistuitoare faţă de arta

fotografică, şi – mai ales – faţă de cea de-a doua ei patrie, România.

Este vorba despre o privire plină de prospeţime, dragoste şi tandreţe, un cântec folcloric fără de sfârşit (un dialog cu Dochia şi cu

zânele din basme) care nu numai că exprima în esenţă meleagurile româneşti şi pe locuitorii acestora, dar transmite, privitorului,

prin intermediul lor, sentimentul plenar de bucurie în faţa vieţii – o viziune estetică depăşind, în puritatea ei, orice specific regional

şi devenind general-umană.

Un sentiment asemănător bucuriei sincere din jocurile copilăriri, un sentiment care ne cheamă să-i împărtăşim seninătatea, amintindune

de versurile lui Mihai Eminescu (tradus în greceşte deRita Bubi-Papas): „Chiar moartea când va stinge lampa vieţii finite/ Vi s-a părea

un înger cu părul blond şi des“.

Spontaneitatea, absenţa punerii în scenă a imaginilor, conferă acestui album originalitate şi o frumuseţe magică. În cele mai multe

dintre fotografii intuiţia artistei încadrează subiectul cu o expresivitate care ar face inutilă orice scenografie, oricât de bine studiată.

Imaginile-simbol: o grădină, un opaiţ, o sculptură în lemn, o privire ş.a., sunt tot atât de simple ca şi lumea în limbajul erotic al lui

Seferis.Culorile-simbol: roşul intens ,tot atât de intens după cum şi culorile steagului românesc şi ale frăţiei româno-elene. Dorinţa

autoarei este evidentă. O dorinţă intensă de a vedea şi noi „România ei” cu aceiaşi ochi cu care ea însăşi o vede şi să admirăm împreună

vilele sau bordeiele, trăsăturile atât de elocvente ale chipurilor surprinse în biserici şi târguri, demnitatea nativă a eroilor ei, micii

vânzători ambulanţi (pe praguri de case, în bărci, în căruţe sau aşezaţi pe bănci dărăpănate).

Alteori îşi îndreaptă aparatul de fotografiat spre unduirile ierbii, spre trestia fragedă de pe malurile râurilor, dar şi spre savuroasele

zarzavaturi ale pieţelor provinciale, descoperind, pentru noi, unicitatea şi expresivitatea detaliului.

Portretele care însufleţesc paginile acestui album vorbesc nu numai despre unicitatea chipului uman, ci şi despre întreaga istorie,

aspră şi adesea dureroasă, a oamenilor de pe aceste locuri. Şi poate despre oamenii din întreaga lume, despre semenii noştri, care,

orice ar fi suportat pe parcursul veacurilor de vicisitudine socială, privesc cu curaj nu numai spre camera de luat vederi, dar şi spre viitor,

ascunzându-şi cu o demnitate luminoasă greutăţile, neliniştea, lacrimile şi observând clipa cu detaşarea adesea ironică a eternităţii.

10 11


Το συναίσθημα –επιμένω, γιατί εδώ εδράζονται όλες οι σελίδες του παρόντος βιβλίου– αποτελεί όχι μόνο βασικό κίνητρο, αλλά και πυρήνα

γνησιότητας κάθε φωτογραφίας. Αυτό είναι που «ζωογονεί» την ποικιλομορφία των φευγαλέων και των ρεαλιστικών στοιχείων, με το μάτι

της φωτογράφου να περιδιαβάζει χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, προσφέροντας δεκάδες αποδείξεις αυθεντικής καλλιτεχνικής αναζήτησης,

που, γαντζωμένη σε πολλές και διάφορες πλευρές της αγροτικής ρουμάνικης πραγματικότητας, συλλαμβάνει και παρουσιάζει –ίσως και

ερμηνεύει– την πεμπτουσία της σύγχρονης (ρουμάνικης;) ζωής.

Είναι λοιπόν φυσικό, οι φωτογραφίες της να αποπνέουν ποίηση! Μια ποίηση φωτεινή, καθάρια, χωρίς υπονοούμενα και διανοητικές ίντριγκες

(σαν μια «ντόινα», το λαϊκό ρουμάνικο τραγούδι της φύσης, της αγάπης και της αδιόρατης μελαγχολίας). «Η Ρουμανία της» γίνεται

ένας τόπος για όλους. Ο αποκαλυπτικός φακός της, γκρεμίζοντας σύνορα, κάνει τη μεν ξένη γη ολόδικιά μας, τα δε ρωμαλέα πρόσωπα που

απεικονίζονται (και που κρατούν τόσο περήφανα την υπόστασή τους παρά τα φανερά προβλήματα – «κι αυτά τα παιδιά φτωχά και σκεφτικά

της προλετάριας πλέμπας», γράφει ο Εμινέσκου) να λογίζονται μέλη της μεγάλης παγκόσμιας οικογένειάς μας. Ας δοκιμάσουμε τούτη

την οικογένεια –την τελευταία ελπίδα του ανθρώπου– να την κρατήσουμε οικεία και ζωντανή όπως κι όσο μπορούμε (φτωχή σάρκα εκ της

φτωχής σαρκός μας), με την ίδια ενάργεια κι αυτοπεποίθηση που ακτινοβολεί το χιλιοπροδομένο βλέμμα της, με την ίδια ενάργεια κι αυτοπεποίθηση

που ακτινοβολεί το συναίσθημα της φωτογράφου μας.

Η οποία φωτογράφος –κι αυτό επίσης πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα– δεν κάνει τέχνη. Ευφραίνεται, εμπνέεται, και «κλικ!», απαθανατίζει χωρίς

δεύτερη σκέψη τα αντικείμενα που την ερέθισαν, παγιδευμένη κι η ίδια στο κέντρο αυτού του ερεθισμού. Δεν παίρνει δεκάδες στιγμιότυπα

του κάθε ειδώλου της από διάφορες πλευρές και με διάφορα διαφράγματα και φίλτρα. Εκείνη, απλά και μόνο παγιδεύει με τη μηχανή της

τα ψίχουλα του χρόνου, όπως ακριβώς τρίβονται απ’ τα δάχτυλα του Θεού κι όπως ακριβώς τα μαζεύει ένα ένα με το μάτι, το ένστικτο και

την καρδιά της! Έτσι μας παρουσιάζει φωτογραφίες «ναΐφ» (τόσο «αφελείς», όσο «αφελής» μπορεί να είναι η ίδια η πραγματικότητα...). Και

μένουμε ηλιοπότες κι εκστατικοί μπροστά στη μαγγανεία των αποτελεσμάτων της, όπως συμβαίνει με τα έργα όλων των μεγάλων «ναΐφ»,

που μας γεμίζουν αγαλλίαση άσχετα με το επίπεδο της θλίψης ή της τεχνικής αρτιότητας με την οποία εκφράζοναι. Η φωτογράφος μας δεν

κάνει τέχνη· κάνει μεγάλη τέχνη!

Γι’ αυτό ακριβώς Η Ρουμανία της Καρδιάς μου, πέρα απ’ την εντοπιότητα του τίτλου της, προεκτείνεται ως ψευδώνυμο κοσμοπολιτισμού

και δη ελληνισμού! Η λιτότητα των μέσων έκφρασης, το άπλετο φως, το φυσικό χρώμα και το κλασικό «στήσιμο» των θεμάτων (ιδιότητες

άλλωστε και του «ναΐφ») πιστοποιούν του λόγου το αληθές. Άγγελοι και διάβολοι, ζώα, λουλούδια, ποτάμια, σπίτια, φατσούλες, πανάρχαια

έθιμα, παραδοσιακοί Εβραίοι και τσιγγάνικες μορφές (που αφθονούν), κι ανάμεσά τους βουνά, τα πολύχρωμα καλούδια του περιβολιού της

Αμάλθειας, συνθέτουν το ψηφιδωτό πανόραμα του παρόντος βιβλίου.

Τέλος, αν η τόσο ευαίσθητη δημιουργός γινόταν να εισχωρήσει μέσα μας για να φωτογραφίσει το φως που ρίχνουν ώς τα μύχια της ερασιτεχνικής

ψυχής μας οι πανέμορφες φωτογραφίες της, σίγουρα θα της καιγόταν το φιλμ!

Sentimentul constituie nu numai stimulentul esenţial dar şi nucleul central al originalităţii fiecărei fotografii. Acesta e cel care dă viaţă

varietăţii elementelor spontane şi reale cu ochiul fotografului care cercetează de jur împrejur fără un plan prelabil conceput, într-o

autentică cercetare artistică care strâns legată de diverse părţi ale realităţii rurale româneşti concepe, prezintă şi interpretează

esenţa vieţii româneşti contemporane.

Este firesc deci ca aceste fotografii să inspire poezie. Poezie luminoasă, limpede, fără subînţelesuri şi interpretări savante. Expresivă

precum doina, cântecul popular românesc al naturii, al dragostei şi al unei melancolii imperceptibile, România autoarei se transformă

într-un tărâm care ne aparţine, sufleteşte, tuturor. Mânuit de ea, obiectivul aparatului desfiinţează hotarele, face pământul străin

să devină al ei. Chipurile acelor oameni care îşi păstrează demnitatea în ciuda greutăţilor vieţii – „copii săraci şi sceptici ai plebei

proletare”, după cum scria Eminescu–, sunt membri ai marii noastre familii internaţionale. Să intrăm cu toţii în această familie –ultima

speranţa a omului– să ne-o păstrăm vie cu demnitate oricum şi oricât putem( trup din trupul nostru) cu aceeaşi vivacitate şi incredere

în noi înşine cu care autoarea îşi exprimă sentimentele.

Autoarea acestui album nu şi-a propus, deliberat, o structură conceptuală, savant construită, a artei sale. A acţionat spontan, stimulată

de subiect, implicându-se sufleteşte în imagini. N-a detaliat zeci de secvenţe ale vreunui subiect-idol din diverse poziţii, ci a strâns cu

aparatul ei firimituri ale eternităţii, pe care parcă Dumnezeu le-ar fi presărat cu degetele Lui. Le-a adunat, una câte una cu privirea, cu

instinctul şi cu inima. Sunt fotografii „naïve”, atât de naïve pe cât însăşi realitatea poate fi. Rămânem uimiţi şi extaziaţi în faţa magiei

rezultatului final (ca şi atunci când contemplam lucrările marilor artişti „naivi”). Şi înţelegem că avem în faţă o realizare artistică de

excepţie.

Dincolo de titlu, Rοmânia inimii Mele aparţine universalului şi ,implicit, elenismului. Simplitatea mijloacelor de expresie, lumina

intensă, culorile naturale şi „regizarea” clasică a tematicii (caracteristici specifice artei naïve) recompun cu realism o lume. Îngeri şi

diavoli la un loc, flori şi animale, râuri, case, chipuri de copii, obiceiuri străvechi, evrei tradiţionali, figuri de ţigani (din plin!) şi, printre

toate acestea, munţi, culorile vii ale poienilor miticei Amaltheea, alcătuiesc, într-un sugestiv mozaic, substanţa prezentului album.

Închidem copertele unui album care ne-a adus în suflet o străfulgerare de bucurie şi lumină. Atât de puternică, încât ar „topi“ orice

peliculă fotografică.

Takis Kalogeropoulos, Compozitor Muzicolog

Atena, Noiembrie 2005

Τάκης Καλογερόπουλος, Συνθέτης, Μουσικολόγος

Αθήνα, Νοέμβριος 2005

12 13


Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

ROMÂNIA INIMII MELE

Αγαπάς μία χώρα όταν αγαπάς τους ανθρώπους της, και είναι αυτοί

ακριβώς οι άνθρωποι που εμπνέουν βαθιές φιλίες και σε κάνουν

να αισθά νε σαι τη χώρα τους δεύτερη πατρίδα.

Εδώ και δύο χρόνια ξεκίνησα να φωτογραφίζω τη Ρου μανία της

καρδι άς μου, τόσο από μια ανάγκη να κα τα γράψω και την ασύλληπτη

«εξωτερική» ομορφιά της χώρας –όπως εί χα ήδη κα τα γράψει

μέσα μου την «εσωτε ρι κή» της ομορφιά–, όσο και από μία παρόρμηση

να μοιραστώ την ομορφιά αυτή με τους φίλους μου.

Η σημερινή Ρουμανία θυμίζει κάποιο κομ μά τι της Ελ λάδας του

1950 που έχει για πάντα χαθεί. Η χώρα αλλάζει γρήγορα, ε κ μο ν τερ

νί ζεται, παγκοσμιοποιείται. Αυτές οι αλλαγές αλλοιώνουν το πρόσωπο,

αλλά και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων της. Ταξιδεύοντας

στα ενδότερα της υπέροχης αυτής χώ ρας, ένι ω σα ότι βρίσκομαι σε

ένα περιβάλλον εξαιρετικά οικείο, με παρόμοιες συ νήθειες, παραδόσεις,

αξίες με εκείνες της πατρίδας μου, και με κοινές θρησκευτικές,

κοι νω νικές, ηθικές, πνευ ματικές, αι σ θη τι κές και καλλιτεχνικές

ανησυχίες. Έμεινα έκπληκτη μπροστά στη φυσική ομορφιά της,

τον πλούτο της γης, τη λαϊκή τέχνη, τα μνημεία και την εντυπωσιακή

αστική αρχιτεκτονική της.

Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι οι απλοί άνθρώποι, η ζωή

τους, όπως και η καρτερικότητά τους μπροστά στη δύσκολη καθημερινότητα

που βιώνουν. Βλέ ποντας τα εκφραστικά πρόσωπά

τους, αντιλαμβάνεσαι το α ξι ο θαύ μα στο «μείγμα» που δημιουργεί

η προσπάθεια για την επιβίωση με τη δίψα για πρόοδο, ο πόνος

και η αντοχή με την περηφάνια και την αξιοπρέπεια. Άνθρωποι

ανοιχτοί, απλοί, γενναιόδωροι, αισιόδοξοι, γεμάτοι ενέργεια· άνθρωποι

που ακόμα χαμογελούν, έχουν χρόνο να σε κοιτάξουν και

να επικοινωνήσουν μαζί σου. Τους πλησίασα με αγάπη και μου το

ανταπέδωσαν με ζεστασιά και φιλοξενία. Οι φωτογραφίες τους

αποπνέουν το αίσθημα της χαράς της ζωής, είναι ένα άνοιγμα αισιοδοξίας

στο μέλλον.

Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν μεγάλες ομοιότητες μεταξύ των

λα ών της Ελλάδας και της Ρουμανίας· δεν είναι τυχαίο ότι οι στενές

σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ τους υφίστανται ήδη από τα

χρόνια της απώτατης αρχαιότη τας. Στην ιστορική αναδρομή που

ακολουθεί προσπάθησα να συνοψίσω τους ιστορικούς και πολιτιστικούς

δεσμούς των δύο λαών, ελπίζοντας στη βελτίωση της κατανόησης

μεταξύ τους.

Σε αντίθεση με άλλους λαούς «διαβατικούς» που πέρασαν από τη

χώρα, οι Έλληνες εγκλιματίστηκαν, θεωρώντας τη Ρουμανία δεύτερη

πατρίδα τους. Στο πέρασμά τους άφησαν ίχνη ανεξίτηλα και

αναμνήσεις στον φιλόξενο λαό της Ρουμανίας: εκκλησίες, αρχοντικά,

σχολεία, ιδρύματα, με άλλες χρήσεις σήμερα, πόλεις όπου

άφησαν την ψυχή τους, χωρίς να ξεχνούν ωστόσο ποτέ το γένος

και την καταγωγή τους.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί Έλληνες δραστηριοποιούνται και πάλι

στη Ρου μανία. Ενδόμυχη ελπίδα μου είναι τούτο το βιβλίο να τους

κάνει να τη γνωρίσουν λίγο καλύτερα και να την αγαπήσουν περισ

σότερο. Ας μην ξεχνάμε ότι οφείλουμε χρέη αξεπλήρωτα σ’ αυτήν

τη χώ ρα της βαλκανικής γειτονιάς μας, που, εκτός των άλλων,

επάνδρωσε τη Φιλι κή Εταιρεία. Γι’ αυτό και την παρακολουθούμε

με χαρά να παίρ νει, μέρα τη μέρα, τη θέση που της αρμόζει στην

Ευρώπη.

Προσωπικά, μ’ αυτό το βιβλίο εκφράζω ένα μικρό μέρος απ’ το «ευχαριστώ»

που χρωστώ σε αυτήν τη χώρα της καρδιάς μου, που με

δέχτηκε με τόση αμεσότητα κι α γάπη.

Η ΟΜΟΡΦΙΑ, Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Η περιγραφή μίας χώρας σαν τη Ρουμανία δεν θα μπορούσε να περιοριστεί

στις εισαγωγικές σελίδες αυτού του βιβλίου· οι φωτογραφίες

που ακολουθούν –όλες τραβηγμένες στη διάρκεια σύντομων

Iubeşti o ţară atunci când îi iubeşti oamenii; ei, care inspiră

prietenii profunde, te fac să le simţi ţara ca pe a doua ta patrie.

În urmă cu doi ani am început să fac fotografii în România inimii

Mele din nevoia de a surprinde şi frumuseţea „exterioară”,

fără seamăn a ţării, aşa cum în sufletul meu fusese întipărită

frumuseţea ei „interioară”, dorind s-o împărtăşesc astfel

prietenilor mei.

România de azi aminteşte într-un fel de Grecia anilor 50 care

s-a pierdut odată pentru totdeauna. Ţara se schimbă repede, se

„modernizează”, se „globalizează”. Aceste schimbări transformă

„persoanele” dar şi modul de viaţă al oamenilor. Călătorind în

„înlăuntrul” acestei superbe ţări, am simţit că mă aflu într-un

mediu extraordinar de familiar, cu obiceiuri, tradiţii şi valori

asemănătoare cu cele din patria mea, cu nelinişti religioase,

sociale, morale, spirituale, estetice şi artistice comune. Am rămas

surprinsă în faţa frumuseţii ei naturale, a bogăţiei pământului,

în faţa artei populare, a monumentelor şi a impresionantei ei

arhitecturi urbane.

Ceea ce mă emoţionează în mod deosebit sunt oamenii simpli,

viaţa lor, ca şi răbdarea dovedită în faţa greutăţilor traiului

cotidian. Văzându-le chipurile expresive, îţi dai seama de

„amestecul” admirabil pe care-i creează efortul de supravieţuire

cu setea de progres, durerea şi rezistenţa cu orgoliul şi

demnitatea. Oameni deschişi, simpli, generoşi, optimişti, plini

de energie. Oameni care încă zâmbesc, au timp să te privească şi

să comunice cu tine. I-am abordat cu dragoste şi mi-au răspuns

cu căldură şi ospitalitate. Fotografiile lor emană sentimentul de

bucurie a vieţii, sunt o deschidere optimistă spre viitor.

După părerea mea, există numeroase asemănări între popoarele

grec şi român iar relaţiile lor strânse şi influenţele reciproce se ţes

din antichitatea îndepărtată până astăzi. În incursiunea istorică

ce urmează am încercat să evidenţiez interferenţele noastre

istorice şi culturale, sperând astfel în îmbunătăţirea înţelegerii

reciproce.

Spre deosebire de alte popoare „vremelnice” care s-au perindat

prin ţară, grecii s-au adaptat, considerând-o ca pe a doua

lor patrie. În trecerea lor au lăsat amintiri şi urme de neşters

primitorului popor al României. Biserici, edificii, şcoli, fundaţii

cu alte destinaţii azi, oraşe unde şi-au lăsat sufletul, neuitânduşi

însă nici o clipă neamul şi rădăcinile. În ultimii ani, mulţi greci

sunt iarăşi o prezenţă activă în România. Speranţa mea lăuntrică

rămâne ca această carte să-i facă s-o cunoască un pic mai bine

şi s-o iubească mai mult. Să nu uităm că avem datorii neachitate

faţă de această ţară din vecinătatea noastră balcanică, care,

între altele, a sprijinit şi a hrănit Eteria. De aceea şi urmărim cu

bucurie cum îşi dobândeşte pe zi ce trece locul care i se cuvine

în Europa.

Personal, prin această carte adresez o mică parte din imensul

„mulţumesc” pe care-l datorez acestei ţări „a inimii mele”, care

m-a primit cu atâta deschidere şi dragoste.

FUMUSEŢEA, BOGĂŢIA ŞI UNICITATEA ŢĂRII

România nu are cum să încapă în paginile de introducere limitate

ale acestei cărţi. Fotografiile care urmează surprind doar o mică

mostră şi descriu impresiile mele, dezvăluind frumuseţea ei fără

14 15


επισκέψεων–, παρουσιάζουν ένα μικρό μόνο δείγμα της χώρας και

εκφράζουν τις εντυπώσεις που μου προκαλούσε, καθώς ανακάλυπτα

την απαράμιλλη ομορφιά της.

Η επιβλητική οροσειρά των Καρπαθίων σχηματίζει την καρδιά της

Ρουμανίας. Γύρω της απλώνονται απέραντες πεδιάδες –για χρόνια

θεωρούνταν από τους σημαντικότερους σιτοβολώνες της Ευρώπης,

λίμνες και ποτάμια, με σημαντικότερο τον Δούναβη που,

διασχίζοντας 10 χώρες και 2850 χλμ., καταλήγει στη Μαύρη Θάλασσα

όπου σχηματίζει τρεις πλωτούς βραχίονες, τον Άγιο Γεώργιο,

τα Σουλινά και την Κίλια, και ένα μοναδικό Δέλτα, τον μεγαλύτερο

υδροβιότοπο της Ευρώπης – έναν πραγματικό οικολογικό

παράδεισο. Πολύ κοντά στον βορειότερο βραχίονά του, την Κίλια

–παράφραση της αρχικής ονομασίας «Αχίλλεια»–, βρίσκεται το νησάκι

Λεύκη, που φιλοξενεί τον Τύμβο του Αχιλλέα και που σήμερα

ανήκει στην Ουκρανία. Όσο για τη μοναδική ομορφιά του τοπίου,

ο μύθος αναφέρει ότι η Θέτις, μητέρα του Αχιλλέα, επιθυμώντας η

ψυχή του μονάκριβου παιδιού της να βρίσκεται στο πιο όμορφο

μέρος του κόσμου, διάλεξε τη Λεύκη στο Δέλτα του Δούναβη, για

να είναι ελεύθερη για πάντα, μαζί με τα πουλιά που σταματούν εκεί

για να ξεκουραστούν. Ο Ποσειδώνας της υποσχέθηκε ότι οι κάτοικοι

θα τιμούν για πάντα τη μνήμη του.

Για τον πλούτο και την αφθονία της γης της, νομίζω ότι είναι καλύτερα

να παραθέσω τα λόγια του δημοσιογράφου Γ. Παρασκευόπουλου

που επισκέφτηκε τη Ρουμανία το 1898. Στο βιβλίο του Η

Μεγάλη Ελλάς χαρακτηριστικά αναφέρει:

«Παρατηρώντας τον πλούτο του τοπίου σκέπτεσαι ολίγον φιλοσοφικά

αν δεν έχει δίκαιον ο πτωχός Έλλην ξενητευόμενος, όστις σου

κάνει αφελέστατα την απλοϊκήν παρατήρησιν: “Όταν ο Δημιουργός

έπλασε τον κόσμον και έφθασεν εις την δημιουργίαν της γης,

εκοσκίνησε το χώμα εις την Βλαχίαν και τις πέτρες όλες τις έρριψε

εις την… Ελλάδα“». Συγκρίνοντας δε τη εύφορη γη της Ρουμανίας

με αυτήν της Ελλάδας, προσθέτει: «[...] ενώ αν από τας Αθήνας

φθάσετε μόνον έως τα Μέγαρα, θα προσκόψετε εις κοτρωνοβριθείς

βράχους και βουνά και λόφους άγονους, οίτινες ημπορούν

ίσως να εμπνέουν ποιητάς ή δημοσιογράφους, αλλά πλέον τούτου

τίποτε».

Πέρα όμως από την ομορφιά του φυσικού τοπίου και την πληθώρα

των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, η Ρουμανία έχει να επιδείξει

και αξιοζήλευτη πολιτιστική παραγωγή. Η μεγάλη Ελληνίδα λαογράφος

Αγγελική Χατζημιχάλη αναφέρει ότι «α πό τη μελέτη των

αντικειμένων που ένας λαός κατασκεύασε σε μια συγ κε κριμένη

εποχή, μπορούμε να διακρίνουμε την ιδιοφυΐα και το βαθμό του

πολιτισμού του».

Από τόπο σε τόπο και από χωριό σε χωριό, ανακαλύπτεις εκ πληκτική

ποικιλία στην αρχιτεκτονική των σπιτιών, που προσαρμόζεται

στις ιδιομορφίες του τοπίου με ευκολία θαυμαστή, διατηρώντας

πάντοτε σχέση αρμονική με τον περιβάλλοντα χώρο. Δημιουργήματα

της λαϊκής τέχνης, όπως φορεσιές, κεντήματα, εικόνες, έπιπλα,

ξυλόγλυπτα, σκαλίσματα που θυμίζουν δαντέλα σε ταπεινά

σπιτάκια, πάντοτε με χρώματα που σε γεμίζουν αισιοδοξία, αλλά

και χοροί, τραγούδια και έθιμα, όλα εκφράζουν τη φαντα σία, την

ε πι νοη τι κότητα, τη ζωντάνια και την έμφυτη δη μι ουρ γικό τη τα του

ρουμάνικου λαού. Ενός λαού που αφομοιώνοντας διάφορες κουλτούρες

δημιούργησε τη δική του τέχνη, κάποιες φορές επηρεασμέ

νη κι α π’ τις κουλτούρες λαών που πέρασαν από τη χώρα: στη

Μολ δα βία επηρεάστηκε από το Βυζάντιο, στη Ντόμπροτζα απ’

τους Τούρ κους, στην Τρανσυλβανία από τη μεσαιωνική Ουγγαρία

και Γερμανία, και στο Βουκουρέστι από τις εκάστοτε μόδες της Κεντρικής

Ευ ρώ πης.

Προσδιοριστικό στοιχείο των ανθρώπων της Ρουμανίας ήταν η

θρησκεία, η κοινή πίστη στην ορθοδοξία. Τα χωριά αναπτύσσονταν

γύρω από τις εκκλησίες και η ζωή τους ήταν συνδεδεμένη με

τη χριστιανική πίστη. Η εκκλησιαστική και μοναστική αρχιτεκτονική

αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο της ρουμανικής τέχνης.

Στην περιοχή του Μαραμούρες, τον «Τόπο του Ξύλου», όπως αποκαλείται,

όπου τα δάση καλύπτουν το 90% της επιφανείας του, νομίζεις

ότι βρίσκεσαι σε ανοικτό μουσείο, σε μία ατμόσφαιρα που

έχει διατηρηθεί σχεδόν αναλλοίωτη για αιώνες, τόσο στο περιβάλλον

όσο και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Πρόκειται για

έναν τόπο, που δεν κατακτήθηκε ποτέ από τους Ρωμαίους και οι

seamăn.

Impunătorul lanţ al Munţilor Carpaţi constituie inima ţării. În

jurul lor, sunt podişurile, apoi nesfârşite câmpii (ani în şir a fost

unul dintre cele mai importante grânare ale Europei), lacuri, râuri,

fluviul Dunărea, care, străbătând 10 ţări şi 2850 de kilometri, se

varsă în Marea Neagră, prin cele trei braţe navigabile, Sfântu

Gheorghe, Sulina şi Chilia, creând o Deltă unică, cel mai mare

sistem acvatic al Europei. Un adevărat paradis al faunei şi

florei. Foarte aproape de braţul ei nordic, Chilia –denumire

parafrazată a celei iniţiale, Ahilleia, se află insuliţa Lefki (care

aparţine astăzi Ucrainei), unde, potrivit legendelor antice, s-ar fi

aflat mormântul antic al lui Ahile. Cât despre frumuseţea unică

a locului, legenda spune că Thetis, mama lui Ahile, dorind ca

sufletul fiului ei preaiubit să se afle în cea mai frumoasă parte

a lumii, a ales Lefki din vecinătatea Deltei Dunării, ca să fie liber

pentru totdeauna, laolaltă cu pasările ce poposesc acolo să se

odihnească. Poseidon i-ar fi făgăduit că locuitorii vor cinsti în

veci memoria lui.

Despre bogăţia şi belşugul pământului României cred c-ar fi

mai bine să folosesc cuvintele jurnalistului G. Paraskevopoulos,

care a vizitat România în 1898 şi în cartea sa Marea Grecie

consemnează următoarele: „Observând bogăţia peisajului

te gândeşti puţin filosofic dacă nu are dreptate bietul grec

înstrăinat, care îţi face cu simplitate o observaţie naivă. Când

Creatorul a plăsmuit lumea şi a ajuns la crearea pământului, a

trecut prin ciur ţărâna în Valahia şi toate pietrele le-a aruncat în...

Grecia”. Comparând pământul fertil al României cu cel al Greciei,

adaugă: „pe când, dacă ieşiţi din Atena şi ajungeţi fie şi numai

până la Megara, veţi fi izbiţi văzând atâtea stânci bolovănoase

şi munţi şi dealuri sterpe care ar putea poate să inspire poeţi şi

jurnalişti, dar în afară de asta, nimic”.

Angheliki Hatzimihali, marea folcloristă greacă, afirmă: „Din

cercetarea obiectelor pe care un popor le-a făurit într-o anumită

epocă, putem distinge ingeniozitatea şi gradul lui de civilizaţie”.

De la un loc la altul şi de la un sat la altul descoperi o varietate

surprinzătoare, atât în arhitectura caselor, cât şi în armonia în

raport cu mediul lor. Creaţii folclorice precum costume, cusături,

icoane, mobile, sculpturi în lemn, căsuţe umile cu lemnărie

cizelată ca o dantelă, toate culorile care îţi umplu sufletul de

optimism, dar şi dansuri, cântece şi obiceiuri care exprimă

fantezia, ingeniozitatea, vioiciunea şi creativitatea nativă a

poporului român. Un popor care, asimilând diferite culturi, a

creat propria artă, influenţată uneori şi de culturile popoarelor

care s-au perindat prin această ţară: în Moldova de Bizanţ,

în Dobrogea de turci, în Transilvania de Ungaria şi Germania

medievală, la Bucureşti de diversele mode ale Europei Centrale.

Elementul determinant al locuitorilor României a fost religia,

credinţa comună în Ortodoxie. Satele s-au dezvoltat în jurul

bisericilor şi viaţa lor s-a împletit cu credinţa în Dumnezeu.

Mănăstirile şi bisericile constituie capitole importante ale artei

româneşti.

În regiunea Maramureşului, „patria lemnului”, cum este numită,

unde pădurile acoperă 90% din suprafaţă, ai impresia că te

afli într-un muzeu în aer liber, într-o atmosferă care s-a păstrat

aproape neschimbată de veacuri, atât în mediu cât şi în viaţa

cotidiană a oamenilor. O regiune care n-a fost niciodată cucerită

de romani, iar locuitorii ei cred că sunt adevăraţii urmaşi ai

dacilor. Caracteristice regiunii sunt bisericile de lemn semeţe

care de multe ori depăşesc 70 de metri înălţime, unde până

şi cuiele care asamblează diversele părţi ale lăcaşului sunt tot

din lemn. Arta fără pereche a cioplirii lemnului dar şi dorinţa

lor de a-şi înfrumuseţa mediul cotidian sunt întipărite în toate

obiectele.

16 17


κάτοικοί του πιστεύουν ότι είναι οι αληθινοί απόγονοι των Δακών.

Χαρακτηριστικές της περιοχής οι πανύψηλες ξύλινες εκκλησίες,

που πολλές φορές ξεπερνούν σε ύψος τα 70 μέτρα, στις οποίες

ακόμη και τα καρφιά που συνδέουν τα διάφορα μέρη του ναού είναι

από ξύλο. Η απαράμιλλη τέχνη τους στο ξύλο αλλά και το μεράκι

τους να ομορφύνουν την καθημερινότητά τους αποτυπώνεται

σε όλα τα αντικείμενα.

Στις ξύλινες πύλες των σπιτιών μπορεί κανείς να θαυμάσει τον

ανεξάντλητο πλούτο από επιγραφές, πλήρεις συμβολισμών που

συνδυάζουν χριστιανικά στοιχεία με παγανιστικά, όπως το «Δέντρο

της Ζωής» με τον ήλιο, το σχοινί και το φίδι. Στους δρόμους

της περιοχής συναντάς συχνά παλιούς, μεγάλους ξύλινους

σταυρούς· καθώς οι κίνδυνοι ενός ταξιδιού ήταν μεγάλοι, οι άνθρωποι

ζητούσαν τη βοήθεια του Θεού για να είναι στον σωστό

δρόμο, αλλά και για την προστασία τους από τα κακά πνεύματα.

Ιδανικά τους, η μεγάλη οικογένεια, η τιμιότητα και η δεξιοτεχνία.

Αναπτύχθηκαν πολύ στενοί δεσμοί των ανθρώπων με τη γη, πάντα

με σεβασμό στην παράδοση και περηφάνια για τον πολιτισμό

τους. Στο Μαραμούρες βρίσκεται και το μοναδικό στον κόσμο

«Χαρούμενο Νεκροταφείο», το Σαπίντζα. Ένα νε κροταφείο που,

στους ζωγραφισμένους σταυρούς των τάφων του μπορείς να δεις

να προβάλλουν οι ζωές των ενοίκων του, να τους γνωρίσεις, ακόμη

και να γελάσεις πολλές φορές με τα παθήματά τους διαβάζοντας

το ποιήματα που περιγράφουν τη ζωή τους. Λαός που έχει τη δύναμη

να βλέπει ακόμα και το θάνατο με χι ού μορ και κουράγιο, αξίζει

κάθε ελευθερία.

Το 1359 η Μολδαβία εδραιώνεται ως ανεξάρτητο κράτος. Οι ηγεμόνες

της δημιουργούν ισχυρό αμυντικό σύστημα σε στρατηγικές

θέσεις, αλλά και στα ανάκτορα και τα μοναστήρια, προκειμένου

να προστατευθούν από τις εχθρικές επιδρομές. Πολλά μνημεία

της περιόδου αυτής μπορεί κανείς να θαυμάσει και σήμερα στην

περιοχή. Στη Μολδαβία και στην Μπουκοβίνα, επίσης, βρίσκονται

οι καταπληκτικές ζωγραφισμένες εκκλησίες, που έχουν κηρυχθεί

προστατευόμενες από την UNESCO, ως μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής

Κληρονομιάς: η Πούτνα, που χτίστηκε το 1480, το Βορονέτς,

που χτίστηκε το 1488 και θεωρείται η Καπέλα Σιξτίνα της

Ανατολής, με το ξεχωριστό μπλε χρώμα που αναφέρεται σε όλα τα

λεξικά Τέχνης ως το «Μπλε του Βορονέτς» (που έγινε από λάπις λάζουλι),

το Χουμόρ του 1530, το Νεάμτς του 1497, η Μολντοβίτσα

του 1537, η Άρμπορε του 1541, η Σουτσεβίτσα του 1581 και τόσες

άλλες. Εκκλησίες οι οποίες μαγεύουν με τις υπέροχες εξωτερικές

τοιχογραφίες τους, που, σαν από θαύμα, πεντακόσια χρόνια τώρα

έχουν αντέξει στις δύσκολες καιρικές συνθήκες, τις επιδρομές και

τους πολέμους, χωρίς να αλλοιωθούν τα χρώματά τους.

Οι περισσότερες ανεγέρθηκαν στα χρόνια του ηγεμόνα Στεφάνου

του Μέγα, που στη μακρά βασιλεία του (1457-1504), θέλοντας να

ευχαριστήσει τον Θεό για τις νίκες του ενάντια στους Τούρκους,

θεμελίωσε 44 εκκλησίες – μία για κάθε νίκη. Ο τάφος του βρίσκεται

στο μοναστήρι Πούτνα, σύμφωνα με την επιθυμία του, σε ένα

μαγευτικό αλλά απρόσιτο σημείο, το οποίο θεωρούσε ότι δεν θα

έπεφτε ποτέ στα χέρια των εχθρών· πραγματικά, το μοναστήρι παρέμεινε

πάντα σε ρουμάνικα χέρια. Σήμερα, μετά το σημείο αυτό

εκτείνονται τα σύνορα με την Ουκρανία. Η Ρουμανική Εκκλησία

ανακήρυξε τον Στέφανο άγιο, το 1991.

Η αρχιτεκτονική των εκκλησιών ακολουθεί τους τύπους της βυζαντινής

αρχιτεκτονικής, με την προσθήκη γοτθικών στοιχείων, αλλά

και επιρροών από την τοπική λαϊκή τέχνη και μυθολογία. Οι Βοεβόδες

της εποχής δεν ήθελαν απλά να ευχαριστήσουν τον Θεό,

αλλά και να τον υπηρετήσουν, υπερασπιζόμενοι το Χριστιανισμό.

Οι ανώνυμοι, συχνά, καλλιτέχνες ζωγράφισαν με μοναδικό τρόπο

την ιστορία της Βίβλου στους εξωτερικούς τοίχους, έτσι ώστε να

γίνει αντιληπτή και από τους απλούς ανθρώπους, που δεν γνώριζαν

να διαβάζουν. Παρατηρεί κανείς ότι υπάρχει αρμονία και μέτρο

παντού.

Η Τρανσυλβανία, μια περιοχή με ορατά τα ίχνη της περίπλοκης

ιστορικής της διαδρομής, με έντονες τις επιδράσεις των Γερμανών

και των Ούγγρων, παρουσιάζει στον πολιτισμό της επιρροές

από τον γοτθικό, τον μπαρόκ και τον αναγεννησιακό ρυθμό. Από

το 1200 οι Σάξονες οχυρώνουν κάστρα για να προφυλαχθούν από

τις επιδρομές των Τούρκων. Το 1600 υπήρχαν 600 τέτοια κάστρα,

πολλά από τα οποία διατηρούνται ακόμα. Στις πόλεις της Τρανσυλ-

În lemnul sculptat al porţilor abundă simbolurile, împletind

elemente creştine şi păgâne, precum „Copacul Vieţii” cu soarele,

funia şi şarpele. Pe drumurile regiunii întâlneşti adesea cruci mari

din lemn, fiindcă oamenii, cunoscând primejdiile călătoriilor

vremii, cereau ajutorul lui Dumnezeu ca să fie pe drumul drept

dar şi ocrotite de duhurile rele. Modelele lor: marea familie,

cinstea şi priceperea. Relaţiile foarte strânse dintre oameni şi

pământ au generat mereu respect faţă de tradiţie şi mândrie

pentru cultura lor. În Maramureş se află şi unicul în lume

„Cimitir Vesel”, la Săpânţa. Un cimitir unde, pe crucile pictate ale

mormintelor, poţi să vezi proiectându-se vieţile locatarilor lor,

să-i cunoşti, chiar să râzi adesea de pătimirile lor, citind versurile

care le descriu viaţa. Poporul care are forţa să-si vadă până şi

moartea cu umor şi curaj îşi merită din plin libertatea şi viaţa.

Moldova este atestata în 1359. Domnitorii ei creează un puternic

sistem defensiv, în puncte cheie sunt ridicate cetăţi, palate şi

mănăstiri, ca să se apere de incursiunile duşmănoase. În Moldova

şi în Bucovina se află şi uluitoarele biserici pictate, ocrotite ca

monumente unice în lume de UNESCO. Biserici şi mănăstiri

ca Putna, construită în 1480, Voroneţ (1488 –Capela Sixtină

a Orientului– în culoarea albastră citată în toate dicţionarele

de artă ca „albastru de Voroneţ”, făcut din lapislazzuli), Neamţ

(1497), Humor (1530), Moldoviţa (1537), Arbore (1541), Suceviţa

(1581-1601) şi atâtea altele. Biserici care încântă prin minunatele

lor picturi exterioare, care, ca prin minune, timp de cinci sute de

ani, au rezistat intemperiilor vremii, incursiunilor şi războaielor

fără ca să le fie alterate culorile.

Cele mai multe au fost ctitorite de Ştefan cel Mare, care, în lunga

sa domnie (1457-1504), dorind să aducă mulţumiri lui Dumnezeu

pentru victoriile sale împotriva turcilor a înaltat 44 de biserici –

câte una pentru fiecare victorie repurtată asupra duşmanilor.

Mormântul lui se află în mănăstirea Putna, aşa cum i-a fost

dorinţa, într-un punct fermecător dar inaccesibil, despre care

credea că nu va cădea niciodată în mâinile duşmanilor. Şi întradevăr,

mănăstirea Putna a rămas mereu în mâinile românilor.

Astăzi, nu departe de acest punct încep graniţele Ucrainei.

Planurile bisericilor sunt bizantine cu elemente gotice, dar

influenţate şi de arta populară locală şi de mitologie. Voievozii

epocii nu numai că au dorit să-i mulţumească lui Dumnezeu,

dar şi să-l slujească, apărând creştinismul. In anul 1991 Ştefan

cel Mare a fost proclamat sfânt. De multe ori, artişti anonimi

au pictat într-un mod unic istoria Bibliei, pe zidurile exterioare,

ca astfel să o poată înţelege şi oamenii simpli care nu ştiau să

citească. Armonia şi măsura pot fi observate pretutindeni.

Transilvania, o regiune cu urme vizibile ale unei traiectorii istorice

deosebit de complicate, cu puternice legături cu germanii şi

ungurii, a fost influenţată de stilurile gotic, renascentist şi apoi

baroc. După 1200, saşii colonizaţi aici au fortificat bisericile

ca să se apere de incursiunile turcilor. La 1600 existau 600 de

astfel de biserici fortificate, multe se păstrează încă. În oraşele

Transilvaniei întâlneşti şi azi biserici şi clădiri impunătoare.

La Sighişoara, oraşul medieval poate cel mai bine păstrat din

Europa, locuit şi azi, ai senzaţia că timpul s-a oprit în loc.

În toată ţara există oraşe cu istorie europeană precum Sibiu,

Cluj, Timişoara, Braşov, Târgu Mureş, Iaşi, Arad, Oradea şi atâtea

altele. În sfârşit, Bucureştiul, una dintre capitalele importante

ale Europei, „Micul Paris”, cum era numit, cu bulevardele lui

mari, parcurile, lacurile şi elegantele lui clădiri.

INCURSIUNE ISTORICĂ ÎN RELAŢIILE GRECIEI ŞI ROMÂNIEI

Câteva elemente istorice sunt necesare ca să putem înţelege

legăturile ce unesc popoarele celor două ţări. Cunoştinţele

mele în domeniu sunt modeste. Istorici importanţi, la care am

18 19


βανίας συναντάς και σήμερα επιβλητικές εκκλησίες και κτίρια. Στη

Σιγκισοάρα, την καλύτερα διατηρημένη μεσαιωνική πόλη στην Ευρώπη,

η οποία εξακολουθεί και σήμερα να κατοικείται, έχεις την

αίσθηση ότι ο χρόνος έχει σταματήσει.

Σε όλη τη χώρα υπάρχουν πόλεις με ιστορία ευρωπαϊκή, που ξεκινά

από τον 11ο αιώνα, όπως το Σιμπίου, το Κλουζ, η Τιμισοάρα, το

Μπρασόβ, το Τούργκου Μούρες, το Ιάσιο, το Αράντ, η Οράντεα και

τόσες άλλες, συχνά πρωτοπόρες σε όλη την Ευρώπη σε καινοτομίες.

Τέλος, το Βουκουρέστι, μία από τις σημαντικές πρωτεύουσες

της Ευρώπης, το μικρό Παρίσι, όπως το αποκαλούσαν, με τις μεγάλες

λεωφόρους, τα πάρκα, τις λίμνες και τα υπέροχα κτίρια.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ

Μερικά ιστορικά στοιχεία είναι χρήσιμα για να μπορέσουμε να

καταλάβουμε τους δεσμούς που ενώνουν τους λαούς των δύο χωρών.

Σημαντικοί ιστορικοί, στους οποίους και προσέφυγα, έχουν

μελετήσει και καταγράψει την ιστορία της περιοχής. Ελπίζω να μου

συγχωρεθούν τυχόν λάθη ή παραλείψεις. Από στοιχεία που βρέθηκαν

στην περιοχή, βλέπουμε ότι η περιοχή ήταν κατοικημένη από

την Παλαιολιθική περίοδο. Από την αρχαιότητα οι Έλ λη νες πρωτοήρθαν

σε επαφή με τους λαούς οι οποίοι ζούσαν στις όχθες του

ποταμού Ίστρου (Δούναβη) και των βορείων παραλίων του Άξενου

(α φι λόξενου) Πόντου, που από τότε και «κατ’ ευφημισμόν» ο νο μάστηκε

«Εύξεινος». Αργότερα οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που έδωσαν το

όνομα Δούναβης (Danubius) στον ποταμό Ίστρο. Για τους Έλληνες,

η θάλασσα ήταν πάντα πρόκληση. Στα ταξίδια τους καλλιεργήθηκαν

οι περισσότερες ελληνικές αρετές, η τόλμη, η ευφυΐα, η αγάπη

για το καινούργιο και την περιπέτεια. Με τα πλοία τους επεκτάθηκαν

και αποίκησαν όλη την τότε γνωστή οικουμένη. Ο γεωγράφος

της αρχαίας Ελλάδας Στράβων υποστήριζε ότι «εις Έλλην ριπτόμενος

επί αγόνου βράχου είναι εις θέσιν διά των γνώσεών του να τον

κάνει να ανθίσει». Η θάλασσα ένωσε και συναδέλφωσε τους δύο

λαούς. Πυρήνας και κίνητρο της ελληνικής διασποράς και του ελληνικού

ανοίγματος, προς τις Παραδουνάβιες χώρες, ήταν φυσικά

το εμπόριο.

Ο Ηρόδοτος, ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή τον 6ο π.Χ. αιώνα,

έγραψε για τους ντόπιους και για τα χαρακτηριστικά της ζωής

τους. Ονό μασε «Γέτες» τη μεγάλη φυλή που κατοικούσε εκεί, θεωρώντας

τους γενναιότερους και δικαιότερους απ’ όλους τους παρα

δου νάβιους λαούς. Ο Ηρόδοτος επίσης ήταν αυτός που πρώτος

ονόμασε «Δέλτα» την περιοχή των εκβολών του Δούναβη – το

πρώτο ποταμίσιο «Δέλτα» του Κόσμου!

Η Ιστορία αναφέρει επίσης πως, κατά τον «Χρυσό Αι ώ να», η πα -

ρευξείνια αυτή περιοχή, με τον πακτωλό του σιταριού της και

τα πλού σια αγροτικά προϊόντα της, υπήρξε ο σιτο βο λώ νας του

αθηναϊ κού με γα λείου. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Περικλής

επισκέ φθηκε την περιοχή το 436 π.Χ., συνοδεία μεγάλης ναυτικής

δύναμης, προκειμένου να εξασφαλίσει «το δρόμο του σιταριού»

για την Αθήνα. Περίπου έναν αιώνα αργότερα, τον Δούναβη θα

περνούσε κι ο Μέγας Αλέξανδρος, την άνοιξη του 335 π.Χ., θέλοντας

να εξασφαλίσει τα βόρεια σύνορά του, πριν ξεκινήσει η ελληνική

στρατιά για την Ασία. Ήταν ο πρώτος τακτικός στρατός που

εμφανίστηκε σε αυτά τα μέρη.

Όπως μαρτυρούν πολ λά μνημεία, επιγραφές και νομίσματα, οι μεγάλες

πό λεις Ίσ τ ρος (Ιστρό πολις, «Histria»), Κάλλατις («Μangalia»),

Τό μις («Costanta»), Τύρος (Cetatea Alba), Διονυσόπολις (Balcic)

υπήρξαν κατά την αρχαιότητα ελ λη νικές αποικίες, που συγκρότησαν

την «Πεντάπολη», ισχυρή ομοσπονδία μέσω της οποίας

αναπτύχθηκε σε με γάλο βαθμό το εμπόριο πολλών προϊόντων. Ο

Πλίνιος αναφέρει ότι οι ελληνικές αποικίες στην περιοχή της Μαύρης

Θάλασσας ανέρχονταν σε ενενήντα. Ο Ρουμάνος αρχαιολόγος

Parvan αναφέρει ότι «οι φιλικές σχέσεις των Ελλήνων μετά των

Γετών βασιλέων συνετέλεσε στην εξάπλωση της διέλευσης των

Ελλήνων εμπόρων σε ολόκληρη την κοιλάδα του Δούναβη και τη

Δακία».

Το 101-102 μ.Χ. οι Ρωμαίοι, υ πό τον αυ το κρά τορα Τραϊανό, κατέκτησαν

με γά λο τμή μα της ση με ρινής Ρου μα νίας. Ο τότε βασιλιάς

της Δακίας Decebal, μόλις έχασε τη μάχη, προτίμησε να αυτοκτονήσει

παρά να παραδοθεί. Το 271 μ.Χ. οι Ρωμαίοι αναγκάστηκαν

να αποχωρήσουν, όταν οι επιδρομές των Γότθων άρχισαν να γίνοşi

apelat, au studiat şi consemnat istoria regiunii. Sper să mi se

ierte eventualele greşeli sau omisiuni.

Din vestigiile descoperite de arheologi, constatăm că regiunea

a fost locuită din epoca paleolitică. În antichitate grecii au venit

prima dată în contact cu popoarele care trăiau pe malurile

fluviului Istros (Dunărea) şi ale ţărmurilor nordice ale Pontului

Neprimitor („axenos”), care de atunci, eufemistic, a fost numit

Euxin („primitor”). Mai târziu, romanii au fost cei care au dat

numele de Dunăre (Danubius) fluviului Istros. Pentru greci

marea a fost întotdeauna o provocare. În călătoriile lor au cultivat

majoritatea virtuţilor greceşti, cutezanţa, ingeniozitatea, setea

de nou şi aventură.

Cu corăbiile lor s-au extins şi au colonizat întreaga lume

cunoscută până atunci. Geograful Greciei antice, Strabon,

spunea: „un grec aruncat pe o stâncă aridă este în stare, graţie

cunoştinţelor lui, să o facă să înflorească”. Marea a unit şi a

înfrăţit cele două popoare. Nucleul şi motorul diasporei greceşti

şi al deschiderii greceşti către Ţările Dunărene a fost comerţul.

Herodot, care a vizitat ţinuturile de la Marea Neagră şi Dunăre în

secolul VI î. Hr., a scris despre localnici şi despre trăsăturile vieţii

lor. A numit „geţi” triburile care locuiau acolo, considerându-i

cei mai viteji şi mai drepţi dintre toate popoarele dunărene. Tot

Herodot a fost cel care a numit prima dată „Deltă” regiunea de la

gurile Dunării (prima „Deltă” fluvială din lume!).

Istoricii mai relatează că, în „secolul de aur”, această regiune

„ospitalieră”, cu izvorul ei nesecat de grâu şi belşugul de produse

agricole a fost „grânarul” măreţiei ateniene. Plutarh scrie că

Pericle vizitează, cu marea lui expediţie navală, regiunea în 436 î.

Hr., ca să asigure „drumul grâului” spre Atena. Aproape un secol

mai târziu, va trece Dunărea şi Alexandru cel Mare, în primăvara

anului 335 î. Hr., vrând să-şi asigure graniţele de nord, înainte

de a porni expediţia în Asia. A fost prima armată regulată care a

pus piciorul pe aceste meleaguri.

În antichitate, aşa cum ne-o confirmă numeroase monumente,

inscripţii şi monede, marile oraşe Istros (Istropolis, „Histria”),

Callatis (Mangalia), Tomis (Constanţa), Tyras (Cetatea Albă),

Dionysopolis (Balcic) au fost colonii greceşti şi au format

puternica federaţie „Pentapolis”, dezvoltând la scară largă

comerţul cu numeroase produse. Plinius relatează că numărul

coloniilor greceşti din zona Mării Negre ajungea la 90. Arheologul

român Vasile Pârvan arată: „Relaţiile prieteneşti ale grecilor cu

regii geţilor au contribuit la extinderea pătrunderii negustorilor

greci în toată valea Dunării şi în Dacia”.

În 101-102 d. Hr., romanii, sub conducerea împăratului Traian,

au cucerit o mare parte a României de azi. Regele de atunci al

Daciei, Decebal, pierzând bătălia, a ales să se sinucidă decât să

se predea. În 271 d. Hr. romanii au fost nevoiţi să se retragă în

faţa incursiunilor goţilor, devenite foarte primejdioase. Un mare

număr de romani a rămas şi s-a asimilat cu populaţia dacă, care

adoptând limba latină a format astfel daco-romanii, strămoşii

românilor de azi. Astăzi România este singura ţară de origine

latină în centrul unei regiuni locuite de populaţii în majoritate

de origine slavă.

Prin scindarea Imperiului Roman (395), Dacia a intrat în sfera de

influenţă a Bizanţului.

Din cauza bogăţiei dar şi a situării sale, România, ca de altfel

întreaga zonă balcanică –adevărată punte între Europa şi Asia–

a fost expusă de-a lungul veacurilor, la incursiuni pustiitoare

ale popoarelor migratoare. A cunoscut invaziile goţilor, hunilor,

avarilor, slavilor, ungurilor, tătarilor, mai târziu ale turcilor,

ruşilor. Transilvania, deşi apărată de munţii ei sălbatici, nu a

putut fi apărată şi de maghiari sau saşi.

Locuitorii României au rezistat vitejeşte şi, asimilând între

20 21


νται ιδιαίτερα επικίνδυνες. Ένας μεγάλος αριθμός Ρωμαίων όμως

παρέμεινε και αφομοιώθηκε από τον ντόπιο πληθυσμό, που με τη

σειρά του υιοθέτησε τότε τη λατινική γλώσσα· ως συνέπεια των

επιμειξιών αυτών προέκυψε η φυλή των Δακορωμαίων, που αποτελούν

και τους προγόνους των σύγχρονων Ρουμάνων. Σήμερα, η

Ρουμανία είναι η μόνη λατινογενής χώρα στο κέντρο μιας περιοχής

η οποία κατοικείται, ως επί το πλείστον, από λαούς σλαβικής

καταγωγής.

Με τη διαίρεση του Ρωμαϊκού Κράτους, η Δακία παρα χω ρή θη κε

στο Βυζάντιο.

Λόγω του πλούτου της αλλά και της τοποθεσίας της η Ρουμανία,

όπως και όλα τα Βαλκάνια που ήταν η γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη

και την Ασία, εκτέθηκε περιοδικά στις διαρκείς επιδρομές

των νομαδικών λαών μέσα στους αιώνες. Δέχθηκε επιδρομές

από Γό τ θους, Ούννους, Αβάρους, Σλάβους, Ούγγρους, Τάταρους,

Τούρκους, Ρώσους. Η Τρανσυλβανία προ στατευό ταν από τα ά γ ρια

βουνά της, χωρίς να μπορεί όμως να προστατευτεί κι απ’ τους Μαγυάρους

ή τους Σάξονες.

Οι κάτοικοί της Ρουμανίας άντεξαν σθεναρά, κι έχοντας στο μεταξύ

αφο μοι ώ σει διάφορα ξένα στοιχεία, υπερίσχυσαν των κατακτητών

τους (φτάνοντας σε σημείο να κατακτούν σήμερα με τη σειρά

τους κάθε φι λο ξε νούμενο!). Πάνω σ’ αυτό, ο μεγάλος εθνι κός της

ποιητής της Ρουμανίας, ο Μιχάι Εμι νέσκου, γράφει:

[…] Απ’ του Δαρείου την εποχή θα ’χεις ακούσει, πολλοί πάνω απ’

το Δούναβη μπόρεσαν να περάσουνστρατιές που τρόμο έμπνεαν,

κι αμέτρητοι λαοί, πανίσχυροι αυτοκράτορες που όλη η οικουμένηδεν

τους χωρούσε, κι ήρθαν στον τόπο μας κι αυτοί ζητώντάς

μας νερό και γη, τουτέστι υποταγή.

Μα εγώ υπερασπίζομαι τη φτώχια μου, τη γη μου, και το λαό μου

που μοχθεί μαζί μου και πονεί. Να γιατί, αυτοκράτορα, στον τόπο

που πατάς,ρυάκι, κλώνος, χλόη είναι δικοί μου φίλοι, ενώ για σένα

όλα θα γίνουνε εχθροί, κι όλα θα σε μισήσουν, γνώριζε, αν μας χτυπήσεις.

Εμείς στρατούς δεν έχουμε, στήθη έχουμε γεμάτααγάπη

στην πατρίδα μας, στήθη όμοια με τείχος που δεν φοβάται […]

(Απόσπασμα από την Τρίτη Επιστολή, σε απόδοση Ρίτας Μπούμη-Παππά).

Τρεις ήταν οι ιστορικές επαρχίες της Ρουμανίας: η Βλαχία, η Μολδαβία

και η Τρανσυλβανία.

Μετά την πτώση του Βυζαντίου, και κατά την περίοδο της Οθωμανικής

Αυτοκρατορίας, πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στις Πα -

ραδουνάβιες Ηγεμονίες, όπου έγιναν πρόθυμα δεκτοί. Οι Οθωμανοί

με πάμπολλες εκστρατείες δεν κατόρθωσαν να προσαρτήσουν

στην Αυτοκρατορία τα εδάφη πέρα από το Δούναβη. Περιορίστηκαν

στη φορολογική υποτέλεια των παραδουνάβιων περιοχών, δίνοντας

στους τοπικούς ηγεμόνες πολιτική αυτονομία. Μαζί με το

Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, δύο ήταν οι κοινωνικές ομάδες

που συνέβαλαν στη διατήρηση των βυζαντινών παραδόσεων

στη ΝΑ. Ευρώπη: οι πριγκιπικές οικογένειες της Ρουμανίας και, για

το διάστημα 1711-1821, οι Φαναριώτες, που ήταν και οι μοναδικοί

χριστιανοί ηγέτες της περιοχής.

Οι Ρουμάνοι ηγεμόνες υπηρέτησαν με ζήλο τα ελληνικά γράμματα

και προσέλαβαν κορυφαίους Έλληνες συμβούλους. Το Άρτζες και

το Τιργκόβιστε ήταν οι πρώτες έδρες της Βλαχίας, που διέθεταν,

τον 14ο αιώνα, Έλληνες επισκόπους. Στην Αυλή του Άρτζες (Curtea

de Arges) το 1340, επί ηγεμονίας Νεαγκόε Βασσαράβ, θεμελιώθηκε

ο ναός του Αγίου Νικολάου, που σήμερα θεωρείται ως ένα από

τα πληρέστερα μνημεία βυζαντινής ζωγραφικής του 14ου αιώνα

στην Ευρώπη. Στις αρχές του 16ου αιώνα ο ηγεμόνας Βασσαράβ

εγκαινιάζει τη μεγάλη επισκοπική εκκλησία στο Άρτζες. Ιδρύονται

επίσης σχολείο και τυπογραφείο.

Το 1702 ο ηγεμόνας Κων/νος Μπρινκοβεάνου, μάρτυρας της Ορθοδοξίας

και υπερασπιστής του ελληνικού πολιτισμού, μεγάλος

ευεργέτης των γραμμάτων και των τεχνών και παντρεμένος με Ελληνίδα,

προσκαλεί στην Αυλή του πολλούς Έλληνες αγιογράφους

και δασκάλους. Ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Βασίλειος Λούπου,

που το 1639 εγκαινίασε τον περίφημο ναό των Τριών Ιεραρχών στο

Ιάσιο –την «Αγιασοφιά» της Μολδαβίας–, όπου ο Αλέξανδρος Υ ψη -

λάντης ύψωσε το 1820 το Λάβαρο της Ελληνικής Επανάστασης κι

έδω σε τον Όρκο στη Λευτεριά του Γένους των Ελλήνων, ίδρυσε το

timp şi diferite elemente străine, i-au dominat pe cuceritorii lor

(ajungând până acolo încât astăzi să „cucerească”, la rândul lor,

orice oaspete!)

Asupra acestui lucru, marele poet naţional Mihai Eminescu scrie

în a sa Scrisoarea a III-a (referindu-se la bătălia purtată de Mircea

cel Bătrân, domn al Ţării Româneşti între 1386 şi 1418, împotriva

sultanului):

[…] După vremuri mulţi veniră, începând cu acel oaspe, Ce din

vechi se pomeneşte, cu Dariu a lui Istaspe; Mulţi durară, după

vremuri, peste Dunăre vrun pod, De-au trecut cu spaima lumii

şi mulţime de norod; Împăraţi pe care lumea nu putea să-i mai

încapă Au venit şi-n ţara noastră de-au cerut pământ şi apă

Eu? Îmi apăr sărăcia şi nevoile şi neamul... Şi de-aceea tot ce

mişcă-n ţara asta, râul, ramul, Mi-e prieten numai mie, iară ţie

duşman este, Duşmănit vei fi de toate, făr-a prinde chiar de

veste; N-avem oşti, dară iubirea de moşie e un zid Care nu senfiorează

de-a ta faimă. […]

Trei au fost provinciile istorice ale României. Ţara Românească,

Moldova şi Transilvania.

După căderea Bizanţului, în perioada Imperiului Otoman,

numeroşi greci s-au refugiat în Principatele Dunărene, unde au

fost primiţi cu bunăvoinţă. Otomanii, în ciuda numeroaselor

expediţii, n-au reuşit însă să alipească la Imperiu teritoriile din

nordul Dunării. S-au limitat la încasarea unui tribut din ţările

române, acordând autonomie politică domnitorilor locali.

Împreună cu Patriarhia din Constantinopol, două grupuri

sociale au menţinut tradiţiile bizantine în Europa de Sud-Est:

familiile princiare ale Ţărilor Române şi fanarioţii, care au fost şi

singurii conducători creştini din regiune.

Domnii români au slujit cu zel “Literele Greceşti” şi au angajat în

slujba lor consilieri greci de elită. Curtea de Argeş şi Târgovişte

au fost primele cetăţi de scaun ale Valahiei în secolul XIV, cu

episcopi greci. La Curtea de Argeş, în 1340, în timpul domniei lui

Basarab I, a fost pusă piatra de temelie a Bisericii Sfântul Nicolae,

socotită şi azi unul dintre cele mai complete muzee de pictură

bizantină din secolul XIV, din Europa. La începutul secolului XVI,

domnul Neagoe Basarab inaugurează marea biserică episcopală

de la Curtea de Argeş. Sunt intemeiate aici, atat o şcoală cat şi

o tipografie. În 1702 domnul Constantin Brâncoveanu, martir

al Ortodoxiei şi protector al culturii greceşti, totodată mare

donator national, cunoscător al literelor şi artelor, căsătorit cu

o grecoaică, cheamă la curtea sa numeroşi hagiografi şi dascăli

greci. Domnul Moldovei Vasile Lupu a inaugurat în 1639 vestita

biserică de la Trei Ierarhi din Iaşi, asemuită de unii cu celebra

Sfânta Sofia de la Constantinopol. In 1820 Alexandru Ipsilanti

a înălţat la Iaşi Steagul Revoluţiei Greceşti şi a depus jurământ

pentru eliberarea neamului elen; a întemeiat în 1648 o şcoală

cu călugări greci, unde învăţau fiii clasei conducătoare, boierii,

după ce, anterior, întemeiase şi o tipografie.

Bogăţiile lor le-au permis să întărească şi să sprijine marile

centre ecleziastice de la Sfântul Munte, Ierusalim, Sinai şi

Constantinopol. În arhivele de la Athos sunt păstrate azi

documentele unor importanţi domni români, ca Şerban

Cantacuzino, care dăruieşte, în 1682, prin hrisov, mănăstirilor de

la Muntele Athos biserica Cotroceni din Bucureşti şi cere să fie

înmormântat acolo, dar şi ale altor domni donatori, ca Alexandru

Lăpuşneanu în 15.2.1568, Ieremia Movilă (16.2.1603), Mihai

Viteazul (28.8.1599), Radu Vodă (10.2.1613), Grigorie Ghica şi

mulţi alţii.

Domnii români copiază Curtea Bizantină, sprijină studiile

greceşti şi teologice şi creează un Bizanţ în miniatură la nord de

Dunăre. Are loc o adevărată renaştere a Ortodoxiei în regiune.

Greaca, ca limbă a administraţiei, cum fusese în timpul perioadei

bizantine şi, de asemenea, ca limbă a Evangheliilor, a civilizaţiei

22 23


1648 Σχο λή με Έλληνες μοναχούς, που δίδασκαν τα παιδιά της άρχουσας

τά ξης, των Βογυάρων, αφού προηγουμένως είχε ι δρύ σει

και τυπογραφείο.

Τα πλούτη τους τούς επέτρεψαν να ενισχύσουν και να στηρίξουν

τα μεγάλα εκκλησιαστικά κέντρα στο Άγιο Όρος, τα Ιεροσόλυμα,

τη Μονή Σινά και την Κωνσταντινούπολη. Στα αρχεία του Αγίου

Όρους φυλάσσονται σήμερα τα έγγραφα σημαντικών Ρουμάνων

ηγεμόνων, όπως ο Σερμπάν Καντακουζηνός, που το 1682 με έγγραφό

του δωρίζει στα μοναστήρια του Αγίου Όρους την εκκλησία

Κοτροτσένι του Βουκουρεστίου, και ζητά να ταφεί εκεί, αλλά και

άλλων σημαντικών ηγεμόνων δωρητών, όπως υπήρξαν οι Αλεξ.

Λαπουσεάνου (1568), Ιερεμίας Μυβίλας (1603), Μιχαήλ Γενναίος

(1599), Ράδος (1613), Γρ. Γκίκας και πολλοί άλλοι.

Οι Ρουμάνοι ηγεμόνες αντιγράφουν τη Βυζαντινή Αυλή, στηρίζουν

τις Ελληνικές και Θεολογικές σπουδές και δημιουργούν μία μικρογραφία

του Βυζαντίου βόρεια του Δούναβη. Στην περιοχή συντελείται

μια πραγματική αναγέννηση της Ορθοδοξίας. Η ελληνική,

ως γλώσσα της Διοίκησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και

ως γλώσσα των Ευαγγελίων, του χριστιανικού πολιτισμού και της

Κλασικής παιδείας, καθίσταται η επίσημη γλώσσα της περιοχής. Το

εμπόριο ήταν ελεύθερο. Οργανωμένοι σε ισχυρά σωματεία και με

πολιτική εξουσία, οι μεγάλοι Ρουμάνοι έμποροι αποτελούσαν ιδιαίτερη

κοινωνική τάξη, οι δε ισχυρότεροι από αυτούς θεωρούνταν

κοινωνικά ίσοι με τον κλήρο και την αριστοκρατία. Η συνέπεια και

η εντιμότητα αντιπροσώπευαν ηθικές αξίες σημαντικότερες από

τα εμπορικά συμφέροντα. Το κεφάλαιο των Ρουμάνων εμπόρων,

εάν δεν συνοδευόταν από ήθος, έχανε την αξία του. Η ιστορία του

ρουμανικού εμπορίου αναφέρει τους στενούς δεσμούς των Ρουμάνων

εμπόρων με τις γειτονικές ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως δε τη

μεγάλη εμπορική πίστη που απολάμβαναν στις γερμανικές αγορές.

Η περιοχή της Τρανσυλβανίας τον 11ο αιώνα κατακτάται από τους

Ούγγρους, που την εποικούν με τους λεγόμενους «Szekely», αλλά

και προσκαλούν Γερμανούς εποίκους, Σάξονες και Τεύτονες ιππότες,

για την υπεράσπιση των συνόρων. Πολλές γερμανικές κοινότητες

συγκροτούνται στο νότιο τμήμα της από τον 13ο αιώνα. Το

1526 βρίσκεται υπό Τουρκική κυριαρχία, και από το 1669 μέχρι το

τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε επιστρέφεται στη Ρουμανία,

υπό Αυστροουγγρική κατοχή. Η κοινωνική συνοχή των Ρουμάνων

κατοίκων της είναι ισχυρή· τυπώνουν βιβλία στη γλώσσα

τους και διατηρούν τις παραδόσεις τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι το

1601 πραγματοποιείται, με τον Μιχαήλ Βιτεάζου, η πρώτη ένωση

των τριών ρουμανικών πριγκιπάτων, της Μολδαβίας, της Τρανσυλβανίας

και της Βλαχίας, με πρωτεύουσα την Άλμπα Γιούλια, για σύντομο

χρονικό διάστημα.

Μετά το 1711 η Μολδαβία και η Βλαχία απέφυγαν την Τουρκική κατοχή,

αποδεχόμενες «συμβούλους» των Τούρκων, μορφωμένους

Έλληνες από την περιοχή του Φαναρίου της Κωνσταντινούπολης,

τους «Φαναριώτες». Η Φαναριώτικη περίοδος είχε επιδράσεις σε

όλους τους τομείς της ζωής στη Ρουμανία, θετικές και, κάποτε,

αρνητικές. Η ρουμανική Ιστορία συχνά τους αποδίδει με μελανά

χρώματα, παρόλο που η πλειονότητα των Φαναριωτών είχε λάβει

προστατευτικά μέτρα για Έλληνες και Ρουμάνους, πάντοτε μέσα

στα πλαίσια των περιορισμένων δυνατοτήτων τους, καθώς βρίσκονταν

και οι ίδιοι κάτω από τον τουρκικό έλεγχο. Ο Ρουμάνος

ιστορικός C. Erbiceanu αναφέρει: «υπό την ηγεμονία των Φαναριωτών,

ο ρουμάνικος λαός δεν κέρδισε παρά την πείνα, την ταπείνωση

και παντός είδους βάσανα. Γεγονός που όμως είναι αδύνατον

να αμφισβητηθεί είναι η ωφέλεια από τα ελληνικά σχολεία και τα

κείμενα στην ελληνική γλώσσα. Σε αντάλλαγμα, τους δώσαμε τη

φιλοξενία μας, ορμώμενοι εκ του συναισθήματος ότι παρέχομε

αυτήν εις τους ομόθρησκούς μας. Επίσης, είναι γεγονός ότι η ελληνική

γλώσσα συνετέλεσε στην πνευματική μας ανάπτυξη, και μας

προετοίμασε για τη διεκδίκηση των εθνικών μας δικαιωμάτων».

Τα βιβλία που εκδόθηκαν στη Ρουμανία από το 1628 ώς το 1820

ανέρχονται σε 98 (θρησκευτικά, ε πι στημονικά, πολιτικά). Η εκπαιδευτική

ακτινοβολία των ελληνικών σχο λείων, διαποτισμένη με τις

διδαχές του Διαφωτισμού, αφύπνισε την εθνι κή ρουμάνικη συνείδηση

και αναζωπύρωσε την άσβεστη αγάπη του ρουμα νι κού λαού

για την ελευθερία.

Οι Φαναριώτες φρόντισαν για τη δημιουργία τυπο γρα φείων και

creştine şi a învăţământului clasic, devine limba oficială în zonă.

Comerţul era liber. Organizaţi în puternice asociaţii şi bucurânduse

de influenţă politică, marii negustori români constituiau o

clasă socială aparte, cei mai mari dintre ei fiind socotiţi, din punct

de vedere social, egali cu clerul şi aristocraţia. Consecvenţa şi

cinstea reprezentau valori morale mai mari decât interesele

comerciale. Capitalul comercial al negustorilor români, dacă nu

era însoţit de morală, îşi pierdea valoarea. Istoria comerţului

românesc atestă strânsele legături ale negustorilor români cu

ţările europene vecine, îndeosebi marea încredere de care se

bucurau pe pieţele germanice.

În secolul XI, Transilvania este cucerită de unguri. Aceştia o

colonizează cu secui („Szekely”), chemând totodată şi colonişti

germani (saşi) şi, pentru scurt timp, cu cavaleri teutoni pentru

apărarea graniţelor. Numeroase sate şi oraşe germanice se

constituie în partea de sud a Transilvaniei din secolul XIII. În 1526

Transilvania se află sub stăpânire turcească şi, din 1669 până la

sfârşitul Primului Război Mondial, sub ocupaţie austro-ungară.

Legăturile între locuitorii români sunt puternice; tipăresc cărţi

în limba lor şi-şi păstrează tradiţiile. Merită mentionat anul

1601 ce marchează prima unire a celor trei provincii romanesti

Moldova, Ţara Româneacă şi Transilvania cu capitala la Alba-

Iulia înfaptuită de Mihai Viteazul pentru o perioadă scurtă.

Moldova şi Ţara Românească au evitat ocupaţia turcească,

acceptând in perioada 1711-1821 „consilieri” ai turcilor, greci

cultivaţi din cartierul Fanar al Constantinopolului, „fanarioţii”.

Epoca fanariotă a avut influenţe în toate domeniile vieţii din

România, pozitive şi alteori negative. Istoria românească îi

zugrăveşte adesea în culori negre, cu toate că majoritatea

fanarioţilor au luat măsuri de protecţie atât pentru greci cât

şi pentru români. Nu trebuie să uităm că posibilităţile lor erau

limitate, fiind la rândul lor sub control turcesc. Istoricul român

C. Erbiceanu scrie că „sub domnia fanarioţilor poporul român

n-a câştigat decât foame, umilinţă şi chinuri de tot felul. Un

fapt imposibil de contestat rămâne însă folosul tras din şcolile

greceşti şi textele în limba greacă. În schimbul lor le-am oferit

ospitalitatea noastră îndemnaţi de sentimentul că o oferim

celor de aceeaşi religie cu noi. De asemenea, fapt e că limba

greacă a contribuit la dezvoltarea noastră culturală şi ne-a

pregătit pentru revendicarea drepturilor noastre naţionale”.

Numărul cărţilor (religioase, ştiinţifice, politice) în limba greacă,

editate în Ţarile Române, din 1628 până la 1820 ajunge la 98.

Influenta şcolilor greceşti, hrănită cu învăţăturile iluminismului,

a trezit conştiinţa naţională românească şi a aprins dragostea

poporului român pentru libertate.

Fanarioţii s-au îngrijit de fondarea de tipografii şi au finanţat

editarea a numeroase scrieri conţinând cunoştinţe folositoare

deopotrivă pentru greci şi români. În timpul domniei lui

Constantin Mavrocordat ( istoricul român Nicolae Iorga îl

numeşte „ideolog al kalokagathiei”), Sfânta Liturghie a fost

tradusă în româneşte, îngropând pentru totdeauna limba slavă.

Alexandru Ipsilanti, ca domn al Ţării Româneşti, a reformat

şcoala de la Bucureşti şi a întemeiat şcoli şi în alte oraşe.

Între familiile fanariote prezente în România s-au numărat

Mavrocordat, Cantacuzino, Mavrogheni, Ghica, Duca, Rosetti,

Suţu, Callimachi, Caragea, Ipsilanti, Moruzi şi altele.

Perioada domnilor fanarioţi a însemnat punctul culminant al

prezenţei elenismului în România, când toate documentele

oficiale sunt redactate în greacă dar a şi pregătit Lupta pentru

Renaşterea noastră naţională. Astfel, când şi alţi greci au emigrat

pe primitorul pământ românesc au găsit mitropoliţi şi cler grec,

dar şi şcoli şi biblioteci.

La mijlocul secolului XVI, numeroşi emigranţi greci (macedoneni,

traci, epiroţi, peloponesieni) îşi caută o soartă mai bună decât

24 25


χρηματοδότησαν την έκδοση πολλών συγγραμμάτων κοινωφελούς

περιεχομένου, για Έλληνες και Ρουμάνους. Την περίοδο της

ηγεμονίας του Kων/νου Μαυροκορδάτου (ο Ρουμάνος ιστορικός

Γιόργκα τον αναφέρει ως «καλοκάγαθο ιδεολόγο»), η Θεία Λειτουργία

μεταφράστηκε στα ρουμανικά, ενταφιάζοντας για πάντα

τη σλαβονική γλώσσα. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης προχώρησε, ως

ηγεμόνας της Βλαχίας, στη μεταρρύθμιση της Σχολής του Βουκουρεστίου

και ίδρυσε σχολεία σ’ άλλες πόλεις. Γνωστά ονόματα ελληνικών

οικογενειών Φαναριωτών που έζησαν στη Ρουμανία είναι:

Μαυροκορδάτος, Καντακουζηνός, Μαυρογένης, Γκίκας, Δούκας,

Ροσέτι, Σούτσος, Καλλιμάχης, Καρατζάς, Υψηλάντης, Μουρούζης

κ.ά.

Η περίοδος των Φαναριωτών ηγεμόνων σηματοδότησε τη μεγάλη

ακμή του ελληνισμού στη Ρου μα νία, όταν όλα τα επίσημα έγ γραφα

συντάσσονταν στα ελληνικά, ενώ παράλληλα προετοίμασε τον

Αγώνα της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Έτσι, όταν αργότερα με τανά

στευσαν κι άλ λοι Έλληνες στη φι λόξενη ρουμάνικη γη, βρήκαν

μητρο πο λίτες, κλήρο ελληνικό, αλλά και σχολεία και βιβλιοθήκες.

Στα μέσα του 16ου αιώνα πολλοί Έλληνες μετανάστες (Μακεδόνες,

Θράκες, Ηπειρώτες, Πελοποννήσιοι) αναζητούν καλύτερη τύχη

στη Ρουμανία, εγκαταλείποντας τις άγονες εκτάσεις της πατρίδας.

Μαζί τους κουβαλούν την εργατικότητα, την υπομονή αλλά

και το πείσμα για επιτυχία. Στην περιοχή της Τρανσυλβανίας, στο

Μπρασόβ, το Σιμπίου και την Οράντεα, που ήταν σπουδαία κέντρα

διακομετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ιδρύουν

εμπορικές κοινότητες, τις «Κομπανίες» (τα σημερινά Εμπορικά

Επιμελητήρια). Οι κομπανίες αυτές ήταν ένα είδος εμπορικής συντεχνίας,

ένα επαγγελματικό σωματείο που τον πυρήνα του αποτελούσαν

Έλληνες μετανάστες. Το βασικό κριτήριο για τα μέλη δεν

ήταν το γένος, η εθνική καταγωγή ή το θρήσκευμα, αλλά η ιδιότητα

του εμπόρου και η γνώση της ελληνικής γλώσσας. Η πρώτη

Ελληνική Κομπανία ιδρύθηκε στο Σιμπίου στις 8 Ιουλίου του 1636,

και αποτελεί την πρώτη εθνική συσσωμάτευση σε ολόκληρο τον

ελληνισμό κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, καθώς και την

παλαιότερη εμπορική κομπανία σε ολόκληρη τη ΝΑ. Ευρώπη.

Το 1550, Έλληνες έμποροι και πραματευτάδες από τη Μακεδονία

και τη Θράκη εγκαθίστανται στην οχυρωμένη πόλη του Μπρασόβ –

έξω από τα τείχη, στη συνοικία Σκέι, όπου κατοικούσαν και οι Ρουμάνοι,

καθώς μέσα στην πόλη επιτρεπόταν να ζουν μόνον Σάξονες.

Το 1561 ο Γ. Κορτέσιος μεταφράζει την Αγία Γραφή στα ρουμανικά,

φέρνοντας τους δυο ορθόδοξους λαούς που ζούσαν έξω από τα

τείχη πιο κοντά. Το 1678 παίρνουν άδεια να ιδρύσουν τη δική τους

κομπανία. Επτά Έλληνες έμποροι, με μεγαλύτερο τον γουνέμπορο

Παναγιώτη Χατζηνίκο, Ηπειρώτη από τα Γιάννενα, ανεγείρουν με

δωρεές τους την ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδος, μέσα στην

πόλη (την πρώτη ορθόδοξη εκκλησία εντός των τειχών), καθώς

και το Ελληνικό Νεκροταφείο, στις επιτύμβιες πλάκες του οποίου

διαβάζεις σήμερα τα ονόματα των Ελλήνων μεταναστών, αλλά και

τον τόπο καταγωγής τους. Ο Π. Χατζηνίκος ίδρυσε επίσης ελληνικό

σχολείο, στο οποίο δίδαξαν μεγάλοι Έλληνες δάσκαλοι, όπως ο

Νεόφυτος Δούκας, ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ κ.ά., βιβλιοθήκη, καθώς

και σημαντικό φιλανθρωπικό ίδρυμα για τις ανάγκες των απόρων

της πόλης.

Για έναν ολόκληρο αιώνα μετά το 1750, η ελληνική γλώσσα ήταν

η γλώσσα του εμπορίου στα Βαλκάνια και οι περισσότεροι έμποροι,

ανεξάρτητα από εθνική προέλευση, μιλούσαν ελληνικά. Οι Έλληνες

έμποροι κράτησαν πάντα ζωντανή τη θρησκεία, την εθνική

συνείδηση και την περηφάνια για την καταγωγή τους. Ο Ρουμάνος

συγγραφέας Ioan Slavici αναφέρει πως «ο ρουμάνικος λαός ταύτιζε

τη λέξη “Grec” με τη λέξη «έμπορος»· όταν λοιπόν έλεγαν ότι

μεταβαίνουν στον “Grecul”, εννοούσαν πως πηγαίνουν στο ‘‘παντοπωλείο

του Έλληνα’’».

Τον 18ο αιώνα, καθώς η Ευρώπη εκβιομηχανίζεται, η ζήτηση για

αγροτικά προϊόντα από την Ανατολή μεγαλώνει. Προϊόντα όπως

σιτάρι, βαμβάκι, λινάρια κ.ά. αφθονούν στην περιοχή, αλλά αντίστοιχα

και η Ανατολή γίνεται δέκτης βιομηχανικών προϊόντων της

Δύσης. Οι εμπορικές συναλλαγές γίνονται στα πανηγύρια, που

μέσω των χερσαίων δρόμων της Κεντρικής Ευρώπης ενώνουν Ανατολή

με Δύση.

Τότε αρχίζουν οι μεγάλες εμπορικές μεταφορές με πλοιάρια στον

Δούναβη. Η χρησιμοποίησή του και η ανάπτυξη της εμπορικής κυκλοφορίας

οφείλεται στην Ελλάδα. Λέγεται ότι, όπως ο Εύξεινος

în patria lor aridă. Aduc împreună cu ei hărnicia, răbdarea dar

şi înverşunarea de a izbândi. În Transilvania, la Braşov, Sibiu şi

Oradea, care erau importante centre ale comerţului itinerant

între Orient şi Occident, ei fondează Comunităţi Comerciale,

numite „Companii” (camerele de comerţ de azi). Aceste companii

au fost un fel de breaslă comercială, un organism profesional

al căror nucleu îl constituiau emigranţii greci. Criteriul de bază

pentru a deveni membri nu era neamul, originea etnică sau

religia, ci calitatea negustorului şi cunoaşterea limbii greceşti.

Prima companie greacă se constituie la Sibiu la 8 iulie 1636 fiind

şi prima în toată Europa de Sud-Est.

În oraşul fortificat Braşov, în anul 1550 se stabilesc negustori

şi vânzători ambulanţi greci din Macedonia şi Tracia (în afara

zidurilor oraşului, în cartierul Schei, unde locuiau şi românii, în

timp ce în oraş le era permis să locuiască doar saşilor). În anul

1561, diaconul Coresi traduce Sfânta Scriptură în limba română,

aducând mai aproape cele două popoare ortodoxe, care locuiau

în afara zidurilor. În 1678 grecii de aici primesc dreptul de a

întemeia propria companie. Şapte negustori greci, în frunte cu

negustorul de blănuri Panayotis Hagi Nicos, epirot din Ioannina

(1778), cu donaţia lui, construiesc biserica greacă Sfânta Treime

în oraş (prima biserică ortodoxă în interiorul zidurilor), precum

şi cimitirul grec pe ale cărui plăci funerare poţi citi azi numele

dar şi locurile lor de baştină. P. Hagi Nicos fondează şi şcoala

greacă, unde au predat mari dascăli, precum Neofytos Doukas şi

alţii, biblioteca, ca şi un important aşezământ filantropic pentru

oamenii necăjiţi din oraş.

Timp de un secol întreg, după 1750, greaca a fost limba

comerţului în Balcani şi cei mai mulţi negustori, indiferent de

provenienţa lor naţională, vorbeau greceşte. Negustorii greci

au păstrat mereu vie religia, conştiinţa naţională şi mândria

obârşiei lor. Scriitorul român Ioan Slavici arată: „Poporul român

a identificat cuvântul ‚grec’ cu ‚negustor’, aşadar, când spuneau

că se duc la ‚Grecul’, voiau să spună că merg la ‚băcănia Grecului’”.

În secolul XVIII, pe măsură ce Europa se industrializează, cererea

de produse agricole din Orient către Occident creşte. Produse

precum grâul, bumbacul, inul ş.a. se găsesc din belşug în regiune

dar, la rândul său, şi Orientul devine receptor al produselor

industriale. Schimburile comerciale au loc la târgurile care,

datorită drumurilor terestre ale Europei Centrale, au făcut

legătura dintre Orient şi Occident.

Atunci începe transportul de mărfuri cu vasele pe Dunăre.

Utilizarea Dunării şi dezvoltarea circulaţiei comerciale pe

fluviu se datorează Greciei. Se spune că, aşa cum Pontul Euxin

a fost odinioară „lac grecesc”, la fel şi Dunărea a fost cel mai

„grecesc” dintre marile fluvii ale lumii. De la simplul marinar

până la căpitan şi armator, grecii au scris primele pagini ale

istoriei navigaţiei fluviale pe Dunăre. O mulţime de marinari din

Heptanez, îndeosebi din Kefallonia şi Ithaca, circulă statornic în

zonele dunărene cu bricurile şi şlepurile lor, câştigându-şi, pe

bună dreptate, porecla de „marinari de fluviu”.

Foarte important pentru dezvoltarea economică şi progresul

flotei comerciale greceşti rămâne Tratatul de la Kuciuk-Kainargi

din 1774. Rusia, învingând Turcia, impune folosirea pavilionului

rusesc la vapoarele supuşilor ei creştini şi astfel, navigaţia

maritimă este liberă. Insulari greci din Egeea construiesc mici

veliere suple şi preiau transporturile în toată Mediterana. Până

la 1821 mulţi insulari trec în Marea Neagră, făcând comerţ cu

grâu.

În 1813 insulele Egeei aveau 615 vase deservite de echipaje

formate din 18 000 de persoane şi dotate cu 6 000 de tunuri, ca

să le apere de piraţi. Acestea sunt vasele care vor participa mai

târziu la lupta pentru independenţa noastră şi mulţi negustori

de grâu au finanţat lupta care fusese pregătită în 1814 la

Odessa, prin crearea Eteriei (Societatea Prietenilor). Theodoros

26 27


Πόντος ήταν κάποτε «ελληνική λί μνη», έτσι κι ο Δούναβης υπήρξε

ο πιο «ελληνικός» απ’ όλους τους μεγάλους πο ταμούς του κόσμου.

Από τον απλό ναύτη μέχρι τον καπετάνιο και τον εφοπλιστή, οι Έλληνες

έγραψαν τις πρώτες σελίδες της ιστορίας της ποταμοπλοΐας

στο Δούναβη. Πλήθος Επτα νή σι ων ναυ τι κών, συνηθέστερα από

την Κεφαλονιά και την Ιθάκη, πηγαινοέρχονταν μόνιμα στις παραδου

νά βι ες πε ρι ο χές με τα μπρίκια και τα σλέπια τους, κερ δίζοντας

επάξια το παρατσούκλι «Ποταμιάνοι».

Σημαντική για την οικονομική εξέλιξη και την πρόοδο της ελληνικής

εμπορικής ναυτιλίας υπήρξε η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή

(1774). Η Ρωσία, υπερισχύοντας της Τουρκίας, της επέβαλλε

να επιτρέπει τη χρήση της ρώσικης σημαίας στα πλοία των

χριστιανών υπηκόων της, και έτσι την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Έλληνες

νησιώτες από το Αιγαίο κατασκεύασαν ευέλικτα μικρά ιστιοφόρα,

αναλαμβάνοντας τις μεταφορές σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.

Έως και το 1821, πολλοί νησιώτες περνούν στη Μαύρη Θάλασσα

κάνοντας εμπόριο σιταριού. Το 1813, τα νησιά του Αιγαίου είχαν

615 καράβια με πλήρωμα 18.000 άνδρες και 6000 κανόνια, για

να τους προστατεύουν από τους πειρατές. Τα καράβια αυτά ήταν

που πολέμησαν αργότερα στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, αλλά και

πολλοί σιτέμποροι χρηματοδότησαν τον αγώνα που είχε σχεδιαστεί

το 1814 στην Οδησσό, με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στο λόγο του στην Πνύκα το 1836,

αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «αυτά τα σιτοκάραβα πολέμησαν

το Σουλτάνο». Όσον αφορά την οικονομική ευμάρεια των Παραδουνάβιων

ηγεμονιών, εύγλωττη είναι η αναφορά που κάνει στα

Απομνημονεύματά του, με αφορμή το γάμο του γιου του Κωνσταντίνου

με την εγγονή του πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας Καρατζά:

«Εσυμπεθέρευσεν η κλέφτικη κάπα με τη φαναριώτικη γούνα».

Αξιοσημείωτη επίσης είναι και η άποψη που, στο ίδιο βιβλίο, ο Κολοκοτρώνης

διατυπώνει για τον Ρήγα Φεραίο:

«Ο Ρήγας εστάθη ο μεγάλος ευεργέτης της φυλής μας, το μελάνι

του θα είναι πολύτιμο ενώπιον θεού όσο το αίμα του άγιο. [...] ”ώς

πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά”, από τα πολεμικά του τραγούδια

το τελειότερο, περιέχει μία επιθεώρηση των δυνάμεων της πατρίδας.

Όλοι είναι παρόντες, κανένας απών, τα ξεφτέρια των Αγράφων,

οι σταυραετοί του Ολύμπου, τα καπλάνια του Μαυροβουνιού,

τα λιοντάρια του Σουλιού, Μάνης και Μακεδονίας, τα δελφίνια της

θάλασσας, οι νησιώτες και οι χριστιανοί του Δουνάβεως και του

Σάβα ποταμού».

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η πλειονότητα των πλοίων ήταν σε ελληνικά

χέρια. Σύμφωνα με τις καταγραφές του σώματος πλοιάρχων

και πλοηγών, το 1901, οι 73 στους 88 είναι Έλληνες και 7 Ρουμάνοι.

Αλλά και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν επισκέφθηκε την περιοχή

το 1913, είπε ότι «ούτε στο λιμάνι του Πειραιά δεν έχω δει τόσες

πολλές ελληνικές σημαίες, όσες στα λιμάνια του Δούναβη».

Το 1829 οι Ρώσοι, υπό τον στρατηγό Kiseleff, νικούν τους Τούρκους

βάζοντας έτσι τέλος στη Φαναριώτικη περίοδο. Με τη συνθήκη

της Αδριανουπόλεως και αφού καταλαμβάνουν τις ηγεμονίες,

παραχωρούν στους Ρουμάνους εσωτερική αυτονομία. Το 1859, ο

Alexandrer Ion Cuza ενώνει τη Βλαχία και τη Μολδαβία και θέτει

τα θεμέλια της μελλοντικής Ρουμανίας. Το 1881 αρχίζει η περίοδος

της βασιλείας στη χώρα. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την

1/12/1918, πραγματοποιείται η συνένωση της Τρανσυλβανίας με

τη Ρουμανία, που σχηματίζει τη Μεγάλη Ρουμανία. Από τότε, η 1η

Δεκεμβρίου καθιερώνεται ως ημέρα Εθνικής Εορτής της χώρας.

Λαμ πρές προσω πι κό τη τες Ελλήνων α σ τών εγκατεστημένων στη

Ρουμα νία έ στη σαν «χρυ σές» γέφυρες μεταξύ των δύο φίλων λαών·

ναυτικοί, έμποροι, λόγιοι, καλλιτέχνες, μηχανικοί, δικη γό ροι,

πολιτικοί, τεχνίτες, επιχειρηματίες, τρα πεζίτες, στρα τιωτικοί, επαναστάτες,

πολλοί από τους οποίους ευεργέτησαν την πατρίδα στα

δύσκολα χρόνια του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Ακολουθούν

μερικά μόνο ονόματα κο ρυ φαίων και πασί γνω στων Ελλήνων

από τη Ρουμανία:

• Ρήγας ο Βελεστινλής, γνωστός ως Ρήγας Φεραίος (1757-1798).

Έ μπορος, χαρτογράφος, ποιητής, ανθρωπιστής και μεγάλος επαναστάτης.

Ο φωτισμένος προάγγελος της Ελληνικής Εθνεγερσίας,

• Γεώργιος Σταύρου (1785-1869). Ηπειρώτης επιχειρηματίας και

τρα πεζίτης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο δημιουργός και ο πρώτος

διοικητής της Ε θνικής Τράπεζας της Ελλάδος (1841),

Kolokotronis, într-un discurs din 1837 rostit pe Pnyx, spune: „

Vasele acestea care făceau negoţ cu grâu au luptat împotriva

sultanului”.

Cât priveşte bunăstarea economică a Principatelor Dunărene,

este elocventă referirea pe care o face în Memoriile sale, cu

prilejul căsătoriei fiului său Constantin cu nepoata fostului

domn al Ţării Româneşti Caragea. Demnă de menţionat este de

asemenea şi opinia pe care Kolokotronis o formulează în aceeaşi

carte cu privire la Rigas Fereos:

„Rigas a fost marele everget al neamului nostru, cerneala lui va fi

preţioasă în faţa lui Dumnezeu ca şi sângele său sfânt. [...] „Viteji

feciori, voi bravii, să mai trăim, cât vreţi tot singuri...” – Thurios,

cel mai desăvârşit dintre marşurile sale de război, cuprinde o

înşiruire a forţelor patriei. Toţi sunt prezenţi, nimeni nu lipseşte,

şoimii din Agrafa, vultanii Olimpioţi, tigrii din Mavrovouni, leii

din Souli, Mani şi Macedonia, delfinii mării, insularii şi creştinii

de la Dunăre şi de pe râul Sava.”

La începutul secolului XX majoritatea vaselor din porturile

dunărene româneşti erau greceşti. În 1901, în registrul

căpitanilor şi al piloţilor, dintr-un total de 88 de nume, 73 sunt

greci şi 7 români. Chiar şi Eleftherios Venizelos, în 1913, când

a vizitat regiunea, spunea: „Nici în portul Pireu n-am văzut

fluturând atâtea steaguri greceşti câte am văzut în porturile

Dunării”.

În 1829, ruşii conduşi de generalul Kiseleff îi înving pe turci şi

pun capăt definitiv epocii fanariote. Preluând Principatele prin

Tratatul de la Adrianopol, le conferă autonomie internă. În

1859 Alexandru Ion Cuza înfăptuieşte unirea Moldovei cu Ţara

Românească formând asfel România. În 1881 ţara devine regat.

La 1 Decembrie 1918 după primul război mondial Transilvania

se ataşează României formând astfel România mare.Pentru

a marca acest moment 1 Decembrie a devenit sarbatoarea

naţională a poporului român.

Strălucite personalităţi de mari bogătaşi greci stabiliţi în

România au înfăptuit opere importante şi au făurit „punţi de aur”

între cele două popoare prietene. Marinari, negustori, cărturari,

artişti, avocaţi, oameni politici, ingineri, meseriaşi, oameni de

afaceri, bancheri, militari, revoluţionari. Mulţi dintre ei au adus

binefaceri ţării în anii grei ai nou constituitului stat grec. Dintre

cele mai renumite personalităţi greceşti din România vom cita

următoarele:

• Rigas Velestinlis, cunoscut şi sub numele de Rigas Fereos (1757-

1798). Negustor, cartograf, poet, umanist şi mare revoluţionar.

Vestitorul luminat al Revoluţiei naţionale greceşti.

• Gheorghios Stavrou (1785-1869). Om de afaceri şi bancher

epirot, membru al Eteriei. Creatorul şi primul guvernator al

Băncii Naţionale a Greciei (1841).

• Apostolos Arsakis (1792-1874). Medic epirot şi om politic.

S-a stabilit în România în 1822 şi a fost primul secretar de stat

(1835), ministru de externe (1860), prim-ministru ad-interim al

României (1862) si totodata donator naţional. Cu banii donaţi

de el s-a construit „Şcoala de fete Arsakis” de la Atena şi alte

aşezăminte de binefacere.

• Evanghelos Zappas (1800-1865). Luptător epirot în Revoluţia

de la 1821. S-a refugiat în România (1831), unde a adunat o

avere uriaşă din agricultură şi a contribuit la crearea Academiei

Române. Este considerat părintele reînvierii Jocurilor Olimpice,

organizând, în 1859, „Întrecerile Olimpice de la Zappeion”, cu

patru ani înainte de a se naşte Pierre de Coubertin. Cu vărul şi

asociatul său Konstantinos Zappas (1813-1892) au lăsat statului

grec un legat pentru construirea de clădiri la Atena, între care şi

cunoscutul şi impunătorul Palat numit Zappion.

• Panaghis Harokopos (1835-1911). Mare bancher kefalonit, om

28 29


• Απόστολος Αρσάκης (1792-1874). Ηπειρώτης γιατρός και πο λιτικός.

Εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία το 1822 και διετέλεσε πρώτος

γραμ ματέας του Κράτους (1835), υπουργός Εξωτερικών (1860) και

προ σω ρι νός πρω θυ πουργός (1862). Εθνικός ευεργέτης, ίδρυσε το

Αρσάκειο Παρθεναγωγείο στην Αθήνα, καθώς κι άλλα κληρο δο τήμα

τα,

• Ευάγγελος Ζάππας (1800-1865). Ηπειρώτης αγωνιστής του

1821. Κατέφυγε στη Ρουμανία (1831), όπου δημιούργησε τεράστια

περιουσία σε αγροτικές εκτάσεις και συνέβαλε στην ίδρυση

της Ρουμανικής Ακαδημίας. Θεωρείται ο πατέρας της αναβίωσης

των Ολυμπιακών Αγώνων, καθώς οργάνωσε το 1859 τα «Ζάππεια

Ολυμπιακά Αγωνίσματα» στην Αθήνα, τέσσερα χρόνια πριν από

τη γέννηση του Pierre de Coubertin. Με τον εξάδελφο και συνεταίρο

του Κωνσταντίνο Ζάππα (1813-1892) άφησαν στο Ελληνικό

Κράτος κληροδότημα για δημιουργία κτιρίων στην Αθήνα, με πιο

γνωστό το Ζάππειο Μέγαρο,

• Παναγής Χαροκόπος (1835-1911). Κεφαλλονίτης μεγαλο τραπε ζίτης,

επιχειρηματίας και γαιοκτήμονας. Επέστρεψε στην Ελλάδα το

1899. Με χρήματά του δημιουργήθηκε η Χαροκόπειος Σχολή στην

Αθήνα, αλλά και η ελληνική εκκλησία του Βουκουρεστίου. Το σπίτι

του στο Βουκουρέστι στεγάζει σήμερα την Ελληνική Πρεσβεία,

• Ένα μεγάλο όνομα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Παναγής

Βαλσάμης (1884-1935) από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ρουμάνα,

που υπήρξε κι επιστήθιος φίλος του Νί κου Καζαντζάκη. Είναι ευρύτερα

γνωστός με το ψευδώνυμό του, Πα νάιτ Ιστράτι (από τον

Ίστρο-Δούναβη), και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του έχει μεταφραστεί

στα ελληνικά.

Η έξοδος των Ελλήνων από τη Ρουμανία αρχίζει την εποχή του Μεσοπολέμου,

με αργούς ρυθμούς μέχρι το 1940, και παίρνει τη μορφή

φυγής το 1947-48, μόλις άνοιξε το λιμάνι της Κωστάντζας.

Στο τέλος του 1949 λαμβάνει χώρα μια νέα «είσοδος» Ελλήνων

στη Ρουμανία. Συγκεκριμένα, μετά τη λήξη του ελληνικού εμφυλίου

πολέμου και την ήττα του «Δημοκρατικού Στρατού», μέρος

αυτού –περίπου 15.000 άνδρες και γυναίκες– καταφεύγουν στη

Ρουμανία ως πολιτικοί πρόσφυγες. Εκεί θα σπουδάσουν, θα εργαστούν

και θα κάνουν οικογένειες, ορισμένοι δε από αυτούς με

μικτούς γάμους. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην

Ελλάδα, το 1974, αλλά κυρίως μετά το 1981, το μεγαλύτερο μέρος

τους επαναπατρίστηκε στη χώρα μας. Περίπου 800 επέλεξαν

να παραμείνουν εκεί. Σήμερα ζουν στη Ρουμανία οργανωμένοι σε

22 κοινότητες 5500 «παλιοί Έλληνες», οι οποίοι εκλέγουν και έναν

βουλευτή· επίσης άλλοι 3000 που μιλούν ελληνικά και έλκουν την

καταγωγή τους από τους ομοεθνείς τους του 18ου αιώνα, αλλά δεν

μπορούν να το αποδείξουν εγγράφως. Η ελληνική είναι κατοχυρωμένη

από το Ρουμανικό Σύνταγμα ως μειονοτική γλώσσα. Το 2001

συστάθηκε στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου έδρα Κλασικής

Ελληνικής Φιλολογίας και Νεοελληνικών Σπουδών. Περίπου 6000

Έλληνες εγκαταστάθηκαν στη Ρουμανία μετά την αλλαγή του καθεστώτος

του 1989 για επαγγελματικούς λόγους, και συμβάλλουν

κι αυτοί στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Τα νερά του Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας, οι κοινές αξίες

και η τόσο μεγάλη ιστορία που μοιραζόμαστε, ένωσαν και συναδέλφωσαν

τους δύο λαούς, και θα συνεχίσουν να τους ενώνουν.

Δήμητρα Στασινοπούλου

Αθήνα, Νοέμβριος 2005

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μαριάννα Κορομηλά, Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα – Από την Εποχή του Χαλκού ως τις αρχές

του 20ού Αιώνα, Αθήνα 1991, επανέκδ. 2002, εκδόσεις Πολιτιστική Εταιρεία «Πανόραμα».

Σπυρίδων Φωκάς, Οι Έλληνες εις την Ποταμοπλοΐαν του Κάτω Δουνάβεως, Θεσσαλονίκη 1975,

Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής (Απομνημονεύματα), παρουσίαση

- καταγραφή Γεώργιος Τερτσέτης, 1η έκδοση 1851.

Μαρκ Μαζάουερ, Τα Βαλκάνια, Αθήνα 2002, εκδόσεις Πατάκη.

Βασίλης Καρδάσης, Ο Ελληνισμός του Εύξεινου Πόντου, Αθήνα 2004, εκδόσεις Μίλητος.

Γ. Π. Παρασκευόπουλος, Η Μεγάλη Ελλάς, Αθήνα 1898, επανέκδ. 1998, εκδόσεις Εκάτη.

Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους, 1997 Θεσσαλονίκη, έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Χρ. Ζαφείρης, Βαλκάνιος Πραματευτής, Αθήνα 1998, εκδόσεις Εξάντας.

Δημήτρης Λαζογιώργος-Ελληνικός, Αγγελική Χατζημιχάλη – Η Ελληνίδα που φώτισε το Γένος,

Αθήνα, Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων.

Δημήτρης Δεληγιάννης, Ρουμανία, Ελληνισμός, Τέχνη, Ορθοδοξία, Αθήνα 1995, εκδόσεις Αδάμ.

Eternal & Fascinating Romania, Ισπανία 1997, Groupe Saintonge Editions.

Οι περισσότερες αναφορές των Ρουμάνων ιστορικών προέρχονται από το βιβλίο του Σπ.

Φωκά, Οι Έλληνες εις την Ποταμοπλοΐαν του Κάτω Δουνάβεως.

de afaceri şi moşier. S-a întors în Grecia în 1899. Cu banii lui a

fost creată „Şcoala Harokopos” la Atena, dar şi Biserica greacă

din Bucureşti. Casa lui din Bucureşti este azi sediul Ambasadei

greceşti.

• Un nume mare al literaturii universale, Panaghis Valsamis

(1884-1935), din tată grec şi mamă româncă, a fost şi prietenul

apropiat al lui Nikos Kazantzakis; cunoscut îndeosebi sub

pseudonim, Panait Istrati (de la Istru-Dunăre). Opera acestuia a

fost tradusă în mare parte şi în greceşte.

Exodul grecilor spre România începe în perioada interbelică în

ritmuri lente până în 1940 şi capătă forma fugii în 1947-1948,

îndată ce s-a deschis portul Constanţa.

La sfârşitul anului 1949 are loc o nouă „pătrundere” a grecilor în

România. Concret, după încheierea războiului civil şi înfrângerea

„Armatei Democratice”, o parte a acesteia – în jur de 15000 de

bărbaţi şi femei – se refugiază şi rămân în România ca refugiaţi

politici. Aici studiază, lucrează şi întemeiază familii, unii dintre

ei prin căsătorii mixte între greci şi români. După instaurarea

republicii în Grecia, în 1974, dar mai ales după 1981, cea mai

mare parte a lor se repatriază.

Circa 800 au optat să rămână în ţara de adopţie. Astăzi trăiesc în

România, organizaţi în 22 de comunităţi, 5500 de „vechi greci”,

reprezentati in Parlament de un deputat. Alţi 3000, deşi vorbesc

greceşte şi-şi trag originea din conaţionalii ai lor din secolul

XVIII, nu dispun de acte doveditoare. Limba greacă este întărită

de Constituţia României ca limbă minoritară.

Circa 6000 de greci s-au stabilit în România după schimbarea

regimului în 1989 din raţiuni profesionale şi contribuie şi

ei la dezvoltarea economică a ţării. În 2001 a fost creată la

Universitatea din Bucureşti catedra de Filologie Greacă şi Studii

Neoelene.

Apele Dunării şi ale Mării Negre, valorile comune şi lunga istorie

comună pe care o împărţim au unit şi au înfrăţit cele două

popoare ale noastre şi vor continua să le unească.

Dimitra Stasinopoulou

Atena, Noiembrie 2005

BIBLIOGRAFIE

Marianna Koromila, Grecii de la Marea Neagră – Din Epoca Bronzului până la începuturile secolului

20, Societatea Culturală „Panorama”, Atena 1991, ediţia a 2-a, 2002.

Spyridon Fokas, Grecii în navigaţia fluvială a Dunării de Jos, Institutul de Studii Balcanice, Salonic

1975.

Theodoros Kolokotronis, Relatări despre cele întâmplate neamului elen, Prezentare, transcriere

de Gheorghios Tertsetis, ediţia I-a, 1851.

Mark Mazawer, Balcanii, Pataki, Atenα 2002.

Vasilis Kardasis, Elenismul Pontului Euxin, Editura Milet, Atena 2004.

G. P. Paraskevopoulos, Marea Grecie, Atena 1898, ediţia a 2-a, Editura Ekati, 1998.

Comorile Muntelui Athos, Ministerul Culturii, Salonic 1997.

Hr. Zafiris, Negustorul ambulant din Balcani, Exantas, Atena 1998.

Dimitrios Lazoyorgos-Ellinikos, Angheliki Hatzimihali – Grecoaica luminătoare a Neamului,

Primăria Atenei, Organizaţia Culturală, Atena, f.a.

Dimitris Deliyannis, România. Elenism, Artă, Ortodoxie, Editura Adam, Aten, 1995.

Eternal and Fascinating Romania, Groupe Saintonge Editions, Spania 1997.

Majoritatea citatelor din istoricii români sunt luate din cartea lui Sp. Fokas, Grecii în navigaţia

fluvială a Dunării de Jos.

30 31


Η ΥΠΑΙΘΡΟΣ & ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ

ŢARA ŞI OAMENII EI


Γιορτή στο Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Γιορτή στο Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

38 Zile de târg la Muzeul Satului – Bucureşti

Zile de târg la Muzeul Satului – Bucureşti 39


Mαραμούρες

Maramureş

Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Maramureş

Mαραμούρες

Maramureş


49


Mαραμούρες

Maramureş

Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Mαραμούρες

52 Maramureş

Maramureş 53


Mαραμούρες

Mαραμούρες

Maramureş Maramureş 55


Mαραμούρες

Maramureş


Τρανσυλβανία

Transilvania

Τρανσυλβανία

Transilvania


Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Maramureş

Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Mαραμούρες

68 Maramureş

Maramureş 69


Στα Βουνά του Φαγκαράς

În Munţii Făgăraşului


Στα Βουνά του Φαγκαράς

În Munţii Făgăraşului


Τρανσυλβανία

Transilvania


Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Muzeul Satului – Bucureşti

Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Muzeul Satului – Bucureşti


Τρανσυλβανία

Τρανσυλβανία

78 Transilvania

Transilvania 79


Mαραμούρες

Maramureş

Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Maramureş

Mαραμούρες

Maramureş


Mαραμούρες

Maramureş


Περιοχή Σιμπίου – Τρανσυλβανία

Zona Sibiului – Transilvania


Mαραμούρες

Maramureş


Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Muzeul Satului – Bucureşti


94

Μολδαβία

Moldova

Μολδαβία

Moldova


Mαραμούρες

Maramureş


Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Muzeul Satului – Bucureşti


Στα Βουνά του Φαγκαράς

Στα Βουνά του Φαγκαράς

102 În Munţii Făgăraşului

În Munţii Făgăraşului 103


Μουσείο Άστρα − Σιμπίου

Μουσείο Σάτουλουι − Βουκουρέστι

104 Muzeul Astra − Sibiu

Muzeul Satului – Bucureşti 105


Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Muzeul Satului – Bucureşti 107


Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

108 Muzeul Satului – Bucureşti

Muzeul Satului – Bucureşti 109


Γιορτή στο Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Zile de târg la Muzeul Satului – Bucureşti 111


Μουσείο Άστρα – Σιμπίου

Muzeul Astra – Sibiu 113


Μολδαβία

Μολδαβία

114 Moldova

Moldova 115


Γιορτή Βόρεια στο Μολδαβία μουσείο Σάτουλουι, Βουκουρέστι

Βόρεια Μολδαβία

116 Zile Nord de Moldova târg la Muzeul Satului– Bucureşti

Nord Moldova 117


118

Μουσείο Σάτουλουι

Βουκουρέστι

Muzeul Satului

Bucureşti


120 121


Mαραμούρες

Mαραμούρες

122 Maramureş

Maramureş 123


126

Στα Βουνά του Φαγκαράς

În Munţii Făgăraşului


Χωριό Σάλιστε – Τρανσυλβανία

Χωριό Σάλιστε – Τρανσυλβανία

128 Săliştea Sibiului – Transilvania

Săliştea Sibiului – Transilvania 129


Χωριό Σάλιστε – Τρανσυλβανία

Χωριό Σάλιστε – Τρανσυλβανία

130 Săliştea Sibiului – Transilvania

Săliştea Sibiului – Transilvania 131


Χωριό Σάλιστε – Τρανσυλβανία

Χωριό Σάλιστε – Τρανσυλβανία

132 Săliştea Sibiului – Transilvania

Săliştea Sibiului – Transilvania 133


Τρανσυλβανία

Τρανσυλβανία

134 Transilvania

Transilvania 135


Στα Βουνά του Φαγκαράς

Στα Βουνά του Φαγκαράς

138 În Munţii Făgăraşului

În Munţii Făgăraşului 139


Στα Βουνά του Φαγκαράς

140 În Munţii Făgăraşului 141


Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Muzeul Satului – Bucureşti 143


150

Γιορτή στο Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Zile de târg la Muzeul Satului – Bucureşti


152

Γιορτή στο Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Zile de târg la Muzeul Satului – Bucureşti


154

Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Muzeul Satului – Bucureşti


156 157


Μουσείο Σάτουλουι – Βουκουρέστι

Muzeul Satului – Bucureşti 161


166

Βόρεια Μολδαβία

Nord Moldova


Μολδαβία

Μολδαβία

168 Moldova

Moldova 169


170

Μολδαβία

Moldova


ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ & ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

BISERICI ŞI MĂNĂSTIRI


Ξύλινες Εκκλησίες

Μαραμούρες

178

Mαραμούρες

Maramureş

Biserici din lemn

Maramureş 179


Μοναστήρι Βορονέτς (1488) – Μολδαβία

Μοναστήρι Βορονέτς (1488) – Μολδαβία

180 Mănăstirea Voroneţ (1488) – Moldova

Mănăstirea Voroneţ (1488) – Moldova

181


Μοναστήρι Χουμόρ (1530) – Μολδαβία

Μοναστήρι Χουμόρ (1530) – Μολδαβία

182 Mănăstirea Humor (1530) – Moldova

Mănăstirea Humor (1530) – Moldova

183


Μοναστήρι Χουμόρ (1530) – Μολδαβία

184 Mănăstirea Humor (1530) – Moldova

185


186

Μολδαβία

Moldova


188

Μοναστήρι Νεάμτς (1497) – Μολδαβία

Μολδαβία

Mănăstirea Neamţ (1497) – Moldova Moldova

189


190

Πασχαλινά έθιμα της Μπουκοβίνα

Obiceiuri Pascale din Bucovina


Ξύλινες Εκκλησίες – Μαραμούρες

Biserici din lemn – Maramureş 193


Ξύλινες Εκκλησίες – Μαραμούρες

Biserici din lemn – Maramureş 195


Ξύλινες Εκκλησίες – Μαραμούρες

Ξύλινες Εκκλησίες – Μαραμούρες

196 Biserici din lemn – Maramureş

Biserici din lemn – Maramureş 197


Εκκλησία του Mοϊσέι, Δεκαπενταύγουστος 2005 – Μαραμούρες

198 Biserica Moisei, 15/8/2005 Sf. Maria Mare – Maramureş

199


Νεκροταφείο Σαπίντσα (1935) – Μαραμούρες

Νεκροταφείο Σαπίντσα (1935) – Μαραμούρες

200 Cimitirul Săpânţa (1935) – Maramureş

Cimitirul Săpânţa (1935) – Maramureş 201


Μοναστήρι Μπαρσάνα – Μαραμούρες

Mănăstirea Bârsana – Maramureş 203


Μοναστήρι Κόζια (1387) – Μουντένια

Μοναστήρι Κόζια (1387) – Μουντένια

206 Mănăstirea Cozia (1387) – Muntenia

Mănăstirea Cozia (1387) – Muntenia 207


Εκκλησία Αγίου Νικολάου (1392), πρώτο σχολείο ρουμάνικης γλώσσας – Μπρασόβ

Εκκλησία Αγίου Νικολάου (1392), πρώτο σχολείο ρουμάνικης γλώσσας – Μπρασόβ

208 Biserica Sf. Nicolae (1392), prima scoălă romănească – Braşov

Biserica Sf. Nicolae (1392), prima scoălă romănească – Braşov 209


210

Ελληνικό Νεκροταφείο στο Μπρασόβ (1778)

Cimitirul grec din Braşov (1778)

Ελληνικό Νεκροταφείο στο Μπρασόβ (1778)

Cimitirul grec din Braşov (1778) 211


Εκκλησία Πρέζμερ

(13ος αιώνας)

Μπρασόβ

Biserica Prejmer

212

Εκκλησία Πρέζμερ (13ος αιώνας) – Μπρασόβ

Biserica Prejmer (13th cent) – Braşov

(13th cent)

Braşov 213


Τρανσυλβανία

Τρανσυλβανία

214 Transilvania

Transilvania 215


Καθεδρικός Ναός Κλουζ-Ναπόκα (15ος αιώνας)

Καθεδρικός Ναός Κλουζ-Ναπόκα (15ος αιώνας)

216 Catedrala din Cluj-Napoca (15th cent)

Catedrala din Cluj-Napoca (15th cent) 217


Σιμπίου – Τρανσυλβανία

Σιμπίου – Τρανσυλβανία

218 Sibiu – Transilvania

Sibiu – Transilvania 219


Τιμοσοάρα – Μπανάτ

Λουγκόζ – Μπανάτ

222 Timişoara – Banat

Lugoj – Banat 223


Τιργκόβιστε – Μουντένια

Târgovişte – Muntenia


Τιργκόβιστε – Μουντένια

Târgovişte – Muntenia

227


Πατριαρχείο Ρουμανίας (1656) – Βουκουρέστι

Πατριαρχείο Ρουμανίας (1656) – Βουκουρέστι

228 Patriarhia Română (1656) – Bucureşti

Patriarhia Română (1656) – Bucureşti 229


Εκκλησία Σταυροπόλεως (1724) – Bουκουρέστι

Εκκλησία Σταυροπόλεως (1724) – Bουκουρέστι

230 Biserica Stavropoleos (1724) – Bucureşti

Biserica Stavropoleos (1724) – Bucureşti 231


Ρώσικη εκκλησία

(1905) – Βουκουρέστι

232

Εκκλησία Αντίμ (1713) – Βουκουρέστι

Biserica Antim (1713) – Bucureşti

Biserica Rusa

(1905) – Bucureşti 233


Μοναστήρι Τσερνίκα (Κοιμητήριο, 1608) – Βουκουρέστι

234 Mănăstirea Cernica (Cimitirul, 1608) – Bucureşti

235


236

Μοναστήρι Καλνταρουσάνι (1638) – Μουντένια

Mănăstirea Căldăruşani (1638) – Muntenia

Μοναστήρι Σναγκόβ – Bουκουρέστι

Mănăstirea Snagov – Bucureşti 237


238

Μοναστήρι Κόζια (1387) – Μουντένια

Mănăstirea Cozia (1387) – Muntenia


ΑΣΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

ARHITECTURA URBANĂ


242

Τιμοσοάρα – Μπανάτ

Timişoara – Banat


244

Τιμοσοάρα – Μπανάτ

Timişoara – Banat


Τιμοσοάρα – Μπανάτ

246 Timişoara – Banat 247


Τιμοσοάρα – Μπανάτ

248 Timişoara – Banat 249


Σιμπίου – Τρανσυλβανία

250 Sibiu – Transilvania 251


Τούργκου Μούρες – Τρανσυλβανία

Καθεδρικός Oρθόδοξος Ναός Τούργκου Μούρες

252 Târgu Mureş – Transilvania

Catedrala Ortodoxă din Târgu Mureş 253


Μπουζέου – Μουντένια

Buzău – Muntenia 255


Σιγκισοάρα

Τρανσυλβανία

Sighişoara

Transilvania

256 257

Σιγκισοάρα

Τρανσυλβανία

Sighişoara

Transilvania


Σιγκισοάρα – Τρανσυλβανία

Sighişoara – Transilvania 259


Σιγκισοάρα – Τρανσυλβανία

Σιγκισοάρα – Τρανσυλβανία

260 Sighişoara – Transilvania

Sighişoara – Transilvania 261


Τρανσυλβανία

Τρανσυλβανία

262 Transilvania

Transilvania 263


Λουγκόζ – Μπανάτ

Λουγκόζ – Μπανάτ

266 Lugoj – Banat

Lugoj – Banat 267


Κάστρο Πέλες (1875), Σινάια – Μουντένια

Castelul Peleş (1875), Sinaia – Muntenia 269


Κάστρο Πέλες (1875), Σινάια – Μουντένια

270 Castelul Peleş (1875), Sinaia – Muntenia 271


Πλατεία Δημαρχείου (14ος αιώνας) – Μπρασόβ

Πλατεία Δημαρχείου (14ος αιώνας) – Μπρασόβ

272 Casa Sfatului (14th cent) – Braşov

Casa Sfatului (14th cent) – Braşov 273


Παρέλαση στο Μπρασόβ

Παρέλαση στο Μπρασόβ

274 Junii Braşovului

Junii Braşovului 275


Παρέλαση στο Μπρασόβ

Παρέλαση στο Μπρασόβ

276 Junii Braşovului

Junii Braşovului 277


Κλουζ-Ναπόκα – Τρανσυλβανία

Κλουζ-Ναπόκα – Τρανσυλβανία

278 Cluj-Napoca – Transilvania

Cluj-Napoca – Transilvania 279


Ιάσιο – Μολδαβία

Ιάσιο – Μολδαβία

280 Iaşi – Moldova

Iaşi – Moldova 281


Πιτέστι – Μουντένια

Βραΐλα – Μουντένια

282 Piteşti – Muntenia

Brăila – Muntenia 283


Κάστρο Μπραν (13ος αιώνας) – Τρανσυλβανία

Μπρασόβ

Κάστρο Μπραν (13ος αιώνας) – Τρανσυλβανία

284 Castelul Bran (13th cent) – Transilvania

Braşov

Castelul Bran (13th cent) – Transilvania 285


ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙ

BUCUREŞTI

286

Αψίδα του

Θριάμβου (1935)

Arcul de

Triumf (1935)


Παλάτι Καντακουζηνού / Μουσείο Γ. Ενέσκου (1898)

288 Palatul Cantacuzino / Muzeul George Enescu (1898)

289


292

Σπίτι του Λαού (1980)

Casa Poporului (1980) 293


Μουσείο Τσαράνουλουι Ρομάν

Μουσείο Τσαράνουλουι Ρομάν

294 Muzeul Ţăranului Român

Muzeul Ţăranului Român 295


Ήρωας πολέμου και ειρήνης

Erou în razboi şi pace 299


300 301


304


306


Πάρκο Κισελέφ

Πάρκο Κισελέφ

308 Parcul Kiseleff

Parcul Kiseleff 309


Πάρκο Κισελέφ

Πάρκο Κισελέφ

310 Parcul Kiseleff

Parcul Kiseleff 311


312

Ατενέουμ Ρομάν (1886) / Αtheneul Roman (1886)

Ελληνική Εκκλησία / Biserica Greacă 313


314 315


Έπαυλη Mίνοβιτς

Μουσείο Τσαράνουλουι Ρομάν

316 Vila Minovici

Muzeul Ţăranului Român 317


318 319


Λίμνη Χερεστράου

Πάρκο Κάρολ

320 Lacul Herăstrău

Parcul Carol 321


Ομάδα Γυμναστικής Ντιναμό – Βουκουρέστι

Ομάδα Γυμναστικής Ντιναμό – Βουκουρέστι

322 Echipa de gimnastică a Clubului Dinamo – Bucureşti

Echipa de gimnastică a Clubului Dinamo – Bucureşti 323


Στοά Βικτώρια

Στοά Βικτώρια

326 Pasajul Victoria

Pasajul Victoria 327


330 331


Παλάτι Κ. Μπρινκοβεάνου (1688), Μογκοσόια – Βουκουρέστι

Παλάτι Κ. Μπρινκοβεάνου (1688), Μογκοσόια – Βουκουρέστι

332 Palatul C. Brancoveanu (1688), Mogoşoaia – Bucureşti

Palatul C. Brancoveanu (1688), Mogoşoaia – Bucureşti 333


Παλάτι Κ. Μπρινκοβεάνου (1688), Μογκοσόια – Βουκουρέστι

Μογκοσόια – Βουκουρέστι

334 Palatul C. Brancoveanu (1688), Mogoşoaia – Bucureşti

Mogoşoaia – Bucureşti 335


ΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΔΟΥΝΑΒΗ

DELTA DUNĂRII


341


346


349


351


356 357


360 361


368 369


371


375


379


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Για τον άνδρα μου που σε στιγμές άγχους, αγωνίας και κούρασης στάθηκε δίπλα μου, το απλό ευχαριστώ

είναι λίγο. Αυτό το βιβλίο τού «ανήκει», όσο «ανήκει» και σε μένα.

MULŢUMIRI

Pentru soţul meu, care în clipe de nelinişti, de frământare şi oboseală, mi-a fost alături un simplu

mulţumesc ar fi prea puţin. Cartea îi „aparţine” în aceeaşi măsură în care îmi „aparţine” şi mie.

Αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη για τους πολλούς φίλους που με βοήθησαν στην προσπάθεια αυτή.

Ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω τον Τάκη και τη Σοφία Καλογεροπούλου, που από την αρχή και μέχρι

το τέλος βοήθησαν στη δημιουργία του. Τον Caius Traian Dragomir, πρέσβη της Ρουμανίας στην Ελλάδα

μέχρι και τον Ιούνιο του 2005, που με ενθάρρυνε και προέτρεψε στη δημιουργία του. Τον Ioan και

τη Monica Prejmereanu, όπως και τον Mircea και την Tatiana Parvulescu, που με τόση αγάπη και περηφάνια

μού έδειξαν την πατρίδα τους. Τον Φώτη Κουβέλη, την Irina Tapalaga, τη Φανή Κωσταντίνου, τη

Χριστίνα Σαμαρά, τη Μαριέττα Πεπελάση, τον Βασίλη Κονίδη, τον Νίκο Ακτίδη, τον Μάκη Κατοχιανό,

τον Δημήτρη Καρπαθάκη, τον Θανάση Φράγκο, τη Luminţa Tănase, για την ανεκτίμητη βοήθεια που ο

καθένας με τον δικό του τρόπο προσέφερε. Τη Φοίβη Σκοτίδα για το ταλέντο της και την υπομονή της,

τις ατελείωτες ώρες που περάσαμε μαζί φτιάχνοντας αυτό το βιβλίο. Την Αντιγόνη Φωκά, σύζυγο του

Σπυρίδωνα Φωκά, συγγραφέα του τόσο πολύτιμου βιβλίου Οι Έλληνες εις την Ποταμοπλοΐαν του Κάτω

Δουνάβεως, που με τόση αγάπη μου χάρισε το πρώτο του αντίτυπο, και που τόσο αυτή όσο και ο αείμνηστος

σύζυγός της, μέχρι τα βαθιά γεράματά τους, δεν ξέχασαν ποτέ τη Βραΐλα, όπου γεννήθηκαν.

Ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ στον Μιχάλη και τη Φανή Τουμπή για τη συμπαράσταση, την κατανόηση

και τις πολύτιμες συμβουλές τους. Ο ενθουσιασμός, η γνώση και η καθοδήγησή τους έκαναν πραγματικότητα

αυτό το βιβλίο. Τέλος, όλους τους ανθρώπους που πρόθυμα δέχτηκαν να τους φωτογραφίσω.

Nutresc o profundă recunoştinţă pentru numeroşii prieteni care m-au ajutat în strădania mea. Aş vrea

să mulţumesc în mod deosebit lui Takis şi Sofiei Kalogheropoulou, care m-au ajutat de la început până

la sfârşit la materializarea ei. Lui Caius Traian Dragomir, ambasadorul României în Grecia până în iunie

2005, care m-a încurajat şi m-a îndemnat la finalizarea ei. Ioan şi Monicăi Prejmereanu, ca şi lui Mircea

şi Tatianei Pârvulescu, care cu atâta dragoste şi mândrie mi-au arătat ţara lor. Lui Fotis Kouvelis, Irinei

Talpalagă, Mariettei Pepelasi, Christinei Samara, lui Dimitris Karpathakis, lui Vasilis Konidis, lui Nikos

Aktidis, lui Makis Katohianos, lui Thanassis Fragos, Luminţei Tănase pentru ajutorul substanţial pe care

mi l-au oferit ficare in modul lui. Lui Foivi Skotida, pentru talentul şi răbdarea ei, pentru nesfârşitele

ore petrecute împreună la realizarea cărţii. Antigonei Foka, soţia lui Spyridon Fokas, scriitorul atât de

preţioasei lucrări Grecii în navigaţia fluvială a Dunării de Jos, care cu atâta dragoste mi-a dăruit primul

exemplar, şi care atât ea cât şi neuitatul ei soţ nu vor uita niciodată Brăila unde s-au născut.

Mulţumesc în mod deosebit lui Mihalis şi Faniei Toubi pentru sprijinul, înţelegerea şi sfaturile lor

preţioase. Entuziasmul, cunoştinţele şi îndrumarea lor au făcut ca această carte să devină realitate.

În sfârşit, aş vrea să mulţumesc oamenilor care au acceptat să-i fotografiez.


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

CARTEA

DIMITREI STASINOPOULOU

Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

ROMÂNIA INIMII MELE

ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΕ 4000 ΑΝΤΙΤΥΠΑ,

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΙΚΟ ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΟΥΜΠΗΣ Α.Ε.

ΣΕ ΧΑΡΤΙ MEGA ZANDERS VELVET 170 GR.

ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2005

S-A TIPĂRIT ÎN 4000 DE EXEMPLARE

LA EDITURA MIHALIS TOUBIS A.E.

PE HÂRTIE MEGA ZANDERS VELVET 170 GRAME

ÎN NOIEMBRIE 2005

More magazines by this user